| Όνομα: |
Βασίλης
|
| Επίθετο: |
Χουλιαράς
|
| Εργογραφία: |
- "Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο", διηγήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012 /εκδόσεις Ενύπνιο, 2023
- "Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν", διηγήματα, εκδόσεις Μελάνι, 2015
- "Ο φάρος του Σόρενσον", διηγήματα, εκδόσεις Θράκα, 2018
- "Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει", αφήγημα, εκδόσεις Ενύπνιο, 2021
- "Πέρα από την άκρη του κόσμου", διηγήματα, εκδόσεις Ενύπνιο, 2024
Κριτικές - Παρουσιάσεις
Συνοπτικός κατάλογος κριτικών και παρουσιάσεων βιβλίων
ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΥΠΝΟ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΦΟΥΑΝ
Ο ΦΑΡΟΣ ΤΟΥ ΣΟΡΕΝΣΟΝ
Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΑΡΧΙΣΕ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ
|
| Έτος γέννησης: |
1974
|
| Κείμενο αποσπάσματος: |
ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΥΠΝΟ
1.1 Μικρά και μεγάλα μυστήρια, του Γιάννη Κιουρτσάκη
Τι μπορεί να έχει ένα βιβλίο με μικρά αφηγήματα για να προσεχθεί, το πρώτο λογοτεχνικό εγχείρημα ενός μηχανολόγου που ζει και εργάζεται στο Μεσολόγγι, μακριά από τη λογοτεχνική αγορά; Κι όμως, οι φανταστικοί μικρόκοσμοι που περιγράφει επικοινωνούν εσωτερικά, συγκροτώντας έναν μακρόκοσμο κατ' εικόνα εκείνου μέσα στον οποίο ζούμε, σε προσεγγίσεις που συγκερνούν ποιητική ενέργεια, δημιουργό σκέψη, κατασταλαγμένη στάση ζωής και (γιατί όχι;) ανθρώπινη σοφία.... [TBJ]
Τον Σεπτέμβριο του 2012 έλαβα, ανάμεσα σε κάμποσα βιβλία που μου αποστέλλονται σχεδόν καθημερινά, τούτο το βιβλιαράκι του άγνωστού μου Βασίλη Χουλιαρά. Την επόμενη μέρα έφευγα για το νησί όπου αποτραβιέμαι για να γράψω απερίσπαστα. Αμέσως τράβηξαν την προσοχή μου το μικροσκοπικό μέγεθος και ακόμα πιο πολύ ο τίτλος: Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο. Ιδού, σκέφτηκα, τι μου χρειάζεται εκεί όπου δεν έχω καιρό για διάβασμα. Ίσως αυτές οι μικρές ιστορίες με βοηθήσουν να χαλαρώσω ύστερα από μια μέρα κοπιαστικής δουλειάς και να έχω έναν καλόν ύπνο. Κι έτσι έγινε: το βράδυ έπαιρνα το βιβλίο στο ταβερνάκι όπου δειπνούσα και διάβαζα μιαν ιστορία· στο κρεβάτι, διάβαζα μιαν άλλη και αποκοιμόμουν. Η προσδοκία μου εκπληρωνόταν: αυτές οι ιστορίες λειτουργούσαν μέσα μου ευεργετικά. Όχι επειδή ήταν καθησυχαστικές (συμβαίνει το αντίθετο)· αλλά επειδή, με την λιγόλογη, λιτή και στέρεα γραφή τους, η καθεμιά έχτιζε έναν ατόφιο λογοτεχνικό μικρόκοσμο, αλλόκοτο, ονειρικό, υπερ-ρεαλιστικό στην κυριολεξία, κι ωστόσο βαθιά αληθινό, περισσότερο από εκείνον που μια επιδερμική αντίληψη της καθημερινής ζωής μας κάνει να ονομάζουμε «πραγματικότητα».
Μέρα με τη μέρα, αυτή η αίσθηση δυνάμωνε. Τούτες οι ιστορίες ξεχώριζαν εντυπωσιακά μέσα στο ρεύμα του ψυχολογικού και κοινωνικού ρεαλισμού που διατρέχει ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης πεζογραφίας μας. Μα όσο κι αν σε βύθιζαν σε μιαν ατμόσφαιρα μαγική, φανταστική, δεν σε παράσερναν διόλου σε ρομαντικές ονειροφαντασίες· απεναντίας, σε οδηγούσαν δεξιοτεχνικά στα μύχια του εαυτού σου.
Στο πλοίο της επιστροφής, καθώς φυλλομετρούσα πάλι το βιβλίο –το είχα πια διαβάσει ολόκληρο- συνειδητοποίησα πιο καθαρά εκείνο που είχα προαισθανθεί από την αρχή: αυτοί οι φανταστικοί μικρόκοσμοι επικοινωνούσαν εσωτερικά, συγκροτώντας έναν μακρόκοσμο κατ' εικόνα εκείνου μέσα στον οποίο έχουμε όλοι μας ριχτεί· λες και, από τη μια στην άλλη ιστορία, κυκλοφορούσε όπως το αίμα μέσα στο ζωντανό σώμα, μια ποιητική ενέργεια, μια δημιουργός σκέψη, μια κατασταλαγμένη στάση ζωής, μια ανθρώπινη σοφία.
Στην Αθήνα, ξαναδιάβασα φωναχτά τις ιστορίες –μία δύο, κάθε βράδυ, πάλι «πριν τον ύπνο» στη γυναίκα μου, που μοιράστηκε την αναγνωστική μου αγαλλίαση. Έτσι, άκουσα καλύτερα τη μοναδική φωνή τους, όπως αισθάνομαι την ανάγκη να το δοκιμάσω με κάθε λογοτεχνικό γραπτό που με συγκινεί. Και τότε μόνο κάθισα κι έγραψα στον συγγραφέα τις ευχαριστίες και τις εντυπώσεις μου.
Όμως ιδού: πριν από το Πάσχα του 2013, ο Βασίλης Χουλιαράς μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να παρουσιάσω το βιβλίο. Το ξαναδιάβασα λοιπόν από την αρχή. Βρισκόμουν τώρα σ' ένα χωριό του Πηλίου. Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα και μπαινόβγαινα στις εκκλησίες (είναι για μένα, όπως και για τόσους συμπατριώτες μας, οι μόνες μέρες όπου διαβαίνω το κατώφλι τους), έχοντας στη μια μου τσέπη την Ιερά Σύνοψη και στην άλλη το βιβλίο του Χουλιαρά – σαν μια δεύτερη μικρή σύνοψη, των ανθρώπινων, τούτη τη φορά, παθών. Γιατί το αίσθημα που αποκόμιζα από τη νέα ανάγνωση ήταν διαφορετικό. Όχι πως η γοητεία είχε λιγοστέψει· όμως, τώρα πήγαζε από εκείνο το ανησυχητικό στοιχείο που, όπως το υπαινίχθηκα στην αρχή, φωλιάζει στον πυρήνα κάθε ιστορίας. Και τούτο έδινε στον τίτλο έναν πολύ διαφορετικό τόνο, δυσοίωνο και σκοτεινό. Άραγε όταν γλιστράμε από τον ξύπνο στον ύπνο, δεν περνάμε σ' έναν άλλον κόσμο –αυτόν που φανερώνουν τα όνειρά μας και που δεν ξέρουμε τι ζοφερές εκπλήξεις μας επιφυλάσσει; Και αλήθεια: με τις «μικρές» του ιστορίες, ο Βασίλης Χουλιαράς καλεί τον αναγνώστη να ετοιμαστεί για ένα ριψοκίνδυνο μακροβούτι σ' αυτόν τον άλλον κόσμο όπου τα πάντα αποκαλύπτονται παράξενα, αινιγματικά, μυστηριώδη έως εφιαλτικά.
Αυτό είναι ολοφάνερο στην πρώτη κιόλας ιστορία, που επιγράφεται «Ένα περίεργο όνειρο»: Ένας άνθρωπος, «πρότυπο πολίτη και καλού οικογενειάρχη», βλέπει στον ύπνο του ότι σκοτώνει μ' ένα τσεκούρι την αγαπημένη του γυναίκα που κοιμάται δίπλα του. Νιώθει υποχρεωμένος «να τηλεφωνήσει στην αστυνομία και να δηλώσει το “φόνο που διέπραξε”, όπως [...] θα έκανε [...] αν ήταν ξύπνιος». Η αστυνομία τον ανακρίνει, κι αυτός παίζει μέχρι τέλος “το παιχνίδι", καθώς δεν του κάνει καρδιά «να τους πετάξει κατάμουτρα» ότι «[όλα] ήταν πλάσματα της φαντασίας του». Το δικαστήριο τον καταδικάζει σε δις ισόβια, ενώ αυτός «ξεσπ[άει] σε τρανταχτά γέλια σκεπτόμενος τι εντύπωση θα [κάνει] στους γνωστούς του αυτή η απίθανη ιστορία που έπλασε εν υπνώσει το μυαλό του όταν θα τη διηγ[ηθεί] την άλλη μέρα». Τέλος τον οδηγούν στην ψυχιατρική πτέρυγα της φυλακής κι αυτός «περιμένει [πάντα] πότε επιτέλους θα τελειώσει το όνειρό του και αποφεύγει μια καταραμένη ιδέα που σιγά σιγά αρχίζει να του τριβελίζει το μυαλό».
ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ
«Τους κοιμωμένους», έλεγε ο Ηράκλειτος, «οίμαι συνεργούς των εν τω κόσμω γιγνομένων». Πιθανότατα. Αν, ωστόσο, «η ζωή είναι ένα όνειρο», όπως το υπενθυμίζει επίμονα η παγκόσμια λογοτεχνία, από το «σκιάς όναρ» του Πινδάρου ὡς τον Σαίξπηρ και τον Καλντερόν, πότε ονειρευόμαστε στον ύπνο μας και πότε είμαστε όντως ξύπνιοι; Μήπως και ο ξύπνος μας είναι ένα όνειρο εφιαλτικό από το οποίο δεν καταφέρνουμε να ξυπνήσουμε – ακόμα και αν, κάποιες στιγμές, «μια καταραμένη ιδέα [...] αρχίζει να [μας] τριβελίζει το μυαλό»; Να πώς ο Χουλιαράς ανανεώνει το κοινόχρηστό μοτίβο ανατρέποντάς το και κεντώντας την τραγική εικόνα της ανθρώπινης μοίρας με τόνους κωμικούς.
Την ίδια κωμικοτραγική φωνή –ή το ίδιο μαύρο χιούμορ- ακούμε και αλλού: λόγου χάρη, στον «Αυτόχειρα», όπου ο ήρωας, τη στιγμή ακριβώς που έχει δέσει γύρω από τον λαιμό του το σκοινί για να κρεμαστεί, συνειδητοποιεί, ότι στο σημείωμα που άφησε είχε γράψει ανορθόγραφα – αυτός, ο λογοτέχνης- τη λέξη «εκκρεμότητα»,· όμως είναι πια πολύ αργά γι' αυτόν να διορθώσει το τελευταίο της ζωής του λάθος.
Μένω στο όνειρο. Στο τέλος μιας άλλης ιστορίας –δεν θα την ονομάσω, σας αφήνω να τη βρείτε- ο αναγνώστης ανακαλύπτει έκπληκτος ότι το «ρεαλιστικό», για μια φορά, αστυνομικό διήγημα που διάβαζε δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το όνειρο ενός άγνωστου ονειρευτή.
Ιδού λοιπόν ένα θεμελιακό θέμα του βιβλίου: το όνειρο, ο ονειρικός χαρακτήρας της ζωής μας και του κόσμου. Και, αχώριστα, σαν δίδυμο αδέρφι, το αίνιγμα, το μυστήριο. Όλες σχεδόν οι ιστορίες γεννούν στο πνεύμα μας ένα αίνιγμα που μένει ώς το τέλος ανοιχτό – για τα πρόσωπα, τον αφηγητή, τον ίδιον τον συγγραφέα και για όλους εμάς, τους αναγνώστες.
Αίφνης, τι είναι αυτό το κάστρο όπου κλείνεται ένας άνθρωπος ο οποίος έγινε απροσδόκητα ιδιοκτήτης του και το φρουρεί μέρα νύχτα για να διώξει μακριά όσους θεωρεί σφετεριστές του; Ώσπου, καθώς πλησιάζει «η ώρα του» και πρέπει να συντάξει τη διαθήκη του, νιώθει αιφνίδια «το βάρος μιας αποκάλυψης να τον διαλύει»;
«Κοιτώντας γύρω του, το κάστρο σαν να ζωντάνεψε και του φανερώθηκε ως ένα αχόρταγο και αδηφάγο τέρας το οποίο τρεφόταν με ανθρώπινες ψυχές. Σε μια στιγμή συνειδητοποίησε ότι τελικά το κάστρο που είχε κληρονομήσει, και που τώρα έπρεπε να κληροδοτήσει, δεν ήταν ό,τι κάποτε είχε πιστέψει αλλά μια φυλακή» (“Το κάστρο").
Σίγουρα υπάρχει εδώ κάποιο σύμβολο, αλλά τι συμβολίζει; Τον αυτοεγκλεισμό στην ατομική μας ιδιοκτησία; Τη φυλακή ενός εγωιστικού και μικρόψυχου εγώ; Μήπως το απόρθητο οχυρό του καπιταλισμού που «τρέφετ[αι] με ανθρώπινες ψυχές»; Ίσως όλα αυτά μαζί· ίσως τίποτε από αυτά, αλλά κάτι άλλο που αγνοεί πιθανόν ο ίδιος ο δημιουργός. Ο συγγραφέας δεν γράφει αλληγορίες, αλλά τις ιστορίες που φαντάστηκε – ή ονειρεύτηκε – υπακούοντας στην εσωτερική ανάγκη που τον προστάζει να τις αφηγηθεί. Κι αν αυτές μετουσιώνονται στο πνεύμα μας σε σύμβολα, τόσο το καλύτερο αρκεί να μην ξεχνάμε πως ετούτα είναι πολυσήμαντα, οριακά ανεξάντλητα. Έτσι λειτουργεί η γνήσια τέχνη, όπως μας το δείχνει πρώτα η προφορική δημιουργία των λαών. Άραγε ο λαϊκός δημιουργός του θεάτρου σκιών που βάζει τον Μεγαλέξανδρο να σκοτώνει το καταραμένο φίδι, βλέπει σ' αυτό το τελευταίο «άλλο πράγμα»; Όχι, βλέπει απλώς ένα φοβερό θεριό. Το ίδιο και οι λαϊκοί θεατές του Καραγκιόζη. Όμως αυτό κάθε άλλο παρά τους εμποδίζει να «διαβάζουν» σ' ετούτη τη σκηνή, μέσα από το μυθικό θεριό, τη συλλογική τους μοίρα στα πολυάριθμα διαφορετικά πρόσωπα που ετούτη αποκτά, ανάλογα με τις περιστάσεις: εκείνο μιας θεομηνίας, ενός πολέμου, μιας ξένης κατοχής, μιας δικτατορίας, μιας οικονομικής κρίσης...
Συνεχίζω. Ποιος είναι αυτός ο παράξενος «Άγιος» που καταφθάνει από το πουθενά σ' ένα χωριό; Και ποιο είναι το χωριό που, ενώ στην αρχή τον υποδέχεται ως ανέλπιστη ευλογία, στο τέλος θα τον θεωρήσει υπαίτιο μιας καταστρεπτικής ανομβρίας και θα ξαμολήσει τα πιο άγρια σκυλιά του για να τον απομακρύνουν; Να όμως που εκείνα τον κατασπαράζουν· και τότε ξεκινάει αμέσως μια ασταμάτητη βροχή που πνίγει το χωριό και όλους τους κατοίκους του εκτός από έναν, τον αφηγητή· «ίσως γιατί» συλλογιέται ο ίδιος, «κάποιος έπρεπε να μείνει να διηγηθεί αυτή την ιστορία». («Ο Άγιος»). Πόσα αδιαπέραστα μυστήρια!
Ποιο είναι αυτό το χιόνι που αρχίζει να πέφτει στην πόλη, ξεσηκώνοντας «ένα κύμα ενθουσιασμού, ευτυχίας και αγαλλίασης», μα που μέρα με τη μέρα τρέπεται σε φοβερή και ακατάπαυστη χιονοθύελλα, παγιδεύοντας όλους τους κατοίκους «σε μια κάτασπρη υγρή και κρύα φυλακή; Λες και ξυπνήσαμε – λέει ένας από αυτούς – σε έναν τρομερό εφιάλτη, από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει» («Χιόνι»), Βλέπετε πώς επανέρχεται το μοτίβο του εφιάλτη και πώς αυτές οι ιστορίες επικοινωνούν μεταξύ τους.
Kάτι παρόμοιο νιώθουμε διαβάζοντας το «Παράξενο»: ένας οδοιπόρος εγκλωβίζεται σ' ένα δάσος με οργιαστική βλάστηση από το οποίο δεν καταφέρει πια να βγει. Μα όταν, επιτέλους, «μια αχτίδα ήλιου διαπερ[νά] το παχύ φύλλωμα και [πέφτει] πάνω του φωτίζοντάς τον», αισθάνεται «ότι ίσως για κείνον να [είναι] πλέον αργά». «Πόσο παράξενο στ' αλήθεια!», μονολογεί ο αφηγητής· κι εμείς μαζί του.
Kαι ακόμα, τι είναι τούτο το «αξιοπερίεργο», έθιμο μιας πόλης η οποία, όταν γεννιέται ένα παιδί, δωρίζει στην οικογένειά του το ίδιο του το μνήμα όπου αναγράφονται η ημερομηνία της γέννησής του και το όνομά του, μα όταν πεθάνει ο κάτοχος δεν τον θάβουν εκεί, αλλά σκορπίζουν στα περίχωρα τη στάχτη του και αφαιρούν το μνημείο; («Ένα έθιμο»). Πώς και γιατί ο Κάρολος ο Γ', ο λαμπρός βασιλιάς της Ουλμέχτρης, «ο θαυμαστής της ζωής και της τέχνης, [φτάνει] να γίνει ο καταστροφέας του λαού του;» («Ο Κάρολος Γ΄ της Ουλμέτρης (Μια νέα προσέγγιση)»). Πώς ένας «καθ' όλα ευτυχισμένος άνθρωπος, που συμβαίνει να γράφει στενάχωρες ιστορίες, θεωρείται γι' αυτόν τον λόγο δυστυχισμένος απ' όλους μια κοινή πεποίθηση που τον οδηγεί στην κατάρρευση και τελικά στην αυτοκτονία, κατ' εικόνα των φανταστικών ηρώων του; («Μία ακόμα ιστορία με αναμενόμενο τέλος»). Άραγε ήταν στ' αλήθεια ευτυχισμένος, όπως ήθελε να πιστεύει; Το ερώτημα μένει και πάλι ανοιχτό, αφήνοντας να αποκαλυφθεί πόσο απροσδιόριστη, εύθραυστη και απρόβλεπτη είναι η ανθρώπινη συνθήκη.
Aλλά το υπαρξιακό μυστήριο κορυφώνεται στον έξοχο «Λαβύρινθο» που ιστορεί τις άκαρπες προσπάθειες κάποιων αρχαιολογικών ομάδων να βρουν τον μυθικό Λαβύρινθο – την κατοικία του Μινώταυρου. Άραγε ο Θησέας σκότωσε τον Μινώταυρο; Και αν τον σκότωσε στ' αλήθεια, γιατί παράτησε την Αριάδνη που τόσο αποφασιστικά συνέβαλε στον άθλο του; Μήπως δεν την αγάπησε ποτέ και απλώς τη χρησιμοποίησε για να πετύχει τον σκοπό του; μήπως, μπαίνοντας στον Λαβύρινθο, τρόμαξε τόσο πολύ που δεν προσπάθησε καν να ξετρυπώσει τον Μινώταυρο, αλλά κρύφτηκε στα σκοτεινά, πασάλειψε με αίμα το σπαθί του και ξαναβγήκε στο φως «διατυμπανίζοντας ένα ψέμα»; Ο άθλος του δεν ήταν λοιπόν παρά «μια απάτη»; Ή μήπως η μόνη αλήθεια είναι άλλη; Μήπως ήταν ο Μινώταυρος που σκότωσε τον Θησέα και φόρεσε ύστερα τα ρούχα και το προσωπείο του, με αποτέλεσμα από τότε να «κυκλοφορεί ελεύθερος στις δαιδαλώδεις διαδρομές αυτού του κόσμου, αλλάζοντας συνεχώς μορφές, ψάχνοντας για τα επόμενα θύματά του»; Και τι σημαίνει αυτό αν όχι, ίσως, ότι ο Μινώταυρος βρίσκεται πια «εντός» μας, όπως το υπαινίσσεται ο γέρος Κρητικός στον νεαρό αρχαιολόγο, ήρωα και αφηγητή αυτής της ιστορίας; Μήπως είναι η μορφή του καθενός μας στον καθρέφτη; Και τότε μπορούμε να τον νικήσουμε ή, έστω να του ξεφύγουμε βάζοντας τέρμα στη ζωή μας; Θα προσέξατε ότι εδώ δεν έχουμε ένα αίνιγμα, αλλά μια αλυσίδα αινιγμάτων που αλληλοσυμπληρώνονται ή αλληλοαναιρούνται, διπλώνονται το ένα μέσα στο άλλο, πηγαίνουν μπρος και πίσω. Λες κι αυτή η ιστορία αναπαράγει στην ίδια τη μορφή της το δαιδαλώδες σχέδιο ενός λαβυρίνθου και τη βασανιστική πορεία που καλούμαστε να διανύσουμε στο εσωτερικό του. Δεν ξέρω πόσο αυτό γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα, αλλά, όπως κι αν είναι, το θεωρώ λογοτεχνικό κατόρθωμα.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
Σε άλλη ιστορία, που φέρει τον τίτλο «Ο ελεγκτής», ο αφηγητής γίνεται συλλογικός – ένα «εμείς». Οι εργαζόμενοι σ' ένα εργοτάξιο είναι ανήσυχοι, καθώς το έργο τους έχει μείνει πίσω και περιμένουν από μέρα σε μέρα τον «ελεγκτή». Αλήθεια, πώς πέρασε ο χρόνος! Όταν υπέγραφαν τη σύμβαση κανείς δεν αναρωτήθηκε αν θα τα κατάφερναν – η δουλειά έμοιαζε εύκολη. Εντελώς άπειροι για ένα τέτοιο έργο, δεν είχαν εκτιμήσει τις δυσκολίες του. Αλλά και όταν κάτι πετύχαιναν, αυτό είτε φανερωνόταν αχρείαστο, είτε δημιουργούσε νέα εμπόδια. Και τώρα ακόμα δεν είναι σε θέση να πουν πόσον χρόνο θα πάρει η αποπεράτωση του έργου· ακόμα κι αν μπορούσαν να ζητήσουν μια νέα διορία – που δεν μπορούν. Αποτέλεσμα: το χάος. Οι περισσότεροι τα έχουν παρατήσει. Υπάρχουν ασφαλώς και οι λίγοι που εργάζονται ακόμα πιο σκληρά από πριν· αλλά κι αυτοί στη «βιάση τους να προλάβουν, περισσότερο γκρεμίζουν παρά φτιάχνουν. Μα ούτως ή άλλως, ματαιοπονούν». Τι θα πουν λοιπόν στον ελεγκτή; Μακάρι τουλάχιστον να είναι καλόκαρδος. Αλλά κι αν είναι, ποιο το όφελος; «Η θέση του και ο ρόλος τους είναι πιο σημαντικοί από τον ίδιο». Αχ, αν πάθαινε αμνησία και δεν μπορούσε να βρει το εργοτάξιο! Αν μια φωτιά ή μια πλημμύρα εξαφάνιζαν τη σύμβαση! Αλίμονο! Ακόμα και «αν τελικά» – διαβάζω την ακροτελεύτια παράγραφο της ιστορίας – «δεν υπάρχει ελεγκτής και η σύμβαση πάψει κι αυτή με κάποιο τρόπο να υφίσταται, τότε δεν μπορεί παρά κανείς να αναρωτηθεί τι άραγε κάναμε τόσα χρόνια εδώ.»
