ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ ΜΑΡΙΑ


ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ ΜΑΡΙΑ

Βασική εκπαίδευση

1963-1969: Πρότυπο Δημοτικό Διδασκαλικής Ακαδημίας Λαμίας

1969-1975: ΙΣΤ’ Λύκειο Θηλέων Αθηνών

 

Πανεπιστημιακή εκπαίδευση

1975-1979: Βυζαντινό-Νεοελληνικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1979 αποφοίτησα με βαθμό Λίαν Καλώς.

1979-1980: Universitaet Konstanz, Γερμανία.

Σεμινάρια αρχαίας ελληνικής φιλολογίας και γλωσσολογίας.

1980-1985: Universitaet Zuerich, Ελβετία.

Μεταπτυχιακά σεμινάρια ιστορίας θρησκειών, θεολογίας, αρχαίας ελληνικής φιλολογίας.

 

Σταδιοδρομία:

Τον Φεβρουάριο του 1986 επέστρεψα στην Ελλάδα και έκτοτε εργάζομαι ως μεταφράστρια σε ελεύθερη συνεργασία με πολλούς εκδοτικούς οίκους. Η αγάπη μου για το βιβλίο και τη λογοτεχνία ειδικότερα μ’ έσπρωξε να ασχοληθώ κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν μ’ αυτό το αντικείμενο.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΜΑΡΙΑ
Επίθετο:  ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ
Εργογραφία: 

Μεταφράσεις βιβλίων  

-Π. Ζύσκιντ, Το άρωμα, εκδόσεις Ψυχογιός (και όλα τα άλλα του ίδιου συγγραφέα)

-Λουί ντε Μπερνιέρ, Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι, εκδόσεις Ψυχογιός (και όλα τα άλλα του ίδιου συγγραφέα)

-Σαλμάν Ρούσντι, Ανατολή-Δύση, εκδόσεις Ψυχογιός

-Σαλμάν Ρούσντι, Ο κόσμος κάτω από τα πόδια της, εκδόσεις Ψυχογιός

-Αρουντάτι Ρόυ, Ο θεός των μικρών πραγμάτων, εκδόσεις Ψυχογιός

-Έντσενσμπέργκερ, Το πειραχτήρι των αριθμών, εκδόσεις Ψυχογιός

-Ένστενσμπέργκερ, Εφτά ταξίδια μέσα στο χρόνο, εκδόσεις Ψυχογιός

-Πασκάλ Μερσιέ, Νυχτερινό τραίνο για τη Λισσαβώνα, εκδόσεις Ψυχογιός

-Τζούντιθ Χέρμαν, Φαντάσματα μόνο, εκδόσεις Εστία

-Στ. Τσβάιχ, Κλαρίσα, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

-Φ. Ρόθ, Απάτη, εκδόσεις Χατζηνικολή

-Τόμας Μάν, Θάνατος στη Βενετία, εκδόσεις Αναστασιάδη

-Στ. Ναντόλνυ, Η ανακάλυψη της βραδύτητηας, εκδόσεις Καστανιώτη

-Π. Χάντκε, Περί κοπώσεως, εκδόσεις Καστανιώτη

-Π. Χάντκε, Περί επιτυχημένης μέρας, εκδόσεις Καστανιώτη

-Ε.Τ.Α. Χόφμανν, Περιπέτειες της παραμονής Πρωτοχρονιάς, εκδόσεις Πατάκη

-ΣΤ. Τσβάιχ, Μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας, εκδόσεις Πατάκη

Φράνσις Χάρντινγκ, Η μαγίστρα των λέξεων, εκδόσεις Πατάκη

-Λίαν Χέρν, Η Βραχνή φωνή του ερωδιού, εκδόσεις Πατάκη

-Λίαν Χερν, Το δίχτυ του ουρανού, εκδόσεις Πατάκη

...............

-Φρ. Κάφκα, Η σωφρονιστική αποικία, εκδόσεις Κέδρος

-Π. Χάντκε, Σύντομο γράμμα για ένα μεγάλο αποχαιρετισμό, εκδόσεις Άγρα

-Ίνγκ. Μπάχμαν, Φάνυ Γκόλντμαν, εκδόσεις Άγρα

-Ίνγκ. Μπάχμαν,  Φράντσα, εκδόσεις Άγρα

-Στ. Τσβάιχ, Σκακιστική νουβέλα, εκδόσεις Άγρα

-Τα παραμύθια των Γκρίμμ, εκδόσεις Άγρα (βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας)

-Βάλτερ Μούρς, Οι δεκατρεισήμισι ζωές του Μπλέ Αρκούδου, εκδόσεις Άγρα

-Γιόζεφ Ρότ,  Ο θρύλος του Άγιου Πότη, εκδόσεις Άγρα

-Γιόζεφ Ρότ, Hotel Savoy, εκδόσεις Άγρα

-Γιόζεφ Ρότ, Εμβατήριο Ραντέτσκι, εκδόσεις Άγρα

-Γιόζεφ Ροτ, Η ομολογία ενός δολοφόνου, εκδόσεις Άγρα

-Γ. Γκάαρντερ, Ο Κόσμος της Σοφίας, εκδόσεις Λιβάνη

-Χόφφμανν, Βίος και πολιτεία του γάτου Μούρ, εκδόσεις Ερατώ

-Χόφφμανν, Περιπέτειες του σκύλου Μπεργκάντσα, εκδόσεις Ερατώ

-Μάργκαρετ Άτγουντ, Όρυξ και Κραίηκ, εκδόσεις Ωκεανίδα

-Χαρούκι Μουρακάμι, Το Νορβηγικό Δάσος, εκδόσεις Ωκεανίδα

-Ντίκενς, Χριστουγεννιάτικες ιστορίες, εκδόσεις Νάρκισσος

-Καίητ ντι Καμίλο, Το θαυμαστό ταξίδι του Έντουαρντ, εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί

-Καίητ ντι Καμίλο, Ο ελέφαντας του μάγου, εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί

-Τρέντον Λη Στιούαρτ, Η μυστηριώδης εταιρεία Μπένεντικτ, εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί

-Τρέντον Λη Στιούαρτ, Η μυστηριώδης εταιρεία Μπένεντικτ και το επικίνδυνο ταξίδι, εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί

-Νηλ  Μπέλτον, Παιχνίδι με ακονισμένα μαχαίρια, εκδόσεις Πάπυρος

-Περ Όλοφ Ένκβιστ, Το βιβλίο της Μπλανς και της Μαρί, εκδόσεις Πάπυρος

-Λούντβιχ Σαλβατόρ, Ο περίπλους του Κορινθιακού Κόλπου το 1874, Εκδόσεις του Φοίνικα

 

Μεταφράσεις για το θέατρο

-Π. Ζύσκιντ, Το κοντραμπάσο. Παίχτηκε το χειμώνα 1991-92 στο Θέατρο του Νότου, σε σκηνοθεσία Ν. Κοντούρη. Ξαναπαίχτηκε το χειμώνα 1996-97, στο Θέατρο Αιγαίου, σε σκηνοθεσία Ηλία Ασπρούδη.

-Γ. Γουέλς, Η Γερτρούδη Στάιν και η συνοδός της. Παίχτηκε το χειμώνα του 1992-93 στο Θέατρο του Νότου σε σκηνοθεσία Ν. Κοντούρη.

Ξαναπαίχτηκε από το θέατρο Εννέα και κάτι στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, στο Θέατρο Τέχνης, τον Ιανουάριο του 2005.

-Γκαίτε, Τα αδέλφια. Παίχτηκε το χειμώνα του 1994-95 στο Θέατρο του Νότου σε σκηνοθεσία Ν. Κοντούρη.

-Γκρίμμ, Παραμύθια. Παίχτηκε το χειμώνα του 1996-97, από τη Θεατρική Ομάδα Εδάφους.

