ΦΑΚΙΝΟΥ ΜΑΡΙΑ


ΦΑΚΙΝΟΥ ΜΑΡΙΑ

Μεταφράζει από τα αγγλικά.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΜΑΡΙΑ
Επίθετο:  ΦΑΚΙΝΟΥ
Εργογραφία: 

Πεζογραφία:

 

Ανατομία Κόρης (Αντίποδες, 2017)

Η αρχή του κακού (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2012)

Το καπρίτσιο της κυρίας Ν. (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007)

 

Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά.

 

Η θεατρική διασκευή της νουβέλας Η αρχή του κακού παρουσιάστηκε στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης τον Μάρτιο του 2017 σε σκηνοθεσία Μαρίας Μαγκανάρη.


Διεύθυνση: 

Ψαρών 6, 152 32, Αθήνα


Έτος γέννησης:  1976
Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  Ανατομία Κόρης
Κείμενο αποσπάσματος: 

Από το βιβλίο, Ανατομία Κόρης

 

Μάτια φωτογραφική μηχανή: Τα γκαρσόνια της παραθαλάσσιας ταβέρνας κάθονται ακουμπώντας τα ξυπόλητα πόδια πάνω στα παπούτσια τους. Καπνίζουν κι αστειεύονται μεταξύ τους. Ένα ιδιωτικό γκέτο.

Τριζόνια, και μια χιλιοπαιγμένη κασέτα που φτάνει στο τέλος της.

Από το μικρό παράθυρο της κουζίνας φαίνεται το κεφάλι μιας μεσόκοπης γυναίκας –η μητέρα του ιδιοκτήτη;- τα γυαλιά της θολωμένα απ’ το ζεστό νερό. Χωρίς να παίρνει ποτέ το βλέμμα της από το νεροχύτη, ξέρει ανά πάσα στιγμή τι γίνεται στην ταβέρνα. Όπως η μάνα του μαφιόζου.

 

Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΑ ΜΑΣ

(Όπως τα αφηγήθηκε ο τελευταίος στο πρώτο οικογενειακό μας μαγνητόφωνο, μάρκας Sony)

 

Γράφει;... Λοιπόν, το σωτήριον έτος 1917, χρονιά κατά την οποία έκανε την εμφάνισή του στον ορίζοντα ένα σπάνιο καιρικό φαινόμενο που οι μετεωρολόγοι ονομάζουν «δίδυμοι υδροστρόβιλοι», ο πατέρας του πατέρας μου, ο προπάππους σας δηλαδή, ήτανε σφαγέας σ’ ένα μικρό χωριό στο Βορρά. Μαζί με την πρόγιαγιά σας είχαν ένα γωνιακό χασάπικο, το μοναδικό της περιοχής, μ’ ένα χάρτη της χώρας κρεμασμένο στον τοίχο. Ο πατέρας μου μεγάλωσε με τη μυρωδιά του αίματος στα ρουθούνια, αν και λέγεται πως ο προπάππους σας, που φορούσε ξύλινα τσόκαρα χειμώνα-καλοκαίρι, λεγόταν γι’ αυτόν ότι είχε χέρι σταθερό και τρυφερό συνάμα, τα ζώα, έλεγαν αυτοί που ήξεραν, δεν υπέφεραν κατά τη σφαγή, αν κι εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Μικρός σαν ήταν ο πατέρας μου, τον ανέβαζε στους ώμους του ο πατέρας του και διασχίζοντας τον κεντρικό δρόμο του χωριού τον πήγαινε σε μια σκονισμένη αλάνα όπου παρακολουθούσαν κυνομαχίες, σκυλιά που τρώγονταν αναμεταξύ τους. Ο προπάππους σας προόριζε τον πατέρα μου για σφαγέα, χασάπη, να αναλάβει δηλαδή αυτός την οικογενειακή επιχείρηση όταν θα ερχόταν ο καιρός, μόνο που ο πατέρας μου δεν είχε αυτή τη στόφα, θέλω να πω... δεν έκανε γι’ αυτή τη δουλειά ο πατέρας μου, καθώς όμως δεν είχε άλλα αδέρφια, η μητέρα του μετά απ’ αυτόν είχε δύο αποβολές και ένα τρίτο που γεννήθηκε νεκρό κάνοντάς τη να πιστεύει πως ο Θεός τους τιμωρούσε επειδή θυσίαζαν τα δημιουργήματά Του,  ο πατέρας μου βρέθηκε εκ των πραγμάτων ο μόνος κληρονόμος του σφαγείου. Ο προπάππους σας έφερνε από μικρό τον πατέρα μου στο μαγαζί, να μάθει από νωρίς τη δουλειά, να συνηθίζει και να εξοικειώνεται με το μέλλον του, αλλά ο πατέρας μου δεν φανέρωνε καμιά περιέργεια ή ζέση να μπει στα μυστικά του επαγγέλματος, συμπεριφορά που εξόργιζε τον προπάππου σας, ο οποίος συχνά-πυκνά, του 'ριχνε μερικές σφαλιάρες.