Άραγε όλα τούτα δεν σας θυμίζουν μια πολύ πικρή και εξαιρετικά γνώριμη πραγματικότητα – ας πούμε τη ζωή μας με την τρόικα και, πολύ γενικότερα, την κακομοιριά που δέρνει διαχρονικά τη σχέση της κοινωνίας μας και του καθενός από εμάς με τη διοίκηση και το κράτος; Και φυσικά τούτη η «πολιτική» ανάγνωση, που μου υπαγορεύεται από την καυτή επικαιρότητα, κάθε άλλο παρά αποκλείει άλλες αναγνώσεις· μου το υποδεικνύει ο ίδιος ο συγγραφέας στο πνεύμα του οποίου η πρωταρχική διάσταση της ιστορίας του είναι οντολογική, υπαρξιακή, μεταφυσική. (Και αλήθεια, δεν θα μπορούσαμε, δεν θα έπρεπε ίσως, όλοι εμείς οι άνθρωποι να αναρωτηθούμε «τι άραγε κάναμε τόσα χρόνια εδώ» – διάβαζε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο;) Ας προσθέσω ότι φίλος πολιτικός μηχανικός, «διάβασε» άλλα πράγματα: τις συνεχείς αναβολές, τη σύγχυση, τον πανικό, το χάος που επικρατούν συχνά πυκνά σ' έναν πραγματικό εργοτάξιο. Ανάγνωση εξίσου νόμιμη, ιδίως για όποιον γνωρίζει ότι ο Βασίλης Χουλιαράς είναι μηχανικός μηχανολόγος. Τι άλλο μας δείχνουν όλα αυτά αν όχι πως όταν η λογοτεχνία ριζώνει γερά στην παρατήρηση του συγκεκριμένου, κατορθώνει να αγγίξει γενικότερες αλήθειες;
Tο βλέπετε και πάλι: οι φανταστικές ιστορίες του Χουλιαρά μάς μιλούν για οικεία δεινά: για την κατάρρευση που έρχεται μετά την απατηλή ευφορία, για τη βία και το εμφύλιο μίσος που εγκυμονεί η φαινομενική ειρήνη και για το σκοτεινό αύριο που μας παραμονεύει κάθε τόσο. Αλλά επίσης για το πέρασμα του χρόνου, τη φθορά, τη ματαίωση των αγώνων και των οραμάτων την επιπολαιότητα, τη ματαοδοξία, την απληστία και την αχαριστία των ανθρώπων· και παραπέρα για την αλαζονεία, την αυθαιρεσία και την αφόρητη μοναξιά της εξουσίας, λόγου χάρη εκείνου του Αυτοκράτορα που εξολοθρεύει τους φτωχούς μα ξέγνοιαστους υπηκόους του, τους οποίους φθονεί στο βάθος της ψυχής τους («Ο αυτοκράτορας στο θρόνο του»). Με δυο λόγια, για το αχώριστο ζευγάρι της ύβρεως και της νεμέσεως, η καταστροφική παρουσία του οποίου εκδηλώνεται πάντα γύρω μας και μέσα μας, έχοντας διασχίσει τους αιώνες. Θέματα διαχρονικά, οικουμενικά, πανανθρώπινα που ο συγγραφέας τα αναδείκνυε άμεσα και απέριττα με την πυκνή και υπαινικτική του γλώσσα, εκεί που τόσα «ρεαλιστικά» κείμενα της πεζογραφίας μας δύσκολα ξεφεύγουν από το τοπικό ή, όταν το επιχειρούν, γλιστρούν σ' έναν ρηχό κοσμοπολιτισμό. Αντίθετα, εδώ αρκεί να ξαναδιαβάσουμε μια μικρή ιστορία ή και μια σύντομη περικοπή για να ανακαλύψουμε από την αρχή μια νέα κάθε φορά πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτό το φρέσκο βλέμμα που μας χαρίζουν οι διαδοχικές αναγνώσεις ενός γνωστού κειμένου μας δίνει, πιστεύω, ένα από τα πιο στέρεα κριτήρια για να ξεχωρίσουμε την καλή λογοτεχνία.
Άλλωστε, ένα έργο νήμα που διατρέχει το βιβλίο, συνυφασμένο με τα προηγούμενα, είναι η δημιουργία: θεϊκή και ανθρώπινη – προπάντων λογοτεχνική, κατ' εικόνα θα έλεγα της θεϊκής. Σας διαβάζω την ιστορία που τιτλοφορείται «Ο μύθος για τα βουνά»:
Ο θεός στην αρχή του χρόνου, όταν έφτιαξε τον κόσμο, προτού δημιουργήσει τον άνθρωπο, έπλασε τα βουνά, στα οποία έδωσε ζωή δίχως θάνατο. Τις πρώτες χιλιετίες όλη η γη σειόταν από τις περιπέτειες των βουνών. Αγαπούσαν και μισούσαν, ποθούσαν και πολεμούσαν, μετακινούνταν και γνώριζαν τον κόσμο όλο. Σιγά σιγά όμως τους έφευγε εκείνη η πρώτη ζωντάνια. Λίγο πολύ ό,τι ήταν να ζήσουν το είχαν ζήσει και δεν υπήρχε κάτι να τα πιέζει, θεωρούσαν ότι είχαν, και είχαν, το χρόνο σύμμαχο. Υπήρχε καιρός για οτιδήποτε. Οι έρωτες ξεθώριασαν και τα πάθη έσβησαν. Τα πάντα μοιραία συντρίβονται στον άπειρο χρόνο. Ο δημιουργός, απογοητευμένος από το έργο του, θέλησε να κάνει άλλη μια προσπάθεια και έπλασε τον άνθρωπο, στον οποίο δώρισε τη φθορά και το θάνατο. Όσο για τα βουνά, ζουν πια στην αιώνια λήθη. Παγωμένα στέκουν. Και αν καμιά φορά κάποιο από αυτά θυμηθεί κάτι και πάει να σαλέψει, η ανία το ακινητοποιεί.
Εδώ, ακούω κάμποσα διαφορετικά πράγματα, ανάμεσα σε πολλά άλλα που θα ακούσουν άλλοι αναγνώστες: το τέλος μιας πρωταρχικής δημιουργίας μέσα στην οποία τα βουνά είχαν την ικανότητα να αγαπούν, να σμίγουν, να συνομιλούν - ή να μαλώνουν (θυμηθείτε το δημοτικό τραγούδι: Ο Όλυμπος και ο Κίσσαβος τα δυο βουνά μαλώνουν)· ίσως την κατάρρευση του παμπάλαιου μυθολογικού και λαϊκού πολιτισμού που είχε το χάρισμα να βλέπει με αυτόν τον τρόπο τα βουνά· ίσως τη μελαγχολική σιωπή μιας φύσης που, έχοντας πάψει να είναι ένα ζωντανό πρόσωπο για τους ανθρώπους, βυθίζεται «στην αιώνια λήθη» και στην «ανία». Προπάντων όμως αφουγκράζομαι ένα μεταφυσικό μοτίβο: την εγγενή ατέλεια της θεϊκής δημιουργίας – και συνακόλουθα της ανθρώπινης – όπως τη φανερώνει η εικόνα του δημιουργού, ο οποίος «απογοητευμένος από το έργο του [...] κάνει άλλη μια προσπάθεια και [πλάθει] τον άνθρωπο [...] δωρίζ[οντάς του] τη φθορά και το θάνατο». Ωστόσο, είναι τάχα απολύτως σίγουρο πως μια ζωή που γνωρίζει φθορά και θάνατο είναι προτιμότερη από τη ζωή χωρίς θάνατο που χαρίστηκε στα βουνά (τα «καλότυχα βουνά» που «δε φοβούνται Χάρο», λέει ο δημοτικός τραγουδιστής); Στο βάθος, δεν είναι και οι δύο εξίσου ατελείς;
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΦΑΛΜΑ
Το ερώτημα φέρνει στον νου μου μιαν ακόμα ιστορία – για τη λογοτεχνική, τούτη τη φορά, δημιουργία. Ένας συγγραφέας ποθεί να δημιουργήσει ένα έργο «αξεπέραστο». Όμως δεν καταφέρει ποτέ να μείνει ευχαριστημένος από τα γραπτά του· αυτός, αντίθετα από τους κριτικούς, που μένουν εντυπωσιασμένοι, γνωρίζει τις αδυναμίες του. Σιγά σιγά «διαισθάν[εται] ότι δομικός λίθος της δημιουργίας είναι το σφάλμα» (υπογραμμίζω). Και «παρατώντας για πάντα το προσχέδιό του», χαμογελάει με τη σκέψη «ότι ίσως από τα ίδια στάδια να πέρασε και ο θεός» («Από το άπειρο στο μηδέν»).
Ιδού ολοκάθαρα πώς μια ιστορία συνομιλεί με μιαν άλλη – με πολλές άλλες: για παράδειγμα με την ιστορία ενός ανθρώπου, ο οποίος στήνει «μια παράξενη πολιτεία καμωμένη εξολοκλήρου από λέξεις» και που, διαπιστώνοντας το «σφάλμα» (αυτή τη λέξη διαλέξει ξανά ο συγγραφέας), βάζει φωτιά στην πόλη του και φεύγει, αυτός ο άγνωστος άνθρωπος, αφήνοντας στη θέση του έναν εξίσου άγνωστο αφηγητή, που συμπεραίνει: «Δεν ξέρω τι απέγινε αυτός. Δεν ξέρω τις απέγιναν οι λέξεις. Ξέρω μόνο πως τη στιγμή που άναψε το σπίρτο έφτασε την τέχνη του στα άκρα» («Μια παράξενη πολιτεία»).
Μίλησα για άγνωστο ήρωα και άγνωστο αφηγητή. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σε όλες σχεδόν τις ιστορίες, το κεντρικό πρόσωπο μένει ανώνυμο. Απλώς είναι «κάποιος», δηλαδή δυνάμει ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, ένας από εμάς. Και επειδή μέσα σε έναν άνθρωπο ενυπάρχουν όλοι οι άνθρωποι ή, αν προτιμάτε, ο άνθρωπος, αυτή η ανωνυμία συμβάλλει επίσης στην κοσμογονική, συμπαντική διάσταση που αποκτούν αρκετές ιστορίες του Χουλιαρά, όπως το διαπιστώσαμε στον «Μύθο για τα βουνά)». Σας διαβάζω «Την πρώτη πρώτη στιγμή»:
Την πρώτη πρώτη στιγμή αντίκρισε μια άμορφη μάζα βυθιζόμενη σε μια περίεργη θάλασσα. Ένα σύμπαν διαστελλόμενο, που με τον καιρό σχηματοποιούνταν και μεταμορφωνόταν σε ένα αλλόκοτο πλάσμα, που όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου ξεβράστηκε σε μια παράξενη ακτή. Και αντίκρισε αυτό το πλάσμα να κλαίει και να γελά, να μεγαλώνει, να πονά και να ερωτεύεται, να αγκαλιάζει και να αγκαλιάζεται, να μελαγχολεί και να ελπίζει, να βαριέται, να γερνά και να μαζεύει. Και αντίκρισε ξαφνικά το πλάσμα να σωριάζεται και τη θερμοκρασία του να πέφτει και χώμα να το σκεπάζει. Και αντίκρισε τα μέρη του να εξαφανίζονται και να αφομοιώνονται από το χώρο, μέχρι που δεν έμεινε ούτε ένας κόκκος να το θυμίζει. Και μιας και ό,τι αντίκριζε μέχρι τότε είχε πάψει να υπάρχει, και μιας και δεν είχε πού αλλού να κοιτάξει, στράφηκε προς το σύμπαν, και τότε για πρώτη φορά είδε.
Ερώτημα μετα-φυσικό: Ποιος, όταν όσα αντίκριζε έπαψαν να υπάρχουν, «για πρώτη φορά είδε»; Σχολιάζοντας αυτή τη, βιβλικών τόνων, ιστορία, ο Βασίλης Χουλιαράς μου είπε ότι, στη δική του σκέψη, είναι ένας άνθρωπος που κατορθώνει να απεγκλωβιστεί από το ασφυκτικό «εγώ» του. Αλλά ποιος από εμάς το κατορθώνει εντελώς – παρεκτός κι αν γίνει θεός; Και άραγε ο συγγραφέας ξέρει όλα όσα έχει βάλει μέσα στις ιστορίες του ή όσα αυτές μπορούν να εμπνεύσουν στους άλλους; Η προσωπική μου πείρα μου λέει όχι. Για μένα, πάντως, το μυστήριο μένει ακέραιο.
Χωρίς αμφιβολία, τούτο το βιβλίο θησαυρίζει αληθινή οδύνη – οδύνη δημιουργίας, οδύνη ζωής. Όμως, τι περίεργο, τώρα που κατάφερα ίσως να προχωρήσω πιο βαθιά στα σκοτεινά του μονοπάτια, αισθάνομαι ξανά την αγαλλίαση που δοκίμασα όταν το πρωτοδιάβασα: εκείνη που μας χαρίζει η γνήσια τέχνη, ακόμα και στις πιο ζοφερές στιγμές της. Θα το νιώσετε κι εσείς, πιστεύω, όταν φτάσετε στην τελευταία ιστορία («Κάποιος πέφτει για ύπνο»): Ένας άνθρωπος βλέπει στον ύπνο του ένα βιβλίο που τον μαγεύει· το διαβάζει μέχρι την τελευταία σελίδα, «βέβαιος ότι πρόκειται για ένα αριστούργημα». Ξυπνώντας, κάθεται αμέσως στο γραφείο του για να αποτυπώσει κάποιες φράσεις από την πρώτη σελίδα – τις μόνες που θυμάται. Το όνειρό του και η προσπάθειά του να καταγράψει στον ξύπνο του το βιβλίο, επαναλαμβάνονται αρκετές φορές. Δεν μπορεί πια «να διώξει την ιδέα ότι κάτι απόκοσμο τον έχει επιλέξει να φέρει στο φως αυτό το μαγικό και παράξενο βιβλίο [...] η συγγραφή ή, ίσως καλύτερα, η αντιγραφή [του οποίου] γίνεται η ζωή του ολόκληρη». Λίγο λίγο το βιβλίο ολοκληρώνεται – πάντα μέσα στον ύπνο. «Το διαβάζει άλλη μια φορά μαγεμένος». Ώσπου – καταλήγει η ιστορία – «ξυπνά, αισθανόμενος ακόμα το μεγαλείο του βιβλίου και έχοντας στο μυαλό του καρφωμένες κάποιες φράσεις από την πρώτη σελίδα...».
Λυπάμαι που αυτός ο σκελετός είναι αδύνατο να φανερώσει τη μαγεία της γραφής του Χουλιαρά. Ωστόσο, είδατε φαντάζομαι τη συμμετρία αυτού του τέλους με την ιστορία της αρχής. Βασίλη, σου εύχομαι να γράψεις ακόμα κάποιες φράσεις από την πρώτη, μπορεί και από τη δεύτερη, ποιος ξέρει, ίσως και από την τρίτη σελίδα. Και, προπαντός, τώρα που έμαθες πως το βιβλίο που ονειρεύτηκες θα μένει εσαεί ημιτελές και ανολοκλήρωτο, μην μπεις στον πειρασμό να κάψεις την «πολιτεία από λέξεις» που άρχισες να χτίζεις, ελπίζοντας πως έτσι θα «[φτάσεις] την τέχνη [σου] στα άκρα». Πίστεψέ με, η αναπόδραστη ατέλεια των έργων μας είναι γονιμότερη.
1.2 Οι λογοτεχνικοί τόποι στα διηγήματα του Βασίλη Χουλιαρά - Διώνη Δημητριάδου
Έχοντας διαβάσει πρώτα τη δεύτερη κατά σειρά έκδοσης συλλογή διηγημάτων του Βασίλη Χουλιαρά «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν» (εκδόσεις Μελάνι) πήρα στα χέρια μου με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις «Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο» (εκδόσεις Γαβριηλίδης), συλλογή με την οποία ο συγγραφέας μάς είχε συστηθεί λίγα χρόνια πριν. Είναι άραγε στο ίδιο ύφος; Υπάρχει κάποια εξελικτική πορεία από τα πρώτα στα δεύτερα σχεδιάσματα ιστοριών;
«Κάτι μοιάζει να υπάρχει εκεί έξω το οποίο θέλει να ειπωθεί, μα όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να βρω τα λόγια, ίσως γιατί δεν είναι τα λόγια ο τρόπος του» (Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν)
Οι ιστορίες του Βασίλη Χουλιαρά περιβάλλονται από μια αύρα που δεν μπορείς να την προσδιορίσεις εύκολα. Δεν είναι ακριβώς το (ευπώλητο) μυστήριο αλλά ούτε και το ασαφές και αόριστο. Είναι περισσότερο ένα ερώτημα που μένει αναπάντητο, γιατί όσες απαντήσεις και να δώσει (η λογοτεχνία εν προκειμένω) πάντα θα έχεις την αίσθηση ότι κάτι λείπει. Αδυναμία του ανθρώπου να γνωρίσει τον κόσμο μέσα στον οποίο βρίσκεται; Στην ουσία αδυναμία ή σκόπιμη αδιαφορία να δοθεί μια απάντηση από τον κόσμο που τον περιβάλλει. Μάλλον ασύμβατοι οι δύο κόσμοι. Έτσι ο άνθρωπος παραμένει με το ερώτημα, ενώ ο κόσμος γύρω του συνεχίζει την πορεία του.
Οι ήρωες του Βασίλη Χουλιαρά θα επιθυμούσαν να σταθούν με σιγουριά στη ζωή και μόνο να βιώνουν την ελάχιστη διαφυγή στο όνειρο. Όμως από τη μια έχουμε το όνειρο μέσα στη ζωή, από την άλλη τη ζωή μέσα στο όνειρο και τον ήρωα να βρίσκεται εν απορία στο ανάμεσα. Αναπόφευκτα νιώθεις μια έλξη, μια γοητεία να σου ασκείται από τις λογοτεχνικές αυτές φιγούρες.
Συχνά οι συγγραφείς με το γράψιμό τους αποκαλύπτουν τα πρότυπά τους, τα διαβάσματά τους. Υπάρχει όμως μια διαφορά στο πώς αντιμετωπίζουν τις επιρροές που δέχονται. Οι γνήσιοι γραφιάδες εμπεριέχουν τα πρότυπά τους (να μη μας ξαφνιάσει και η περίπτωση να αγνοούν ως συνειδητή την επίδραση πάνω τους) ενώ οι ψευδεπίγραφοι απλώς τα μιμούνται, φυσικά ανεπιτυχώς. Στα διηγήματα του Βασίλη Χουλιαρά εντοπίζω, απολύτως ενσωματωμένους στο ύφος του συγγραφέα με αυθεντική συμπόρευση, τους λογοτεχνικούς τόπους:
του Κάφκα
Κάποιος έχασε το τρένο. Βιαζόταν να φτάσει στον προορισμό του, και έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, πήρε το αμέσως επόμενο, το οποίο ατυχώς πήγαινε σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που ήθελε ο ήρωάς μας. Δυο απανωτές αποτυχίες δεν μπορούσε να τις αντέξει. Έτσι προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι εξαρχής στο δεύτερο σημείο ήθελε να πάει. Το επανέλαβε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τόσες φορές, που όταν έφτασε στον τελικό σταθμό, με καμάρι και βλέμμα νικητή, κοίταξε το τοπίο και χάρηκε που επιτέλους πραγμάτωσε το σκοπό του. Ίσως στην επιλογή των τρένων να μην ήταν ο καλύτερος, αλλά εδώ αναμφίβολα είχε ένα ταλέντο. (Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο)
του Μπόρχες
[...]το χωριό από τότε έπαψε να υπάρχει. Στη θέση του δεσπόζει εκείνη η μεγάλη λίμνη στα νότια της χώρας. Όλοι οι συγχωριανοί μου πνίγηκαν κι ο μόνος επιζών είμαι εγώ. Ποιος ξέρει γιατί. Ίσως γιατί κάποιος έπρεπε να μείνει να διηγηθεί αυτή την ιστορία. (Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο)
ακόμη και του δικού μας Κώστα Καρυωτάκη
[...]τελευταία φορά που γράφω κείμενο και δεν ελέγχω την ορθογραφία, σκέφτηκε και κάτι σαν γέλιο πήγε να ανεβεί, μα δεν έφτασε ποτέ στο στόμα του. στον λάρυγγα σταμάτησε. Το εμπόδισε το σκοινί. (Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο)
Αυτές οι μικρές ιστορίες, και στις δύο συλλογές διηγημάτων, ακροβατώντας ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό (σε κάποιες δύσκολα ξεχωρίζεις την αλήθεια από το ψέμα της λογοτεχνίας) αναδεικνύουν ήρωες που και με ένα μόνο ανεπαίσθητο βήμα τους κινδυνεύουν να βρεθούν «έξω του κόσμου τούτου», όχι όμως σαν κάτι το εξωγήινο ή το εξωανθρώπινο. Μάλλον - ξαφνιασμένοι κι αυτοί- τολμούν να κάνουν κάτι που κάποιοι μόνο ονειρεύονται ή παθαίνουν κάτι που άλλοι σκιάζονται ακόμη και να το σκεφτούν. Οι ανθρώπινες φιγούρες θαρρείς και ξέφυγαν από τις μικρές ιστορίες πριν τον ύπνο και ξανοίχτηκαν στο αρχιπέλαγος Φουάν χωρίς εφόδια. Μόνο με την αίσθηση της τραγικότητας να τους δείχνει το 'άφευκτον' της πορείας.