 

Συγγραφή βιβλίων

-Οι άνθρωποι, που δεν έβλεπαν όνειρα (Ο μύθος της χαμένης Ατλαντίδας), εικονογράφηση Μαρίνα Μαρκολίν, εκδόσεις Πατάκη

-Οι άνθρωποι, που έκλεψαν τα γράμματα από τους θεούς (Ο μύθος του Παλαμήδη από το Άργος), εικονογράφηση Μυρτώ Δεληβοριά, εκδόσεις Πατάκη

-Οι άνθρωποι, που δεν εννοούσαν να πεθάνουν (Ο μύθος του Σίσσυφου), εικονογράφηση Μυρτώ Δεληβοριά, εκδόσεις Πατάκη

-Το τετράδιο με τις συμπτώσεις, Ένα κεφάλαιο από την αυτοβιογραφία του Ηλία Μακρή, εκδόσεις Παπαδόπουλος

-Το τετράδιο με τους ορισμούς, Ένα κεφάλαιο από την αυτοβιογραφία του Ηλία Μακρή, εκδόσεις Παπαδόπουλος

-Ελληνική Μυθολογία: Πώς ξεκίνησε ο άνθρωπος, εικονογρ. Σβετλίν, εκδ. Παπαδόπουλος

-Ελληνική Μυθολογία: Από τους θεούς στους ανθρώπους, εικονογρ. Σβετλίν, εκδ. Παπαδόπουλος

-Ελληνική Μυθολογία: Από τους ανθρώπους στους ήρωες, εικονογρ. Σβετλίν, εκδ. Παπαδόπουλος

Έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά από τις εκδόσεις Vicens Vives, Mitos Griegos

Και στα γαλλικά, Editions Pascal Jeunesse, Mythes Grecs

-Το δέντρο με τα ψέμματα, εικονογρ. Ίρις Σαμαρτζή, εκδ. Παπαδόπουλος

Σειρά: Το Βυζάντιο των θαυμάτων, βυζαντινά ιστορικά παραμύθια, εκδ. Λιβάνη-Νέα Σύνορα

-Το Βιβλίο των Αυτοκρατόρων

-Το Βιβλίο των Πειρατών

Μύρτις, οι ζωές της, εικονογρ. Γιώργος Δημητρίου, εκδ. Παπαδόπουλος. Ιστορικό παραμύθι. Έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, στα γερμανικά, στα γαλλικά και στα μαυροβουνιακά, εκδ. Παρισιάνου.

Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα, αρχαιοελληνικά ιστορικά παραμύθια, εικονογρ. Φωτεινή Στεφανίδη, εκδ. Αερόστατο

Ιστορίες που τις είπε ο Πόλεμος, αρχαιοελληνικά ιστορικά παραμύθια, εικονογρ. Ίρις Σαμαρτζή, εκδ. Μεταίχμιο

Ιστορίες που τις είπε η Θάλασσα, αρχαιοελληνικά ιστορικά παραμύθια, εικονογρ. Ίρις Σαμαρτζή, εκδ. Μεταίχμιο

Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος, αρχαιοελληνικά ιστορικά παραμύθια, εικονογρ. Ίρις Σαμαρτζή, εκδ. Μεταίχμιο

Ιστορίες που τις είπε η Αγορά, αρχαιοελληνικά ιστορικά παραμύθια, εικονογρ. Ίρις Σαμαρτζή, εκδ. Μεταίχμιο

Η τρίτη μάγισσα, παραμύθι-καληνύχτα, εικονογρ. Κατερίνα Βερούτσου, εκδ. Μεταίχμιο.

Οδύσσεια, η Πολυμήχανη Ιστορία, εικονογρ. Ίρις Σαμαρτζή, εκδ. Βιβλιόφωνο

 

Βιβλία της που έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες

Μυθολογία ΑΒΓ, ισπανικά, γαλλικά

Δον Κιχώτης,, ισπανικά γαλλικά, κορεάτικα

Μυνχάουζεν, ισπανικά γαλλικά, κορεάτικα

Ο Μάγος του Οζ, κορεάτικα

Πρίγκηπας και Φτωχός, κορεάτικα

Μύρτις, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, μαυροβουνιακά


Διεύθυνση: 

Ανθέων 2 &Αγ. Κωνσταντίνου 190 15 Νέα Παλάτια ΩΡΩΠΟΣ


Έτος γέννησης:  1957
Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  Μύρτις: οι ζωές της
Κείμενο αποσπάσματος: 

Ένα κορίτσι σαν όλα τ’ άλλα. Τι βλέπει;              

 Το πιο σημαντικό στην κάθε ιστορία είναι η αρχή της. Γιατί έτσι γίνονται όλα: από την αρχή! Ακόμα κι ο κόσμος από την αρχή άρχισε κι από τότε αρχίζει και ξαναρχίζει κάθε μέρα. Τα πρώτα λόγια μετράνε. Η πρώτη ματιά….. Η πρώτη γουλιά, όταν διψάς, η πρώτη μπουκιά όταν ζαλίζεσαι από την πείνα. Τα πρώτα λόγια που ακούς, όταν στρώνεσαι στα πόδια του παραμυθά. Γι’ αυτό κι ο Όμηρος, ο μεγαλύτερος απ’ όλους τους παραμυθάδες, τις Μούσες παρακαλάει να του κάνουν την αρχή. Κι αυτές του βρίσκουν τα λόγια τα σωστά και μαγεύει όλους όσοι τον ακούνε. Ακόμα κι ο Ησίοδος, που των θεών τις αρχές τραγουδάει, σωστά και τακτικά τα λέει τα πράγματα: από την αρχή αρχίζει - γιατί από ‘κεί αρχίζουν όλα.

         Η ιστορία μας λοιπόν αρχίζει μ’ ένα κορίτσι σαν όλα τ’ άλλα. Ένα κορίτσι μάλλον αδύνατο, μάλλον κοντούλι για τα έντεκά του χρόνια, με μαλλιά μακριά, που τα μαζεύει κοτσίδα, για να μην του πέφτουν στα μάτια. Ένα κορίτσι εντελώς συνηθισμένο: παίζει, τρέχει, τεμπελιάζει, μαθαίνει, σκέφτεται, ακούει, βλέπει και φαντάζεται, όπως όλα τα κορίτσια - κι όλα τ’ αγόρια, εδώ που τα λέμε- από την αρχή του κόσμου μέχρι τώρα. Τότε γιατί να πούμε την ιστορία του;

         Γιατί αυτά που βλέπει είναι ΠΟΛΥ ξεχωριστά. Αυτά που ακούει ΤΟ ΙΔΙΟ. Όσο γι’ αυτά που φαντάζεται… αυτά είναι, πώς να τα πω; Απίστευτα τελείως! Το κορίτσι αυτό το λένε Μύρτιδα - και πολύ χαίρεται που έχει όνομα τέτοιο, κι αγορίστικο και κοριτσίστικο δηλαδή. Επειδή και τα παιχνίδια που της αρέσουν, τα περισσότερα αγορίστικα είναι. Δεν παίζει με κούκλες και λαγηνάκια η Μύρτις. Δεν θα ‘χει πολλά να χαρίσει στη Θεά, όταν θα ‘ρθει η ώρα της να παντρευτεί.

         Τι βλέπει, όμως, η Μύρτις; Και τι ακούει; Τι φαντάζεται; Τώρα που έγινε η αρχή, αυτά θα τα πάρουμε με τη σειρά. Αυτό που βλέπει είναι… εκρήξεις. Ω, ναι. Αλλά μη φανταστείτε τίποτα εκρήξεις τρομαχτικές, με σκόνη και πέτρες να τινάζονται ψηλά και να ξαναπέφτουν βροχή στο χώμα και ζημιές και καταστροφές και τέτοια. Όχι. Οι εκρήξεις που ζούσε η Αθήνα τα χρόνια εκείνα ήταν αλλιώτικες. Ήταν εκρήξεις από  λόγια, από πλούτη, από ιδέες. Εκρήξεις από νίκες κι από καράβια κι από τείχη. Εκρήξεις από δρόμους κι από ναούς κι από αγάλματα. Εκρήξεις από χρώματα κι από φως κι από μάρμαρο, που άλλαζαν την όψη της πόλης και τη ζωή των ανθρώπων της. Γιατί στην πόλη της Αθήνας τα χρόνια εκείνα όλα άρχισαν ν’ αλλάζουν και να μεταμορφώνονται με πρωτόγνωρη γρηγοράδα: κι οι Αθηναίοι βάλθηκαν να νικούν και να πλουτίζουν, να χτίζουν και να σκέφτονται, να βλέπουν και να μιλούν… τρέχοντας. Αυτές οι εκρήξεις, λοιπόν, της ομορφιάς και της τάξης, των  ωραίων σκέψεων και των ωραίων αγαλμάτων, ήταν κάτι ...καθημερινό. Ξύπναγες το πρωί, έβγαινες έξω, ρουφούσες τον αέρα που μύριζε πεύκο και θυμάρι, κοίταζες δεξιά, εντάξει όλα στη θέση τους, κοίταζες αριστερά ...στους κήπους δίπλα στον Ιλισσό, να ένα ιερό καινούργιο, της Αφροδίτης, όλο μάρμαρο σκαλιστό. Ή πήγαινες λίγο παρακάτω, καινούργιο κομμάτι του δρόμου στρωμένο με πλάκες, από το τέρμα του Δρόμου των Παναθηναίων ως τα Προπύλαια! Κι αν έκανες ν’ ανηφορίσεις ως την Ακρόπολη, ε εκεί κάθε μέρα είχε και κάτι καινούργιο να δεις και να μείνεις με το στόμα ανοιχτό. Ο Παρθενώνας, ας πούμε, ο καινούργιος, ο θαυμαστός, ο μεγαλόπρεπος ναός της Αθηνάς, κοντεύει να τελειώσει. Όσο για το άγαλμα, αυτό είναι κιόλας στη θέση του, το τέλειωσε ο Φειδίας τη χρονιά ακριβώς που γεννήθηκε η Μύρτιδα - είναι δηλαδή μια ηλικία η Μύρτις με την Αθηνά Παλλάδα, με τη Χρυσή Θεά της Αθήνας! Ωραία.

