ΚΙΟΥΡΤΖΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

                 Αναψηλαφώντας το ελληνικό όραμα του Σεφέρη σήμερα

 

Όταν συλλογίζεται τον Ελληνισμό, ο Σεφέρης δεν μιλάει τόσο για το σημερινό  μας
έθνος (κι όταν το κάνει δεν είναι αυτή η όψη της δουλειάς του που κυρίως μας ενδιαφέρει)˙
μιλάει για τη διαχρονική του γλώσσα˙  πιο σωστά, μιλάει τη γλώσσα του. Ακούει γύρω του
και μέσα του τη φωνή των ανθρώπων του, ζωντανών και πεθαμένων, και με τη γύρη
που συλλέγει, φτιάχνει το δικό του μέλι˙ έτσι ποιεί τον κόσμο του έργου του, συνεχίζοντας με
τον τρόπο του μια δουλειά που ξεκίνησαν πριν από χιλιάδες χρόνια άλλοι άνθρωποι και
που συνεχίζουμε (όσο τη συνεχίζουμε) όλοι : να δημιουργούμε τη γλώσσα μας κάθε στιγμή
που τη μιλάμε.
Ένα έργο, τολμώ να πω, πιο «αντικειμενικό» από εκείνο του ιστορικού ή του
λαογράφου. Ο Αριστοτέλης δεν μας είπε ότι η ποίησις είναι «φιλοσοφώτερη» από την
ιστορία, καθώς ετούτη λέγει τα καθόλου, ενώ εκείνη τα καθ΄έκαστον ;

‘Ετσι κι αλλιώς, η γλώσσα κουβαλάει διαχρονικές αξίες, που πλουτίζονται, φτωχαίνουν ή πεθαίνουν από τον τρόπο που τη μιλάμε και τη γράφουμε εμείς.
Και ο Σεφέρης συγκαταλέγεται σ’εκείνους που τις πλούτισαν με τις εμπειρίες του τόπου, του κόσμου και του καιρού του.

            Καρπός αυτής της φόρτισης είναι τούτη η φωνή :

                                      Πότε θα ξαναμιλήσεις ;

                                      Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.

                                      Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη

                                      Ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.

                                     ‘Όπως τα πεύκα

                                      κρατούνε τη μορφή του αγέρα

                                      ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί

                                      το ίδιο τα λόγια

                                      φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου

                                       κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.

 ‘Η :

                                      Δέξου ποιος είσαι. 

                                                                            Το ποίημα

                                      μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια

                                      θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.

                                      Τα περισσότερα –

                                    σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις.

‘Η :

                                    O θαλασσινός άνεμος και η δροσιά της αυγής

                                     υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.

 

Να γιατί, κάθε φορά που ξαναδιαβάζω τον Σεφέρη, αισθάνομαι μια αλλόκοτη πίστη, ανεξήγητη λογικά, μα όλο και πιο στέρεα, όσο περνούν τα χρόνια : αν δεν φοβηθώ, αν 
εμπιστευτώ το κενό της σημερινής Ελλάδας, μπορώ να ακούσω μέσα μου, μέσα στο παρόν μου,  πέρα από τις δραματικές ασυνέχειες και τις βαθιές ρωγμές του ιστορικού Ελληνισμού, 
την προαιώνια πνοή του, την πάντα ζωντανή φωνή του˙ και ότι αυτό το άκουσμα μου ανοίγει, ναι, στο αφανισμένο τούτο το παρόν τον δρόμο μιας μελλοντικής δημιουργίας,
γονιμοποιώντας αισθήματα και σκέψεις που δεν είναι μοναχά δικά μου. Μια πίστη που πήρε δεκαετίες για να στεριώσει – δεν την είχα ακόμα στα 1979, όταν έγραφα το δοκίμιό μου για τον Σεφέρη.
Ίσως γιατί, για να φτάσω εκεί, έπρεπε να αφήσω τον Σεφέρη για να τον ξαναβρώ μέσα στον δικό μου λόγο.

                                                               Απόσπασμα ανακοίνωσης στο Συνέδριο Καβάφεια 2009

                                                                                                     Ίδρυμα Ερευνών, 8 Νοεμβρίου 2009

Επιστροφή
Η ποίηση, λίγο πριν λίγο μετά το 1821 και ο νεοελληνικός διαφωτισμός
ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ Β Π
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543