«Όλοι γνωρίζουμε ότι Θεός δεν υπάρχει. Όμως αυτός δεν ξέρει πως έχουμε μάθει την αλήθεια και συνεχίζει να σουλατσάρει έξω από τα σπίτια μας. Θα μπορούσα να βγω απόψε, να του το σφυρίξω και να τον εξαφανίσω. Μα τα βήματά του εκεί έξω είναι κάποια βράδια που μου κρατάνε συντροφιά». (Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν)
1.3 Λέσχη ανάγνωσης Ιανουαρίου: 7 + 1 βιβλία - Γιάννης Παπαγιάννης
...Ευχάριστη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη που θα καταπιαστεί με αυτό το μικρό βιβλίο, καθώς ο 40χρονος συγγραφέας, στην πρώτη του αυτή συλλογή διηγημάτων, αποφεύγει το καθιερωμένο και το κοινότοπο κι εμπιστεύεται περισσότερο τον προσωπικό συγγραφικό του κόσμο και λιγότερο την τυποποιημένη φόρμα επάνω στην οποία γράφουν σχεδόν όλοι οι σύγχρονοι διηγηματογράφοι. Οι καφκικές καταβολές του δεν οδηγούν κατ ανάγκη σε ζοφερή ατμόσφαιρα, αφού ο στόχος της διηγηματογραφίας μοιάζει να είναι ειρηνικότερα φιλοσοφικός και τείνει μάλλον να οδηγήσει τον αναγνώστη σε σκέψεις επί συγκεκριμένων θεμάτων παρά να παρουσιάσει μία φοβική, πέραν ερμηνειών, εικόνα. Ο Βασίλης Χουλιάρας ωστόσο δεν κάνει το λάθος να τοποθετηθεί «ιδεολογικά» ή να οδηγηθεί σε ίσως άστοχες φιλοσοφικές φλυαρίες. Οι πολύ σύντομες ιστορίες που καταθέτει, δωρικές, χωρίς φιλολογικά στολίδια, ενεργοποιούν τη σκέψη του αναγνώστη χωρίς να οδηγούν σε συμπεράσματα. Η γλωσσική λιτότητα βοηθάει σε αυτόν ακριβώς τον στόχο, που φαίνεται συνειδητός από την πλευρά του συγγραφέα, να οδηγήσει τον αναγνώστη στην εξαγωγή κάποιας δικιάς του «θέσης». Χαρακτηριστικό το «ένα έθιμο», από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής και σίγουρα εκείνο που μένει περισσότερο στη μνήμη όταν τελειώσει το βιβλίο. Εκεί ο Βασίλης Χουλιάρας παρουσιάζει ως αφηγηματικό άξονα το, φανταστικό υποθέτω, έθιμο μιας πόλης, όπου τα μνήματα των κατοίκων κατασκευάζονται μόλις γεννηθεί ο άνθρωπος, ενώ καταστρέφονται όταν πεθαίνει..."
1.4 Για το βιβλίο «Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο» – Σπύρος Παύλου
Διαβάζοντας το βιβλίο «ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΥΠΝΟ» του Βασίλη Χουλιαρά, αντιλαμβάνεσαι πέραν της ενδιαφέρουσας θεματικής του, την ικανότητα του συγγραφέα να είναι απόλυτος κυρίαρχος του υλικού του, δηλαδή τη γλωσσική επάρκειά του, τον τρόπο εφαρμογής της στην αφήγηση, τη γνώση του ξεδιπλώματος της ιστορίας και κυρίως το αρχιτεκτονικό σχέδιο οικοδόμησης του μυθοπλαστικού κόσμου. Αν και φαίνονται κοινότυπα και προφανή τα παραπάνω, είναι, απ' όσο μπορώ να γνωρίζω, δυσεύρετα στον σύγχρονο ελληνικό λογοτεχνικό χώρο. Λίγα είναι τα λογοτεχνικά κείμενα όπου ο συγγραφέας κατά την εξέλιξη της ιστορίας δεν αμφιταλαντεύεται, δεν αμφιβάλλει και παρεκκλίνει από το αφηγηματικό κέντρο, με αποτέλεσμα να περιττολογεί, να παλινδρομεί, να παραμένει στάσιμος, ώστε στο τέλος να εγκαταλείπει τα όπλα και να παραδίνεται στην έλλειψη τακτικής και στρατηγικής, αδυναμία η οποία δηλώνεται ως από μηχανής αφηγηματικό εύρημα, που δίνει μια επίφαση πρωτοτυπίας, αλλά κατά βάθος είναι η ομολογία αδυναμίας του συγγραφέα, του οποίου η ανάγκη εκφραστικής απελευθέρωσης γίνεται καταναγκασμός.
Ότι ο Βασίλης Χουλιάρας είναι γνώστης του λογοτεχνικού παιγνιδιού αποτυπώνεται με την απλότητα, την ευχέρεια και τον χειρισμό του λόγου πάνω απ' όλα. Γνωρίζει τον δρόμο που θα τον οδηγήσει στην κορύφωση της ιστορίας και με τεχνική και οικονομική αφηγηματική ευχέρεια να φτάσει στην αποτύπωση του προσωπικού λογοτεχνικού τοπίου. Ως εξαιρετικός ανιχνευτής λογοτεχνικών ατραπών, δίχως γλωσσικούς εντυπωσιασμούς, με αφηγηματική λιτότητα, αποκαλύπτει τον πυρήνα της λογοτεχνικής διαπραγμάτευσης του κόσμου. Η επιλογή αυτού του τρόπου γραφής κάνει τις ιστορίες ελκυστικές, απρόβλεπτες, ταυτόχρονα υπαρξιακές και φιλοσοφικές. Ιστορίες απαλλαγμένες από κάθε αυτάρεσκες λεξιλαγνικές φλυαρίες άνευ περιεχομένου, από πανηγυρικούς σημαιοστολισμούς της ματαιοδοξίας του συγγραφέα. Ιστορίες με την υποστήριξη της αυθεντικότητας του συγγραφικού ύφους και την ακρίβεια της διηγηματικής δεξιότητας, αναδεικνύουν ένα βιβλίο που αξίζει να βρεθεί στο κέντρο της προσοχής μας. Άλλωστε η αποκάλυψη του σκοτεινού κόσμου της ύπαρξης μόνο με ηλιόλουστες εκμυστηρεύσεις μπορεί να πραγματοποιηθεί.
1.5 Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο – Χρήστος Κορέλας
(Χωρίς κείμενο)
|
| Επιπλέον Κείμενο: |
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΦΟΥΑΝ
2.1 Μια κριτική προσέγγιση στη συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν» του Βασίλη Χουλιαρά από τις εκδόσεις Μελάνι - Διώνη Δημητριάδου
«Κάτι μοιάζει να υπάρχει εκεί έξω το οποίο θέλει να ειπωθεί, μα όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να βρω τα λόγια, ίσως γιατί δεν είναι τα λόγια ο τρόπος του»
θα διαπιστώσει ένας από τους ήρωες του Βασίλη Χουλιαρά δίνοντας έτσι τον απαραίτητο ιστό για να συνδεθούν τα δεκαεπτά διηγήματα, που με πρώτη ματιά φαίνονται ετερόκλητα. Αυτό που «υπάρχει εκεί έξω» αναλαμβάνει η λογοτεχνία να το βάλει σε λέξεις, κι ας το ξέρει πως «δεν είναι τα λόγια ο τρόπος του». Η λογοτεχνία όμως, όπως άλλωστε και κάθε άλλη μορφή τέχνης, παίρνει αφορμή από αυτό το ανείπωτο και δίνοντάς του τη μορφή που επινοεί το προτείνει σε μας, όχι ως δεδομένο στην ερμηνεία του αλλά ανοιχτό στις προσλαμβάνουσες που θα δημιουργήσει. Από κει και πέρα λογίζεται και η προσφορά της, δηλαδή να κατορθώνει να θέτει ερωτήματα, που όσο πιο πλατιά μπορούν να απαντηθούν τόσο και μεγαλώνει η αξία της.
Οι ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν αυτό φιλοδοξούν να πετύχουν, να ανοίξουν τον διάλογο με τον αναγνώστη, να συνομιλήσουν με το παράξενο της ζωής περιγράφοντας κάποιες από τις εικόνες του. Ωστόσο δεν πρόκειται για ιστορίες με έκδηλο το παράδοξο στοιχείο. Όχι. Ξεκινούν όλες με τόσο γήινα υλικά, σαν αυτά που εύκολα σε παρασέρνουν να πεις πως ο τίτλος της συλλογής δεν ταιριάζει με το περιεχόμενο. Κι όμως προχωρώντας στην ανάγνωση ανακαλύπτεις πως αυτές οι μικρές ιστορίες ακροβατώντας ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό (σε κάποιες δύσκολα ξεχωρίζεις την αλήθεια από το ψέμα της λογοτεχνίας) αναδεικνύουν ήρωες που και με ένα μόνο ανεπαίσθητο βήμα τους κινδυνεύουν να βρεθούν «έξω του κόσμου τούτου», όχι όμως σαν κάτι το εξωγήινο ή το εξωανθρώπινο. Μάλλον -ξαφνιασμένοι κι αυτοί- τολμούν να κάνουν κάτι που κάποιοι μόνο ονειρεύονται ή παθαίνουν κάτι που άλλοι σκιάζονται ακόμη και να το σκεφτούν.
Οι ήρωες του Χουλιαρά, μοναχικοί ταξιδιώτες της ζωής, αναζητούν μια απάντηση. Άλλοτε ψάχνουν το νόημα μιας σχέσης σε ονειρικό ή πιο ρεαλιστικό τοπίο, άλλοτε αποπειρώνται να καταργήσουν τους φυσικούς νόμους (γιατί αλήθεια ο άνθρωπος να μην πετάει όπως τα πουλιά;) ή πάλι βρίσκονται αντιμέτωποι με τα όρια αντοχής του εαυτού τους αφημένοι στο απειλητικό περιβάλλον του άγνωστου νησιού του αρχιπελάγους Φουάν. Στις πιο απαιτητικές ιστορίες βυθίζονται βαθύτερα στον κόσμο των ερωτήσεων αναζητώντας νόημα ζωής, σχολιάζοντας το μέγεθος της ελευθερίας του μυθικού Σίσυφου ή, πιο τραγικά, βρισκόμενοι αντιμέτωποι με θεμελιακά φιλοσοφικά ερωτήματα θεολογικού περιεχομένου. Στο συγκλονιστικό διήγημα «Συγχώρεση» ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τον Θεό θα φτάσει να δώσει αυτός συγχώρεση στο ανίσχυρο πια και άναυδο ανώτερο ον, αφήνοντας στην άκρη όλες τις απόπειρες της λογοτεχνίας να θέσει θεολογικά ζητήματα περί ύπαρξης ή όχι μιας ανώτερης οντότητας, περί ορθότητας ή μη των δογμάτων. Όλα αυτά τόσο ανούσια και άνευρα μπροστά στον άνθρωπο που θα πει:
«στο τέλος ό, τι απομένει είναι μία και μόνο μαύρη αλήθεια: ο κόσμος που εκείνος επεφύλαξε σε εμένα δεν ήταν παρά ένας κόσμος βίας, αδικίας και κακίας…πάτερ, από τα βάθη της ψυχής μου το λέω, σίγουρα Τον συγχωρώ».
Σε έναν κόσμο, όμως, που όλα τίθενται εν αμφιβόλω, που κάθε βεβαιότητα μοιάζει να περιγελά την ύπαρξή της, ποιος είναι άραγε ο χώρος για να σταθούν αυτοί οι ήρωες; Έτσι, τους βλέπουμε να διασχίζουν τη ζωή τους σαν μοναχικοί περιπατητές σε δρόμους ψυχής. Γιατί το νιώθει ο αναγνώστης πως οι ήρωες αυτοί μοιάζουν περισσότερο με τους ηθοποιούς που υποδύονται τον χαρακτήρα ενός έργου για ένα πρόσωπο. Μόνοι απέναντι στον ρόλο που κλήθηκαν να παίξουν, με όλα τα ερωτήματα μπροστά τους να ζητούν το ελάχιστο: μια απάντηση. Όπως ο Σίσυφος στην ιστορία «Ο βράχος και το βουνό», που όλα μέσα του ξεκαθαρίζουν
«καθώς αντιλαμβανόταν πλήρως το μάταιο της πράξης του και την απάτη που του είχαν στήσει οι θεοί»
και παίρνει πια τα ηνία αυτός δίνοντας μόνος του την απάντηση στο ερώτημα τι συμβαίνει επιτέλους εδώ και γιατί γίνονται όλα αυτά.
Δανείζομαι σ' αυτό το σημείο τη σκέψη του Μπόρχες, που επιχειρώντας να δώσει τη δική του ερμηνεία για τον μίτο του μύθου και τον λαβύρινθο γράφει:
«Σήμερα εξακολουθούμε να μη ξέρουμε αν μας περιβάλλει ένας λαβύρινθος, ένα μυστικό σύμπαν ή ένα επικίνδυνο χάος. Το ευτυχές μας χρέος είναι να φανταζόμαστε ότι υπάρχει ένας λαβύρινθος και ένας μίτος. Αυτόν το μίτο δε θα τον βρούμε ποτέ· ίσως τον συναντάμε και τον χάνουμε σε μια πράξη πίστης, σε μια αρμονία, σ' ένα όνειρο, στις λέξεις που ονομάζονται φιλοσοφία, ή, πολύ απλά, στην απέριττη ευτυχία» (Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ο μίτος του μύθου», Άπαντα πεζά, μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη, εκδόσεις Ελληνικά γράμματα).
Στα διηγήματα του Βασίλη Χουλιαρά επιχειρείται μια ανίχνευση πορείας σ' αυτόν τον άγνωστο λαβύρινθο. Ερωτήματα προκύπτουν, μοναχικές απαντήσεις δίνονται από τους ήρωες που αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να αφεθούν στη ματιά των άλλων αλλά θα πρέπει να δουν τον κόσμο με τα δικά τους μάτια, γιατί διαφορετικά μοιάζουν με κάποιον που
«θέλοντας να μάθει για τη σελήνη, αντί να κοιτάξει προς τα πάνω, σκύβει να δει το αντιφέγγισμά της στη θάλασσα, η οποία πότε μοιάζει να ηρεμεί και πότε είναι μανιασμένη».
Ωστόσο, η ζωή είναι σαν ένα βιβλίο.
«Μπορεί για όλους μας να είναι γραμμένο, όμως ξεχωριστά απ' τον καθένα περιμένει να διαβαστεί».
Και είναι εκείνο το κομβικό σημείο που ο ανίσχυρος μπροστά σε ανώτερες δυνάμεις άνθρωπος θα αποκτήσει την ελευθερία των κινήσεων και ως τραγικός πια ήρωας της δικής του ζωής θα κάνει τα πρώτα αποκλειστικά δικά του βήματα, με τη γνώση πως ίσως είναι και τα τελευταία.
Η λογοτεχνία προσφέρει τη μέγιστη τέρψη στον αναγνώστη της, και αυτό δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση. Όταν, όμως, δίνει και έναυσμα για προβληματισμό, τότε μπορούμε να μιλάμε για μια υψηλότερη εκδοχή της. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι απαιτείται μεγαλύτερο δείγμα γραφής, καθόσον είναι δύσκολο να χωρέσει η αναλυτική σκέψη στο μικρό σε έκταση έδαφος των ολιγοσέλιδων διηγημάτων. Σωστό αυτό βέβαια. Πάντως ο σπόρος της αμφιβολίας για τα θεωρούμενα δεδομένα ρίχνεται και μέσα σε κείμενα λίγων λέξεων. Κάτι τέτοιο γίνεται κι εδώ.
Και κάτι τελευταίο που αφορά τη γραφή του Βασίλη Χουλιαρά. Επισημαίνεται κάποια αμηχανία μερικές φορές στην επιλογή μιας ενιαίας μορφής στην εκφορά του λόγου. Αλλά πόσο εύκολα το ξεχνάς, όταν επανεκτιμάς την ικανότητα του συγγραφέα να βάζει στις σωστά επιλεγμένες ελάχιστες λέξεις ένα περιεχόμενο όπως αυτό εδώ:
«Όλοι γνωρίζουμε ότι Θεός δεν υπάρχει. Όμως αυτός δεν ξέρει πως έχουμε μάθει την αλήθεια και συνεχίζει να σουλατσάρει έξω από τα σπίτια μας. Θα μπορούσα να βγω απόψε, να του το σφυρίξω και να τον εξαφανίσω. Μα τα βήματά του εκεί έξω είναι κάποια βράδια που μου κρατάνε συντροφιά».
Λογοτεχνία που φιλοσοφεί ή μήπως λογοτεχνία που απλώς απευθύνεται σε αναγνώστες που ψάχνουν κάτι περισσότερο από μια περιστασιακή απόλαυση; Η αλήθεια είναι ότι αυτό το αρχιπέλαγος Φουάν περιμένει εκεί έξω για όποιον θα τολμούσε να πλεύσει στα φαινομενικά ήρεμα νερά του.
2.2 Φουάν, όπως Τέχνη - Ελένη Καρβέλη
Στα 1996, ο μεγάλος ιστορικός του εικοστού αιώνα Eric Hobsbawm, σε διάλεξή του στο Σάλτσμπουργκ συζήτησε το θέμα: «Που πηγαίνουν οι τέχνες;» (Eric J. Hobsbawm, Θρυμματισμένοι καιροί. Κουλτούρα και κοινωνία στον 20ό αιώνα, μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Θεμέλιο, Αθήνα 2013).
Μεταξύ άλλων είπε και τα εξής:
«Εκείνο που χαρακτηρίζει τις τέχνες στον αιώνα μας είναι η εξάρτησή τους και ο μετασχηματισμός τους από μια ιστορικά μοναδική τεχνολογική επανάσταση, ιδιαίτερα από τις τεχνολογίες της επικοινωνίας και της αναπαραγωγής. […] Η παλιά αστική κοινωνία ήταν η εποχή του διαχωρισμού στις τέχνες και την υψηλή κουλτούρα. Όπως κάποτε η θρησκεία, η τέχνη ήταν "κάτι ανώτερο", ή ένα βήμα προς κάτι ανώτερο: δηλαδή την "κουλτούρα". Η απόλαυση της τέχνης οδηγούσε σε πνευματική βελτίωση και ήταν ένα είδος ευλαβικής δραστηριότητας, είτε ιδιωτικά, όπως η ανάγνωση, είτε δημόσια, στο θέατρο, στην αίθουσα των συναυλιών, στο μουσείο. […] Διαχωριζόταν ξεκάθαρα από την καθημερινή ζωή και από την απλή "διασκέδαση" […]. Αυτό το είδος καλλιτεχνικής εμπειρίας υπάρχει ακόμα, ασφαλώς […]. Αλλά […] δεν είναι πια, τουλάχιστον για τη νεότερη γενιά, η τυπική πολιτιστική εμπειρία. Το τείχος μεταξύ κουλτούρας και ζωής, μεταξύ δέους και κατανάλωσης […] καταρρέει […]. Στα τέλη του 20ου αιώνα το έργο τέχνης όχι μόνο πνίγηκε μέσα στην πληθώρα των λέξεων, των ήχων και των εικόνων […], αλλά επίσης εξαφανίστηκε μέσα στη διάλυση της αισθητικής εμπειρίας σε μια σφαίρα όπου είναι αδύνατο να διακρίνουμε ανάμεσα σε αισθήματα που αναπτύχθηκαν εντός μας και αισθήματα που μεταφέρθηκαν εκεί απ' έξω. Στις περιστάσεις αυτές, πώς μπορούμε να μιλάμε για τέχνη; […] Ο ρόλος των ζωντανών τεχνών ή, ακόμα, και η συνέχεια της ύπαρξής τους στον 21ο αιώνα θα παραμείνουν αβέβαια…».
Προέβλεψε, λοιπόν, ο Hobsbawm τον πιθανό θάνατο της τέχνης, όχι επειδή θα περιέλθουμε σε μια κατάσταση βαρβαρότητας, αλλά για τον αντίθετο λόγο: επειδή η τεχνολογία της αναπαραγωγής θα καταστήσει την τέχνη κάτι το εξαιρετικά κοινό, ώστε να απωλέσει την ιερότητά της. Και πράγματι: Σε έναν κόσμο όπου οι πάντες γράφουν και εκδίδουν στο Διαδίκτυο, ποιος είναι ο συγγραφέας τελικά; Και ποιος είναι ο αναγνώστης; Διότι τι θα διαβάζει κανείς και για ποιον λόγο;
Έτσι, σε κάθε νέο έργο που κυκλοφορεί, τίθεται εκ νέου το ερώτημα αν δικαιούται τον χαρακτηρισμό της τέχνης. Θα ήθελα να αποδείξω ότι ο Βασίλης Χουλιαράς είναι όχι απλώς τεχνίτης, αλλά και καλλιτέχνης.
Ας αρχίσουμε από τον τεχνίτη. Ο Βασίλης ο Χουλιαράς προτιμά τη μικρή φόρμα: διηγήματα, όχι όμως απόλυτα ρεαλιστικά με αναγνωρίσιμο ήρωα, χώρο και χρόνο. Τα κείμενα στο Αρχιπέλαγος Φουάν φλερτάρουν με την ποίηση. Πολύ μικρά, συμπυκνωμένα, ελλειπτικά και υπαινικτικά. Θυμίζουν παραβολές επίσης και σχεδόν όλα παίζουν με τον αναγνώστη: Τον οδηγούν προς μια κατεύθυνση, στο τέλος, όμως, όλα ανατρέπονται. Το εξωτερικό πλαίσιο φαίνεται πραγματικό (μια φυλακή, ένας Δον Μπαζίλιο, η διασταύρωση Σκουφά και Ομήρου, οι Πάπες της Ρώμης και της Αβινιόν, παπάδες, γλύπτες, τουρίστες και συγγραφείς). Γρήγορα συνειδητοποιεί ο αναγνώστης ότι όλα αυτά λειτουργούν παραπλανητικά. Οι ήρωες, ανώνυμοι και επώνυμοι, θα μπορούσαν να είναι ο καθένας μας. Τα τοπία ίσως είναι εσωτερικά. Κάποτε δεν ξέρεις αν ζεις ένα όνειρο ή μια παραίσθηση. Η φύση, ανύπαρκτη εντελώς. Κινούμαστε σε ένα σύμπαν αποκλειστικά ανθρώπινο, όμως έρημο και σιωπηλό. Είναι φανερές οι καταβολές των μεγάλων του 20ου αιώνα, δικών μας και ξένων: του Καβάφη και του Καρυωτάκη, του Κάφκα και του Μπόρχες. Αποκαλύπτεται ένα πλούσιο αναγνωστικό και γνωστικό υπόβαθρο, εκφρασμένο με λόγο καθαρό, πεντακάθαρο. Το βιβλίο προκαλεί τον αναγνώστη να το διαβάσει απνευστί.
Όλα τούτα, βεβαίως, θα μπορούσαν να ήταν απλώς μαστοριά –καθόλου περιφρονητέα, ασφαλώς, όπως έδειξε ο Καβάφης στο «Πρώτο σκαλί». Στα αφηγήματα αυτά όμως υπάρχει και κάτι περισσότερο: Μια προσωπική ματιά στα αιώνια θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο. Δηλαδή Τέχνη.