         Γιατί εδώ πρέπει να το πούμε: η πόλη της Αθήνας είχε αρχίσει να μεγαλώνει και να ομορφαίνει και να απλώνεται κάμποσα χρόνια πριν γεννηθεί η Μύρτις. Από τότε που τέλειωσε ο Μεγάλος Πόλεμος με τους Πέρσες… Από τότε που έπαψε να στριμώχνεται σαν τις άλλες πόλεις της Ελλάδας σ’ όση γη είχε δική της. Από τότε που βγήκε στους ανοιχτούς ορίζοντες της θάλασσας. Γιατί άλλο να ‘χεις πέντε, δέκα, εκατό χωράφια, πέντε, δέκα βουνά, πέντε, δέκα ποτάμια και να ξέρεις οτι αυτά είναι όλα κι όλα…. Κι άλλο να ‘χεις πέλαγα, που δεν τελειώνουν! Να κι άλλα νησιά, κι άλλα ακόμα πιο πέρα… Να πέλαγα απέραντα, να λιμάνια καινούργια να στείλουν τα καράβια τους οι Αθηναίοι, να θάλασσες μακρινές, που τους περίμεναν. Γιατί το χώμα έχει μέτρο και όρια. Το κύμα, όμως, όχι.

         Κι ενώ ως τα χρόνια εκείνα τα παλιά, που ήρθαν οι Πέρσες να πάρουν την Ελλάδα, το λιμάνι της Αθήνας ήταν ένα και μικρό, το Φάληρο, μόλις οι Αθηναίοι κατάλαβαν πόσο δυνατότεροι θα ‘ταν στη θάλασσα, έστησαν ευθύς καινούργιο λιμάνι στον Πειραιά, κι ας τους έπεφτε πιο μακριά, κι ας περνούσε ο δρόμος μέσα από βάλτους και βούλιαζαν τα κάρα κι όλο έπρεπε να τον φτιάχνουν· το πήραν απόφαση, για να χωράει το λιμάνι τους περισσότερα καράβια! Λιμάνι πολεμικό κι εμπορικό μαζί. Μεγάλο. Λιμάνι για τα πλούτη και τη δόξα τους. Τον Πειραιά τον έχτισαν γρήγορα κι αυτόν- σαν έκρηξη, εκεί που δεν υπήρχε τίποτα. Μα έτσι όπως φτιάχτηκε από την αρχή, έχει τους δρόμους του ολόισιους· ενώ η Αθήνα, που είναι πόλη πανάρχαιη και πρωτοχτίστηκε όταν οι άνθρωποι δεν νοιάζονταν ακόμα να τραβάνε ευθείες γραμμές…, έχει δρόμους σωστό κουβάρι.

         Έχουν σηκωθεί όρθιοι οι Αθηναίοι αυτά τα χρόνια. Έχουν σηκωθεί όρθιοι και στέκονται, όπως όρθιος στέκεται ο καπετάνιος στη πλώρη του καραβιού και ψάχνει με τα μάτια τα πέρατα του κόσμου. Όπως όρθια έχει σηκωθεί κι η Θεά τους, η Αθηνά τους, που άφησε το θρόνο της και πήρε τα όπλα στα χέρια, έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο. Έτσι την έφτιαξε ο Φειδίας, έτσι την αγαπούν και τη θαυμάζουν άντρες και γυναίκες της πόλης. Αθηνά Νίκη….

         Κι οι εκρήξεις που βλέπει η Μύρτις δεν είναι μόνο από μάρμαρο πεντελικό και χρυσάφι και πέτρα πειραιώτικη κι ασήμι του Λαυρίου. Είναι κι άλλες, πολλές και διάφορες. Από χρώματα, ας πούμε, που της Μύρτιδας της αρέσουν πολύ. Όχι μόνο στ’ αγάλματα, που οι ζωγράφοι τα ζωγραφίζουν με μάτια καστανά και πράσινα και γκρίζα και γαλάζια, με χείλια κερασένια, με μάγουλα ρόδινα και μαλλιά ξανθά ως τη μέση, να μοιάζουν ολοζώντανα. Αλλά και στους πάγκους της Αγοράς, όπου τα χρώματα είναι πιο τακτοποιημένα - εκεί της αρέσουν ακόμα περισσότερο. Στην Αγορά οι πάγκοι των κανατάδων είναι μαύροι και κόκκινοι κι οι ζωγραφιές πάνω στις στάμνες και στα λαγήνια λένε ιστορίες ολόκληρες. Οι πάγκοι των χωρικών από τις Αχαρνές και τα Μεσόγεια έχουν όλα τα χρώματα, αλλά όχι μπερδεμένα - ξεχωριστά το καθένα: είναι σαν θησαυροί οι μικροί σωροί με το σουσάμι, τα καρύδια, τα πράσα, τις φακές, τα κουκιά, τα σύκα. Τι χρώμα μαγικό έχει το μέλι, τι χρώμα δυνατό έχει το κρασί, και τι βαρύ που είναι το χρώμα του λαδιού! Κι εκείνο το ασημένιο των ψαριών στους πάγκους των ψαράδων, που αρχίζει από το μαύρο και σαν να κολυμπάει, σαν να σκίζει το φως του ήλιου και τη σκιά και το σκοτάδι, βουτάει μέχρι το πιο λαμπρό άσπρο, ένα ασημένιο σπαρταριστό κι ολοζώντανο...

         Αυτά βλέπει η Μύρτις. Εμείς τι βλέπουμε; Ένα κορίτσι με πόδια λιγνά και πεταχτά γόνατα, γόνατα που τα καταφέρνουν στο τρέξιμο. Μαλλιά καστανοκόκκινα, που θα τα ‘θελε ξανθά. Καστανόξανθα έστω. Ατυχία. Ματάκια μικρά αλλά σβέλτα, αχόρταγα. Δεν είναι όμορφη-όμορφη, μα αυτό δεν τη νοιάζει. Στο κάτω-κάτω η Σελινώ, η γριά παραμάνα της Μίκας που είναι από τα βουνά της Λακωνίας, της το ‘χει πει: άμα θέλει, θα την πάει του χρόνου νύχτα στην πηγή την Καλλιρόη και θα της φορέσει τα χαϊμαλιά και θα της πει τα ξόρκια της ομορφιάς, που στη Λακωνία τα ξέρουν καλά. Και τότε θα λεπτύνουν οι αστράγαλοι και τα γόνατά της, θα μεγαλώσουν τα μάτια της, θα ισιώσει η μύτη της, θα ξανθύνουν τα μαλλιά της, θα γίνει η Ωραία Μύρτις! Βέβαια, άμα τα κάνει όλα αυτά είπε η Σελινώ, δεν θα μπορεί πια να τρέχει τόσο γρήγορα, τέρμα οι καβαλαρίες και τo κρυφτό, τέρμα το παιχνίδι στο δρόμο. Γι’ αυτό κι η Μύρτις το χασομεράει. Κι από φέτος αν ήθελε, η Σελινώ την πήγαινε στην Καλλιρόη. Ε, θα το τραβήξει όσο παίρνει, γιατί δεν θέλει να χάσει τις τρεχάλες και τα παιχνίδια. Έχει καιρό μέχρι να παντρευτεί. Τουλάχιστον δυο χρόνια.

         Η Μύρτις, τέλος, δεν είναι αγόρι - κι αυτό τη νοιάζει. Γιατί το ‘χει σκεφτεί πολύ και πια το ξέρει με σιγουριά: τ’ αγόρια περνάνε καλύτερα!  Παίζουν καλύτερα παιχνίδια, μαθαίνουν περισσότερα, διαλέγουν όποια δουλειά τους αρέσει, πάνε σ’ ένα σωρό μέρη, γνωρίζουν ένα σωρό ανθρώπους, βλέπουν ένα σωρό πράγματα. Ενώ τα κορίτσια… μόνο παντρεύονται. Εντάξει. Όσο ωραία κι αν είναι η τελετή του γάμου, όσο ωραία τραγούδια-ρούχα-στολίδια κι αν έχει, δεν μπορεί να παραβγεί με τα ταξίδια των εμπόρων και τις μάχες των στρατηγών και τα λόγια των ρητόρων… Ούτε καν με τ’ αγάλματα και τους ναούς του Φειδία, εδώ που τα λέμε, δεν μπορεί να παραβγεί ένας γάμος. Τελεία και παύλα. Η πόλη αυτή η χρυσή, δεν είναι και τόσο χρυσή για τα κορίτσια. Ούτε για τις γυναίκες. Εκτός κι αν τις λένε Ασπασία κι έχουν άντρα τον Περικλή. Γιατί ο Περικλής, που είναι ο πρώτος ανάμεσα στους πολίτες της Αθήνας, δεν φοβάται κανέναν και θέλει ν’ ακούει τη γνώμη της γυναίκας του για όλα.

