ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ ΤΑΚΗΣ


ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ ΤΑΚΗΣ

Πολιτικός Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Ειδίκευση στην Τεχνολογία των Υλικών
Υπάλληλος στο Υπουργείο Δημοσίων ΄Εργων μέχρι το 1967, οπότε απολύθηκε από την χούντα. Έκτοτε, ελεύθερος επαγγελματίας

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΤΑΚΗΣ
Επίθετο:  ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ
Εργογραφία: 

Λογοτεχνία

ΜΙΚΡΕΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (1959)
Η ΟΔΟΣ (1963)
ΠΑΘΕΑ (1970)
ΕΚΔΟΧΕΣ (1973)
ΑΠΟΛΟΓΟΣ (1980)
ΜΑΔΑ (1987)
ΔΙΧΘΑ (1996)
ΣΧΑΣΕΙΣ (1999)
ΕΚΔΟΧΕΣ -Συμπληρωμένη έκδοση (2000)
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1942-1946 (2009)
ΤΟ ΤΕΛΟΣ (2012)



Μεταφράσεις

T.S. Eliot ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΩΝ ΤΕΦΡΩΝ και άλλα Ποιήματα (1964)
Κλήμης Αλεξανδρεύς ΣΤΡΩΜΑΤΕΙΣ Βιβλίο Ε' (1999)
Παρμενίδης ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (2001)
ΕΙΚΟΣΙ ΨΑΛΜΟΙ (2003)
Από το «Α» της λογοτεχνίας (2007)
Ρωμανού Μελωδού  ΔΥΟ ΥΜΝΟΙ (2014)


Δοκίμιο

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ Σημειώσεις για τον Ηράκλειτο (1991)
ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ (2001)
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ (1996)
Ο ΝΟΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ (2006)



Φιλολογία

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ (1995)
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΣΟΛΩΜΟΥ (1997)
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΚΑΒΑΦΗ (1997)
ΟΜΗΡΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (2000)
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΗΡΟΔΟΤΟΥ (2001)
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ (2002)
ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ (2002)
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΒΙΩΝ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ (2004)

 

Σημείωση : Όλα τα βιβλία βρίσκονται, ανοιχτά για ανάγνωση, στην ιστοσελίδα του συγγραφέα.


Έτος γέννησης:  1927
Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  Εκδοχές
Κείμενο αποσπάσματος: 

Ο ηθοποιός


Αμέσως μόλις ο ηθοποιός είπε την τελευταία λέξη, ο βοηθός της σκηνής από μέσα πάτησε το κουμπί, και η βαριά βελούδινη αυλαία έπεσε. Τώρα, για να είμαστε συνεπείς, η τελευταία λέξη δεν ήταν ακριβώς λέξη αλλά κάτι σαν ώχ ή άχ ή χά ή χά... χα... χα.. κλπ. Όμως αυτό δεν έχει πολύ σημασία. Έτσι ήθελε ο συγγραφέας, έτσι έγραφε το κείμενο, έτσι είχε συμφωνήσει κι ο σκηνοθέτης: Ο μακρύς μονόλογος -πού στην πραγματικότητα πάλι δεν ήταν μονόλογος αλλά μια σειρά μορφασμών και ανεπαίσθητων κινήσεων του πρωταγωνιστού μ' ελάχιστα λόγια ανάμεσα, λόγια όπως "εδώ", "εκεί", "τώρα", "μετά", "διψώ κανάγιες..." και τα γνωστά- ο μονόλογος λοιπόν αυτός που έκλεινε την τελευταία πράξη, να καταλήγει σ' αυτό το ώχ ή άχ ή χά ή χά... χα... χα... και αμέσως η αυλαία να πέφτει. Μάλιστα, επέμενε ο σκηνοθέτης, η αυλαία να έχει ήδη ξεκινήσει πριν ακόμη ειπωθεί το ώχ ή άχ ή χά ή χά... χα... χα..., έτσι πού να το βρει στη μέση, να το πάρει, και να πέσουν και τα δυο μαζί. Εδώ βέβαια έγινε μια διαμάχη, ο συγγραφέας έλεγε πως η αυλαία του έκοβε τον ήχο πού έπρεπε να είναι δυνατός και καθαρός, ο σκηνοθέτης έλεγε πως η αυλαία έτσι πυκνή και βαριά όπως θα έπεφτε έπαιρνε μεγαλύτερη σημασία από τον ήχο, ο συγγραφέας επέμενε, αλλά στο τέλος, μια και ο σκηνοθέτης και ο συγγραφέας ήταν το ίδιο πρόσωπο, η διαμάχη ξεπεράστηκε με μια συμβουλή στον ηθοποιό να πει αυτό το ώχ ή άχ ή χά ή χά... χα... χα... πιο δυνατά.