Θα επικεντρωθώ, προσπαθώντας να το αποδείξω, σε πέντε ζητήματα που αναδύονται από τις σελίδες του βιβλίου.
Ζήτημα 1ο: Θεολογία ή λόγος περί του Θεού.
Στο αποκλειστικά ανθρωπογενές Σύμπαν του Χουλιαρά υπάρχει ένα αδιάλειπτο ερώτημα για τον Θεό. Ο οποίος Θεός, πότε κάνει βόλτες με σιγανά βήματα συντροφεύοντας τον Άνθρωπο, ο οποίος μόλις τον αρνήθηκε. Πότε είναι ο μεγάλος Απών. Πότε εμφανίζεται στη μεσαιωνική του εκδοχή πίσω από αιρέσεις και Πάπες. Πότε στη μυθολογική του διάσταση, πίσω από Σίσυφους και ψυχές στον Άδη. Κυρίαρχες είναι, όμως, δύο μορφές Του, που αναπόφευκτα συμφύρονται με την μορφή του Ανθρώπου: Ο Θεός-Δημιουργός και ο Θεός Σωτήρας-Λυτρωτής. Άρα:
Ζήτημα 2ο: Ο Θεός-Δημιουργός.
Εν αρχή ην ο Λόγος. Και οι λογοτέχνες του 19ου αιώνα οδήγησαν στα άκρα τον παραλληλισμό: Θεός-Δημιουργός / Συγγραφέας-Δημιουργός, είτε στα πλαίσια του κλασικισμού (ο συγγραφέας ως μικρός δημιουργός μιμείται τη φύση-δημιούργημα του Θεού) είτε στα πλαίσια του ρομαντισμού (ο Άνθρωπος-Δημιουργός υψώνεται προκλητικά και διεκδικεί για την Τέχνη του το δικαίωμα να είναι ανώτερη από το δημιούργημά του Θεού, τη φύση). Μεταξύ των δύο αυτών θεωρήσεων, ο Χουλιαράς προτιμά να θολώσει τα όρια που διαχωρίζουν τον μικρό από τον Μεγάλο δημιουργό. Στο τέλος δεν γνωρίζουμε ποιος δημιούργησε ποιον και ποιος είναι δημιούργημα τίνος. Ποιος δημιούργησε επίσης τους ανθρώπους-ήρωες των διηγημάτων; Είναι πρόσωπα υπαρκτά, παιδιά του Θεού ή πρόσωπα φανταστικά, παιδιά του λογοτέχνη; Κι ακόμα: μήπως τα δεύτερα, τα πλάσματα της λογοτεχνίας, είναι εξίσου πραγματικά, ζωντανά με τα πρώτα; Ποια τα δικαιώματα εξάλλου, του Δημιουργού (είτε Θεού είτε Ανθρώπου) επί του δημιουργήματός (είτε Ανθρώπου είτε λογοτεχνικού ήρωα); Και ποια τα δικαιώματα, τέλος, του δημιουργήματος έναντι του Δημιουργού; Να το τελικό ερώτημα. Το δημιούργημα έχει δικαιώματα ή θα ακολουθήσει τον ρόλο που προκαθορίστηκε από τον Δημιουργό για αυτό; Ως εκ τούτου προβάλλει και το ερώτημα της ελευθερίας. Ζητήματα με φιλοσοφικό βάθος, τα οποία ταυτόχρονα μετατοπίζουν τον φιλοσοφικό προβληματισμό στον χώρο της Αισθητικής. Έτσι η Θεολογία μεταβάλλεται σε Θεωρία της Τέχνης.
Ζήτημα 3ο, ο Λυτρωτής
Αγαπημένο θέμα των αφηγημάτων αυτών είναι η χριστιανική ιδέα της προσωπικής θυσίας ώστε να σωθεί ο Άλλος. Μόνο που και εδώ, τα όρια συγχέονται. Αν, για να σωθεί κάποιος, πρέπει κάποιος άλλος να τον αγαπήσει, να τον συγχωρέσει, να σηκώσει το βάρος των αμαρτημάτων του και να τον λυτρώσει, τότε, ποιος θα σώσει τον Λυτρωτή; Ποιος άλλος θα μαρτυρήσει ώστε να σωθεί ο Λυτρωτής; Ο Άνθρωπος μήπως; Ο Λυτρωτής «εαυτόν δύναται σώσαι»; Η μήπως Σωτήρας είναι και ο Συγγραφέας, ο οποίος περνά το δικό του μαρτύριο και μας στέλνει μηνύματα-διηγήματα, ώστε να σωθούμε εμείς, οι Αναγνώστες; Από Αγάπη, βεβαίως, και αγωνιώντας μη βρεθούμε μια μέρα στη δική του θέση. Και στο βάθος ελλοχεύει η ανατρεπτική αμφιβολία για τη ματαιότητα της θυσίας.
Ζήτημα 4ο, το Πολιτικό
Πολύ λόγο έκανα περί Θεολογίας, σε ένα έργο ανθρώπινο, αφόρητα ανθρώπινο. Δεδομένου δε ότι όλα εδώ είναι διφορούμενα, επιδεκτικά και μίας δεύτερης ή και τρίτης ανάγνωσης, αναπόφευκτα προβάλλει το ερώτημα: το πολιτικό απασχολεί τον συγγραφέα; Η απάντηση είναι όχι, τουλάχιστον με την τυπική αναγνωρίσιμη μορφή του σχολιασμού της πολιτικής, κοινωνικής συνθήκης της εποχής. Όμως, ενυπάρχει ακόμα και ασυνείδητα στο έργο μια πλούσια βιωμένη εμπειρία της εποχής. Τι άλλο παρά πολιτική μπορεί να χαρακτηριστεί η προσπάθεια να διασωθεί ο βαθύτερος πυρήνας της σύγχρονης πραγματικότητας; Τι άλλο παρά πολιτική είναι η προσπάθεια να αποδοθεί ο αποπροσανατολισμός του σημερινού ανθρώπου, ο θάνατος όλων των αξιών και των σκοπών, η ερημία ενός κόσμου που άδειασε από ιδανικά;
Άλλωστε προκαλείται ο αναγνώστης διαβάζοντας τον τίτλο Αρχιπέλαγος Φουάν και εμβαθύνοντας και στο ομότιτλο κεντρικό διήγημα να κάνει τον συνειρμό: Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Και όντως, ο ήρωας, έγκλειστος σε κάποιο νησί από το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να ξεφύγει, λέει: «Ούτε και εγώ ξέρω πως αντέχω. Κάθε περιγραφή ωχριά μπροστά σε ό,τι τελικά σε περιμένει εδώ». Προκαλούμαστε τότε να σκεφτούμε ότι τα γκουλάγκ της φρίκης του «υπαρκτού» ολοκληρωτισμού, πλέον τα έχουν αμετάκλητα εγκαταστήσει στις ψυχές μας οι σύγχρονοι ολοκληρωτισμοί…
Ζήτημα 5ο, ο Έρωτας
Άφησα για το τέλος το θέμα αυτό. Αν και δομικά αποτελεί τον σκελετό του έργου (δεύτερο και τελευταίο διήγημα – αρχή και τέλος) επιμελώς καμουφλάρεται από τον συγγραφέα, ώστε να το ξεχνά ο αναγνώστης. Και όμως: η τελική Λύτρωση του Ανθρώπου έρχεται από εκεί. Σε μια ατμόσφαιρα διφορούμενη, όπου δεν ξέρεις αν η Γυναίκα σκότωσε τον Άνδρα ή αν τον σώζει, προχωρούν και οι δύο Αναστημένοι στο Φως της Αγάπης. Επ' αυτού, δεν θα επεκταθώ άλλο. Πάντως ένα έργο που μιλά για τον Θεό, τον Άνθρωπο, την Τέχνη, τον Έρωτα και την Πολιτική, δεν μπορεί παρά να είναι γνήσια Τέχνη.
2.3 Από τη Θεσσαλονίκη στο αρχιπέλαγος Φουάν - Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Το διήγημα μπορεί να ξεκινήσει ως γραφή επί του βιωμένου και να αναχθεί σε μετάπλαση του βιώματος. Ή να ξεκινήσει από γραφή επί του φανταστικού και να εξελιχθεί σε ρεαλιστική αναπαράσταση του επινοημένου. Η Βίκυ Κλεφτογιάννη υιοθετεί τον πιο κλασικό κανόνα της πεζογραφίας, που θέλει τον συγγραφέα να προσπαθεί να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη με μια ευφυή καμπή. Έτσι, στα περισσότερα διηγήματά της εκπλήσσει, είτε με την απρόσμενη αποκάλυψη της ταυτότητας του αφηγητή είτε με μια στροφή στην ιστορία που κάνει όλη την υπόθεση να φωτίζεται εκ νέου, μόλις ο αναγνώστης φτάσει στο τέλος.
Οι δεκατέσσερις μικρές ιστορίες της έχουν βασικό χρονότοπο τη Θεσσαλονίκη τού σήμερα, όπως μας τη συστήνουν ισάριθμα (ή και περισσότερα) πρόσωπα, άνθρωποι ή άλλα όντα, των οποίων οι ζωές αποτυπώνουν το παρόν μέσα από πρωτότυπες κινηματογραφικές λήψεις. Η διηγηματογράφος στήνει στο θεσσαλονικιώτικο σκηνικό μικρά μονόπρακτα, όπου η μοίρα των κατοίκων προσφέρει φέτες ζωής της πόλης, ώστε να αποδώσει αντιπροσωπευτικά στιγμιότυπα που χαρακτηρίζουν τη μικροϊστορία της συμπρωτεύουσας, από τη φωτιά στο δάσος του Σέιχ Σου μέχρι τις βόλτες στα δρομάκια της αγοράς.
Το βασικό είναι να καταλάβει κανείς την ιδιαίτερη οπτική γωνία που επιλέγεται. Άλλοτε αυτή αποκαλύπτεται στο τέλος του διηγήματος και μέσω αυτού του φωτισμού ο αναγνώστης επαναπροσδιορίζει τη δική του στάση απέναντι στην ιστορία, κι άλλοτε αποδίδεται σε ένα άψυχο πλάσμα, ένα άγαλμα λ.χ. ή ένα πεύκο, του οποίου η ματιά παρουσιάζει τα πράγματα απρόσμενα, τεθλασμένα, πρωτότυπα… Τα πρώτα διηγήματα της συλλογής στα οποία επιλέγεται ένα τέτοιο έξυπνο βλέμμα θέασης είναι και τα καλύτερα. Διακρίνονται από μια θελκτική φρεσκάδα, ζωντανεύουν παραστατικά την πόλη και μέσα στο αστικό σκηνικό σκηνοθετούν μικρά δράματα, άλλοτε ήπια τραγικά κι άλλοτε ήπια κωμικά. Η κρίση δίνει στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε κάθε μεγαλούπολη, όχι τα έντονα χρώματα του ζόφου, αλλά τα μετριοπαθή σκούρα, τόσο ώστε να αποφευχθεί η μελοδραματική υπερβολή αλλά και τόσο ώστε να αντιληφθεί ο αναγνώστης τις επιπτώσεις μιας φθοροποιού αναταραχής, η οποία αλλοιώνει τη δεδομένη εικόνα του Θερμαϊκού και του Χορτιάτη.
Από την άλλη, ο Βασίλης Χουλιαράς, στη δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, ανοίγεται σε φανταστικά σκηνικά τα οποία θυμίζουν άλλοτε Νίκο Καββαδία κι άλλοτε Νίκο Καζαντζάκη. Ο ομώνυμος ήρωας στην «Περίπτωση του Δον Μπαζίλιο» μπορεί να μην είναι ο ζηλιάρης σύζυγος που σκότωσε με «Το μαχαίρι» του τη Δόνα Τζούλια, αλλά ένας καλοκάγαθος κάτοικος της Γκαλόνα που πεθαίνει, χωρίς ποτέ να μάθει ότι όλοι γελούσαν εις βάρος του, ενώ αυτός πίστευε ότι τον είχανε σε μεγάλη υπόληψη. Κι οι δύο Μπαζίλιο ζουν στην άγνοια, ο μεν ως προς τις (εικαζόμενες) απιστίες της γυναίκας του και ο δε ως προς τα ψέματα των συμπατριωτών του. Στο ίδιο ποίημα φαίνεται να χρωστά την έμπνευση (ένα παλαιοπωλείο) αλλά και την πίστη στη μοίρα (ό,τι είναι γραμμένο να γίνει, θα γίνει) και το διήγημα «Ο προφήτης», όπου ένα χωριό εξαφανίζεται όπως ήταν η προφητεία. Καββαδιανής προέλευσης είναι και το αρχιπέλαγος Φουάν, όπου υπάρχει το θρυλικό νησί Ζετσούμπο (κάτι σαν Κολόμπο;). Οποιος βρεθεί εκεί δεν μπορεί να ξεφύγει, κι ο αφηγητής, σε μια ένδειξη ιδεαλιστικού ή αφελούς ηρωισμού, παίρνει τη θέση του Ουστούν, που είχε βγάλει ένα ολέθριο εισιτήριο για εκεί. Η έννοια του «σωσία», του αντικαταστάτη εν προκειμένω, παίζει με τις ταυτότητες, με τις μοίρες και με τις τύχες των ανθρώπων, καθώς εύκολα ο ένας παίρνει τη θέση του άλλου. Ο Ν. Καζαντζάκης ξεμυτίζει εξ αρχής πίσω από τον νιτσεϊκής έμπνευσης θάνατο του Θεού και εμφανίζεται πιο ορατός στη «Συγχώρεση», όπου ο ετοιμοθάνατος, αντιστρέφοντας τους ρόλους, συγχωρεί τον Θεό. Είναι η περίπτωση που βρίσκουμε και στην «Ασκητική», όπου ο άνθρωπος είναι ο Salvator Dei, ο σωτήρας του Θεού, κι όχι το ανάποδο. Αλλά και στο «Ο βράχος και το βουνό» ο Σίσυφος είναι ελεύθερος, αφού δεν ελπίζει τίποτα, αλλά συνεχίζει το ατελέσφορο έργο του ξανά και ξανά, χωρίς καμιά ελπίδα να σταθεροποιήσει κάποια στιγμή τον τεράστιο βράχο στην κορυφή του βουνού. Ο καζαντζακικός ήρωας εξακολουθεί -μπροστά στην αποτυχία ή στον θάνατο- να αγωνίζεται και να αγωνιά για τη μοίρα του ανθρώπου και του Θεού.
Τα κείμενα του Β. Χουλιαρά συνομιλούν με το θείο, όχι με την πίστη στην αγαθή παρουσία του (χριστιανικού) Θεού, αλλά με την ορατή αμφιβολία για το αν όσα ξέρουμε γι' Αυτόν είναι ακλόνητα και τελεσίδικα. Τα διηγήματα της Β. Κλεφτογιάννη συνομιλούν με τη Θεσσαλονίκη, όχι με τη φανατική προσκόλληση στην ωραιότητά της, αλλά με την υπόρρητη πίκρα ότι όσα ξέρουμε γι' αυτήν χάνονται ή αλλάζουν αμείλικτα.
2.4 Ιστορίες από το αρχιπέλαγος των συναισθημάτων – Σάντρα Βούλγαρη
Μια ανεπαίσθητη μελαγχολία, ανάλαφρη σαν ομίχλη που γρήγορα διαλύεται από το φως, ένιωσα να με περικυκλώνει διαβάζοντας τις «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν», σειρά διηγημάτων του Βασίλη Χουλιαρά που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι. Οι ιστορίες σαν να ταξίδευα σε μια θάλασσα που άλλαζε χρώματα με πήγαιναν από το φως στο σκοτάδι της ψυχής του συγγραφέα ή της δικής μου, αφού ο Βασίλης Χουλιαράς γράφει με άμεση γραφή που κάνει τον αναγνώστη του όχι κρυφό παρατηρητή των αισθημάτων του αλλά φίλο, έναν οικείο συνομιλητή του.
Στις «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν» τίθενται ερωτήματα, κλονίζονται βεβαιότητες: στην αναμονή μιας συνάντησης, γωνία Ομήρου και Σκουφά με τους Tindersticks στα ακουστικά, στην απάντηση ενός φυλακισμένου κυκλωμένου από τα αόρατα κάγκελα του ορίζοντα, στην αίρεση των νεμοϊστών και την αέναη διαδικασία μύησης, στη συγκατάβαση του Σισύφου μπροστά στο δυσβάστακτο μαρτύριό του, στο κέρμα που επιστρέφει παραδομένο στη βαρύτητα μπροστά στο δίλημμα ενός τρίστρατου, στο μοναδικό λογοτεχνικό πόνημα του Γάλλου Αυγούστου Ρεϊμόν Le prophete.
Θα σταθώ στο πρώτο κείμενο με τίτλο: «Ολοι γνωρίζουμε», που αναφέρεται στην ανυπαρξία του Θεού. «Θα μπορούσα να βγω απόψε, να του το σφυρίξω και να τον εξαφανίσω. Μα τα βήματά του εκεί έξω είναι κάποια βράδια που μου κρατάνε συντροφιά», γράφει ο συγγραφέας καθώς στη συνέχεια μας παίρνει από το χέρι σε μια κρύα νύχτα στη Σκουφά και Ομήρου. Πνευματικότητα, ευαισθησία, χιούμορ, προβληματισμοί, υπαρξιακά ερωτήματα. Στη «Συγχώρεση», ένας άνθρωπος λίγο πριν πεθάνει ζητάει από τον εξομολογητή του την άδεια να συγχωρέσει τον Θεό για όλα όσα του έχουν συμβεί. Στο «Αρχιπέλαγος Φουάν» ο συγγραφέας μάς βυθίζει στην απόλυτη απόγνωση που μπορεί κάποιος να νιώσει. Κι ύστερα, όταν ανακαλύπτει ότι στο παλαιοπωλείο του Παρισιού βρήκε έναν μικρό θησαυρό, σαν να ξεπροβάλλει ο ήλιος. Με «Μια σφαίρα στον κάμπο» κλείνουν οι ιστορίες του Βασίλη Χουλιαρά και μια γυναίκα σε ένα άλογο να του προτάσσει το χέρι καθώς η άβυσσος διαλύεται...
2.5 Το εκκρεμές του διηγήματος κάνει μεγάλες ταλαντώσεις - Γιώργος Περαντωνάκης
«....Ο Βασίλης Χουλιαράς στις Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν (εκδ. Μελάνι) συνομιλεί με το θείο, όχι με την πίστη στην αγαθή παρουσία του (χριστιανικού) Θεού, αλλά με την ορατή αμφιβολία για το αν όσα ξέρουμε γι' Αυτόν είναι ακλόνητα και τελεσίδικα. Γράφει αφήνοντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και να αναζητήσει κάτι πίσω από το μυστήριο κάθε διηγήματος....»
Ο ΦΑΡΟΣ ΤΟΥ ΣΟΡΕΝΣΟΝ
3.1 Διώνη Δημητριάδου - Ο Φάρος του Σόρενσον και άλλες ιστορίες
το παραμύθι και η παραμυθία
Στο εξώφυλλο του βιβλίου (Ηλίας Βασιλός, Hole I, 2015) ένας στρόβιλος απειλεί να καταπιεί στη σκοτεινή του χοάνη ό,τι έχει παρασυρθεί μέσα του. Απόλυτη συνάφεια της εικόνας με το περιεχόμενο του νέου βιβλίου του Βασίλη Χουλαρά, «Ο Φάρος του Σόρενσον και άλλες ιστορίες», τρίτο κατά σειρά μετά από τις «Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο», Γαβριηλίδης, 2012 και τις «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν», Μελάνι, 2015. Παρουσιάζει ενδιαφέρον η λογοτεχνική πορεία, που είναι σταθερά προσανατολισμένη στο «άφατο» του κόσμου, το μη ορατό και αντιληπτό, που αναπόφευκτα δύσκολα σαρκώνεται στον λόγο. Εντοπισμένο το πρόβλημα από τον συγγραφέα που έγραφε στις «Ιστορίες από το Αρχιπέλαγο Φουάν»: «Κάτι μοιάζει να υπάρχει εκεί έξω το οποίο θέλει να ειπωθεί, μα όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να βρω τα λόγια, ίσως γιατί δεν είναι τα λόγια ο τρόπος του». Από τη στιγμή που η λογική αδυνατεί να προσεγγίσει αυτό το άφατο, αρχίζει η μαγική αφήγηση του παραμυθιού.
Σε έναν τέτοιο κόσμο οδηγούν οι ιστορίες του Χουλιαρά. Δεν είναι εύκολο να μη νιώσεις την αύρα που τις περιβάλλει, να μην αισθανθείς τη γοητεία τους, να μην αναρωτηθείς κι εσύ πού σταματά ο γνωστός μας κόσμος και από ποιο σημείο και μετά αρχίζει το εξωλογικό στοιχείο. Κι ας ξέρεις πως τέτοιου είδους ερωτήματα μένουν αναπάντητα, με την ασάφεια του περιγράμματός τους να αιωρείται πάνω από τις λέξεις των ιστοριών. Το τοπίο είναι συχνά έξω του κόσμου τούτου, χωρίς όμως να αποβαίνει εξωανθρώπινο και εξωγήινο. Νιώθεις πως βρίσκεσαι σε ένα περιβάλλον που μοιάζει στις γνώριμες συνθήκες της ζωής, ωστόσο σαν να υπάρχουν πολλαπλές διαφυγές προς μια κατάσταση παραμυθική. Είναι άραγε μια ανάγκη αμφισβήτησης των θεμελίων του υπαρκτού κόσμου; Μια μεταμφίεση των αληθινών και απτών δεδομένων, ώστε αυτά να αποδοθούν με μια διαφορετική όψη για να διευκολυνθεί η εισχώρησή μας στην ουσία τους; Και, επομένως, η ουσία αυτού του κόσμου που μας περιβάλλει βρίσκεται λίγο πιο έξω και λίγο πιο πέρα από όσα οι αισθήσεις μας προσεγγίζουν ερμηνευτικά; Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζω: […] το παραμυθικό στοιχείο γίνεται ο σκηνογραφικός τόπος της ύπαρξης.
Νομίζω πως από το σημείο αυτό το παραμυθικό στοιχείο, το οποίο αποτελεί το γοητευτικό περίβλημα των αφηγήσεων, βρίσκει τον σκοπό του (πέρα φυσικά από την αισθητική απόλαυση) σε μια παραμυθιακή λειτουργία. Το παραμύθι ως μορφή συναντά ετυμολογικά την παραμυθία, την παρηγορητική δηλαδή σημασία της αφήγησης, και τότε η λογοτεχνική γραφή αποκτά τη δική της ουσία, την ιαματική δίπλα στην ερμηνευτική των καταστάσεων. Ο Χουλιαράς γράφει ιστορίες που αποτυπώνουν τον αρχέγονο φόβο· με το παραμυθικό περίβλημα ξορκίζει αυτόν τον φόβο μετατρέποντας το εξωλογικό τοπίο σε χώρο προσιτό. Το παραμύθι αποδεικνύεται πιο ισχυρό στα σημαινόμενά του από τον εξορθολογισμό που απειλεί να το καταργήσει. Η παρηγορητική παραμυθία ξεδιπλώνεται. Ο κόσμος γίνεται προσπελάσιμος, δυνητικά κατανοητός, εξαίσιος στον ίλιγγό του.