 Ιστορίες και ιστορίες. Τι ακούει;

Το πιο σημαντικό στην κάθε ιστορία είναι η αρχή της. Το πρωί της μέρας. Τα παιδικά χρόνια. Πώς γεννήθηκε ο Δίας; (μεσάνυχτα, σε σπηλιά βαθιά, κρυμμένος για να μην τον φάει ο πατέρας του) Πώς ο Ερμής; (πρωί-πρωί, όλο γέλια και χαρά, κι ως το μεσημέρι σκάρωσε κιθάρα κι έπαιξε, ως το βράδυ έκλεψε τα βόδια του μεγάλου του αδερφού, του Απόλλωνα) Πώς η Αθηνά; (μέσα από το κεφάλι του πατέρα της, πάνοπλη!) Πώς γεννήθηκε ο κόσμος; Πολλές και διαφορετικές απαντήσεις, πολλές και διαφορετικές ιστορίες. Πώς γεννήθηκε η Μύρτις; Κι εδώ υπάρχει ιστορία, κι εδώ υπάρχει απορία, όσο κι αν δεν το περιμένει κανείς από ένα κοριτσάκι συνηθισμένο, ίδιο με όλα τ’ άλλα: γιατί έτσι καστανοκόκκινα που είναι τα μαλλιά της, συχνά-πυκνά ο κόσμος την περνάει για δούλη από τη Θράκη, ενώ η Μύρτις δεν ξέρει καν πού είναι η Θράκη! Ούτε κι έχει πατήσει ποτέ το πόδι της έξω από την Αθήνα, μια φορά μόνο πήγαν όλοι μαζί στον Πειραιά, τότε που γύριζε η τριήρης η “Σαλαμίς” από τη Δήλο και περίμεναν να ‘ρθει μαζί κι ο πατέρας της. Αλλά δεν είναι μόνο οι ξένοι, που την περνάνε για ξένη… Όχι. Όταν τυχαίνει και γυρνάει σπίτι χτυπημένη, με ματωμένα γόνατα ή γρατζουνισμένο σαγόνι, όταν φέρνει το ρούχο της σκισμένο ή βρώμικο, όταν καβαλάει το φράχτη του πίσω κήπου ή σκαρφαλώνει στη συκιά, όταν ανεβαίνει πάνω στις σκεπές των γειτόνων ψάχνοντας χελιδονοφωλιές, η μάνα της η ίδια δεν της το φωνάζει νευριασμένη πως είναι αγοροκόριτσο;… Κι εκείνη τη φορά που έπεσε άσχημα και γύρισε σπίτι με το δόντι της το μπροστινό σπασμένο (λιγάκι, στην ακρούλα, καλά-καλά δεν το ‘βλεπες δηλαδή πως είχε σπάσει!) η μάνα της αγρίεψε για τα καλά. Και την κατσάδιασε θυμωμένη, πως δεν είναι, δεν μπορεί να ‘ναι δική της θυγατέρα, πως κάποια από τη Σπάρτη ήρθε τάχα και την πέταξε στο κατώφλι τους κι από ‘κείνα τα μέρη έχει πάρει αυτά τα πόδια τα λιγνά, τα γόνατα τ’ αγορίστικα...

         Ποια είναι, λοιπόν, η Μύρτις στ’ αλήθεια; Ένα κοριτσάκι που πιάνει χρυσόμυγες και τις δένει με κλωστή και τις ζουζουνίζει γύρω-γύρω. Ένα κοριτσάκι που κερδίζει στα πεντόβολα. Ένα κοριτσάκι που ξέρει οτι οι λέξεις είναι ζωντανές σαν ζωάκια, σαν τη νυφίτσα που έχουν στο σπίτι της Μίκας να κυνηγάει τα ποντίκια τους, σαν το σκυλί του Κλείτου το κυνηγιάρικο, που είναι μικρό ακόμα και πιο πολύ να παίζει θέλει παρά να κυνηγάει. Ένα κοριτσάκι που δένει τα μαλλιά της πάντα κοτσίδα, για να μην της πέφτουν στα μάτια. Επειδή θέλει να βλέπει -και ν’ ακούει καλά. Γι’ αυτό τα δένει και όταν παίζει - και όταν ακούει ιστορίες. Αυτό είναι που της αρέσει περισσότερο από κάθε τι άλλο: οι ιστορίες. Ιστορίες με κάθε τρόπο. Ιστορίες κάθε στιγμή. Ιστορίες μικρές και μεγάλες. Αστείες και λυπητερές. Αληθινές και ψεύτικες. Της αρέσουν όλες, μα όλες οι ιστορίες. Και τεντώνει τ’ αυτάκια της, ανοίγει τα μάτια της καλά-καλά, να μην της ξεφύγει λέξη.

         Φταίει κι η φωνή της Σελινώς, που είναι γέρικη και βραχνή και κουρασμένη… Πρέπει κανείς να ‘χει το νου του και τα μάτια του δεκατέσσερα, μην του ξεφύγει το παραμικρό - και της Μύρτιδας δεν της ξεφεύγει ούτε ιώτα. Απ’ έξω κοντεύει να τις μάθει πια αυτές τις ιστορίες για τις μάχες και τα κατορθώματα των Αχαιών στον Τρωικό Πόλεμο. Αφού ώρες-ώρες νομίζει πως είναι εκεί κι η ίδια, πως το νερό που ακούει δεν είναι του Ηριδανού αλλά του Σκάμανδρου ποταμού, που έκοβε στα δυο την πεδιάδα έξω από τα τείχη της Τροίας! Και τους έχει δει όλους από κοντά - και πριν και μετά τη φωτιά της μάχης: όλους τους ήρωες κι από τις δυο μεριές του πολέμου τους ξέρει, όπως ξέρει και τους φίλους της. Χίλιες φορές προτιμάει βέβαια τις ιστορίες του Οδυσσέα, που γύρισε τον κόσμο βόλτα μετά τον πόλεμο κι άργησε πολύ να φτάσει σπίτι του… Τι δεν είδε αυτός ο παμπόνηρος! Θεούς και μάγισσες και κύκλωπες και τέρατα, ακόμα και στο βασίλειο των πεθαμένων κατέβηκε κι ύστερα ανέβηκε πάλι πάνω στον κόσμο των ζωντανών. Ενώ οι ήρωες οι καημένοι, ο Αχιλλέας και ο Έκτορας ας πούμε, τι είδαν; Πόλεμο και μόνο πόλεμο. Κι ο πόλεμος, όσο ηρωϊκός κι αν ακούγεται στις ιστορίες, στην αλήθεια είναι μόνο βρωμιά κι αρρώστεια και στεναχώρια. Αυτό η  Μύρτις το ξέρει.

         Ιστορίες ατελείωτες ξέρει και τους λέει η Σελινώ: για το κεφάλι της Γοργόνας και για τον βασιλιά εκείνο που ο τι έπιανε γινότανε χρυσάφι, για το πώς τιμωρούν οι θεοί την περιέργεια (και καμιά φορά και την ομορφιά… και την εξυπνάδα την πολλή…), για τις γυναίκες με το ένα στήθος, που πολεμούν σαν άντρες, για τον Άτλαντα που βαστάει στους ώμους του τον κόσμον ολόκληρο μαζί με τις ιστορίες του (αληθινές και ψεύτικες), για παιδιά που έγιναν δέντρα και για παιδιά που έγιναν άστρα, για τον κένταυρο που ήξερε τα χόρτα του βουνού ένα-ένα με τ’ όνομά τους, για ένα δράκο κακό κι αχόρταγο που έμενε κλειδωμένος στα θεμέλια του Πολύχρωμου Παλατιού της Κρήτης κι έτρωγε συνέχεια αγόρια και κορίτσια απ’ την Αθήνα, για τους χορούς που στήνουν τις νύχτες στα δάση νύμφες και νεράιδες, για τα δέντρα  στην άκρη του κόσμου, στο μέρος απ’ όπου σηκώνεται ο Ήλιος, και για τα χρυσά μήλα που κρέμονται στα κλαριά τους.

         Ω, σταματημό δεν έχει η Σελινώ, όταν αρχίζει να λέει. Τόσο που η Μύρτις το πιστεύει πια πως όλους αυτούς τους ήρωες και τους θεούς και τους ημίθεους, τους έχει συναντήσει η γριά και τους έχει μιλήσει από κοντά. Φίλοι της είναι και τους ξέρει! Όλες τις ιστορίες τις αγαπάει η Μύρτις - αφού όλες τις ιστορίες τις αγαπάει κι η Σελινώ, όταν τις λέει. Ακόμα και την Έμπουσα και τη Λάμια και τη Μορμώ, που αρπάζουν και τρώνε τα άτακτα παιδιά, ακόμα κι αυτά τα τέρατα η Σελινώ τα ‘χει στο μανίκι της· κι όταν τα βγάζει, για να φοβερίσει κανέναν ανυπάκουο, σαν να τα χαϊδεύει πρώτα τα κακάσχημα κεφάλια τους, σαν να τους μαζεύει λιγουλάκι τ’ αχτένιστα φιδίσια μαλλιά τους -να μην τα δουν τα παιδιά της ασυγύριστα και παρατρομάξουν.