Το είπε λοιπόν ο ηθοποιός αρκετά δυνατά -έτσι πού ακούστηκε στα πέρατα των αιώνων- και η βαριά αυλαία έπεσε. Αυτό πού ακολούθησε δεν περιγράφεται. Ένας σωστός πανζουρλισμός μοναδικός στην ιστορία των παρόμοιων θεάτρων όλων των εποχών. Τί ρωμαϊκά ιπποδρόμια, τί απελευθέρωση του Παρισιού κι επιτυχία εκρήξεως στη Χιροσίμα, τί επιστροφή των νικηφόρων σφαγέων από τα διάφορα μέτωπα. Εδώ ολόκληρο το οικοδόμημα -το θαυμάσιο αυτό οικοδόμημα- κουνήθηκε απ' τα θεμέλια σα νάχε γίνει πραγματικός σεισμός. Λένε πως σπάσανε οι πολυέλαιοι και σχίστηκαν οι τοίχοι και το ταβάνι. Αυτά ίσως να είναι υπερβολές, πάντως είναι γεγονός ότι ούτε ένας θεατής δεν έμεινε αδιάφορος 'η αμέτοχος. Όρθιοι όλοι, άλλοι επάνω στα καθίσματα, άλλοι σκαρφαλωμένοι στις κολόνες, άλλοι στους ώμους των ταξιθετών και των αστυφυλάκων -πού έτρεμαν- ζητωκραύγαζαν, σφύριζαν, μούτζωναν, χειροκροτούσαν. Ως και οι επίσημοι των πρώτων σειρών -Υπουργοί Στρατηγοί κλπ.- πήρανε μέρος. Βέβαια αυτοί δεν σηκώθηκαν απ' τις θέσεις τους γιατί, ως γνωστόν, τα κοντά και αδύνατα πόδια τους, πού κρεμόντουσαν απ' τα καθίσματα, δεν μπορούν πια να τους κρατήσουν, ούτε χειροκροτούσαν αφού τα φαρδιά και προτεταμένα ηρωικά τους στήθη, πού είναι γεμάτα ονόματα εκλογικών πόλεων και ενδόξων μαχών, δεν επιτρέπουν στα χέρια τους -κοντά και αδύνατα επίσης- να συναντηθούν. Πάντως φώναζαν με όλη τους τη δύναμη "Μπράβο... μπράβο... στην αγχόνη... στην αγχόνη..." και κουνούσαν τα κοντά τους χέρια και τα κοντά τους πόδια πέρα δώθε.
Αλλά ακόμη και οι κριτικοί πού σύσσωμοι ήταν ανέκαθεν κεκηρυγμένοι κατά της μοντέρνας τέχνης και είχαν έρθει απλώς για να μπορούν αύριο από πρώτο χέρι να την ξανακαταγγείλουν και να ζητήσουν επίσημα από τον Ύπατο να καταργηθεί, ακόμα κι αυτοί, θέλεις από το φόβο του όχλου που τους κοίταζε με ολοστρόγγυλο μαύρο μάτι, θέλεις γιατί σκέφτηκαν πως στο κάτω κάτω δεν χάνανε και τίποτε να τάχουνε καλά μ' αυτές τις έξαλλες θεωρίες, φτάνει αυτή η λετσαρία πού τις ακολουθεί κι εκστασιάζεται, να πάει λίγο να πλυθεί -στον ίδιο ποταμό αίματος πού είχαν πλυθεί κι αυτοί- και νάρθει μετά να συζητήσουμε, αλλά βάσει των αιωνίων αρχών της τέχνης της ηθικής και της λογικής και όχι έτσι γιατί... εκείνος είπε, θέλεις ακόμη γιατί πράγματι συγκινήθηκαν από αυτό το ώχ ή άχ ή χά ή χά...