[…] Οι πλανήτες, πάνωθέ μας, θα συνεχίζουν αδιάφορα την αδιάκοπη πορεία τους, ρυθμίζοντας τα γήινα, κι αυτό το χέρι, που αραδιάζει σύμβολα – αιώνια μα ξέψυχα – θα έχει πάψει να αναρωτιέται: πού τελειώνει ο μύθος; πού η πραγματικότητα; κι αν τελικά θα βρούμε έναν άλλο τρόπο, μιαν άλλη αφή, λίγες λέξεις που δε θα σκοντάφτουν, κι όχι παραγεμισμένες ψευδαισθήσεις για να καλύπτουμε τα κενά.
(Μην ανησυχείς)
Ο Χουλιαράς μάς οδηγεί σε μια διαφορετική θέαση του πραγματικού. Αρκεί να κατανοήσουμε τον τρόπο του, να δούμε την ανοιχτή χαραμάδα που μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε στα παράδοξα που περιέχονται στη μυθοπλασία του.
[…] Κι εγώ, που δεν πρόκειται να ζήσω τόσα πολλά χρόνια, γνωρίζω πως δεν μπορώ να αποτελειώσω ένα τόσο τεράστιο και ίσως μάταιο έργο. Όμως, καθώς διαβάζω αυτές τις λέξεις, μπορώ και βλέπω το ναό έτοιμο, να λάμπει στον ήλιο, και την ίδια στιγμή τον βλέπω να καταρρέει και να χάνεται από τα μάτια μου. Κι αυτή είναι η μαγική δύναμη των λέξεων, που για κάποιο λόγο μάς έχει δοθεί.
(Δέκα χιλιάδες χρόνια)
Και για να γίνει μια σύνδεση ανάμεσα στα τρία ως τώρα βιβλία του, οι ανθρώπινες φιγούρες των ηρώων του θαρρείς και ξέφυγαν από τις «Μικρές ιστορίες πριν τον ύπνο» και ξανοίχτηκαν «Στο αρχιπέλαγος Φουάν» χωρίς λογικά εφόδια, παρά μόνο με την αίσθηση της τραγικότητας να τους δείχνει το άφευκτον της ανθρώπινης πορείας, ώσπου επινόησαν το φως που τους δείχνει τον δρόμο τους. Ο «Φάρος του Σορενσόν» μπορεί να υπάρχει, μπορεί και όχι, χωρίς όμως αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία. Το σημαντικό είναι να τον βλέπεις εσύ. Η μαγική παρέμβαση της λογοτεχνίας; Μα, φυσικά. Τι άλλο;
[…] Κοίτα! Βλέπεις εκείνη την αχνή αναλαμπή στο βάθος; Ανά δέκα δεύτερα, πρόσεξε, δίνει δύο λευκά. Αυτός, αν θες να μάθεις λοιπόν, είναι ο φάρος του Σόρενσον. Όσο όμως κι αν ψάξεις, δε θα τον βρεις σε κανένα χάρτη ή πορτολάνο με αυτό το όνομα. Ελάχιστοι τον αποκαλούμε κατ' αυτόν τον τρόπο, και όσο πάει ο καιρός όλο και λιγοστεύουμε.
3.2 Για το βιβλίο του Βασίλη Χουλιαρά «Ο φάρος του Σόρενσον» γράφει η Ελένη Συντίλα
«Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Βασίλη Χουλιαρά Ο Φάρος του Σόρενσον, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Θράκα, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνει κανείς είναι τη δυναμική ενός συγγραφέα που συγκινεί για άλλη μια φορά με την εγκάρδια γραφή του, τη βαθιά του σκέψη και την τρυφερότητα των ιστοριών του.»
Ο Φάρος του Σόρενσον, το τρίτο στη σειρά βιβλίο του συγγραφέα, ακολουθεί ως προς τη μορφή, τη χαρακτηριστική για τον ίδιο φόρμα του διηγήματος, της μικρής αφήγησης που άλλοτε εκτείνεται σε μερικές σελίδες κι άλλες φορές σε μερικές μόνο λέξεις. Λιτή, περιεκτική γραφή, μεστός λόγος και βαθιά σκέψη είναι μερικά μόνο χαρακτηριστικά του έργου που έχουμε στα χέρια μας. Εδώ, σε σχέση με τις Ιστορίες από το Αρχιπέλαγος Φουάν, το προηγούμενο βιβλίο του, και πολύ περισσότερο σε σχέση με τις Μικρές Ιστορίες για Πριν τον Ύπνο, το πρώτο του βιβλίο, πληθαίνουν οι αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, συναισθηματικά φορτισμένες και με έναν ατόφιο λυρισμό που αφήνουν τον αναγνώστη να πιστέψει, ίσως πάλι και όχι, ότι πρόκειται για πραγματικές προσωπικές καταθέσεις, να συναισθανθεί τον συγγραφέα και να ανασύρει από τη μνήμη του παρόμοια βιώματα. Κι αν αυτή η ειλικρινής αμεσότητα των μικρότερων ιστοριών παραπέμπει στην ποίηση, δεν υστερούν καθόλου μπροστά τους οι μεγαλύτερες μυθοπλαστικές ιστορίες, οι φανταστικές αλληγορίες και τα παραμύθια για πόλεις με δράκους, βασιλιάδες και Σουλτάνους, τέρατα και θυσίες προς τους θεούς. Είναι αυτού του είδους τις ιστορίες που ο Βασίλης Χουλιαράς με μοναδική μαεστρία ανάγει σε άλλη διάσταση· μέσα από περιγραφές σχεδόν φωτογραφικές, κινηματογραφικές εικόνες που ρέουν η μία μετά την άλλη και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καταλήγει σχεδόν πάντα σε ένα, απροσδόκητο και, συνάμα, διδακτικό τέλος, μια πρόσκληση για προβληματισμό και σκέψη.
Ποίηση, λοιπόν, και φωτογραφία μπολιάζουν το έργο του Β. Χουλιαρά και δίνουν στα διηγήματά του μια ιδιαίτερη ομορφιά.
Με τη διεισδυτική του ματιά, μέσα από τα κείμενά του, στον Φάρο του Σόρενσον, ο Βασίλης Χουλιαράς μας προτείνει μια λογοτεχνία που φιλοσοφεί, που επιχειρεί να κοιτάξει βαθιά στο νόημα της ύπαρξης, και που, χωρίς επιτήδευση και χωρίς επιφανειακούς διδακτισμούς, καταλήγει να προβληματίζει μόνο και μόνο μέσα από την ειλικρινή εμπειρία του γράφοντος, αυτού που βιώνει και που τολμά να μοιραστεί. Και είναι αυτή η ειλικρινής διάθεση που καθιστά όλα αυτά τα μηνύματα συγκινητικά. Απλές αφηγήσεις που θαρρείς ξεπηδάνε από τη λαϊκή παράδοση, με λιτό ύφος και ρεαλιστική αποτύπωση, αποκτούν άλλη διάσταση μέσα από τη φιλοσοφική και ψυχαναλυτική θεώρηση των πραγμάτων του γράφοντος. Ζητήματα όπως η αναζήτηση της Αλήθειας και της Ευτυχίας, ο Θεός και ο Θάνατος, η αδιαπραγμάτευτη αξία της Γαλήνης και της Ελευθερίας, τα όρια ανάμεσα στο Πραγματικό και το Μεταφυσικό είναι στοιχεία που διατρέχουν το έργο του Χουλιαρά, τον κινητοποιούν και τον προβληματίζουν.
Χωρίς αμφιβολία, το νέο του βιβλίο είναι ένα έργο που χαίρει πολλαπλών αναγνώσεων, μια πολυδιάστατη και πολύπλευρη κατάθεση φιλοσοφικών προβληματισμών, μια σειρά από ιστορίες στις οποίες αναδύονται συναισθηματικές και ψυχολογικές καταστάσεις που φανερώνουν τη βαθιά ψυχαναλυτική ματιά του γράφοντος. Παρακάτω επιχειρείται μια προσέγγιση των τριών βασικότερων ζητημάτων που θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνθέτουν τη ραχοκοκκαλιά του έργου.
Το πρώτο είναι η αντίληψη σχετικά με την Ελευθερία. Οι ήρωες αρκετών ιστοριών στον Φάρο του Σόρενσον με γενναιότητα και τόλμη ξεκινούν ταξίδια παράτολμα για να εκπληρώσουν ένα όνειρο ή να κατακτήσουν έναν άγνωστο, αλλά σίγουρα αμύθητο, θησαυρό. Η αιτία του ταξιδιού τους είναι να αποκτήσουν κάτι, να γίνουν ίσως κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι, κι έτσι, τυφλοί ακόλουθοι ενός ονείρου, μιας φαντασίωσης και μιας ασαφούς φιλοδοξίας, καταλήγουν σχεδόν πάντα να χτίσουν οι ίδιοι τις φυλακές τους ή φτάνοντας στο τέλος της διαδρομής να τους αποκαλυφθεί η αλήθεια ότι τα όνειρα υπάρχουν για να τα αψηφάμε. Σε αντιστάθμισμα, ο συγγραφέας μας χαρίζει τη χαρά της ελευθερίας μέσα από τους ήρωες που καταφέρνουν να απελευθερωθούν από τα δεσμά του ονειρέματος, μέσα από τη συμφιλίωση με τον εαυτό τους, την αποδοχή της φύσης τους και, εν τέλει, μέσα από την απόδραση από τις προσδοκίες και τους περιορισμούς που οι ίδιοι θέτουν στη ζωή τους. Αυτοί οι ήρωες, ελεύθεροι πια, ξεκινούν να ανακαλύψουν κόσμους που δεν είχαν ποτέ φανταστεί.
Ένα δεύτερο κεντρικό χαρακτηριστικό στοιχείο του βιβλίου είναι η εμβάθυνση στο ζήτημα των επιλογών και στην ανάληψη της προσωπικής ευθύνης. Η ευθύνη των ηρώων και, εν τέλει, η ευθύνη του δημιουργού τους. Ποια είναι τα όρια αυτής της ευθύνης και πώς σχετίζεται με την προσωπική επιλογή; Πώς αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να οδηγήσει τελικά στην εσωτερική γαλήνη; Ο Τζέικ, από την ιστορία με τον τίτλο «Ομίχλη» του βιβλίου, όταν συμφιλιώθηκε με την επιλογή του και όταν ανέλαβε για τα καλά την προσωπική του ευθύνη, ελεύθερος πια, είπε: «Μπορεί να έχω κάνει πολλά, και είμαι σίγουρος πολύ περισσότερα από ό,τι σου είπαν κι απ' ό,τι το πιθανότερο να φαντάζεσαι, αλλιώς δε θα ξεκίναγες να έρθεις μόνος σου να με βρεις, αλλά πίστεψέ με: μου πήρε καιρό μα, παρ' όλες τις αμαρτίες μου, η ψυχή μου έχει ηρεμήσει. Αυτή τη γαλήνη, λοιπόν, που πλέον νιώθω, δεν την παζαρεύω για οτιδήποτε στον κόσμο, και δεν έχω σκοπό να τη διαταράξω, φορτώνοντάς με με κανενός πια το φόνο». Κι ο συγγραφέας, έχοντας εκμυστηρευτεί με ειλικρίνεια, με διαφορετικούς τρόπους και σε αρκετά σημεία, την ανησυχία του για το αν στέκεται αντάξιος της τέχνης που υπηρετεί, αντιλαμβανόμαστε πως φτάνει στην ίδια γαλήνη, όταν πια αναλαμβάνει την ευθύνη να προσφέρει τις «λέξεις που από καιρό μέσα του μέστωναν».
|
| Επιπλέον Κείμενο 2: |
Το τρίτο ζήτημα αφορά στα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το μη πραγματικό. Με αφορμή την αναζήτηση των ορίων ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, μια διαλεκτική που εκτυλίσσεται άλλες φορές σε πρώτο πλάνο κι άλλες φορές στο υπόβαθρο των ιστοριών του βιβλίου, ένα ερώτημα που ίσως να μην έχει ποτέ απάντηση, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ίσως η Πραγματικότητα και η Ανυπαρξία να εμπεριέχονται το ένα στο άλλο και να μην αποκλείεται να είναι απαραίτητα και τα δύο για να οδηγηθούμε τελικά στην Αλήθεια. Και η Λογοτεχνία, που φέρει μέσα της το σπόρο και των δύο, μπορεί να μας οδηγήσει εκεί. Έτσι, ο Βασίλης Χουλιαράς μας προσκαλεί στον κόσμο της λογοτεχνίας με την ελπίδα πώς, παρά τη φαινομενικά φανταστική της υπόσταση, μπορεί να αποτελεί τον δικό μας Φάρο του Σόρενσον μέσα στη ζωή μας. Γιατί η λογοτεχνία είναι λύτρωση, γι' αυτόν που γράφει και γι' αυτόν που διαβάζει.
Και δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η τέχνη την οποία δημιουργεί ο Βασίλης Χουλιαράς πληροί τον παραπάνω ορισμό γιατί, παρά την αγωνία του γράφοντος για τις λέξεις, —για το αν μ' αυτές μπορεί κανείς να εκφράσει πλήρως τις σκέψεις του και να φτάσει στην αλήθεια του, για το αν οι λέξεις είναι αρκετές για να τις πάρει κανείς στα σοβαρά κι αν αποτελούν αξιόλογη πρώτη ύλη για να αντιληφθούμε τον κόσμο γύρω μας— την ίδια στιγμή ο ίδιος έχει κατακτήσει μια μαεστρία που με όχημα τις λέξεις καταφέρνει να φέρει στην επιφάνεια μια πληθώρα από σκέψεις, προβληματισμούς και συναισθήματα κι όλα αυτά να τα κάνει με γλαφυρότητα, πρωτοτυπία και διαρκές ενδιαφέρον για τον αναγνώστη.
3.3 Μπόρχες, παραμύθι και αλληγορία – Γιώργος Περαντωνάκης
Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες –ίσως μαζί με τον Φραντς Κάφκα– είναι δύο μορφές του 20ού αιώνα που έχουν γονιμοποιήσει αρκετά τη σκέψη και τη γραφή των ελλήνων συγγραφέων. Ο αργεντίνος συγγραφέας γράφει χαρακτηριστικά ότι διακρίνει δύο αιτιότητες: «τη φυσική, που είναι το αδιάκοπο αποτέλεσμα ανεξέλεγκτων και άπειρων διεργασιών· και τη μαγική, διαυγή και περιορισμένη, όπου προφητεύουν οι λεπτομέρειες». Ο συνδυασμός, λοιπόν, του ρεαλιστικού και του φανταστικού, χωρίς το ένα να δυναστεύει το άλλο, σε ένα είδος νέων ζηνώνειων παραδόξων, είναι ένα από τα βασικά γνωρίσματα μια γραφής που πλέον αναγνωρίζεται ως μπορχεσιανή.
Σ' αυτό το βιλαέτι του Μπόρχες, μέσα στη μεγάλη αυτοκρατορία του μεταμοντερνισμού, σίγουρα έχει ένα ελληνόφωνο σαντζάκι ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Σ' αυτήν την πλευρά της αυτοκρατορίας δεν ισχύουν οι ρεαλιστικοί νόμοι του υπόλοιπου κόσμου, αν και φαινομενικά όλα είναι αληθινά. Σ' αυτό το ιδρυτικό Σύνταγμα, ορισμένες αρχές συνθέτουν αντίθετα στοιχεία και οριοθετούν χωρίς όρια την ανθρώπινη σκέψη. Αν στη ζωή π.χ. όλα μπορεί να είναι φανταστικά, τότε στην τέχνη όλα μπορεί να είναι πραγματικά. Αυτή η μπορχεσιανής λογικής φράση δείχνει πόσο η λογοτεχνία μπορεί να μπαινοβγαίνει στη ζωή, να την ανακατεύει και καταφέρνει να την κάνει να φανεί ψεύτικη.
Σ' αυτήν την πλευρά της αυτοκρατορίας το απλό φτάνει στην υπέρβαση, το ψεύτικο μοιάζει αληθινό, το κείμενο γίνεται διακείμενο, το παιχνίδι έρχεται να υπονομεύσει τη λογοτεχνία και συνάμα να την απογειώσει, το συναίσθημα φλερτάρει χωρίς ενοχές με τη λογική, η Ιστορία συστήνεται σε παλίμψηστα επίπεδα, οι νόμοι δεν έχουν μία μόνο εξήγηση, ο πλουραλισμός κι οι πολλαπλές ερμηνείες διαφεντεύουν και πίσω από κάθε επιφάνεια κρύβεται μια ολόκληρη επικράτεια υποσημειώσεων, υποδηλώσεων και κρυμμένων νοημάτων.
Τα διηγήματα του Μουσείου των τύψεων αποτελούν εφαρμοστικούς νόμους αυτών των αρχών. Σ' αυτούς ο Αχιλλέας Κυριακίδης κινείται μεταξύ Χόρχε Λουίς Μπόρχες και Oulipo (λ.χ. στην «Ιδιωτική Πινακοθήκη» του Ζορζ Περέκ), αφού χρησιμοποιεί την τέχνη ως παιχνιδομηχανή, ως καμβά μυστικισμού, ως πεδίο ανακάλυψης συνωμοσιών και αιρέσεων. Πίσω από τα φαινόμενα κρύβεται ένα ολόκληρο σύστημα παράλληλων ερμηνειών, μέσα στους πίνακες υπολανθάνει το χαμένο νόημα, μέσα στη βιογραφία παρεμβαίνει η φαντασία.
Κάθε διήγημα καταπιάνεται με μια πλευρά αυτής της «παραμόρφωσης» του κόσμου. Λ.χ. ο πρωταγωνιστής στο «The Ender» (το πρώτο κείμενο της συλλογής) στις ιστορίες που εκδίδει συμπληρώνει το τέλος, το οποίο ο συγγραφέας σκόπιμα είχε αφήσει ημιτελές. Έτσι, εκεί που η λογοτεχνία ενεργοποιούσε τον αναγνώστη και με το ανοικτό τέλος της τον ωθούσε σε μια ενεργητική χρήση της φαντασίας, ο Ender ολοκλήρωνε με τη δική του αίσθηση το κείμενο απομαγεύοντάς το. Το διήγημα του Αχιλλέα Κυριακίδη τελειώνει κι αυτό αφήνοντας ρητορικά ανοικτό το τέλος του που ισοδυναμεί με το τέλος του ήρωά του.
Οι αντιφάσεις έτσι εμφανίζονται ως λογικές συνθέσεις, οι ανατροπές του λογικού ως μία άλλη όψη του λογικού, το ένα είναι η άλλη όψη του άλλου: αποκαλύπτεται λ.χ. ότι οι πίνακες –κάτω από το τελικό αποτέλεσμα– είχαν επιδείξει μια «αιρετική» πλευρά της αλήθειας, ή το τέχνασμα του σωσία εναλλάσσει ανθρώπους, θύτες και θύματα, σκηνές του πραγματικού και του ψευδεπίγραφου.
Δεν θέλω να παραλείψω τον εγκυκλοπαιδισμό που διαμορφώνει συνθήκες αληθοφάνειας, με τις ακριβείς του λεπτομέρειες, τα αντικειμενικά δεδομένα και τις επιστημονικοφανείς βιβλιογραφικές παραπομπές. Αυτό φαίνεται στις (ψευδο)βιογραφίες που συνθέτει ο Αχιλλέας Κυριακίδης, τόσο θέτοντας τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων του Κρίστιαν Γκρέινβιλ όσο και ιχνηλατώντας τους πειραματισμούς του σκηνοθέτη Φρεντ Μπάτον. Εκεί τα πραγματικά πρόσωπα γίνονται διηγηματικοί χαρακτήρες, μορφές του Μπόρχες, παιδιά ή μιμητές του, στο έργο των οποίων αναζητείται η λαβυρινθώδης, παρεκκλίνουσα και κοπερνίκειας επαναστατικότητας σκέψη του.
Τελικά, ο Αχιλλέας Κυριακίδης θέτει ένα ακόμα ερώτημα γράφοντας μπορχεσιανά. Μπορεί η μίμηση να είναι πρωτοτυπία ή δεν υπάρχει μίμηση σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο που εναλλάσσει το είδωλο με το πραγματικό και το αντίγραφο με το πρωτότυπο. Κάθε μίμηση (σε εισαγωγικά) είναι μια νέα δημιουργία, είναι μια επαναγραφή της ζωής και της τέχνης με νέους όρους ή σε νέα συμφραζόμενα. Όλο αυτό ενίοτε φαίνεται εγκεφαλικό, άλλοτε αυτοαναφορικό, που δεν βγαίνει στον κόσμο αλλά μένει μέσα στις λέξεις, αλλά αυτή ακριβώς η σύγχρονη σύλληψη –των τελευταίων μεταπολεμικών δεκαετιών δηλαδή– υποδεικνύει ότι όλα είναι κείμενο.
Τουλάχιστον στα αρχικά διηγήματα του τόμου του και ο Βασίλης Χουλιαράς εμπνέεται και παραλλάσσει τρόπους και μοτίβα του αργεντίνου συγγραφέα. Στην πρώτη βέβαια συλλογή του (με τίτλο Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο, Γαβριηλίδης 2012) ξεκίνησε από τον Κάφκα και στη δεύτερη (Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν, Μελάνι 2015) προχώρησε στον Καζαντζάκη και τον Καββαδία, ενώ τώρα ακουμπά στον Μπόρχες, το παραμύθι και την αλληγορία. Το διακειμενικό σύμπαν του σαρανταπεντάχρονου συγγραφέα είναι χωνεμένο στο λογοτεχνικό σώμα του, και γι' αυτό τα διηγήματά του παίζουν με το πραγματικό και το φανταστικό, ερωτοτροπούν με την αλληγορία κι αναγνωρίζουν στις λέξεις δημιουργικές ικανότητες που δεν υπάρχουν εκτός των σελίδων.
Αυτό φαίνεται ήδη από το πρώτο του κείμενο («Δέκα χιλιάδες χρόνια»), όπου πολλοί αιώνες χρειάστηκαν για να χτιστεί ο ναός του Θεού στο όρος Τενάου, αλλά μόλις μια στιγμή για να γκρεμιστεί συθέμελα. Κι αυτό με τη μαγική δύναμη των λέξεων, αφού ο συγγραφέας με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια και συχνά αντί για ποιήματα γράφει προφητείες που απρόσμενα μέλλουν να πραγματοποιηθούν. Η γλώσσα είναι, λοιπόν, ένα πολύχρωμο πρίσμα που διαθλά το φως, την πραγματικότητα, τη ζωή και τις διαχέει τόσο οικείες όσο και αλλόκοτες, τόσο κοντινές όσο και μακρινές. Ακόμα περισσότερο, αυτό το εργαλείο είναι αυτόφωτο που διαμορφώνει πραγματικότητες με τη δική του λάμψη, φτιάχνει ολογράμματα και μορφές εκ του μηδενός και μπορεί να τις γκρεμίσει αυτόβουλα.