Ένα πρωί, θα πρέπει πλέον να είμαστε στα '29 με ’30, πάντως πολύ πριν τον πόλεμο, ο πατέρας μου βρήκε ζαλισμένο μπροστά απ’ το σφαγείο ένα μικρό πουλάκι, ένα σπουργίτι με μια ωραία λευκή γραμμή στο κεφαλάκι του, που παραπλανημένο φαίνεται από το φως του ήλιου είχε χτυπήσει πάνω στην τζαμαρία. Αυτό το σπουργίτι έγινε το πολύτιμο απόκτημα του πατέρα μου. Του έφτιαξε μια πρόχειρη φωλιά, του έδεσε με μια κλωστή ένα κλαράκι γύρω από το πόδι σαν νάρθηκα και το φρόντισε μέχρι που έγινε καλά. Ο προπάππους σας δυσανασχετούσε μ’ αυτή τη συμπεριφορά, πίστευε ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να δένονται συναισθηματικά με τα ζωντανά, πόσο μάλλον μ’ ένα πουλί που δεν είχε καμία χρησιμότητα για τον άνθρωπο. Έτσι ήταν τότε. Μόλις το σπουργίτι έγινε καλά και στεκόταν στα πόδια του, ο πατέρας μου το έβαλε μέσα σ’ ένα παλιό κλουβί που το κρέμασε από ένα καρφί μες στο μαγαζί. Ο προπάππους σας ξίνισε τα μούτρα του αλλά δεν είπε λέξη κι όταν έφευγε αφήνοντας τον να σκουπίσει και να καθαρίσει το μαγαζί, ο πατέρας μου αφού κλειδαμπάρωνε την πόρτα, άνοιγε το κλουβί κι άφηνε το σπουργίτι να πετάξει ελεύθερο μες στο σφαγείο, περπατούσε πάνω στο ξύλο που έκοβαν τα κρέατα, βουτούσε το πόδι του μέσα στα αίματα, κι ο πατέρας μου το χάζευε με τις ώρες. Όμως είχε έρθει πια η σειρά του πατέρα μου ν’ αναλάβει το χασάπικο. Όλο το χωριό τους άκουσε το βράδυ που του είπε ότι δεν ήθελε να γίνει χασάπηςς παρά να φύγει ήθελε και να πάει στην πρωτεύουσα, κοντά σε κάποιον που εκπαίδευε ταχυδρομικά περιστέρια, όπως είχε διαβάσει στην εφημερίδα που κάποιος είχε αφήσει στο μαγαζί. Ο πατέρας του έγινε πυρ και μανία, άχρηστο τον ανέβαζε, χαραμοφάη τον κατέβαζε, κι η μάνα του έσφιγγε το μαντήλι της μες στα δάχτυλά της. Όμως ο πατέρας μου επέμενε κι ο πατέρας του θολωμένος απ’ τον θυμό πέταξε κάτω το κλουβί και ανοίγοντας το πορτ...

 

Η αφήγηση διακόπτεται απότομα. Κάποιος, μάλλον ο αδερφός, έχει γράψει από πάνω ροκ τραγούδια από τοπικό πειρατικό ραδιοσταθμό.


E-mail:  mfakinou@gmail.com