χα...χα... πού ήταν σε πολύ κατάλληλη στιγμή και πολύ καλά ειπωμένο, κι αυτοί λοιπόν, άφησαν κάτω τις στεφανωμένες προτομές που κράταγαν, πήρανε το κεφάλι του ηθοποιού, το κάρφωσαν στην άκρη των κονταριών, σήκωσαν τα κοντάρια ψηλά και τα κουνούσαν. Οι κυρίες και δεσποινίδες πού βλέπαν το κεφάλι πάνω στα κοντάρια, του παίζανε τα δάχτυλα φωνάζοντας χού-χου, χού-χου.
Όμως εκείνοι πού πρωτοστατούσαν σ' όλη την αίθουσα ήταν οι θεατές του εξώστη. Μ' αυτούς μάλιστα είχε προηγηθεί και το εξής επεισόδιο. Πολύ πριν πέσει η αυλαία, πριν ακόμη φτάσουμε στην έσχατη πράξη και την έσχατη κραυγή, μερικοί, σηκώθηκαν ξαφνικά όρθιοι κι άρχισαν δυνατά να αναλύουν και να εξηγούν το έργο. Οι διπλανοί τους τούς τράβηξαν απ' το σακάκι, οι θεατές της πλατείας γύρισαν κι είπαν "σσστ, ντροπή", όμως αυτοί πού να σταματήσουν. Ο σκηνοθέτης πού παρακολουθούσε από την τρύπα του τοίχου φοβήθηκε ότι θα του χαλάσουν την παράσταση. Έδωσε λοιπόν εντολή στους ταξιθέτες, οι ταξιθέτες τρέξαν προς το μέρος τους, τους είπαν κάτι εμπιστευτικά (διαδίδεται ότι αυτοί ήταν κλάκα κι ο σκηνοθέτης τους παράγγελνε πως δεν θα τους έδινε την μεταθανάτια αμοιβή, αλλά προφανώς πρόκειται περί συκοφαντίας), τους είπε λοιπόν κάτι και αμέσως εκείνοι ηρέμησαν. Έ, λοιπόν τώρα όλοι αυτοί ήταν ασυγκράτητοι. Χόρευαν, χειρονομούσαν, ούρλιαζαν, έπειτα ξεσηκώνοντας και τους υπόλοιπους του εξώστη, προχώρησαν μπροστά, φτάσανε στο πεζούλι και πέφταν ένας ένας κάτω στα θηρία.
Εντωμεταξύ πίσω από την αυλαία ο ηθοποιός, ακίνητος στην τελευταία στάση του έργου, άκουγε σαν χαζός. Τόση επιτυχία δεν μπορούσε ποτέ να την φανταστεί. Βέβαια είχε αγωνιστεί σκληρά γι' αυτό το ρόλο -από παιδί. Είχε θυσιάσει όλη του τη ζωή -και όχι μόνο τη δική του. Μελέτη, αποστήθιση, υποκριτική, ασκήσεις ορθοφωνίας, ασκήσεις απαθείας, ασκήσεις αναλγησίας, και πάνω απ' όλα ωράριο χρονομετρικά ρυθμισμένο, με το κάθε τί -και το φαΐ και τον ύπνο και τους αφορισμούς- στη θέση του και στην ώρα του. Φυσικά δεν γίνεται λόγος γι' αδυναμίες, όπως π.