Σ' αυτό το βασίλειο της παντοδυναμίας της γραφής, εμφανίζονται ήρωες της μυθοπλασίας και κυρίως του παραμυθιού, βασιλιάδες, δράκοι και πολεμιστές, διώκτες και διωκόμενοι, σφαχτά και ιεροσφαγείς, εραστές και ερωμένες, σουλτάνοι και δολοφόνοι, φυλακισμένοι και φιλόσοφοι, πενθούντες και νεκρές, κοιμώμενοι και φαροφύλακες. Πολλοί από αυτούς αναλαμβάνουν μια φιλόδοξη αποστολή κι αυτή η αποστολή δίνει νόημα στη ζωή τους, καθώς αγωνίζονται να την επιτελέσουν. Από εκεί και πέρα, το παραμύθι με ανώνυμους ήρωες και μεγάλα σχέδια αποκτά αλληγορικές διαστάσεις και μπορχεσιανές προεκτάσεις. Εναλλασσόμενοι ρόλοι, άδηλες καταλήξεις, συμβολισμοί και ανοικτά τέλη, δίσημες ερμηνείες και αμφίθυμες εξελίξεις κ.ά. οδηγούν την αφήγηση σε μικρές εκπλήξεις και ανατροπές, όχι όλες ωστόσο πετυχημένες.
Τα μικρά και μεσαία διηγήματα του Βασίλη Χουλιαρά επιδιώκουν να φιλοσοφήσουν μέσω του παραμυθιού, να ξαναγράψουν γνωστά μοτίβα με συνταγή Μπόρχες και να προβληματίσουν για τη φύση της ζωής, τα αδιέξοδά της και τις διπλές της παγίδες. Επειδή δεν είναι όλα τα κείμενα της συλλογής στην ίδια στάθμη, άλλοτε βυθιζόμαστε στο στοχαστικό και αφηγηματικό τους σχέδιο κι άλλοτε κινούμαστε σε έναν κυλιόμενο διάδρομο, που δεν συναρπάζει.
3.4 «Η φωτογραφία στο οπλοστάσιο του συγγραφέα»: για το «Ο φάρος του Σόρενσον και άλλες ιστορίες» (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά - Γεράσιμος Γκόφας
Ο συγγραφέας Βασίλης Χουλιαράς, ορμώμενος από το Μεσολόγγι, έχει εκδώσει ήδη τρία βιβλία που το λογοτεχνικό τους αποτύπωμα τον κατατάσσει στους πεζογράφους της μικρής φόρμας. Σε ένα είδος που ωστόσο επιτυγχάνει ο ίδιος να χωρέσει ετερόκλητα θέματα – μυθοπλασία, φανταστικό, αλληγορία.
Χαρακτηριστικό των ιστοριών του πιο πρόσφατου βιβλίου του Ο φάρος του Σόρενσον και άλλες ιστορίες (Θράκα, 2018) είναι η αναπαραστατική λειτουργία σε συνδυασμό με τη μετάβαση από την απραξία στην πράξη, από το σκοτάδι στο φως, από την "καθαρόαιμη" αφήγηση στον έντεχνο μονόλογο ή διάλογο.
Το σκοτάδι έπεφτε, βράδιαζε, ώσπου το μόνο φως πια που απέμεινε ήταν εκείνο από το αναμμένο τζάκι. Τότε, ο αναβάτης χωρίς να κοιτάξει τον άλλον, που με μια μασιά σκάλιζε τη φωτιά, είπε: «Το όνομά μου είναι Λιουκ. Το δικό σου δε χρειάζεται να μου το πεις. Δεν μπορεί παρά να είσαι ο Τζέικ», έκανε μια παύση και, καθώς αυτός που είχε αποκαλέσει Τζέικ παρέμενε σιωπηλός, δίχως να δείξει το παραμικρό, συνέχισε λέγοντας: «Ασφαλώς και δεν κάνω λάθος. Όπως επίσης δεν κάνω λάθος ότι από την πρώτη στιγμή που με είδες μπορεί να μη γνώριζες το όνομά μου, ωστόσο ήξερες ποιος ήμουν και τι ακριβώς γύρευα σ' αυτήν εδώ την ερημιά. Έτσι δεν είναι;»
Δεν θα μας απασχολήσει στην παρούσα φάση η ειδολογική ανάλυση αλλά η διερεύνηση των ευρύτερων σχέσεων μυθοπλασίας και φανταστικού, με άξονα την αισθητική (η “φωτογραφία” των ιστοριών του θα έλεγε κανείς ότι είναι κινηματογραφική), την κατάσταση του ενσυνείδητου ψεύδους που ταυτίζεται εξ ορισμού με τη μυθοπλασία, και τις διδακτικές κατακλείδες των ιστοριών.
Κάπου, όχι πολύ μακριά από δω, υπήρχε κάποτε μια πόλη ξακουστή στα πέρατα της οικουμένης. Καμιά δεν της έμοιαζε· κατοίκους δεν είχε κι ένας δράκος τη φύλαγε. Ψηλά τείχη την κύκλωναν και την προστάτευαν από τα ξένα κι αδιάκριτα βλέμματα. Όλοι μιλούσαν με δέος γι’ αυτήν, ενώ δεν έλειπαν και εκείνοι που την αποκαλούσαν ιερή. Παρόλο που κανένας δε γνώριζε με βεβαιότητα το πότε είχε χτιστεί, όλοι έλεγαν πως ο σεβάσμιος δράκος ήταν ο μέγας φύλακας ενός ανυπολόγιστου θησαυρού, αν και κανείς δεν ήταν σε θέση να πει με σιγουριά σε τι αυτός συνίστατο.
Και αν στο δεύτερο βιβλίου του συγγραφέα «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν» (Μελάνι, 2015) ο αναγνώστης εισπράττει μια ελαφριά μελαγχολική απόχρωση και μια αψάδα, στο νέο βιβλίο του Β.Χ. όλες αυτές οι εντυπώσεις ισορροπούν ιδανικά με τη συγγραφική μεστότητα που έχει αποκτήσει. Που μέσα από την πορεία του χρόνου κατόρθωσε να δαμάσει τη μικρή φόρμα και να την πάει ένα βήμα παραπέρα, ωριμότερος πια και τεχνικά αρτιότερος (μάλιστα μια αίσθηση ποιητικότητας στην ήδη συμπυκνωμένη γραφή του προσδίδει ακόμα μια αρετή στο βιβλίο).
Έχοντας διαβάσει τα δύο τελευταία βιβλία του συγγραφέα, θεωρώ ότι πρόκειται για μα περίπτωση λογοτέχνη-εργάτη, που εργάζεται διαρκώς για την αρτιότητα των κειμένων που θα εναπωθέσει στα χέρια των αναγνωστών, με το ενδιαφέρον του να εστιάζεται στην ουσιαστική ενασχόληση με τη λογοτεχνία και όχι σε μια πρόσκαιρη συγγραφική ενόρμηση.
«Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΑΡΧΙΣΕ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ»
4.1 Ευσταθίας Δήμου: Βασίλης Χουλιαράς, Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει, Ενύπνιο, Αθήνα 2021
Η νέα πεζογραφική απόπειρα του Βασίλη Χουλιαρά συστήνεται με έναν τίτλο που επιτρέπει και νομιμοποιεί μια σειρά συσχετίσεων και συσχετισμών που έχουν βέβαια στον πυρήνα τους την έννοια του χρόνου, μπορούν όμως να εξακτινωθούν και προς άλλες κατευθύνσεις οι οποίες προκύπτουν συνεκδοχικά της έννοιας αυτής και αφορούν την ανθρώπινη ζωή, από τη μία, και τη συγγραφική πράξη από την άλλη. Γιατί, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση γίνεται φανερό ότι αυτοί είναι οι δύο πόλοι ανάμεσα στους οποίους κινείται, εν είδει εκκρεμούς, η σκέψη και η έκφραση του συγγραφέα, συνιστώντας ουσιαστικά τη διττή και διφυή του ύπαρξη, ως ανθρώπου και λογοτέχνη ταυτόχρονα. Θα μπορούσε, ωστόσο, να δει κανείς εδώ και τη χρονική οριοθέτηση ενός διαστήματος που έχει στο ένα άκρο του την ανατολή και στο άλλο τη δύση του ηλίου και, μέσα στην εσωτερική του διάρκεια, το φάσμα ολόκληρου του ανθρώπινου βίου, της πράξης της ζωής, όπως ακριβώς συνέβαινε και με την πράξη του αρχαίου ελληνικού δράματος. Εδώ, βέβαια, κεντρικός ήρωας είναι ο ίδιος ο αφηγητής, ο οποίος πλάθει μια αναφορική και, εν μέρει, αυτοβιογραφική αφήγηση σε πράξεις μέσα από τις οποίες εξυφαίνεται η προσωπική του περιπέτεια και μεθοδεύεται η αναγνώριση του προσώπου του, όπως αυτό προβάλλει λέξη λέξη μέσα από τις παραδοχές και τις εξομολογήσεις στις οποίες προβαίνει και οι οποίες στοιχειοθετούν μια πορεία αυτογνωσίας όπου καλείται να εμπλακεί και ο ίδιος ο αναγνώστης.
Η αφήγηση συγκροτείται από 45+1 επιμέρους αποσπασματικές μικροαφηγήσεις οι οποίες δεν κρύβουν την πρόθεσή τους να διατηρήσουν την αυτοτέλεια και την αυθυπαρξία τους, ταυτόχρονα όμως να λειτουργήσουν σαν τους κρίκους μιας αλυσίδας που έχει στόχο να αφηγηθεί μια ιστορία, η οποία, όμως, απέχει πολύ από την έννοια της ιστορίας, όπως παραδοσιακά ορίζεται αυτή, ως μυθοπλασία, ως φανταστική, δηλαδή, και φαντασιακή ανάπλαση γεγονότων που ακολουθούν και υπακούουν στη δραματική αναγκαιότητα και στο τριπλό σχήμα δέση – κορύφωση – λύση. Η αφήγηση του Χουλιαρά εμφανίζει μια αισθητή γραμμικότητα η οποία όμως εντοπίζεται και ενυπάρχει μόνο στην επιφάνεια των διηγημάτων, και όχι στο βάθος τους και στον βυθό τους. Γιατί εκεί λειτουργούν πλήρως και με μεγάλη ένταση οι δραματικοί κώδικες και η δράση εκτυλίσσεται σε επίπεδο εσωτερικό, αποτελεί, δηλαδή, απόρροια των ψυχοσυναισθηματικών διαδρομών που ο αφηγητής πραγματοποιεί. Ουσιαστικά, το σύνολο των αφηγηματικών αυτών μικροκειμένων ανοίγονται και εκτυλίσσονται μπροστά στο βλέμμα του αναγνώστη σαν τις εσωτερικές κινήσεις ενός σώματος που επιδιώκει και θέλει να ελέγξει τον εαυτό του, να τον κατανοήσει, να τον συλλάβει. Θα μπορούσε να δει κανείς στο εγχείρημα αυτό μια απόπειρα αυτοπροσδιορισμού και αυτο-συγκρότησης. Γιατί στα κείμενα του βιβλίου προεξάρχει και προκρίνεται ο πλασματικός χαρακτήρας, η καλλιτεχνική μετουσίωση ακόμα και αυτής της τόσο έντονα αναδυόμενης ανάγκης του συγγραφικού υποκειμένου όχι μόνο να μιλήσει για τον εαυτό του και να διερευνήσει τις ποικίλες πτυχές της ύπαρξής του, αλλά κυριολεκτικά να τον συγκροτήσει, να συστήσει το περίγραμμα και το περιεχόμενό του. Διαμορφώνεται έτσι ένα πεδίο αυτοαναφορικότητας μέσα στο οποίο συνυφαίνονται και συνυπάρχουν μια σειρά διαθέσεων όπως αυτή της αυτοβιογράφησης, της εξομολόγησης, της προσωπικής κατάθεσης, αλλά και η πρόθεση να τεχνουργηθεί ένα έργο αντιπροσωπευτικό της επιθυμίας του ανθρώπου να αποκαλύψει την καλλιτεχνική του φύση και ιδιότητα, να δει τη ζωή του να μετουσιώνεται σε τέχνη, να κερδίσει αυτήν την απόλαυση και την ελευθερία.
Εκείνο που δυσκολεύεται, ίσως, να κάνει ο αναγνώστης, την ίδια στιγμή που διευκολύνεται στην προσπέλαση των νοημάτων, είναι ο εντοπισμός και ο προσδιορισμός του ύφους του συγγραφέα, της ιδιαίτερης δηλαδή εκείνης ποιότητας που προσδίδει στον λόγο του και η οποία προσανατολίζει ή, καλύτερα, φορτίζει την αφήγηση με ένα ειδικό βάρος. Θα μπορούσε εύκολα, λοιπόν, να χαρακτηρίσει το ύφος εξομολογητικό ή προσωπικό, στην πραγματικότητα όμως αυτό είναι απλώς και μόνο η πρώτη εντύπωση. Γιατί, καθώς η αφήγηση εξελίσσεται και προχωρά, αντιλαμβάνεται κανείς ότι στόχος του συγγραφέα είναι η αναπαράσταση, ακόμα κι αν αυτή προσλαμβάνει τη μορφή και τον χαρακτήρα της εξομολόγησης. Διαμορφώνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα ενδιαφέρον πεδίο συνύφανσης μιας τεχνικής καθαρά αφηγηματικής, της πρωτοπρόσωπης αφηγηματικής εξιστόρησης, και μιας τεχνικής καθαρά θεατρικής, της δραματουργικής, δηλαδή, απόδοσης μιας εμπειρίας που ταυτίζεται με τη διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής. Η διαδρομή αυτή δίνεται μέσα από σημαντικούς σταθμούς, εν είδει αναμνήσεων ή ανακλήσεων, και αποτυπώνεται με μια διάθεση καθαρά ποιητική, στοιχείο το οποίο, καθώς προστίθεται στα δύο προηγούμενα, εκβάλλει σε ένα μεικτό αποτέλεσμα, με τα τρία μεγάλα λογοτεχνικά γένη – την αφήγηση, την ποίηση και το θέατρο – να συναιρούνται και να συνυπάρχουν μέσα στην συγγραφική συνείδηση, αποδεικνύοντας, για μια ακόμα φορά, ότι ο δημιουργός διαθέτει, ως εν δυνάμει και εν ενεργεία δυνατότητες, και τις τρεις αυτές εκδοχές ή εκφάνσεις του λόγου, οι οποίες, σε κάποιες περιπτώσεις, όπως σε αυτήν του Χουλιαρά, παρουσιάζονται από κοινού και ταυτόχρονα.
Η ποιητική διάθεση, άλλωστε του συγγραφέα, δεν εντοπίζεται μονάχα στο κλίμα και την ατμόσφαιρα, στον τρόπο με τον οποίο επιδίδεται στη μνημονική ανάκληση και τη μετουσίωσή της σε λογοτεχνική εμπειρία. Εντοπίζεται και στην ίδια τη δημιουργική πράξη της γραφής που αποδεικνύεται λυτρωτική, κατευναστική, παυσίλυπη όταν ο πόνος που προκαλεί η απουσία του αγαπημένου προσώπου και η οριστική ρήξη και λήξη μιας σχέσης ερωτικής ή, πιο σωστά, μιας σχέσης ενωτικής, από τη στιγμή που η απώλεια του άλλου, σηματοδοτεί και την απώλεια του εαυτού, έρχεται σαν αδιέξοδο στην ανθρώπινη ζωή. Είναι μια υψηλή αντίληψη για την τέχνη αυτή που την αντικρίζει όχι σαν το δοχείου του παράπονου, της θλίψης και της πικρής γεύσης ενός χωρισμού, αλλά σαν το πραγματικό αντίδοτο σε αυτόν, σαν τη μεταμορφωτική εκείνη εμπειρία που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να εναποθέσει το βάρος της ψυχής του μέσα στη δούλεψη του ωραίου, του ηθικού, του αληθινού.
4.2 Η τραγική διάσταση ενός σύγχρονου Οιδίποδα/Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει (αφήγηση σε 45+1 βήματα), Βασίλης Χουλιαράς - Κριτική από την Διώνη Δημητριάδου
Η γραφή του Βασίλη Χουλιαρά έκανε αίσθηση ήδη από την πρώτη του εμφάνιση. Με τρεις ως τώρα συλλογές διηγημάτων, έδειξε την προτίμησή του στη μικρή φόρμα του συνοπτικού και περιεκτικού λόγου, όπως επίσης στη λεπτή συνύφανση του ρεαλιστικού με το εξωλογικό, συχνά παραμυθιακό στοιχείο. Σε ένα παλαιότερο κριτικό μου σημείωμα θέλοντας να γεφυρώσω τις ως τότε τρεις συγγραφικές του παρουσίες έγραφα: «Και για να γίνει μια σύνδεση ανάμεσα στα τρία ως τώρα βιβλία του, οι ανθρώπινες φιγούρες των ηρώων του θαρρείς και ξέφυγαν από τις “Μικρές ιστορίες πριν τον ύπνο” και ξανοίχτηκαν “Στο αρχιπέλαγος Φουάν” χωρίς λογικά εφόδια, παρά μόνο με την αίσθηση της τραγικότητας να τους δείχνει το άφευκτον της ανθρώπινης πορείας, ώσπου επινόησαν το φως που τους δείχνει τον δρόμο τους. Ο “Φάρος του Σορενσόν” μπορεί να υπάρχει, μπορεί και όχι, χωρίς όμως αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία. Το σημαντικό είναι να τον βλέπεις εσύ. Η μαγική παρέμβαση της λογοτεχνίας; Μα, φυσικά. Τι άλλο;».
Προβληματίστηκα αρχικά, όταν στα χέρια μου έφτασε το νέο του βιβλίο («αφήγηση» κατά τον ίδιο), καθώς έμοιαζε να απέχει πολύ από ό,τι είχε ως τώρα γράψει. Ένα βαθιά εξομολογητικό κείμενο, χωρισμένο σε 45 αριθμημένα μικρά «βήματα» (που οδηγούν, αλήθεια;) μαζί με ένα προλογικό με μηδενική αρίθμηση. Η απουσία του γνωστού μοτίβου της σύζευξης πραγματικού και εξωλογικού ήταν φανερή. Και αμέσως προέκυψε το ερώτημα: όχι τι είναι ακριβώς αυτό που γράφει αλλά γιατί το γράφει. Μια de profundis συγγραφική κατάθεση προσιδιάζει στην ποίηση, ωστόσο αυτό εδώ δεν έχει καμία σύνδεση με τον ποιητικό λόγο, εκτός αν εκληφθεί ως ποιητική παρείσφρηση ο περιεκτικός λόγος· όμως αυτό δεν αρκεί. Ακολουθώντας αναγνωστικά τα «βήματα» του συγγραφέα έφθασα στη λέξη «κλειδί», τουλάχιστον για τη δική μου πρόσληψη: το τρίστρατο.
Θέλησα το χρόνο να σταματήσω. Θέλησα να δαμάσω τη φθορά. Βαθιά μέσα μου δεν είχα αμφιβολίες για το τι μπορεί να κατόρθωνα, μα δε λιγοψύχησα. Έδωσα την υπόσχεση στο τρίστρατο. (σ. 39).
Το σημείο εκείνο, όπου όλα ανοίγονται ως προοπτική, εκεί όπου οι αποφάσεις ή οι παρορμήσεις της στιγμής, ή (αλλιώς) τα προαποφασισθέντα μιας μοίρας αόρατης εκκινούν για να καθορίσουν τη μετέπειτα πορεία. Εκεί στο σημείο «μηδέν» βρίσκεται ο άνθρωπος (μελετημένος σοφά από τον μέγιστο των τραγικών, τον Σοφοκλή), εκεί και το αφηγηματικό υποκείμενο του Χουλιαρά –δεν θέλω να το ταυτίσω με τον συγγραφέα, καθώς νιώθω τη συγγραφική πρόθεση να συμπεριλάβει στη μία περσόνα όλο το ανθρώπινο γένος– εκεί η μοναχική θνητότητα μέσα σ' έναν κόσμο που της αρνείται την πρωτοβουλία. Η τραγικότητα εμφανής.
Από το σημείο αυτό ο Χουλιαράς θα ξεκινήσει το ταξίδι προς τη γνώση, την αυτογνωσία και τελικά την επίγνωση της θέσης του στον κόσμο. Αναμφίβολα, λοιπόν, φιλοσοφική η διάθεση του πονήματος, εκφρασμένη εδώ με τη μορφή μιας λογοτεχνικής αφήγησης. Δεν είναι, φυσικά, η πρώτη φορά που η λογοτεχνική γραφή επιλέγει αυτό τον τρόπο να μιλήσει για όσα την κεντρίζουν πέρα από μια μυθοπλαστική επινόηση, ανοίγοντας έτσι το πεδίο στον φιλοσοφικό στοχασμό. Κι όμως στην προκειμένη περίπτωση, ο συγγραφέας αφήνει να φανεί κάτι περισσότερο, κάτι πιο προσωπικό ως αφορμή. Η απώλεια των προσφιλών, η εσωτερίκευση του κενού που αφήνει μια παρουσία όταν αποχωρεί από τα ορατά της ζωής για να πάει, αλήθεια πού; Ερωτήματα που απασχολούν τη συγκεκριμένη γραφή ως αφορμή ενδεχομένως για την ευρύτερη ενασχόληση με τη θέση του θνητού όντος μέσα στο σύμπαν· ένα σύμπαν ή ένας θεός που δεν απαντά ποτέ παραμένοντας αδιάφορος για την ανθρώπινη αγωνία της εξήγησης εγκαταλείποντας τον άνθρωπο μέσα στη δίνη του χρόνου, που επίσης συνιστά μια ακατάληπτη έννοια για την πεπερασμένης δυνατότητας λογική του.
Αέρας βασάνιζε τον Αδάμ έξω από τις πύλες του Παραδείσου. Αέρας βασανίζει και μένα. Ο ίδιος αέρας. Ο αέρας είναι Θεός. Υπάρχει πάντα τώρα. Όσες μορφές κι αν αλλάξει. Και όταν δείχνει καλός στους ανθρώπους. Και όταν νομίζουμε ότι την οργή του ξεσπά. Δεν υπάρχει κάτι να αποκρυπτογραφηθεί. Δε μας σκέφτεται. Δε μας έχει ανάγκη. Απλώς υπάρχει. Χωρίς να δίνει λογαριασμό πουθενά. (σ. 9).
