ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΘΑΝΑΣΗΣ


ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΘΑΝΑΣΗΣ

Σπούδασε φιλολογία και κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου και δημοσιογραφία στο Λονδίνο.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΘΑΝΑΣΗΣ
Επίθετο:  ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Εργογραφία: 

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με δύο διηγήματα στην εφημερίδα Τα Νέα, το πρώτο από τα οποία έχει ενταχθεί στη συλλογή διηγημάτων Έρωτες σε πρώτο πρόσωπο (εκδόσεις Κέδρος, 1997). Το μυθιστόρημα H μπλε ώρα (Εκδόσεις Πατάκη, 2005) είναι το τέταρτό του βιβλίο. Προηγήθηκαν τρία ακόμα μυθιστορήματα: Ραμόν (εκδόσεις Κέδρος, 1998), Σπασμένα ελληνικά (Εκδόσεις Κέδρος, 2000), τα οποία κυκλοφορούν στα γαλλικά, και Ανεξιχνίαστη ψυχή (εκδόσεις Πατάκη, 2003 )


Διεύθυνση: 

Καψάλη 1
106 74 Αθήνα


Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  ΑΝΕΞΙΧΝΙΑΣΤΗ ΨΥΧΗ
Κείμενο αποσπάσματος: 


Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο καλός. Προχωρημένη άνοιξη και φέρνει το καλοκαίρι. Ο Απρίλης είναι για τους ευτυχισμένους ανθρώπους. Απλώνουν τα ανοιχτόχρωμα ρούχα στο κρεβάτι τους, στις πολυθρόνες, στους καναπέδες, τα κοιτάζουν και ετοιμάζονται για το Πάσχα και, γιατί όχι, για τις παραλίες.
Ένας κακός Απρίλη0ς, κίτρινος και μελαγχολικός, κολλούσε έξω από τα βρόμικα τζάμια του νοσοκομείου όπου είχε πάει απόψε η Σόφη να δει τη γιαγιά της. Εδώ και δεκαπέντε μέρες πήγαινε ανελλιπώς πέντε με επτά, αλλά σήμερα ήταν η τελευταία μέρα. Η Σόφη ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, όλα της έρχονταν στραβά και, εδώ που τα λέμε, πότε δεν έρχονταν όλα στραβά, αλλά τώρα το πράγμα είχε παραγίνει. Προβλήματα με τη δουλειά της, είχε αποκάμει να καθαρίζει σκάλες, εντάξει, εύκολη δουλειά ήταν για την ηλικία της, αλλά πού θα πήγαινε αυτή η ιστορία, έτσι θα τελείωνε η ζωή της; Προβλήματα με τη γιαγιά της, που κάποιος θα 'πρεπε να την προσέχει, κι αυτή η τρελή ιδέα του Διαμαντή να την πάρουν να μείνει μαζί τους, με τον όρο βέβαια να πεισθεί να πουλήσει το σπίτι της και να βάλουν τα λεφτά στην τράπεζα στ' όνομα της Σόφης, σιγά το σπίτι, ούτε πέντε εκατομμύρια δε θα 'πιανε, αλλά έστω, κάτι θα ήταν. Εντάξει, σαν ιδέα δεν ήταν κακή, θα 'χαν το ποσό στην άκρη κι όλη τη σύνταξη της γιαγιάς, αλλά θα 'χαν και τη γιαγιά μες στα πόδια τους, άσε που η γιαγιά δε θα πουλούσε ποτέ το σπίτι της.
- Συζήτησέ το, ρε Σόφη, έλεγε ο Διαμαντής. Χάνεις τίποτα; Μετά θα τραβήξεις όσα χρειαστούν και θα φτιάξεις τη μύτη σου - αυτό πού το πας;