χ. το κρασί ή το φουμάρισμα ή ακόμη και οι γυναίκες -και όχι γιατί ήταν αναφρόδιτος όπως είπαν οι εχθροί. Όμως αυτά τάχα ήταν αρκετά; Μήπως πριν απ' αυτόν τόσοι και τόσοι καλοί ηθοποιοί -κι ίσως καλύτεροι- δεν είχαν σ' αυτό το ίδιο έργο ουσιαστικά αποτύχει; Λέμε "ουσιαστικά", γιατί στην αρχή μπορεί να παρουσίασαν κάποια κίνηση εισιτηρίων και αποκεφαλισμών, όμως εντέλει αυτά μείνανε μέσα σ' έναν κύκλο ιντελιγκέντσιας, δεν συγκινήσανε τα πλήθη, δεν γίναν υστερίες, γενοκτονίες, λαϊκά τραγούδια, λιτανείες, σφαγές. Βέβαια οι άλλοι δεν είχαν πει αυτό το ώχ ή άχ, πού είναι τόσο ανθρώπινο και ιδίως αυτό το χά... χα... χα... πού είναι τόσο θεϊκό. Προτίμησαν να τελειώσουν, οι πιο απληροφόρητοι μ' ένα φτύσιμο κι οι πιο πονηρεμένοι με μια σιωπή. Αλλά κι αυτό δεν ήταν αρκετό. Γιατί τελικά το κοινό είναι αστάθμητο κι αψυχολόγητο. δεν ξέρεις από πού να το πιάσεις: από το χέρι απ' το γιακά ή απ' το βρόχο. και πότε να το πιάσεις: όταν είναι νηστικό ή όταν ρεύεται, όταν πηγαίνει για το φόνο ή όταν έρχεται απ' το φόνο, όταν μπαίνει στα κρεματόρια ή όταν βγαίνει απ' τα κρεματόρια. Δεν ξέρεις τίποτα. Όλα τ' αποφασίζει μια στιγμή. Φαίνεται λοιπόν πως αυτή η στιγμή τώρα στάθηκε κατάλληλη.
Ο ηθοποιός έκανε ένα νεύμα, αμέσως τρέξαν και τον ελευθερώσανε από την τελευταία στάση του έργου, του δώσαν κάτι, τόριξε επάνω στο γυμνό του σώμα και προχώρησε υπερήφανα προς την αυλαία. Στην αίθουσα, το όνομά του τώρα αντηχούσε σε χρόνο 3/4 μαζί με τα χτυπήματα των καθισμάτων και των σπαθιών. Πάει και η κούρασή του, πάνε και οι μερικές αντιρρήσεις του για το κείμενο και το σκηνικό, πάνε και τα διλήμματα Ισαάκ ή Ιφιγένεια, Παύλος ή Σαύλος, "στον καιρόν" ή "Πυρ", πάει ακόμη κι εκείνος ο φόβος πού τον έπιασε στη μέση της παραστάσεως όταν είδε το κοινό να χασμουριέται, να ξεκουμπώνει τα γιλέκα και τα πουκάμισα και να ξύνει τις μασχάλες και τις πληγές, τότε πού γύρισε τρέμοντας στον σκηνοθέτη κι εκείνος έδωσε εντολή να τρομπάρουν στην αίθουσα άρωμα και να χαμηλώσουν το καλοριφέρ. Όλα αυτά τώρα είχαν ξεχαστεί. Πίσω απ' την αυλαία ωρύονταν τα ζητωκραυγάσματα, οι στρακαστρούκες, οι οιμωγές. Ο κόσμος τον ζητούσε να πέσει στα πόδια του. Η Ιστορία ανοιχτή περίμενε να την μονογράψει.