Άλλωστε ο τίτλος Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει, απηχεί την αίσθηση μιας χρονικής αέναης πορείας που διαφεύγει την ανθρώπινη αντιληπτική ικανότητα, πόσο περισσότερο την απόπειρα μιας πειστικής ερμηνείας. Άρα, τι απομένει; Έχει τη δύναμη να πάρει τη μοίρα στα χέρια του; Έχει δίκιο όταν νιώθει απομονωμένος και αβοήθητος μέσα στον κόσμο; Πού, επιτέλους, βρίσκεται η αλήθεια; Αυτή, κατά τον Ελύτη, έναντι θανάτου δίνεται, το ξέρουμε αυτό.
Θεωρώ πως το θέμα που επέλεξε ο Χουλιαράς είναι τόσο ευρύ, ώστε θα μπορούσε να πάρει τη μορφή ενός εκτενούς φιλοσοφικού δοκιμίου ή, για να έρθουμε στα πλαίσια της λογοτεχνίας, τη μορφή ενός μυθιστορήματος που στον πυρήνα του θα βρισκόταν η συγκεκριμένη θεώρηση – άλλωστε η αρχαία δραματική τέχνη (για να θυμηθούμε πάλι τον Οιδίποδα) γνώριζε τον τρόπο να εκθέσει τον φιλοσοφικό στοχασμό μέσα στην τραγικότητα της μοίρας των ηρώων της. Εδώ επιλέχτηκε η πιο σύντομη εκδοχή ανάπτυξης, με τη μορφή εξομολόγησης. Με ανατάσεις κατά τόπους, ικανές να προκαλέσουν ισχυρές αναγνωστικές δονήσεις (η ένταση βαίνει κλιμακούμενη προχωρώντας προς το τέλος) με πιο πεζές προσγειώσεις αλλού, ο Χουλιαράς καταθέτει ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα (αρχικά της ιδιωτικής του αγωνίας που σταδιακά σε αγγίζει προσωπικά), μια συγγραφική κατάθεση που σε υποψιάζει για κάτι συγκλονιστικό που την προκάλεσε ή ίσως για κάτι ακόμη πιο συγκλονιστικό που διαφαίνεται ως ενδεχόμενη εξέλιξη στον ορίζοντα.
Να κοιμηθώ ένα σαρκίο άδειο. Όχι σαν παιδί που προσμένει τον ύπνο. Ούτε σαν έφηβος που προσμένει το μέλλον του. ούτε σαν άντρας που προσμένει την ηδονή. Ούτε καν σαν γέρος που προσμένει τον θάνατο. Σαν εμένα που δεν προσμένω πια τίποτα. Ποια η διαφορά μου από τον Θεό; (σ. 69).
Ωστόσο, η αναγνωστική «συμμετοχή» δεν θα μπορούσε να προχωρήσει περισσότερο, καθώς ό,τι ειπωθεί πλέον θα είναι εικασίες.
4.3 «Ένα αέναο τάνγκο» - Γράφει ο Γεράσιμος Γκόφας
Για τον Μεσολογγίτη συγγραφέα Βασίλη Χουλιαρά έχω γράψει ότι είναι από τους πιο συνεπείς Έλληνες πεζογράφους της μικρής φόρμας. «Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει» (Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021) είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του και το ενδιαφέρον μου για την εξέλιξη της γραφής του συγγραφέα είναι μεγάλο.
Θα ξεκινήσω δίνοντας έμφαση στο ζωηρό στοιχείο του υπαρξισμού, που ενυπάρχει αμετάβλητο στο βιβλίο, το οποίο εν μέρει εκφράζεται με μία θεολογική προσέγγιση:
Της μοίρας τα νήματα ποιος τα υφαίνει; Πώς καθορίζεται του καθενός ο δρόμος; Τι είναι αυτό που με οδηγεί;
(-28-, σελ. 45)
Χωρίς Θεό λοιπόν, χωρίς πυξίδα. Καράβι ακυβέρνητο με δύσκολο καιρό.
(-40- σελ. 63)
Στη 19η ιστορία βιώνουμε πιο έντονα από ποτέ, την πλήρη ματαιότητα που διακατέχει τον ήρωα-αφηγητή. Και το μάταιο μάς το υπενθυμίζει ουκ ολίγες φορές ο συγγραφέας. Παραθέτω ενδεικτικά:
μα τίποτα δεν κρατά για πάντα
(-12- σελ. 25)
Κοιτάζω μπροστά. Τι απομένει λοιπόν; Ατέλειωτες κυκλικές τροχιές σε μια απατηλή ευθεία γραμμή, ώσπου το νήμα της ζωής να ξεφτίσει και να κοπεί.
(-14- σελ. 28)
Γλιστράω στο ποτάμι του χρόνου. Αφήνομαι. Τι άλλο μπορώ στα αλήθεια να κάνω;
(-30-, σελ. 49)
Ενώ προηγουμένως, στη 14ου ιστορία, την οποία θεωρώ κομβική (και θα εξηγήσω παρακάτω το γιατί) διαβάζουμε το εξής: «Ας μα δοθεί τουλάχιστον στο τέλος η αμνησία». Θεωρώ αυτή τη φράση εξαιρετικά βαθυστόχαστη. Ο συγγραφέας εδώ, όχι μόνο μας τοποθετεί ως θεατές σε ένα αέναο τάνγκο με τον υπαρξισμό και τη ματαιότητα, αλλά είναι αυτός που το έχει χορογραφήσει, γιατί μας αποκαλύπτει στο σημείο τούτο ότι η μόνη ευκαιρία να γλυτώσει το άτομο από τη συνειδητοποίηση της λήθης και της συνειδησιακής ανυπαρξίας, που του επιφυλάσσονται στο εγγύς μέλλον, είναι μία «τεχνητή» αμνησία, η μη γνώση του επερχόμενου και ως εκ τούτου η άγνοια κινδύνου, ήτοι μία επαναφορά του συνειδησιακού φορτίου του εγκεφάλου στην εμβρυακή του λειτουργία, γιατί ο ήρωας γνωρίζει κατά βάθος πως αν και θέλησε το χρόνο να σταματήσει και να βρει την αθανασία, αργά ή γρήγορα όλα χάνονται.
Ένα άλλο γνώρισμα της γραφής του Β.Χ. είναι ο κοσμογονικός παράγοντας. Μοιάζει να έχει επίγνωση της απαρέγκλιτης και αμετάβλητης κατεύθυνσης που ακολουθεί ο Κόσμος προς το τέλος του. Στο 15ο κείμενο περιγράφει με τρόπο υποδειγματικό την εξέλιξη ενός βράχου, ως άχρονος παρατηρητής εκείνος, παρομοιάζοντας την απόσχισή του από το βουνό με τη φθορά του ανθρωπίνου έρωτα, ενώ στο 22ο ο ήρωας δηλώνει ότι θα νικήσει το στερέωμα. Μάλιστα στην 33η ιστορία σμίγεται το μάταιο με την κοσμογονία που ήδη αναφέραμε:
Τίποτα δεν αξίζει ο άνθρωπος. Η μητέρα φύση δεν τον λογαριάζει.
(-33-, σελ. 54)
Και ακόμα πιο ρητά και στοχευμένα:
Αν τα αστέρια έχουν ένα λόγο που υπάρχουν, τότε θα έχει λόγο και η δική μου ύπαρξη. Όμως δεν υπάρχει λόγος ούτε για μένα ούτε για τα αστέρια.
(-39- σελ. 62)
Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι ο πεσιμισμός (ή η «επίγνωση» που ανέφερα πιο πάνω) του ήρωα, δεν αφήνει περιθώρια ούτε στην ελπίδα:
Και τώρα αλήθεια τι πλέον μου μένει; Ό,τι πάντα κουβαλάμε. Η μνήμη και η ελπίδα. Η μνήμη μου όμως έχει κακοφορμίσει και οι ελπίδες μου από καιρό έχουν γεράσει.
Και κάπου εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για πρώτη φορά, για την πεζογραφική αντίληψη του Β.Χ., μια αντίληψη που πηγάζει από τα τέλη του 19ου αιώνα ως και το πρώτο μισό του 20ου, και τα «μυθιστορήματα του ανθρώπου του μοναχικού δωματίου» στα οποία ο ήρωας οδηγείται αναπόφευκτα στην ψυχική διάλυση και την πτώση, και ταυτίζεται με το μάταιο του θίξαμε πολλάκις, καθώς ο ήρωας του Β.Χ., ως άλλη Aimée, ξέρει καλά, ξέρει καλύτερα από εμάς, πως είμαστε μόνοι.
Στη 17η ιστορία ο Β.Χ. καταθέτει τα διαπιστευτήριά του με τις τρεις πρώτες αράδες στοχασμού στις οποίες ενυπάρχει η ποίηση. Όπως σπουδαία ποιητική στιγμή συνιστά λίγο παρακάτω και το απόσπασμα:
Ναι, ό,τι ήταν πατρίδα μου έχει παρέλθει. Έχει και αυτή βυθιστεί, μαζί με τις μέρες που φύγαν, στο απύθμενο πηγάδι του χρόνου.
(-20-, σελ. 35)
Στη συνέχεια προσδίδει στο έργο του το στοιχείο του παραμυθιού (και εκεί εμφανίζεται το ποιείν ως γενεσιουργός πράξη), παρέχοντας στον αναγνώστη πληροφορίες γενεαλογικής φύσεως του αφηγητή ήρωά του, ενώ στην τρίτη μόλις ιστορία αρχίζει να θεμελιώνεται το μυστήριο:
Δεν πρόκειται να σας πω ποιος πράγματι είμαι
(-3-, σελ. 12)
Μια συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στον πεζό λόγο και μια ποιητική πραγμάτωση, που δεν περιορίζεται μόνο ως πρόθεση, αλλά συναντάται στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, με κάνει να πιστεύω πως στη συζήτηση αναπόφευκτα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά πόσο οι ιστορίες του Β.Χ. συνιστούν πεζογραφία (αμιγώς σε καμία περίπτωση φρονώ) ή πεζοποίηση, έναν όρο παρεξηγημένο που ίσως βάζει στο ίδιο τσουβάλι ό,τι δεν εντάσσεται με μία εύκολη πρώτη ματιά στο πεζογραφικό ή στο ποιητικό τοπίο. Όμως όταν ένας συγγραφέας «ξεκινά να βάζει λέξεις στη σελίδα, μια συνειρμική διαδικασία ξεκινά και ξαφνικά, υπάρχουν εκπλήξεις».
Την ίδια στιγμή, οι ιστορίες του Β.Χ. θα μπορούσαν να ιδωθούν και από ένα διαφορετικό πρίσμα, γιατί ο ήρωας έχει γνώση και συνείδηση των ψευδο-απομνημονευμάτων του, καθώς ο επινοημένος ήρωας-αφηγητής μάς παρουσιάζεται εδώ ως «νομοθέτης» μιας παγιωμένης κατάστασης που βιώνεται ως αληθινή αλλά δεν είναι.
Στην 26η ιστορία ο συγγραφέας μάς επιβεβαιώνει την αχρονικότητα του ήρωά του:
Πότε ξεκίνησα; Πού είναι το σπίτι μου; Στην Ανατολή ή στη Δύση; […] το τελευταίο σου βήμα σε επιστρέφει στο ίδιο σημείο στο χώρο, αλλά σε μια ύστερη εποχή στο χρόνο.
(-26-, σελ. 43)
Όπως και λίγο πιο μετά:
Και ποιος ξέρει; έλεγα. Ίσως επιτέλους κάπου καταφέρω να αρχίσω πάλι από το μηδέν. Σαν κάποιον χωρίς ιστορία.
(-28-, σελ. 45)
Και αμέσως μετά:
Πόσο άργησα να καταλάβω; Πίστευα πως διέσχιζα χώρες. Μα εγώ ακίνητος, εκεί, και ο χρόνος να με διαβαίνει,
(-27- σελ. 44)
Ο κίνδυνος που ενέχει πάντοτε στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι ο συγγραφέας με τις «παρωπίδες» μιας προσωπικής καταγραφής να αφήσει χωρίς κίνητρο τον αναγνώστη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως ο Β.Χ. όχι μόνο δεν φορά «παρωπίδες», όχι μόνο παρέχει κίνητρο στον αναγνώστη, αλλά προσδίδοντας στην αφήγησή του στοιχεία μύθου, μιας μεταφυσικής αίσθησης που υποφώσκει στο κείμενο, έχει καταφέρει να τον εισάγει στη «χώρα των θαυμάτων του» με τους βασιλιάδες και τους αυλικούς, να τον κάνει συμμέτοχο της ιστορίας, να αφήσει πίσω μια και καλή την όποια υπόνοια είχε ότι πρόκειται για άλλη μία προσωπική ιστορία ενός αυτάρεσκου συγγραφέα. Στην πραγματικότητα ο Β.Χ. μας περιγράφει μιας αγωνιώδη, ιλιγγιώδη καταβύθιση στο προσωπικό σύμπαν του ήρωά του.
Αν εντόπισα κάποιες αδυναμίες είναι στη 10η ιστορία που πέφτουμε πάνω σε έναν λυρισμό χωρίς ουσιαστική λογοτεχνική αξία, όπως και το κομμάτι της σελίδας 27, τη στιγμή που οι λυρικές εξάρσεις του συγγραφέα σε άλλα μέρη του βιβλίου είναι αξιομνημόνευτες. Η χρήση κάποιων λέξεων παρωχημένων επίσης (πρότερη, θύμησες) αποτελούν ίσως έναν ανασταλτικό παράγοντα, καθώς είναι φορείς μια πεπαλαιωμένης εσάνς.
Ως γενικό συμπέρασμα προτάσσω ότι ο Β.Χ. εξελίσσει τη γραφή του, και θεωρώ ότι ανέφερα, αν όχι όλους, τουλάχιστον κάποιους επαρκείς λόγους για να στηρίξω το επιχείρημά μου. Όπως και να έχει η τελική άποψη είναι του αναγνώστη και η ακριβεστάτη κρίση, όπως πάντα, κείται εν γούνασι θεών.
Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει είναι ένα βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας του δεν επιφυλάσσει ρόλο αυλικού στον αναγνώστη, αλλά μοιράζεται με αυτόν το στέμμα του.
4.4 Για το βιβλίο «Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει» του Β. Χουλιαρά – γράφει ο Σπύρος Παύλου
Η διαρκής υπαρξιακή αναρώτηση του ρόλου που μας δόθηκε, ο σκοπός της παρουσίας μας στη ζωή, ο δρόμος για την εξιλέωση, η μοίρα, το πεπρωμένο, οι ενοχές, η απελπισία, η φθορά, η μνήμη και η ελπίδα, το βάρος του κόσμου, η αγάπη, ο χρόνος, ο θάνατος, είναι κάποια από τα θέματα που πραγματεύεται ο Βασίλης Χουλιαράς στο καινούργιο του βιβλίο Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει.
Για να γράψεις γι’ αυτά τα πανανθρώπινα ζητήματα πρέπει να τα αποδεσμεύσεις από τον στενό ατομικό κόσμο σου, ώστε να αποκτήσουν οικουμενικότητα, όπου ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει κομμάτια των δικών του ερωτημάτων και επιλογών. Διαφορετικά τα κρατάς για τον εαυτό σου ή τα αναφέρεις, όταν σου δοθεί η ευκαιρία, στην περιορισμένο κοινωνικό χώρο στον οποίο συμμετέχεις. Γιατί τι άλλο είναι η λογοτεχνική γραφή παρά μια έγγραφη μεταφορά εσωτερικών αναζητήσεων, που αν δεν έβρισκαν τρόπο έκφρασης θα πνίγονταν στην καθολικότητα μιας πνευματικά απογυμνωμένης πραγματικότητας;
Το ερώτημα λοιπόν είναι αν ο Βασίλης Χουλιαράς καταφέρνει να αποφύγει μια ακόμη αφηγηματική επανάληψη που θα είναι εναρμονισμένη με πλήθος λογοτεχνικών διηγήσεων, που ο αναγνώστης έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπος, ή θα καταφέρει να διεισδύσει στη συνείδηση του αναγνώστη με ξεχωριστό τρόπο ώστε να προσελκύσει το ενδιαφέρον του.
Ο Βασίλης Χουλιαράς καταφέρνει να ξεφύγει από την ομοιομορφία της αφηγηματικής δημιουργίας. Το καταφέρνει γιατί ακολουθεί μια ποιητική αφηγηματική εκδοχή που αποδεσμεύεται από την τυποποίηση των λογοτεχνικών συμβάσεων. Η τακτική κατασκευή του αφηγηματικού του κόσμου στοχεύει στην κατάθεση ενός προσωπικού πεζογραφικού ύφους που θα προκαλεί ρωγμή, τουλάχιστον, στο σώμα της ελληνικής λογοτεχνίας. Εδώ νομίζω βρίσκεται το ενδιαφέρον της απόπειράς του και η ανάγκη προσδιορισμού της.
Ο συγγραφέας γράφει σε δεύτερο πρόσωπο, απευθύνεται όμως σε μας, δίνοντάς μας την ευκαιρία να ερμηνεύσουμε, να επαναφέρουμε στη ζωή μας νοήματα, που μέσα στην ψυχοφθόρα καθημερινότητα έχουν χάσει το ρόλο τους και η αναγνώριση και σπουδή τους θα έδινε διεξόδους στη δαιδαλώδη ανθρώπινη διάσταση.
Ίσως ξενίσει η ανεξήγητη παραίτηση από τη ζωή που δεν θεμελιώνεται με επαρκή επιχειρήματα, αλλά εδώ μιλάμε για έναν εξομολογητικό μονόλογο που πατάει στον κόσμο των συναισθημάτων και δεν αποτελεί ερμηνευτικό ηχείο της πραγματικότητας.
Το βιβλίο Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει είναι μια εξομολόγηση συναισθηματικών εκμυστηρεύσεων, όπου ο αφηγητής αναθυμάται, απελπίζεται, μελαγχολεί, αντιμετωπίζει πόνο, σκληρότητα, παραιτείται, αλλά νοιώθει την ανάγκη να επαναφέρει τη μνήμη σε πρωταγωνιστικό ρόλο, ανασκάφτει τα επιχώματα της πραγματικότητας, αναζητώντας την «ψυχική ενέδρα», πράγμα που δυσκολευόμασ
|
| Επιπλέον κείμενο 3: |
Το βιβλίο Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει είναι μια εξομολόγηση συναισθηματικών εκμυστηρεύσεων, όπου ο αφηγητής αναθυμάται, απελπίζεται, μελαγχολεί, αντιμετωπίζει πόνο, σκληρότητα, παραιτείται, αλλά νοιώθει την ανάγκη να επαναφέρει τη μνήμη σε πρωταγωνιστικό ρόλο, ανασκάφτει τα επιχώματα της πραγματικότητας, αναζητώντας την «ψυχική ενέδρα», πράγμα που δυσκολευόμαστε να κάνουμε στην καθημερινότητά μας. Γι’ αυτόν τον λόγο η ανάγνωση του βιβλίου είναι μια εμπειρία που μας κάνει να ξεφύγουμε από τα ελκυστικά καλέσματα της καθημερινότητας και να μας οδηγήσει σ’ ένα ταξίδι αυτογνωσίας που μπορεί να ερεθίσει πνευματικά την πορεία μας στον κόσμο.
«Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΑΡΧΙΣΕ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ» - (ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΧΟΥΛΙΑΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΒΕΛΗ)
— Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Μπλάιχ: «Για τον συγγραφέα, το λογοτεχνικό έργο συνιστά μία ανταπόκριση στις εμπειρίες της ζωής του. Για τον αναγνώστη, η ερμηνεία συνιστά μία ανταπόκριση στην αναγνωστική εμπειρία του».
Για τους θεωρητικούς του τέλους του 20ού αιώνα, ο συγγραφέας δεν μπορεί να γράψει, παρά μόνο αν φανταστεί έναν Αναγνώστη-Πρότυπο, που θα μπορέσει να αντιληφθεί τον κόσμο του κειμένου όπως και ο ίδιος.
Υπάρχει, όμως, αυτός ο Αναγνώστης-Πρότυπο;
Αναπόφευκτα, ο καθένας μας θα κατανοήσει το έργο μέσα από το πλέγμα όχι μόνο των αναγνωστικών του εμπειριών, αλλά και των γλωσσικών συμβάσεων που έχει αποδεχθεί και, βεβαίως, και των πραγματικών βιωμάτων του. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας δημιουργεί έναν φανταστικό κόσμο για να μιλήσει για το πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος την πραγματικότητα, αλλά πόσες πιθανότητες έχουμε να συλλάβει και ο αναγνώστης με τον ίδιο τρόπο τον κόσμο αυτό, όταν εκκινεί από διαφορετικές εμπειρίες;
Τώρα, αν επιχειρήσουμε να σχολιάσουμε αυτές τις ιδέες, μάλλον είναι πολύ κοντά στην αλήθεια. Ωστόσο, πόση μοναξιά μας ετοιμάζουν! Σαν να ανοίγεις μία πόρτα για να συναντήσεις, να γνωρίσεις έναν άνθρωπο και να βρίσκεσαι παγιδευμένος σε ένα τεράστιο δωμάτιο με καθρέφτες που αναπαράγουν το είδωλό σου και μόνο!
Κι εγώ, μεγαλωμένη σε μία εποχή που οι αυθεντίες υπήρχαν ακόμα, δεν θέλω να κατεβάσουμε από το βάθρο τον συγγραφέα και να ανεβάσουμε τον αναγνώστη. Γι’ αυτό προτίμησα εγώ, που είμαι ένας αναγνώστης, να ρωτήσω εσένα Βασίλη, αν είναι σωστά αυτά που κατάλαβα.
Ας αρχίσουμε, λοιπόν, με το εξώφυλλο.
Ο τίτλος είναι παράξενος και μελαγχολικός: «Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει». Αυτό το «ήδη» και το συντελεσμένο: «έχει τελειώσει» δεν αφήνουν περιθώρια ελπίδας. Κι όμως: η πρώτη φράση δίνει την υπόσχεση ενός ξεκινήματος. Πόσο ταιριαστή είναι η εικονογράφηση! Στα βουνά το ξημέρωμα και τα φωτάκια των σπιτιών ακόμα αναμμένα. Όμως, μπροστά μας, σε πρώτο πλάνο, το σκοτάδι της νύχτας —που δεν έφυγε; ή που μας περιμένει;— για να μην πούμε για το μαύρο χώμα, που φαίνεται να ρουφά τον ολομόναχο ανθρωπάκο.
