ΧΡΥΣΟΣ ΝΙΚΟΣ


ΧΡΥΣΟΣ ΝΙΚΟΣ

Σπουδές στο Βιολογικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών,
Σπουδές Σκηνοθεσίας στη Σχολή Σταυράκου, Ιδιοκτήτης παλαιοβιβλιοπωλείου.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΝΙΚΟΣ
Επίθετο:  ΧΡΥΣΟΣ
Εργογραφία: 

Το μυστικό της τελευταίας σελίδας (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009)
Καινούργια μέρα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018)
 

Επιμελήθηκε τη σχολιασμένη επανέκδοση του βιβλίου Αξέχαστοι καιροί του Λευτέρη Αλεξίου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014), τον συλλογικό τόμο Ιστορίες βιβλίων (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014) και τον συλλογικό τόμο Ο Νίκος Καζαντζάκης και η πολιτική (σε συνεργασία με την Ιωάννα Σπηλιοπούλου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019). Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους.

 

Για το μυθιστόρημα Καινούργια μέρα τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL), με το Κρατικό Βραβείο Βιβλίου που Προάγει τον Διάλογο σε Ευαίσθητα Κοινωνικά Θέματα, με το Βραβείο Ελληνικής Λογοτεχνικής Φράσης της Χρονιάς - Περιοδικό "Literature.gr και με το Βραβείο Πεζογραφίας του περιοδικού Κλεψύδρα. Το βιβλίο Καινούργια μέρα μεταφράστηκε στα αλβανικά και στα κροατικά.


Έτος γέννησης:  1972
Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΕΡΑ
Κείμενο αποσπάσματος: 

Μετά τα ασθενοφόρα και την Πυροσβεστική, έπειτα από τους νταγλαράδες της Υπηρεσίας Προστασίας του Πολίτη και τα τσουτσέκια της Δημοτικής Αστυνομίας, ήρθε η σειρά της υδροφόρας και των υπαλλήλων καθαριότητας, οι οποίοι βάλθηκαν να καταβρέχουν και να τρίβουν τις στάχτες, τα καμένα λίπη και τα αίματα που είχαν αναμιχθεί σε μια πηχτή κηλίδα λάσπης στο πλάτωμα του παλιού αμαξοστασίου. Τρεις σκουπιδιάρες είχαν αράξει στο μπάσιμο της αλάνας και οι οδηγοί κάπνιζαν μπαϊλντισμένοι δίπλα στις καμπίνες, ενώ έξι άντρες με πορτοκαλί φόρμες τάιζαν τους περιστρεφόμενους κάδους με χαρτόκουτες, ξεβαμμένους μουσαμάδες, κουρελόπανα και ξύλινα κασόνια που κατά τη γνώμη μας δεν ήταν καθόλου για πέταμα. Δυο άλλοι, ντυμένοι στα πράσινα κι οπλισμένοι με βαριές συρμάτινες σκούπες, έτριβαν τον λεκέ, κουρασμένοι ήδη από το μάταιο της προσπάθειας, αφού καταβάθος γνώριζαν πως θα χρειαζόταν καιρός, κάμποσες βροχές κι αρκετός ήλιος για να σβηστούν τα ίχνη που άφησε ο φίλος μας. Το μόνο που κατάφερναν με το τρίψιμο ήταν να ζωντανεύει η μυρουδιά που είχε καθίσει στο τσιμέντο, μια οσμή άγρια και βαριά που ’κανε τα μάτια μας να θολώνουν και υποχρέωνε τους καθαριστές να στέκουν κάθε τόσο και να φτύνουν πικρές ροχάλες. Εν τω μεταξύ η υδροφόρα έστελνε κατά διαστήματα πίδακες νερού προς κάθε κατεύθυνση ραντίζοντας τις σκουριασμένες λαμαρίνες σαν να ήταν ποτιστική βεντάλια και οι ελάχιστοι κουρελήδες που είχαν ξεμείνει μέσα στα παρατημένα τροχοφόρα κούρνιαζαν κάτω απ’ τα σκεπάσματα, ελπίζοντας να τελειώσει το πανηγύρι πριν γίνουν μουσκίδι ως το κόκαλο. Πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες καθαριότητας, άρχισαν να πέφτουν πυκνές νιφάδες και μέχρι το βράδυ ολόκληρο το Λιμάνι είχε καλυφθεί από ένα στρώμα χιονιού που έφτανε έως τη θάλασσα κι όταν αποχώρησαν τα οχήματα και οι άντρες του δήμου, οι άστεγοι ξεμύτισαν από τα μεταλλικά καταλύματά τους γυρεύοντας ζεστές γωνιές για να ξεχειμωνιάσουν και το αμαξοστάσιο έμεινε έρημο για σαράντα μέρες, όσο κράτησε δηλαδή εκείνο το πρωτόγνωρο κύμα ψύχους που παρέλυσε μια πόλη μαθημένη σε ήπιους μεσογειακούς χειμώνες, μαλακούς γραίγους, ντροπαλά μαϊστράλια και σύντομες τραμουντάνες.


Όλο εκείνο το διάστημα οι άνθρωποι περιόρισαν τόσο τις μετακινήσεις τους, ώστε στριμωγμένοι στις εισόδους των παλιών μεσοαστικών πολυκατοικιών του Α τομέα –στις «σπηλιές των γερόντων», όπως ήταν λίγο πολύ γνωστές στο σινάφι– σπάνια αναγκαζόμασταν να παραμερίσουμε για να μπει ή να βγει κάποιος τολμηρός υπερήλικας που αψηφούσε το κρύο, κι ακόμα και τότε κανείς δεν μας έδιωξε ούτε καν μας στραβοκοίταξε όπως συνήθως. Μικρές σταγόνες γλιστρούσαν από τα καλώδια και πριν προφτάσουν να σκάσουν στην άσφαλτο, πάγωναν η μια κάτω από την άλλη σχηματίζοντας μακριά κρυσταλλικά κορδόνια που έλαμπαν σαν στολίδια ώσπου ένα ξαφνικό ρεύμα αέρα να τα κατακρημνίσει. Εκατοντάδες τέτοιες αιχμηρές προεξοχές κρέμονταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας κι όμως εμείς θρηνούσαμε κάθε τους πτώση, ανεξήγητα. Έτσι κατάλευκη η πόλη είχε χάσει την περπατησιά της κι αυτό επέτεινε μιαν αίσθηση αποπροσανατολισμού που είχε παρεπιδημήσει άξαφνα μέσα μας. Οι θόρυβοι είχαν σωπάσει και ήταν σαν να ’χε το λευκό βάψει και τα αυτιά εκτός από τα μάτια μας· μόνο ένα φύσημα ακουγόταν τα πρωινά κι ένα ελαφρύ σφύριγμα, λες και βρισκόμασταν μέσα σε μια τεράστια μπάλα που ξεφούσκωνε.


E-mail:  nikos@oldbooks.gr