         Όλες τις αγαπάει η Μύρτις, μα μία την έχει καρφιτσούλα αστραφτερή στην καρδιά της: την ιστορία του Ιάσονα ολόκληρη, από την αρχή ως το τέλος, με το χρυσόμαλλο κριάρι και τα αφρισμένα κύματα, με το ταξίδι το μακρινό και με τους πολεμιστές που ξεφύτρωσαν μέσα από τα χώματα και τις πέτρες, με όλα τα θαύματα… Γιατί σ’ εκείνη την ιστορία είναι μαζί με τους Αργοναύτες και μια Αργοναύτισσα. Μια ηρωίδα που την έλεγαν Αταλάντη… Τόσο της αρέσει αυτή η ιστορία της Μύρτιδας, που όταν την ξαναλέει από μέσα της, για να την ευχαριστηθεί καλύτερα, τη διορθώνει μια σταλίτσα, όπου χρειάζεται…. Γιατί η Σελινώ είναι γριά, το είπαμε, και ξεχνάει… Μπορεί να της ξεφεύγει και κανένα λαθάκι καμιά φορά… Μπορεί την Αργοναύτισσα, ας πούμε, να μη τη λένε Αταλάντη… Να τη λένε Μύρτιδα… Ή πάλι να μην είναι μόνο μία. Γιατί να μην είναι δύο, δηλαδή; Δεν χωράνε σ’ ολόκληρο καράβι δυο κοπέλες; Ατρόμητες;

         Έτσι τις πάει και τις φέρνει γύρους μέσα στο μυαλό της η Μύρτις τις ιστορίες. Όλες, όμως! Μπαινοβγαίνει στις ιστορίες της Σελινώς, όπως μπαινοβγαίνει στα δρομάκια της Αγοράς. Όπως μπαινοβγαίνει στις ιστορίες που ζωγραφίζουν τα μάρμαρα. Στις ιστορίες που φέρνουν τα καράβια στον Πειραιά. Στις ιστορίες που λένε οι χωρικοί, οι στριμωγμένοι μέσα στην πόλη, τώρα που έξω από τα τείχη είναι μαζεμένοι οι Σπαρτιάτες με τους συμμάχους τους. Ο πόλεμος.

Τι ζει; Τις ιστορίες του Πολέμου. Τι φαντάζεται; Τις ζωές της μετά.

 Το πιο σημαντικό σε κάθε ιστορία είναι η αρχή της. Ή μήπως όχι; Εντάξει, πολλές ιστορίες βούλιαξαν στον Κάτω Κόσμο των Ιστοριών, επειδή δεν άρχισαν καλά. Επειδή δεν βρήκαν τα σωστά πρώτα λόγια. Μα κι ένα σωρό άλλες ταξίδεψαν στον ίδιο σκοτεινό και μαύρο τόπο, επειδή δεν βρήκαν τρόπο να συμμαζέψουν όσα είχαν απλώσει. Επειδή δεν προχώρησαν κατά ‘κεί που έπρεπε. Επειδή τράβηξαν λάθος δρόμο και βρέθηκαν σε ερήμους, σε γκρεμούς, σε ρουμάνια πυκνά, σε μέρη με άγρια θηρία ή με θεούς θυμωμένους.

         Άσε που μερικές κακοφορμίζουν και φαλτσάρουν εκεί που δεν το περιμένεις. Όπως η ιστορία της Αθήνας, που τη στιγμή ακριβώς της μεγαλύτερης δόξας της, τη στιγμή που είχε σηκωθεί όρθια και κουμαντάριζε νησιά και πόλεις σ’ όλη την θάλασσα, ε, εκείνη τη στιγμή βρέθηκε ο πόλεμος στο δρόμο της και τη γονάτισε. Γιατί και τέτοιες ιστορίες ακούει η Μύρτις. Ή μάλλον… για να πούμε την αλήθεια… τέτοιες ιστορίες ζει. Δυο χρόνια έχουν τώρα οι Αθηναίοι που είναι στριμωγμένοι μέσα στα τείχη τους, επειδή έξω τους φωνάζει ο Πόλεμος, τους τραβάει από το μανίκι και δεν τους αφήνει να ησυχάσουν.

         Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά. Δεν είναι ο πρώτος πόλεμος - και σίγουρα δεν είναι ο τελευταίος. Αλλά είναι ένας πόλεμος εδώ και τώρα.     Ένας πόλεμος στην αρχή του κι όχι στο τέλος του - κι οι αρχές, ακόμα και των πολέμων, έχουν έναν ενθουσιασμό, μια δύναμη, ένα κάτι που σε κάνει να το ξεχνάς πως θα ‘χουν και τέλος! Είναι ο πόλεμος ανάμεσα στις δυο μεγαλύτερες και σπουδαιότερες πόλεις της Ελλάδας. Δεν υπάρχει άντρας, γυναίκα, παιδί, που να μη μιλάει για τον πόλεμο. Είναι η κουβέντα σ’ όλα τα στόματα. Έλα, όμως, που ακόμα κι αυτόν τον πόλεμο, που γίνεται γύρω τους, που τον βλέπουν με τα μάτια τους, που τον πολεμούν με τα κορμιά τους, οι άνθρωποι τον λένε και τον διηγιούνται ο καθένας όπως θέλει - ή όπως μπορεί.

         Ακούει η Μύρτις ένα σωρό ιστορίες του πολέμου· κι απορεί… Γιατί άλλοι τον φοβούνται και δεν τον θέλουν και βάζουν τα δυνατά τους να τον διώξουν τον πόλεμο… κι άλλοι πάλι τον καλωσορίζουν σίγουροι πως θα τους βγει σε καλό! Πως η πόλη θα νικήσει! Είπαν, μάλιστα, πως βρέθηκε κι ένας αποφασισμένος να τη γράψει την ιστορία αυτού του πολέμου, όπως ακριβώς ξετυλίγεται - την αλήθεια ολόκληρη και μόνο την αλήθεια θα ‘χει μέσα η ιστορία του, λέει… Και μεγάλη περιέργεια έχει η Μύρτις, γιατί αυτή την ιστορία, που θα ‘χει μέσα την αλήθεια όλη και λεξούλα παραπανίσια καμιά, πολύ θα ήθελε να την ακούσει.

         Στην Αγορά δεν είναι λίγοι αυτοί που φωνάζουν πως θα ‘ναι ο πόλεμος ετούτος χειρότερος από τους προηγούμενους· επειδή έγιναν σεισμοί πολλοί και μαζεμένοι, σημάδι φοβερό και τρομερό! Έγινε σεισμός ακόμα και στη Δήλο, στο νησί που δεν είχε ξανακουνηθεί ποτέ… Τους σεισμούς η Μύρτις δεν τους ένοιωσε. Αλλά μια μέρα, πέρυσι το καλοκαίρι, μόλις είχε αρχίσει ο πόλεμος, έτυχε και σκοτείνιασε ο ήλιος μέσα στο καταμεσήμερο - κι αυτό το είδε με τα μάτια της! Μαύρισε ο τόπος και σώπασε απότομα, ο ήλιος έγινε σαν μισοφέγγαρο, σαν νυχάκι άσπρο στο σκοτάδι. Και στον ουρανό φάνηκαν μια χούφτα άστρα, έξι, εφτά μέτρησε η Μύρτις· και σ’ όποιον την ακούει, τα λέει ένα-ένα με τα ονόματά τους: ήταν η Κυψέλη, η Αψίδα, η Αργώ, η Μαία, η Μερόπη κι η Πλειόνη. Το έβδομο, παραδέχεται, δεν το είδε καθαρά και δεν το γνώρισε.

         Μα της αρέσει η ιστορία με τ’ άστρα. Τη λέει και την ξαναλέει. Άμα έχει όρεξη, τη στολίζει κιόλας: πώς έγινε κι ανέβηκε κι η ίδια ίσαμε εκεί ψηλά, για να δει καλύτερα τον ήλιο τον σβησμένο και τ’ άστρα πιο πέρα… πώς κράτησε ώρες πολλές το ταξίδι της μέχρι τον ουρανό και πάλι πίσω… και ποιους συνάντησε και τι της είπαν και τι τους είπε…  Μια ιστορία σαν του Ίκαρου. Περίπου. Ωραία πράγματα. Είναι να μην της αρέσουν; Εντάξει, το ξέρει πως δεν έγινε ακριβώς έτσι η δουλειά. Μα τη στιγμή που τη ζώνει η αμφιβολία, αμέσως φέρνει τα ονόματα των άστρων στο μυαλό της και όλα ξεκαθαρίζουν: γιατί μια ιστορία με τόσο ωραία ονόματα, δεν μπορεί παρά να είναι αληθινή.  