Ο ηθοποιός έφτασε στη μέση της αυλαίας, πήρε το καλύτερό του χαμόγελο -ένα χαμόγελο επιεικείας άμα δε και στοργής-, σήκωσε την κουρτίνα και βγήκε. Όμως, αντί να βρεθεί μπροστά στο κοινό πού τον αποθέωνε, βρέθηκε φάτσα με μία δεύτερη κουρτίνα. Και ευτυχώς πού η αυλαία ήταν διπλή, γιατί η πρώτη κουρτίνα όπως έπεσε πίσω του τού είχε χαλάσει τη χωρίστρα. Έστρωσε λοιπόν τα μαλλιά, ξαναχαμογέλασε και σήκωσε τη δεύτερη κουρτίνα. Όμως μια τρίτη κουρτίνα ακολουθούσε, έπειτα μια τέταρτη, μια πέμπτη, μια έκτη... Ο ηθοποιός λαχανιασμένος σταμάτησε. Τα υφάσματα τον έκλειναν από παντού. Κοίταξε μήπως πήρε λάθος κατεύθυνση αλλά όχι, βρισκότανε στη μέση της αυλαίας εκεί πού ενώνονται τα δύο φύλλα, το δεξιό και το αριστερό. Σκούπισε τον ιδρώτα του, σκέφτηκε λίγο, και ξαφνικά το πρόσωπό του φωτίστηκε. Θυμήθηκε πως ο σκηνοθέτης είχε διατάξει η αυλαία ν' αποτελείται από πολλά υφάσματα το ένα μετά το άλλο, έτσι πού στα διαλείμματα να μην ακούγονται στην αίθουσα όσα φοβερά γινόντουσαν επί σκηνής. Το αντίθετο βέβαια δεν συνέβαινε, δηλαδή ό,τι γινότανε στην αίθουσα ακουγόταν στη σκηνή, Όμως αυτό όχι μόνο δεν ενοχλούσε αλλά ήταν και πολύτιμο, γιατί έτσι ο σκηνοθέτης μπορούσε να παρακολουθεί τις αντιδράσεις του κοινού και να κανονίζει ανάλογα την πορεία του έργου. Όχι πως θ' άλλαζε το κείμενο (και νάθελε να το κάνει ήταν αδύνατο μια και ο ηθοποιός -πού ήταν άλλο πρόσωπο- αυτό είχε μάθει κι αυτό θα έλεγε), αλλά μπορούσε ανάλογα με τις καταστάσεις του κοινού να αντιμεταθέτει τις σκηνές, και όχι να την πάθει όπως κάποτε, πού ενώ το κοινό μόλις είχε αποφάει αυτός παρουσίασε τη σκηνή του Δείπνου και φυσικά δεν έκανε καμιά εντύπωση σε κανέναν.
Θυμήθηκε λοιπόν ο ηθοποιός, συνήλθε και ετοιμάστηκε να προχωρήσει. Όμως ακούει ξαφνικά όλο το θόρυβο της αίθουσας να χαμηλώνει, έπειτα τελείως να σταματά, και μέσα σε απόλυτη σιωπή, κάποιον, να βηματίζει, ν' ανεβαίνει στη σκηνή, να σταματά στη μέση της και να λέει πως είναι συγγενής του και τώρα θα του βγάλει τον επικήδειο. Ο ηθοποιός πού δεν είχε κανένα συγγενή έγινε αμέσως έξω φρενών κι άρχισε να σηκώνει γρήγορα τις κουρτίνες. Αλλά και το κοινό έγινε έξω φρενών, γιατί αυτός, αντί να πει τον επικήδειο του ηθοποιού άρχισε να λέει τον επικήδειο του κοινού. Σηκώνεται λοιπόν ένας και του φωνάζει: "Τί λες παιδάκι μου!", σηκώνονται και δυο τρεις άλλοι φωνάζουνε το ίδιο, αλλά αυτός αντί απαντήσεως γυρίζει προς το μέρος τους, τους κάνει το σημείον του Σταυρού και οι καημένοι οι άνθρωποι αμέσως