- ’σε, θα το σκεφτώ, έλεγε η Σόφη κι όλο το ανέβαλλε. Πρώτον, γιατί δεν άντεχε την κατάκοιτη στο σπίτι της, δεύτερον γιατί αυτή θα της έλεγε όχι, και τρίτον γιατί και, ακόμα κι αν έλεγε "ναι", θα ζητούσε το βιβλιάριο της τράπεζας να το βάλει κάτω από το μαξιλάρι της. Μπορεί να ήταν ανήμπορη, αλλά τα είχε τετρακόσια. Από λογαριασμούς άλλο τίποτα. Είχε κάνει πληρεξούσιο στη Σόφη να εισπράττει τη σύνταξή της, αλλά, μόλις η Σόφη κατέθετε κάθε μήνα τα λεφτά, φορούσε τα γυαλιά της κι εξέταζε το ποσό λεπτομερώς - να η διπλή τα Χριστούγεννα - να το δώρο του Πάσχα - καλοκαιρινό επίδομα δεν ήρθε ακόμα;
"Τι ζωή κι αυτή;" σκεφτόταν η Σόφη και παρά λίγο να κλάψει. Δουλειά, σπίτι, Νότης και κανένα ταβερνάκι. Ούτε μια φορά δεν είχε βγει έξω κάπου καλά. Και το όνειρό της να την πάει ο Διαμαντής σ' εκείνο το κέντρο ν'ακούσει τον αγαπημένο της τραγουδιστή να τραγουδάει "Το καλύτερο παιδί" απραγματοποίητο. "Το καλύτερο παιδί" κι ας πέθαινε. Πάει κι ο Γενάρης. "Μετά τις γιορτές" της είχε τάξει ο Διαμαντής "που κάνουν κι εκπτώσεις τα μαγαζιά". Ποιος Γενάρης και ποιος Φλεβάρης...
Η γρια είχε αποκοιμηθεί κι η Σόφη ετοιμαζόταν να φύγει - άλλες δυο γυναίκες ήταν μόνο στο δωμάτιο. Με το οξυγόνο και τα σωληνάκια τους, η μεσαία κοιμόταν βαθιά και ροχάλιζε και η τελευταία στην άκρη, με κάτασπρα μαλλιά κι ένα χρώμα ο Θεός να φυλάει. Είχε τα μάτια της κλειστά κι η αναπνοή της δεν ακουγόταν καν. Ένα νεαρό κορίτσι μπήκε βιαστικά, κούνησε το χέρι στη Σόφη.
- ’ργησα απόψε, είπε, γιατί καθυστέρησα στο σούπερ μάρκετ.
Κρατούσε μια μεγάλη σακούλα, την άφησε στο πάτωμα, στα πόδια του κρεβατιού, κι έσκυψε στην άρρωστη με τ' άσπρα μαλλιά - εκείνη που δεν είχε ανοίξει καθόλου τα μάτια της.
-Γιαγιά! γιαγιά! φώναξε η μικρή. Ελάτε μια στιγμή, μη φεύγετε είπε στη Σόφη, κάτι έχει, κάτι έγινε!
Η Σόφη έτρεξε, παραμέρισε τη μικρή, παραμέρισε με το πόδι της τη μεγάλη σακούλα του σούπερ μάρκετ και σε κλάσμα δευτερολέπτου είδε πάνω πάνω ένα φουσκωμένο πορτοφόλι.
- Δεν είναι καλά, είπε η Σόφη, γιατί η γρια ήταν παγωμένη. Τρέχα γρήγορα, φώναξε να 'ρθει κανένας γιατρός.
- Πέθανε; ε; Πέθανε; ρωτούσε η μικρή.
- Γρήγορα, να 'ρθουν οι νοσοκόμες!
Η μικρή έφυγε κλαίγοντας, η Σόφη κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, έσκυψε μαλακά, έπιασε το χέρι της άρρωστης και με το άλλο χέρι, χωρίς να κοιτάξει, βούτηξε το πορτοφόλι από τη σακούλα και το 'χωσε στη μέσα τσέπη της ζακέτας της. Ένας με ακουστικά όρμησε και από πίσω τρεις νοσοκόμες. "Οι επισκέπτες έξω", είπε αυτός με τ' ακουστικά και η Σόφη άρπαξε την τσάντα της και βγήκε αμέσως - η μικρή στο διάδρομο έκλαιγε μ' αναφιλητά και συγγενείς αρρώστων είχαν βγει και την παρηγορούσαν.
Η Σόφη κατέβηκε τις σκάλες κρατώντας την τσάντα της στο στήθος με τα δυο της χέρια, πιέζοντας όμως και τις μασχάλες της μην της φύγει το πορτοφόλι από τη μέσα τσέπη της ζακέτας. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Κάπου στη μέση στάθηκε και κοίταξε γύρω - δεν ήταν κανείς, το έβγαλε ταχυδακτυλουργικά και το 'χωσε στην τσάντα της. Τώρα ήταν ήσυχη, βγήκε έξω και πήρε τον ηλεκτρικό.