Οι ιστορίες του γάμου. Ο γάμος ο αληθινός πρώτα. Ο γάμος της αγάπης ύστερα.

 Το πιο σημαντικό σε κάθε ιστορία είναι η αρχή της. Αλλά είναι έτσι στ’ αλήθεια; Γιατί ας πούμε στην ιστορία του Ηρακλή, εντάξει, πολύ σπουδαίος είναι ο τρόπος που αρχίζει, που γεννιέται και σκοτώνει στη μωρουδίστικη την κούνια του δυο φίδια! Αλλά ακόμα πιο σπουδαίος είναι ο τρόπος που συνεχίζει, όλα τα κατορθώματα που κάνει, δώδεκα τον αριθμό, το ένα μετά το άλλο χωρίς να πάρει ανάσα. Ή στην ιστορία του Οδυσσέα… Εκεί μόνο όσα γίνονται στη μέση μετράνε. Δεν μας λέει ο παραμυθάς πολλά ούτε για το πώς γεννήθηκε ο ήρωας ούτε για το πώς πέθανε. Μάλλον δεν τον νοιάζουν αυτά. Τον νοιάζει, όμως και τον παρανοιάζει τι έκανε στο ανάμεσα: το πώς έκανε τον τρελό για να γλυτώσει τον πόλεμο, το πώς σκάρωσε ένα ξύλινο άλογο ψεύτικο θεόρατο για να πάρουν οι Έλληνες την Τροία, το πώς καβάλησε τα κύματα και ξέφυγε από χίλιους κινδύνους και ερωτεύτηκε θεές και μάγισσες, πριν γυρίσει σπίτι του.

         Αφού ώρες-ώρες η Μύρτις αναρωτιέται μήπως η αρχή είναι για τους θεούς, το τέλος για τους ήρωες και η μέση μόνο για μας τους ανθρώπους…. Τέλος πάντων… η μέση της λείπει και για μιαν άλλη ιστορία, που πολύ τη συλλογιέται: για την ιστορία του γάμου της.

 Ω, ξέρει καλά η Μύρτις τί θα γίνει στην αρχή! Τα ‘χει δει να γίνονται και τα ‘χει σκεφτεί ξανά και ξανά. Φέτος μόνο πήγε και τα είδε δυο φορές από κοντά όλα, τα πρόσεξε. Εντάξει, δεν ξέρει τι κάνουνε μετά, πίσω από την κλειστή την πόρτα. Αλλά πόσο δύσκολο μπορεί να είναι; Τί δύσκολο μπορεί να κάνει κανείς μέσα σ’ ένα σπίτι; Είναι σίγουρη πως τα πιο σημαντικά, τα πιο σπουδαία γίνονται έξω, στο δρόμο, εκεί που είναι μαζεμένος όλος ο κόσμος και κοιτάει.  

         Στην αρχή, λοιπόν, θα κάνει κρύο. Βέβαια, χειμώνας καιρός. Χειμώνα γίνονται όλοι οι γάμοι, το Μήνα των Γάμων. Αλλά τη μέρα  του δικού της του γάμου θα ‘χει και ήλιο. Θα ‘ναι από τις μέρες που ο αέρας τρίζει. Θα σηκωθεί μόλις χαράξει, γιατί είναι η ώρα η καλύτερη: η ώρα που τα πουλάκια στα πλατάνια της αγοράς έχουν ξυπνήσει, αλλά δεν έχουν σκορπίσει ακόμα, δεν έχουν φύγει πετώντας άλλα από ‘δώ κι άλλα από ‘κεί. Η Καλλιστώ πέρυσι άργησε να ξυπνήσει τη μέρα τη μεγάλη και δεν πρόλαβε να παραδώσει τα παιχνίδια της στη Θεά! Τα ‘τρεξε η δούλα τους και τ’ άφησε σ’ ένα βωμό εδώ παρακάτω. Τα μισά τα είχαν αρπάξει διαβάτες και περαστικοί, πριν βγει ο ήλιος. Η Μύρτις δεν έχει πολλά να δώσει στην Άρτεμι. Ξέρει ποιες θα ‘ναι οι φιλενάδες που θα της φέρουν το νερό από την Καλλιρόη να λουστεί, ξέρει πώς θα ντυθεί, τι θα φορέσει, πώς θα ‘ναι στολισμένο το σπίτι με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Ξέρει οτι θα ‘χει στεφάνι στα μαλλιά. Ακόμα και το σουσάμι, που θα κεράσουν, ξέρει από πού θα το πάρουν: από τη γριά  την Λαμπετώ, που έρχεται από τη Θήβα·  είναι η καλύτερη.

          Και το τέλος της ιστορίας αυτής το ξέρει επίσης. Γιατί η Μύρτις ξέρει ποιον θα παντρευτεί: τον δεύτερό της ξάδερφο τον Κλείτο θα της δώσουν άντρα, που την περνάει δέκα χρόνια. Τον έχει δει πολλές φορές, στο σπίτι του και στο σπίτι της, στην αγορά, στο θέατρο. Τον έχει κοιτάξει καλά-καλά. Εντάξει της φαίνεται. Δεν μιλάει πολύ, δεν γελάει σχεδόν ποτέ, στο χορό δεν τα καταφέρνει καθόλου. Αλλά ξέρει να διαβάζει και να γράφει, πάει ταχτικά στα γυμνάσια και… είναι ξανθός. Όλοι το λένε πως το πρώτο της αγόρι θα ‘ναι κι αυτό ξανθό σαν τον πατέρα του. Ε, κάτι είναι κι αυτό.

 Για το γάμο της, τώρα, σκέφτεται και κεντάει η Μύρτις άλλη μια ιστορία, μόνο που την έχει τόσο κρυφή, ώστε ούτε στον εαυτό της δεν τη λέει. Κι ο λόγος είναι σοβαρός πολύ: τον άντρα που σκέφτεται στην ιστορία αυτή να παντρευτεί, δεν θα της τον δώσουν ποτέ των ποτών! Ο τι και να μηχανευτεί, ο τι και να σκαρώσει, σ’ αυτό το ζήτημα του γάμου δεν πρόκειται να γίνει το δικό της! Και δεν θα φταίνε τα χρόνια του, δώδεκα χρόνια την περνάει τη Μύρτιδα, ο τι πρέπει θα ‘τανε δηλαδή. Ούτε βέβαια η ομορφιά του, που τη λιμπίζονται όλοι στην Αθήνα. Δεν θα φταίει καν που ο πατέρας της που τον Αλκιβιάδη δεν τον χωνεύει καθόλου. Γιατί η Μύρτις θα τον κατάφερνε τον πατέρα της, θα τον καλόπιανε, θα του γλυκομιλούσε, θα τον τουμπάριζε με γέλια και με κλάματα. Και έπειτα… φτωχός δεν είναι ο άντρας, που θα διάλεγε στα σίγουρα, αν την άφηναν να διαλέξει. Κάθε άλλο. Απ’ όλα έχει, τόσα κι άλλα τόσα. 

         Και σίγουρα δεν θα φταίει τ’ όνομά της το αγορίστικο, στη φωτιά το βάζει το χέρι της η Μύρτις κι είναι σίγουρη πέρα για πέρα: του αρέσουν του Αλκιβιάδη τ’ αγορίστικα ονόματα. Κι έτσι δεν πειράζει που δεν την έβγαλαν Ηδύλη, όπως ήθελε η μάνα της μόλις τη γέννησε. Δεν θα ‘ναι το όνομά της ο λόγος που ο γάμος αυτός δεν θα γίνει.

         Άλλο είναι το αγκάθι: το οτι εκείνος ούτε μια ματιά δεν της έχει ρίξει ΠΟΤΕ ΤΟΥ. Αυτή τον έχει δει. Πολλές φορές στ’ αλήθεια: και καβάλα στο άλογο, και στο άρμα, και στην αγορά. Κι ακόμα περισσότερες φορές στο μυαλό της μέσα. Το κακό με την ιστορία αυτού του γάμου είναι… πως η Μύρτις δεν μπορεί ούτε να τη φανταστεί!  Δεν μπορεί να φανταστεί ούτε την αρχή ούτε το τέλος της ούτε βέβαια τι γίνεται ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος. Τίποτα. Όσο κι αν στίβει το μυαλό της, η ιστορία αυτή της φαίνεται πως είναι ένα βλέμμα μόνο. Μια ματιά. Αυτή τη ματιά κλωθογυρίζει στο μυαλό της, λοιπόν. Και της φτάνει. Υπάρχουν κι ιστορίες που δεν θέλουν πολλά λόγια. 

Οι ιστορίες της δουλειάς. Η δουλειά του ημεροδρόμου πρώτα. Η δουλειά του εμπόρου ύστερα.