εξαερώθηκαν. Θυμώνουν τότε και οι υπόλοιποι, ορμούν έξαλλοι, σου τον αρπάζουν, στήνουνε κι ένα πρόχειρο δικαστήριο για οικειοποίηση αρχής και μην τον είδατε. Φαίνεται όμως πως αυτός είχε φίλους μέσα στην αίθουσα, γιατί, ενώ μετά το επεισόδιο ήταν όλοι έτοιμοι να γυρίσουν πάλι στις ζητωκραυγές και τα λυντσαρίσματα, μερικοί -φυσικά οι φίλοι- άρχισαν, πρώτα ψιθυριστά έπειτα δυνατότερα και τέλος στεντορίως, να υποστηρίζουν πως αυτός δεν ήταν συγγενής αλλά ο ίδιος ο ηθοποιός που περιμέναμε και που βγήκε από την πλαϊνή πόρτα της σκηνής, με το πραγματικό του πρόσωπο πού δεν το είχαμε δει πριν. Και ότι μίλησε με παραβολές. Φυσικά, εκείνοι πού είχαν κάνει το δικαστήριο διαμαρτυρήθηκαν, είπαν αυτό είναι ψέμα γιατί ο ηθοποιός πέθανε, κι εσείς πού υποστηρίζετε τέτοια πράγματα είστε αιρετικοί. Τότε οι άλλοι τους απάντησαν είσαστε προδότες, οι πρώτοι είπαν είσαστε όργανα του Σατανά, οι άλλοι είπαν είσαστε όργανα της ολιγαρχίας και όπως όλοι είχαν τα σπαθιά τους γυμνά, όρμησαν οι μεν κατά των δε. Το τί κεφάλια έπεσαν και το τί ρολόγια και πορτοφόλια κλέφτηκαν δε λέγεται. Ο αγών γενικώς ήτο εκ παρατάξεως -όπως και τα καθίσματα-, συχνά όμως γινόταν και αγών εκ του συστάδην με πυρ κατά βούλησιν, -όπου και αι ατομικαί προσπάθειαι και οι ηρωισμοί. Οι φάσεις διαδέχονταν η μια την άλλη, πότε προήλαυνον οι μεν και υποχωρούσαν οι δε, πότε προήλαυνον οι δε και υποχωρούσαν οι μεν, έτσι πού τελικά δεν ήξερε κανείς πού να ποντάρει. Κατά διαστήματα κάποιος ανέβαινε σε ένα κάθισμα και φώναζε "Αδελφοί", τότε αμέσως και οι μεν και οι δε σταμάταγαν, εξομολογούνταν, γύριζαν προς την αυλαία, της άναβαν κεριά και βαρελότα, της κούναγαν τα όρθια σπαθιά και τα κομμένα τους χέρια και έπειτα γύριζαν πάλι ο ένας προς τον άλλον και συνέχιζαν τη σφαγή. Εντωμεταξύ πάνω στη σκηνή ο ηθοποιός πάλευε ακόμη με τις κουρτίνες. Σήκωνε τη μια με τόνα χέρι, την άλλη με το άλλο, νευρικά, γρήγορα, η ώρα πέρναγε, το κοινό -το κοινό του- σιγά σιγά τον ξέχναγε, μόνο κάτι γριούλες και κάτι απόστρατοι αλλά το κοινό, το μεγάλο κοινό, αυτό πού απαρτίζει την σήμερον και θα απαρτίζει την αύριον, αυτό πού τον είχε αποθεώσει, δεν τον καλούσε πια, ασχολείτο με άλλα πράγματα, άλλους πολέμους όχι τους δικούς του, και ούτε καν τον μνημόνευε σ' αυτούς -κι ας γυρίζαν πότε πότε προς τη σκηνή ν' ανάψουνε κεριά και βαρελότα πού στο κάτω κάτω μπορεί να ήταν και για τον συγγενή-, έπρεπε λοιπόν να τελειώνει, να βγει, να παρουσιαστεί, να πει εγώ είμαι ο ηθοποιός σας ο εκλεκτός, πού φωνάζατε τ' όνομά μου σε χρόνο 3/4 και που σας είπαν πως πέθανα, αλλά εγώ δεν πέθανα -γιατί τότε αλήθεια τί θα γινόσαστε...