Το βαγόνι σχεδόν άδειο. Κάθισε κοντά στο παράθυρο, άνοιξε την τσάντα, άνοιξε και το πορτοφόλι χωρίς να το βγάλει. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κοίταξε. "Και τρεις χιλιάδες να 'χει, καλά θα είναι" σκέφτηκε πεισμωμένη. "Φτάνει να μην πέσω πάνω σε πιστωτικές. Γαμώτο, όλοι οι βλάχοι γέμισαν πιστωτικές".
Ήταν πέντε κολλαριστά πεντοχίλιαρα, τρία χιλιάρικα και κάτι ψιλά, κι ούτε πιστωτικές κάρτες ούτε ταυτότητες ούτε τίποτα. Μόνο τα χρήματα.
Ένας μαύρος κάθισε δίπλα της, απ' αυτούς τους ωραίους, του σινεμά. Της έριξε μια ματιά, σαν ερωτική της φάνηκε, "Καλός είναι" είπε μέσα της, "αλλά μαστουρωμένος μου μοιάζει".
Στην επόμενη στάση κατέβηκε, της είχε έρθει όρεξη να φάει ένα παγωτό πριν πάει σπίτι. Θα συνέχιζε με ταξί - το δικαιούταν. Τα τριάντα περίπου χιλιάρικα της είχαν φτιάξει την διάθεση. "Αύριο πρωί πρωί θα πάω να τα καταθέσω". Αυτό τον καιρό είχε ανοίξει ένα μικρό λογαριασμό στο όνομά της. Αποφάσισε να μην πει τίποτα στο Διαμαντή, που γινόταν έξαλλος μ' αυτά της τα καμώματα - "Θα με κλείσουν στη φυλακή για τις βλακείες σου" της φώναζε "θα μου λερώσεις το ποινικό μου μητρώο, τίποτα δε θα μπορώ να κάνω". Σιγά, και τι θα 'κανε; Καμιά ληστεία σε κοσμηματοπωλείο; Όλο για μεγάλα κόλπα τής μιλούσε, που θα τους ξελάσπωναν μια και καλή, και τίποτα δεν έβλεπε. Κασόνια κουβαλούσε στα σούπερ μάρκετ και το βράδυ, άμα λάχαινε, και κανένα ντελίβερι. Ναι, μέχρι εκεί είχε καταντήσει - να'ταν καλά ο Νότης που τους τάιζε πότε πότε. Μια χαρά πήγαινε ο Νότης. Καλή φάμπρικα είχε βρει - πήγε να πεθάνει όταν τον παράτησε το σίχαμα, αλλά οι δυο τους του στάθηκαν, τον παρηγόρησαν, εκκρεμούσε πάντα και η υπόσχεση να του τη βρουν, τον έπεισαν, τέλος πάντων, να ξαναγυρίσει στο επάγγελμα. Τον πλάκωνε βέβαια η μαρμάγκα συχνά, δεν κατέβαινε στους δρόμους κάθε μέρα, αλλά, όταν κατέβαινε, το δεκάρικο το είχε στην τσέπη. Και τότε, να οι πίτσες, να οι μακαρονάδες να και το χαρτζιλίκι στη Σόφη, που του 'λεγε γλυκά γλυκά: "Καλέ Νότη, δώσε μου και μένα ένα χιλιάρικο". Κι ο Νότης τής το 'δινε ευχαρίστως. Ο Διαμαντής βέβαια δεν καταδεχόταν τέτοια. Μια φορά όμως είπε στη Σόφη: "Γιατί να κρατάει και το σπίτι ο Νότης, δεν τον παίρνουμε στο δικό μας να μας πληρώνει το νοίκι μας;". Κι η Σόφη μελαγχόλησε, γιατί κατάλαβε πως ποτέ, μα ποτέ δε θα πραγματοποιούσε ο Διαμαντής αυτά που διατυμπάνιζε, τίποτα δεν είχε στο μυαλό του και με τέτοιες μικροταρζανιές θα συνεχιζόταν η ζωή της.
"Τζαμαϊκανός ήταν" σκέφτηκε η Σόφη. "Αυτοί έχουν λοξά βαθουλωτά μάτια". Έτρωγε το παγωτό της. Έγλειφε το κουτάλι, το πιπιλούσε. Το γόνατό του είχε ακουμπήσει βαριά στο δικό της. "Τζαμαϊκανός σίγουρα".


E-mail:  thanassis28@hotmail.com