                   Ε, λοιπόν, μερικές φορές η αρχή μπορεί να είναι λάθος. Η Μύρτις, ας πούμε, αν μπορούσε να την ξανακάνει την αρχή, θα γεννιόταν αγόρι. Γιατί σ’ αυτή την πόλη  τη χρυσή… είπαμε: ένα κορίτσι έχει στόμα και μιλάει μόνο άμα το λένε Ασπασία. Τ’ άλλα όλα στη ζωή τους δεν ανοίγουν το στόμα τους. Κι η Μύρτις έχει ένα στόμα που όλο τρώγεται να μιλάει και να λέει ιστορίες αράδα.

         Η Μίκα της λέει να γίνει κουρέας, για να πηγαίνει η γλώσσα της ροδάνι και να πληρώνεται κι από πάνω. Αλλά η Μύρτις δεν απαντάει. Δεν της αρέσει η δουλειά του κουρέα. Έχει ιστορίες μπόλικες, εντάξει. Αλλά καμιά απ’ όσες ακούει, καμιά απ’ όσες λέει, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει δική του. Κι έτσι κι αλλιώς… ούτε κουρέας μπορεί να γίνει, αφού δεν είναι αγόρι. Αυτό είναι που την καίει.

          Γιατί άμα ήταν αγόρι, όποια δουλειά ήθελε θα την έκανε. Όταν ήταν μικρή, σκεφτείτε, ήθελε να γίνει ταχυδρόμος. Τόσο της άρεσε το τρέξιμο! Κι οι δρόμοι. Κι οι ιστορίες τους. Τα πιο ωραία και τα πιο συναρπαστικά πράγματα έξω στους δρόμους γίνονται, εκεί τα βλέπεις, εκεί τ’ ακούς. Όταν έμαθε, λοιπόν, πως οι άνθρωποι δεν τρέχουν μόνο στα παιχνίδια και στους αγώνες, αλλά μπορεί και να τρέχουν για δουλειά και να λένε ο τι έχουν να πουν και να πληρώνονται, ε, αμέσως το πήρε απόφαση: ταχυδρόμος θα γινότανε, όταν θα μεγάλωνε. Απ’ αυτούς που τρέχουν όλη μέρα. Πολλές μέρες στη σειρά. Με αρμαθιές λόγια και μηνύματα και ιστορίες στο στόμα ή στο μυαλό τους μέσα. Απ’ αυτούς που τους λένε ημεροδρόμους. Πόλεμο και ειρήνη, αλήθεια και ψέμα, τα κρατάνε όλα στα χέρια τους, κρυμμένα τα ‘χουν στον κόρφο τους. Κι εκεί που φτάνουν, τους περιμένουν μ’ αγωνία. Τους περιμένουν όλο αυτιά. Καλή δουλειά.

         Πάρτε αυτούς που στέλνει η πόλη των Αθηναίων στη Σπάρτη, ας πούμε. Τρεις μέρες το κάνουν το ταξίδι, ίσα για ύπνο σταματάνε κι αχάραγα συνεχίζουν. Εκτός κι αν είναι σαΐνια και τρέχουν πετώντας, σκίζοντας τον αέρα σαν αστραπές... σε δυο μέρες  τότε είναι στη Λακωνία - σαν εκείνον τον γοργοπόδαρο τον Φιλιππίδη, που την ιστορία του την έχει πει ο Ηρόδοτος. Έφυγε από την Αθήνα πρωί με μήνυμα βιαστικό για τη Σπάρτη. Κι έφτασε την άλλη μέρα ΠΡΙΝ ΤΟ ΒΡΑΔΥ! Απίστευτο, αλλά αληθινό. Και δεν έμεινε εκεί ένα φεγγάρι, δυο φεγγάρια, να ξεκουραστούν τα πόδια του, όχι. Την επόμενη κιόλας ξανάφυγε για την Αθήνα, με την απάντηση των Σπαρτιατών στο μυαλό του μέσα! Μάλιστα! Σ’ αυτόν θα ‘μοιαζε η Μύρτις, όταν θα την έστελνε η πόλη στη Σπάρτη, ή στη Θήβα ή και ψηλότερα ακόμα, ως τη γη των Μακεδόνων, για ζητήματα σημαντικά κι επείγοντα.

         Ένα αγκαθάκι μόνο είχε αυτή η δουλειά και της κακοφαινόταν λιγάκι της Μύρτιδας. Ωραία τα μηνύματα για τον πόλεμο και για την ειρήνη, όταν ήταν να τα συζητήσουν οι πόλεις και να τα ψηφίσουν και να τ’ αποφασίσουν. Πήγαινες, ερχόσουνα, όσο πιο γρήγορα μπορούσες και σε περίμεναν όλοι όρθιοι από την ανυπομονησία τους την πολλή. Ωραία και τα μηνύματα για τα εμπόρια και τις συμφωνίες και τους φόρους και τα διάφορα. Όλα ωραία. Μα αν της τύχαινε καμιά φορά το μήνυμα της νίκης; Όπως του ‘τυχε εκείνου του δύστυχου του Φειδιππίδη, μετά τη μάχη του Μαραθώνα; Που έφτασε στην Αθήνα, είπε μια λέξη μόνο και πέθανε; Τόσο λίγο δρόμο έκανε, αλλά τον έκανε με την ψυχή στο στόμα, γι’ αυτό. Κι η Μύρτις δεν θέλει να ξεψυχήσει για μια λεξούλα. Για μια νίκη. Για μια μάχη. Θέλει να τρέξει πολλές φορές, πολλές μέρες κάθε φορά, κουβαλώντας πολλά λόγια και πολλές ιστορίες.

          Αλλά το ‘χει παιδέψει από τότε στο μυαλό της μέρες και μέρες (και νύχτες μερικές)· και ξέρει καλά ποια δουλειά θα διαλέξει - στο τέλος. Τη δουλειά του εμπόρου. Επειδή όλο αλλάζει και ποτέ δεν πουλάει το ίδιο πράγμα δυο φορές. Άμα το ‘χει πουλήσει, πάει τελείωσε, δεν μπορεί να το ξαναπουλήσει. Κι άμα το ‘χει αγοράσει, πάει τελείωσε επίσης, είναι δικό του, και δεν μπορεί να το ξαναγοράσει.

          Και δεν έχει στο νου της αυτούς που έρχονται από τα γύρω χωριά, από τη Βοιωτία ακόμα κι από την Εύβοια και τα Μέγαρα, για να πουλήσουν στην αγορά λάχανα και φακές, κρεμμύδια, σκόρδα, μέλι, σουσάμι, ψάρια, όρνιθες κι ο τι άλλο βάζει ο άνθρωπος στο νου του ή στο τσουκάλι του. Όχι. Αυτωνών των εμπόρων τη δουλειά σχεδόν την ξέρει, τόσο καλά που τη βλέπει κάθε μέρα, όλες τις μέρες. Κι εντάξει: δεν ξαναπουλάνε την ίδια φακή, ούτε την ίδια κότα, ούτε το ίδιο καλαμαράκι ποτέ. Αλλά οι κότες και τα καλαμαράκια μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, μα τόσο πολύ, που είναι σαν να πουλάς το ίδιο ξανά και ξανά. Το εντελώς ίδιο!

          Όχι, άλλους εμπόρους ονειρεύεται να πάρει από πίσω… Αυτούς που έχουνε καράβι, μεγάλο, με βαθύ αμπάρι, κι ανοίγουν πανιά το χάραμα, φορτωμένοι μ’ ένα σωρό καλά απ’ τα δικά μας εδώ του τόπου, ελιές και λάδι, λαγήνια και κανάτια και πιθάρια ζωγραφιστά, κρασί και μέλι, αυτά που δεν χαλάνε πάντως. Γιατί δεν το ‘χει σκοπό να τριγυρίζει πλατσουρίζοντας εδώ τριγύρω, Χαλκίδα και Κόρινθο και νησιά, που έτσι κι αλλιώς των Αθηναίων είναι κι ίδια μ’ αυτούς μιλάνε και ζούν. Η Μύρτις θα ταξιδεύει μακριά, θα φτάνει στη Θράκη, όπου σίγουρα ζούνε κι άλλοι άνθρωποι πολλοί με κόκκινα μαλλιά, στον Πόντο, στην Κέρκυρα, ακόμα και στη Σικελία και στην Κύπρο και στην Αίγυπτο. Έχει ακούσει να τα λένε τα μέρη αυτά, ξέρει τα ονόματά τους. Τ’ άκουσε από κείνον τον γέρο στην αγορά, που είχε ταξιδέψει λέει με τον Ηρόδοτο τον ίδιο, ε! Και τί δεν έλεγε εκείνος ο ασπρομάλλης, ο καμπούρης, ο κοντός! Όσο μπόι του ‘λειπε, τόση φωνή είχε...