- μόνο πού μπερδεύτηκα σ' αυτές τις καταραμένες κουρτίνες και ήρθαν άλλοι, απατεώνες, και με σφετερίστηκαν και με ντουμπλάρισαν, όμως τώρα είμαι εδώ μπροστά σας ολόκληρος, φέρτε λοιπόν τους λόγους μου να δω αν είναι σωστοί, φέρτε τις προσωπογραφίες μου να τις εγκρίνω, φέρτε και τα παιδιά σας να με δουν κι αυτά στη δόξα μου και να με λατρέψουν όπως εσείς. Αυτά σκεφτόταν ο ηθοποιός κι έπεφτε με λύσσα πάνω στις κουρτίνες, άνοιγε, σήκωνε, τράβαγε, έσκιζε, αλλά οι κουρτίνες δε λέγαν να τελειώσουν. Όπου, σε μια στιγμή, στην αίθουσα, οι μεν..., όχι, οι δε... ή μάλλον -ένα λεπτό να δω- οι μεν, ναι οι μεν καταλαμβάνουν τη σκηνή. Τότε οι δε, πού βλέπουν τους ιερούς τους τόπους στα χέρια του εχθρού, θυμώνουν πολύ, ανασυντίθενται, λένε τους Εθνικούς τους Ύμνους, αυξάνουνε και τη μερίδα του συσσιτίου, ορμούν ακάθεκτοι, φτάνουν στη σκηνή, αλλά τότε οι μεν πού παρακολουθούσαν αρχίζουν να φωνάζουν "’κυροι, άκυροι, πατήσατε γραμμή...", καλά λένε αυτοί, γυρίζουν πάλι πίσω παίρνουν φόρα, ξαναορμούν ακάθεκτοι, οπότε όχι μόνο ανακαταλαμβάνουν τη σκηνή αλλά παίρνουν και τους μεν φαλάγγι. Φάνηκε πια πως η μάχη είχε κριθεί. ’ρχισαν να μετριούνται τα στοιχήματα, να ξεχωρίζεται ο φόρος Κοινωνικής Προνοίας το χαρτόσημο και το ενοίκιο αιθούσης, και να υπολογίζεται πόσο έφερε το σέκο το ασεβάλ τα απλά και τα σύνθετα. Εν τούτοις τα πράγματα δεν είχαν έτσι. Γιατί οι μεν, μόλις είδαν ότι την είχαν άσχημα και ότι δεν βοηθά ούτε ο ’γ. Γεώργιος του πεζικού ούτε οι Ταξιάρχαι της αεροπορίας, τρέχουν, παίρνουν μερικούς καλούς μισθοφόρους και τους βάζουν μπροστά. Μόλις βλέπουν τους μισθοφόρους οι δέ, λένε, α έτσι; αμ' πώς, τους απαντούν οι μεν, τρέχουν τότε και οι δε, παίρνουν κι αυτοί από τους ίδιους μισθοφόρους και ο αγώνας ξαναφουντώνει. Νέες φάσεις, νέοι ήρωες, νέοι μάρτυρες, νέες μάρκες και τράπουλες, και σε λίγο πάλι νέες διαρροές -εκείνων που τους φώναζαν στο τηλέφωνο ή εκείνων πού κάθονταν μακριά και θέλαν να προλάβουν το τελευταίο λεωφορείο- και νέες μετά ενισχύσεις και πάει λέγοντας. Τέλος, αφού όλοι σφάχτηκαν αρκετές φορές -ήτανε και αργά αύριο έχουμε Γραφείο- φόρεσαν τα κασκόλ και τα παλτά και άρχισαν αργά αργά, συζητώντας κατά παρέες, να προχωρούν προς την πόρτα.
Σε λίγο η αίθουσα ερημώθηκε, ησύχασε. Μόνο, πότε πότε, ακουγόταν πάνω στη σκηνή ένα ανεπαίσθητο σούρσιμο ανάμεσα στις κουρτίνες.