          Κι αν θέλει κι ονειρεύεται η Μύρτις να ‘ταν αγόρι για να γίνει έμπορος, αυτός είναι ο λόγος ο πιο κρυφός της: όχι για να λέει ιστορίες γυρνώντας· ούτε για ν’ ακούει ιστορίες πηγαίνοντας. Μα για να τις βλέπει τις ιστορίες με τα μάτια της, όπου φτάνει. Το τι θα κουβαλά με το καράβι της, δεν τη νοιάζει και πολύ. Θα ‘ναι στάρι, θα ‘ναι ξύλα, θα ‘ναι σίδερο ή χαλκός, θα ‘ναι, θα ‘ναι… Ο τι μπορεί να πουληθεί στην αγορά των Αθηναίων, θα το φέρνει. Έτσι κάνουν οι μεγάλοι έμποροι, έτσι -με τη βοήθεια του Ποσειδώνα- θα κάνει κι εκείνη. Το τι θα βλέπουν τα ματάκια της, αυτό τη νοιάζει!

                  Γιατί λαχταράει να τα δει κι αυτή εκείνα τα πουλιά, που έχουν δόντια κι είναι το κορμί τους σκεπασμένο με λέπια… τους ανθρώπους τους μαύρους… τα λιοντάρια που μιλάνε με ανθρώπινη φωνή… τους τόπους όπου τα άλογα τρώνε φίδια κι η νύχτα μπορεί να γίνει μέρα στα ξαφνικά και την Αφροδίτη τη λένε με άλλα ονόματα, ξενικά κι αλλόκοτα.

         ….

 Και καθόλου δεν την πειράζει που τις δουλειές της και τους γάμους της και τις ζωές της τις φαντάζεται και τις βλέπει με το μυαλό της μόνο. Γιατί να την πειράξει; Αφού κι ο πιο τρανός παραμυθάς, ο Όμηρος, δεν είχε μάτια να δει στ’ αλήθεια αυτά που έλεγε στις ιστορίες του. Με το μυαλό του τα φανταζόταν και τα ζωγράφιζε. Ούτε ο Φειδίας την είδε την Αθηνά με τα μάτια του! Κι όμως την έπλασε όπως ακριβώς είναι: χρυσή και πάνοπλη κι έτοιμη να νικήσει...

 Η πραγματική της ιστορία.

 Στο τέλος, όμως, δεν ήταν καμιά από τις ιστορίες αυτές, που έκανε τ’ όνομα της Μύρτιδας ν’ ακουστεί στον κόσμον όλο. Τόσες καλές, τόσες θαυμάσιες ιστορίες είδε, άκουσε, είπε και φαντάστηκε αυτό το κορίτσι με τα καστανοκόκκινα μαλλιά… κι όμως! Η ιστορία, που την έκανε πραγματικά “διάσημη”, ήταν μια που κανείς - ούτε η ίδια!- δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Γιατί έμελλε ν’ αρχίσει κοντά δυόμιση χιλιάδες χρόνια αργότερα. Και τόσον πολύ χρόνο κανένας δεν τον φαντάζεται, ούτε να περνάει ούτε να στέκεται ούτε να υπάρχει.

         Τέλος πάντων, ο χρόνος και υπάρχει και περνάει (αν και μερικές φορές σταματάει κιόλας). Κι ο κόσμος αλλάζει. Όλα αλλάζουν. Το κυριότερο, όμως: αλλάζουν μαζί και οι περιέργειες των ανθρώπων. Κι ενώ τον καιρό τον πολύ παλιό οι άνθρωποι απορούσαν κι έψαχναν στον ουρανό και στη γη και μελετούσαν τις ιστορίες των θεών στις κορφές του Ολύμπου και των Τιτάνων στα Τάρταρα, και των Γιγάντων με τα Εκατό Χέρια στα Έγκατα της Γης, και των Κυκλώπων με το ένα μάτι και των Τεράστιων Φιδιών με τα Εννιά Κεφάλια στις άκρες του κόσμου…

...τώρα ψάχνουμε με τα τηλεσκόπια εκεί που δεν έφτανε πρώτα η ματιά: σε άλλους Ήλιους, σε άλλους Γαλαξίες·  ή με τα μικροσκόπια, εκεί που πρώτα δεν έφτανε ούτε το μυαλό: μέσα σε κόσμους ολόκληρους κρυμμένους σε μια σταγονίτσα αίμα, σε μια σταγονίτσα νερό, σε έναν κόκκο σκόνης. Γιατί κι εκεί κρύβεται ομορφιά απερίγραπτη, σαν των αρχαίων θεών, κι εκεί υπάρχουν Τιτάνες και Γίγαντες και Δράκοι πελώριοι, που σκοτώνουν πολλούς ανθρώπους.

         Εντάξει, ο καθένας ψάχνει ο τι φανταστεί κι οτι βάλει ο νους του. Ντύνει την περιέργειά του όπως του αρέσει, την οπλίζει με τα όπλα που μπορεί και καταλαβαίνει. Είναι αμέτρητες οι περιέργειες, αμέτρητοι κι οι περίεργοι. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους αμέτρητους, τώρα, που κοιτάνε τον κόσμο κι όλο τον ρωτούν, βρέθηκε κι ένας παθιασμένος με την Ιστορία και με τις ιστορίες. Ένας που αγαπάει πολύ κάθε αρχή και κάθε απορία. Βάλθηκε, λοιπόν, να ψάχνει ποια ήταν η αρρώστεια που σκότωσε αμέτρητους άντρες, γυναίκες και παιδιά στην πόλη, πάνω στην αρχή του δυσκολότερου πολέμου της· γιατί αυτή η επιδημία, αυτό το θανατικό, τη λύγισε τη δύναμη της Αθήνας κι ανάγκασε την Αθηνά Νίκη να γονατίσει. Ποια ήταν, λοιπόν, αυτή η αρρώστεια, που στοίχισε τη ζωή σε πάμπολλους Αθηναίους κι Αθηναίες, σε δούλους, σε μέτοικους, σε ξένους, ακόμα και στον ίδιον τον Περικλή; Λοιμική την είπαν τότε οι άνθρωποι, και με όσα όπλα είχε τότε η περιέργειά τους, παρατήρησαν τα συμπτώματα κι έψαξαν να βρουν πώς ξεκίνησε κι από πού τους ήρθε. Μα άκρη δεν έβγαλαν και κανείς δεν ήξερε να πει ποια ήταν η Λερναία Ύδρα, ποιο ήταν το μικρόβιο που σκότωσε τόσους ανθρώπους και νίκησε μια θεά πολεμίστρια; Έπρεπε να περάσουν δυόμιση χιλιάδες χρόνια για να βρεθεί η απάντηση… μέσα στα δόντια ανθρώπων πεθαμένων από αιώνες κι αιώνες. Κι αυτά όλα τα λέμε, επειδή έτσι άρχισε η ιστορία. Η Ιστορία της Μύρτιδας.

           Το ψάξιμο, λοιπόν, πήγε καλά. Το τέρας, που έφαγε άντρες, γυναίκες και παιδιά στην πόλη που διαφέντευε απ’ άκρη σ’ άκρη τις θάλασσες... Το τέρας που κατατρόπωσε τις φοβερές και τρομερές πολεμικές τριήρεις των Αθηναίων τρυπώνοντας στ’ αμπάρια κι αρρωσταίνοντας ναύτες και κωπηλάτες και οπλίτες… ήταν τότε ένα τέρας χωρίς όνομα… Τώρα ξέρουμε πως ήταν ένα μικρόβιο, μ’ ένα όνομα-τέρας:  Salmonella enterica serovar Typhi! Ένα μικρόβιο π

Διακρίσεις: 

Βραβεία για βιβλία που έχει γράψει

Κρατικό βραβείο παιδικού βιβλίου γνώσεων 2007 για το βιβλίο “Ελληνική Μυθολογία - Πώς ξεκίνησε ο κόσμος”

Έπαινος Κύκλου Παιδικού βιβλίου 2006 για το βιβλίο “Οι άνθρωποι που δεν έβλεπαν όνειρα”

Βραβείο Περιοδικού Διαβάζω 2011 για το βιβλίο “Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα”

Βραβείο Κύκλου Παιδικού βιβλίου 2013 για το βιβλίο “Ιστορίες που τις είπε ο πόλεμος”

Βραβείο Κύκλου Παιδικού Βιβλίου 2014 για το βιβλίο “Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος”

Βραβείο Περιοδικού Διαβάζω 2012 για το βιβλίο “Ιστορίες που τις είπε ο πόλεμος”

 

Βραβεία και διακρίσεις για βιβλία που έχει μεταφράσει

Έπαινος Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας 1996 για το βιβλίο “Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ”.

Βραβείο Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας 2006 για το βιβλίο του Πέτερ Φρόϋντ “Η Λάουρα και το Μυστικό της Αβεντέρας”

Αναγραφή στον Τιμητικό Πίνακα της ΙΒΒΥ 2008 για το βιβλίο “Οι σκανταλιές του Φραντς’