Βασίλη πες μας και το εξώφυλλο: Ποιος το επέλεξε και ποιος το σχεδίασε;
— Πριν απαντήσω στην ερώτησή σου Ελένη, θα ήθελα να αναφέρω κάποιες σκέψεις εν σχέσει με τον πρόλογο σου, και ειδικότερα εκεί που μίλησες περί συγγραφέα και ιδανικού αναγνώστη. Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι ο συγγραφέας δε χρειάζεται να φανταστεί κανέναν Αναγνώστη-Πρότυπο, που θα μπορέσει να αντιληφθεί τον κόσμο του κειμένου όπως ο ίδιος, για να γράψει, διότι αυτός ο Αναγνώστης-Πρότυπο εξ ορισμού υπάρχει, μιας και είναι ο ίδιος του εαυτός. Ο συγγραφέας όταν γράφει ένα κείμενο, την ίδια στιγμή συμβαίνει να είναι και ο πρώτος αναγνώστης του, και αν θέλει κάποιον να σαγηνεύσει πρώτα με τη γραφή του, δεν είναι παρά αυτόν τον ίδιο. Άλλωστε αυτός ο ίδιος είναι που μετρά πρώτος το αισθητικό αποτέλεσμα που παρήγαγε και κρίνει το περιεχόμενο και τη μορφή του κειμένου. Δηλαδή, σχεδόν ταυτόχρονα, συνοικούν μέσα σε αυτόν που γράφει, ο συγγραφέας, ο πρώτος αναγνώστης και ο πρώτος αξιολογητής. Επιπλέον είναι άλλο πράγμα η συγγραφή και άλλο η δημοσίευση ενός κειμένου, που δίνει δικαίωμα στην ύπαρξη και άλλων αναγνωστών, πέραν του εαυτού σου. Αυτή μπορεί να συμβεί, μπορεί και όχι. Ωστόσο η δημοσιοποίηση ενός κειμένου, για να χρησιμοποιήσω την πολύ ωραία εικόνα με το δωμάτιο που έδωσες, αντιστοιχεί στο άνοιγμα αυτού του δωματίου και την πρόσκληση να το επισκεφτούν και άλλοι. Ίσως ακόμα να μπορούμε να σκεφτούμε την έκδοση ενός βιβλίου, ως κάλεσμα σε μια γιορτή.
Όσο για τις όποιες απαντήσεις μου, που αφορούν το «Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει», δεν ξέρω αν θα λύσω πόσες και ποιες απορίες, σίγουρα όμως δε θα ερμηνεύσω, μιας και μιλάμε για λογοτεχνία και όχι για κάποιο δόγμα. Ό,τι με ενδιαφέρει είναι να συζητήσω πάνω στο βιβλίο, ανακαλώντας όσο μπορώ το τι ήθελα όταν το έγραφα και πώς το προσπάθησα, αλλά και τις σκέψεις που μου δημιουργεί αυτό το βιβλίο, καθώς το προσεγγίζω πλέον όχι μόνο ως συγγραφέας του —άλλωστε, ο συγγραφέας, κατά ένα τρόπο, μετά τη συγγραφή αποσύρεται— αλλά και σε ό,τι πιο κοντινό μπορεί να υπάρξει, όπως προείπα, σε Αναγνώστη-Πρότυπο.
Λοιπόν, τώρα στην ερώτησή σου για το εξώφυλλο: Το έργο ονομάζεται: «Travel, 2015», και το έχει ζωγραφίσει ο Walter Yu, και η επιλογή του, όπως σε όλα τα βιβλία μέχρι τώρα, με περισσότερους ή λιγότερους βαθμούς ελευθερίας, ήταν δική μου.
Τον Walter, το ζωγράφο του έργου, τον γνώρισα πριν τρία χρόνια, όταν είχε έρθει στο Μεσολόγγι, φιλοξενούμενος του φίλου εικαστικού Ηλία Βασιλού, ο οποίος μέχρι και πρόπερσι δίδασκε στα σχολεία της περιοχής μας. Ο Walter, όμως, εκτός από το να ζωγραφίζει γράφει κιόλας, και τις λίγες μέρες που έμεινε εδώ αγάπησε το Μεσολόγγι, και εκείνο το διάστημα έγραψε τέσσερα εξαιρετικά ποιήματα, με αφορμή την εδώ διαμονή του, με κινέζικα, μάλιστα, ιδεογράμματα, μιας και ο Walter, είναι κινεζογερμανικής καταγωγής. Αυτά τα ποιήματα μού τα έδειξε, του ζήτησα τότε να μου τα μεταφράσει στα αγγλικά και εγώ από τα αγγλικά τα απέδωσα στα ελληνικά και τα έστειλα εν συνεχεία για δημοσίευση στην ηλεκτρονική έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού “Φρέαρ”, με τίτλο: “Τέσσερα ποιήματα από το Μεσολόγγι”.
Όταν θέλησα να στείλω στο «Φρέαρ» τα ποιήματά του, σκέφτηκα ότι καλό θα ήταν να πλαισιωθούν οι λέξεις του από κάποιο δικό του εικαστικό. Έτσι ψάχνοντας περισσότερο τη δουλειά του Walter, είδα αυτό του το έργο, και τότε, χωρίς δεύτερη σκέψη, το επέλεξα. Αλλά και όταν έφτασε η ώρα να διαλέξω εικαστικό για το εξώφυλλο του «Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει», αμέσως το θεώρησα ιδανικό για το βιβλίο, μιας και εκτός ότι μου αρέσει πάρα πολύ, συμφωνώ μαζί σου Ελένη, ότι ταιριάζει και με το περιεχόμενο του! Ίσως γιατί ενώ υπάρχει κάτι το πολύ σκοτεινό —η μοναχική ανθρώπινη φιγούρα έχει γίνει κομμάτι της σκοτεινής γης— εντούτοις δε σε αφήνει να χαθείς σε αυτό. Την ίδια στιγμή, στον ίδιο πίνακα, καθώς ανεβάζεις τα μάτια σε αυτόν, αναδύεται κάτι το γαλήνιο και αισιόδοξο. Τουλάχιστον έτσι νιώθω εγώ.
Με την ευκαιρία να ευχαριστήσω άλλη μια φορά τον Walter, που όταν του ζήτησα την άδεια, με χαρά μου την έδωσε.
— Θα συνεχίσω, τώρα, ως αναγνώστης και πάλι, με όλες τις επιφυλάξεις που τέθηκαν εισαγωγικά, επιχειρώντας μία προσέγγιση του έργου.
Όταν το πρωτοδιάβαζα, ήμουν βέβαιη ότι παρακολουθώ μία ερωτική ιστορία που τελείωσε, αλλά άφησε βαθιά σημάδια. Και, επειδή ο αναγνώστης πάντα διαπράττει το σφάλμα να ερμηνεύει αυτοβιογραφικά μία αφήγηση σε α’ πρόσωπο, ήθελα να πω στον Βασίλη: «Μην κάνεις έτσι, όλα περνούν».
Ξαφνικά, όμως, διαπίστωσα ότι το περιτύλιγμα της ερωτικής ιστορίας σταδιακά εξαφανιζόταν και από το εσωτερικό της αφήγησης έβγαινα … εγώ! Σαν να μιλούσε το βιβλίο για αυτό που ήμουν και αυτό που έγινα στο πέρασμα του χρόνου. Ταράχτηκα, και αναρωτιόμουν πώς γίνεται να με ξέρει ο Βασίλης, πριν καν με γνωρίσει, πώς γίνεται να θυμάται αυτά που εγώ ξέχασα. Μετά, άρχισα να υποψιάζομαι πως διάβαζα μία καθολική ερμηνεία της ζωής του κάθε ανθρώπου: Πώς γεννιόμαστε, πώς μεγαλώνουμε και πού φτάνουμε. Και όλα αυτά πολύ-πολύ συμπυκνωμένα.
Αλλά, πάλι, ίσως αυτά ήταν όσα είχα ήδη μέσα μου. Γι’ αυτό, Βασίλη, ήθελα να ρωτήσω:
Κατάλαβα, άραγε, κάτι από τις αρχικές σου προθέσεις; Υπάρχουν αυτά τα επίπεδα ή πρόκειται για κάτι εντελώς άλλο; Πώς προέκυψε και γιατί αυτό βιβλίο;
— Σε ευχαριστώ πολύ, για τα λόγια σου Ελένη!
Λοιπόν, πώς προέκυψε αυτό το βιβλίο: Η απάντηση δεν είναι τόσο εύκολη και αυτό διότι, για να την αναζητήσουμε, πρέπει να επιστρέψουμε αρκετά πίσω, στα 2005, την εποχή δηλαδή, όπου δειλά δειλά ξεκίναγα τη συγγραφή του «Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει». Και λέω δειλά για πολλούς λόγους, ένας εκ των οποίων ήταν ότι το κείμενο αυτό αποτελεί την πρώτη μου προσπάθεια να γράψω κάτι το τόσο εκτεταμένο, με την προοπτική τελικά να δημιουργήσει από μόνο του ένα βιβλίο. Ακόμα τότε δεν είχα ξεκινήσει καν να γράφω μικρές ιστορίες, αυτές δηλαδή που συνέθεσαν τα τρία προηγούμενά μου βιβλία —αυτό συνέβη στα τέλη του 2006— και οι όποιες μου προσπάθειές στο χώρο της γραφής ήταν αποσπασματικές και μάλλον επουσιώδεις.
Κάπου τότε όμως άρχισα να γράφω κάποια κείμενα, που, εν σχέσει με οτιδήποτε παλιότερο, είχαν διαφορετική γραφή και αισθητική. Την αισθητική που λίγο πολύ έχει το «Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει». Καθώς αυτά τα κείμενα άρχισαν να μαζεύονται, είπα να δω αν τελικά μπορούσα να δημιουργήσω κάτι που ως τότε ποτέ δε φανταζόμουν: ένα βιβλίο. Οπότε προσπάθησα να εντάξω κάποια από αυτά, μαζί βέβαια και με άλλα, που άρχισα να γράφω για αυτό τον σκοπό, σε μια ενιαία ιστορία: την ιστορία κάποιου, με χαρακτηριστικά μυθικού ήρωα, ο οποίος θα αφηγείται τη ζωή του, έχοντας στο μυαλό μου και το έπος του Γκιλγκαμές, με σκοπό όχι μόνο να διηγηθώ μια ιστορία, αλλά και να χωρέσω σε αυτή κάποιες από τις σκέψεις και τις ιδέες μου, όχι βέβαια με την πρόθεση να πείσω κανέναν για αυτές, αλλά για να τις διερευνήσω —μιας και δε γράφω γιατί ξέρω κάποια αλήθεια, αλλά γιατί την αναζητώ— και να τις συζητήσω.
Νομίζω ότι κάπως έτσι προέκυψε αυτό το κείμενο του οποίου η πρώτη γραφή με αρχή, μέση και τέλος, πρέπει να μας πηγαίνει πίσω κάπου στο 2006 με 2007. Από τότε δεν σταμάτησα, ανά περιόδους, να το δουλεύω, προσθέτοντας, αφαιρώντας και λειαίνοντας, όσο μπορούσα, κεφάλαια, παραγράφους, φράσεις και λέξεις, μέχρι και τα μέσα της άνοιξης που πέρασε, όταν πια το κείμενο οριστικοποιήθηκε, μιας και είχε φτάσει η ώρα πια να εκδοθεί. Συνεπώς το «Η ημέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει», περικλείει την εξής ιδιαιτερότητα: Από τη μία να είναι το πρωτόλειό μου, αλλά την ίδια στιγμή και το κείμενο που το έχω δουλέψει, όσο κανένα άλλο, μιας και το δουλεύω πάνω από 15 χρόνια.
Όσο για τα επίπεδα που ανέφερες, δεν μπορώ να πω ότι ξεκίνησα να γράφω κάτι όπως το περιέγραψες, από την άλλη όμως, νομίζω, ότι κάπως έτσι λειτουργεί κανονικά η γραφή, μιας και η γραφή από μία άποψη είναι μια ανάδυση. Αποτελεί μια προσπάθεια επικοινωνίας του συγγραφέα, με τον βαθύτερο εαυτό του. Κάτι που φέρνει ο συγγραφέας από το βυθό του εαυτού του στο φως και το εναποθέτει στο χαρτί. Το παράδοξο και ενδιαφέρον συνάμα είναι ότι αν ενδεχομένως το καταφέρει αυτό, τότε είναι αρκετά πιθανό να μπορέσει να επικοινωνήσει, εντέλει, και με τους άλλους, γιατί ίσως, και αυτό είναι μια πιθανή εκδοχή, σε ένα βαθύτερο επίπεδο —κάτω από την επιφάνεια του εγώ— όλοι να μοιάζουμε περισσότερο από ό,τι νομίζουμε. Ωστόσο και ο αναγνώστης από την πλευρά του πρέπει να κάνει μια ανάλογη κίνηση, μιας και πάλι η επικοινωνία μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη δε γίνεται στην επιφάνεια· γίνεται μόνο στο βυθό. Ο αναγνώστης πρέπει και αυτός με τη σειρά του να βυθιστεί στο κείμενο, να απολέσει λίγο το εγώ του, για να το νιώσει και να ενωθεί μαζί του. Σε κάθε περίπτωση αυτό είναι το ζητούμενο για κάθε λογοτεχνικό κείμενο. Να μπορέσει να χωρέσει τον άλλον. Να δίνει στον αναγνώστη το χώρο να γεμίσει τα κενά με την ύπαρξή του. Αν αυτό το κατάφερε με εσένα Ελένη, πραγματικά χαίρομαι, μιας και σημαίνει ότι κατορθώσαμε να επικοινωνήσουμε. Και βέβαια σε ευχαριστώ που μου το είπες.
— Ας δούμε λίγο τώρα το αφήγημά μας:
Όπως λέει και ο υπότιτλος στο εξώφυλλο, χωρίζετε σε «45+1», μικροαφηγήσεις. Εκείνη η μία, είναι η αρχική, που αριθμείται με το 0. Η φωνή που ακούμε σε αυτήν όμως δεν είναι του αφηγητή, ο οποίος θα αναλάβει αμέσως μετά. Ποιος μιλά, λοιπόν, εδώ; Πρόκειται για ένα συλλογικό υποκείμενο, που αναφέρεται στον εαυτό του σε πρώτο πληθυντικό (δηλ. λέει «εμείς») και απευθύνεται στον αφηγητή σε δεύτερο ενικό: «εσύ»:
«Απόλυτη ησυχία. Μόνο το παιχνίδισμα της φλόγας του κεριού με τον αέρα και ο όποιος ήχος της γραφίδας στο χαρτί. Τι σε ωθεί σε αυτό; Αντί να αφήσεις τον εαυτό σου να ηρεμήσει και τη γαλήνη της πλάσης να δεχτείς, εσύ με τι παλεύεις; Τι προσπαθείς επιτέλους να ξορκίσεις με τούτες τις γραμμές;»
Μία εικόνα δημιουργείται στο μυαλό, εμού, του αναγνώστη, που, όπως είπαμε, διαβάζει αυτό που ήδη επιθυμεί: Βλέπω έναν καλόγερο. Ένας καλόγερος, στη μοναξιά ενός κελιού, αρχίζει τη συγγραφή του. Η εικόνα μας είναι γνώριμη από τα βυζαντινά χρόνια: Μετά από μία πλούσια, ταραγμένη, ενίοτε και αμαρτωλή ζωή, το μοναστήρι και η συγγραφή. Μία ανασκόπηση της προσωπικής ζωής — η και μία ανασημασιοδότηση —ειλικρινής ή όχι— των προσωπικών επιλογών. Μία προσπάθεια, επίσης, διαφύλαξης των ιστορικών γεγονότων. Ή και μία διάθεση στοχασμού πάνω στα ανθρώπινα.
Όμως, ποιοι είναι αυτοί που μιλούν στον «καλόγερο» μας; Και γιατί στην αρχή της αφήγησης;
Μία σκέψη αναδύεται τότε στο μυαλό μου: Μήπως είμαστε εμείς, οι αναγνώστες, πλήθος αδιαφοροποίητο και συμπαγές απέναντί του, όπως μας βλέπει ο συγγραφέας; Και, αν οι παλαιοί ποιητές επικαλούνταν τη Μούσα, στις σημερινές εποχές της απομάγευσης, ο συγγραφέας (εξίσου ταπεινός και τυφλός, σαν τον Όμηρο, ίσως όμως πιο εύθραυστος και φοβισμένος) περιμένει την άδεια και την προσοχή των παντοδύναμων αναγνωστών. Εξ ου και το πλήθος.
Πόσο αλαζονικός και κυριαρχικός είναι ο λόγος του αναγνωστικού κοινού:
«Για μια στιγμή διστάζεις. Αναρωτιέσαι αν πρέπει να μιλήσεις και όλα όσα νιώθεις στο χαρτί να αφεθούν. Σε βασανίζει η σκέψη μήπως άθελά σου μας μιάνεις, κοινωνώντας μας κάποιο μυστικό· αποκαλύπτοντάς μας κάποιο άβατο. Δεν υπάρχει λόγος. Τίποτα από αυτά μη σε φοβίζει. Όπως πάντα, μόνο ό,τι είμαστε σε θέση θα ακούσουμε και ό,τι γνωρίζουμε ήδη θα κατανοήσουμε. Τα λόγια σου με τα δικά μας ζύγια θα μετρήσουμε. Όλα τα άλλα παράταιρα και άγνωστοι κόσμοι. Μην τυραννιέσαι άλλο λοιπόν. Άφησε να ξεσπάσει. Κάτι έχεις να διηγηθείς. Ποια η ιστορία σου;»
Πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε αυτές τις γραμμές; Αν ο συγγραφέας στο απόσπασμα 2 δηλώνει:
«Πρώτα όμως πρέπει να βρω τη δύναμη να μιλήσω. Να αφήσω τη μνήμη μου παρακαταθήκη στους αιώνες.»
Θυμίζει το «κτήμα ες αεί» του Θουκυδίδη. Όμως, πού είναι οι αποδέκτες; Αυτοί προκαταβολικά έχουν δηλώσει ότι του επιτρέπουν να μιλήσει ελεύθερα, μιας και δεν ενδιαφέρονται να τον ακούσουν! Με αυτήν, ίσως, την επίγνωση, ο συγγραφέας σχολιάζει για το συγγραφικό του δώρο στην ανθρωπότητα:
«Αστείο δώρο, μα δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να προσφέρει κανείς.»
Ήθελα, λοιπόν, να σου κάνω τώρα πολλές ερωτήσεις Βασίλη: Γιατί γράφεις; Είναι μία προσπάθεια να διατηρήσεις στη μνήμη αυτό που πεθαίνει; Είναι μία ψυχική ανάγκη, μία εξομολόγηση; Είναι ένα αίσθημα ευθύνης προς τις γενιές που δεν ήρθαν ακόμα;
Και επίσης, όποιος κι αν είναι ο λόγος, πώς βλέπεις τον σημερινό και πώς φαντάζεσαι τον μέλλοντα αναγνώστη; Τι θα ήθελες να είσαι για αυτόν; Τι νομίζεις ότι θα είσαι για αυτόν;
Και τέλος: το έργο που το γέννησε με τόση αγάπη, σε ποια χέρια και ποιες καρδιές το παραδίδεις; Ποια θα είναι η τύχη του;
— Να πω αρχικά πως αυτή η πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα, που θέλησες να μοιραστείς μαζί μας Ελένη, με το βυζαντινό καλόγερο, ταιριάζει απόλυτα με την εισαγωγή σου. Αυτή είναι καθαρά μια δική σου σκέψη, δηλαδή ενός αναγνώστη, που πηγάζει από τις δικές του αισθητικές αφετηρίες. Δε νομίζω ότι θα τη σκεφτόμουν ποτέ από μόνος μου. Ωστόσο πρέπει να πω ότι τώρα που την άκουσα, πλουτίζει και σε εμένα το βιβλίο.
Ας προσπαθήσω τώρα να απαντήσω στις ερωτήσεις σου, που δεν είναι και λίγες! Για το κεφάλαιο 0, έχω κάνει και εγώ στον εαυτό μου την ίδια ερώτηση. Αν και δε θυμάμαι πια πώς μπήκε εκεί το συγκεκριμένο κεφάλαιο, μπορώ να βεβαιώσω ότι όσες φορές δούλεψα το κείμενο και ζύγισα κατά πόσο είναι απαραίτητο, πάντα κατέληγα να το κρατήσω. Αυτό το κεφάλαιο νομίζω ότι έχει διπλό σκοπό. Πρώτον μας εισάγει στο κλίμα του βιβλίου και μας λέει τι είναι αυτό που πρόκειται να διαβάσουμε, και δεύτερον παίζει ένα ρόλο προτρεπτικό. Προτρεπτικό όμως, από ποιον, σε ποιον και γιατί;
Όπως είπα ήταν το πρώτο μου κείμενο, και μέχρι τότε κανείς δεν ήξερε ότι ασχολούμουν με τη γραφή. Άλλωστε, ακόμα και χρόνια μετά, το 2012, όταν εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο, οι «Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο», ελάχιστα άτομα γνώριζαν ότι έγραφα. Ίσως γιατί το να βγεις και να πεις ότι γράφω, απαιτεί θάρρος και τόλμη, μιας και ουσιαστικά δηλώνεις δημόσια ότι αυτά που σκέφτεσαι μπορεί να ενδιαφέρουν και τους άλλους. Μιας και, λοιπόν, αυτό το θάρρος μου έλειπε, έπρεπε να το βρω. Οπότε νομίζω ότι εκεί μέσα υπάρχει ξεκάθαρα μια παρακίνηση του εαυτού μου προς εμένα. Ειδικά καθώς φοβόμουν αρκετά αυτό που έχεις ήδη αναφέρει, την παρανόηση, σε μια έκθεση, μάλιστα, που δεν ήμουν καθόλου συνηθισμένος.
Όσο για το απόσπασμα: «Πρώτα όμως πρέπει να βρω τη δύναμη να μιλήσω. Να αφήσω τη μνήμη μου παρακαταθήκη στους αιώνες. Αστείο δώρο, μα δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να προσφέρει κανείς.» αν και συμφωνώ και με την εξήγηση που δίνεις, θα ήθελα να προσθέσω και μια άλλη. Πως μπορεί η γραφή να είναι κάτι σημαντικό, μα καλύτερα ας είμαστε ταπεινοί, όσο μπορούμε, σε ό,τι κάνουμε. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τι είναι σημαντικό και τι όχι, και ενδεχομένως ό,τι θεωρούμε σπουδαίο, μπορεί τελικά να μην είναι κάτι παραπάνω από ένα αστείο.
Τώρα γιατί γράφω! Ας προσπαθήσω να δώσω μια απάντηση, αν και πολλές φορές, η ορθή απάντηση μπορεί να μας διαφεύγει ή να μεταβάλλεται στο χρόνο.
Αρχικά γράφω για εμένα, και μπορώ να σκεφτώ αμέσως τέσσερις λόγους:
Πρώτος λόγος: —κάτι παρόμοιο έχει γράψει και ο Πεσσόα— είναι και αυτός ένας τρόπος να περάσει κάποιος το χρόνο του.
Δεύτερος λόγος: γιατί το γράψιμο βοηθά στο να απαλυνθούν κάπως οι δαγκωματιές του χρόνου, καθώς μεταλλάσσεις όλα όσα έχεις βιώσεις σε κάτι άλλο. Ουσιαστικά είναι ένας τρόπος νοηματοδότησης και, κατά ένα τρόπο, δικαίωσης τη ζωή σου.
Τρίτος λόγος: γιατί η γραφή είναι ένας τρόπος συνομιλίας με τον εαυτό σου. Ίσως μάλιστα, κάποιες φορές, είναι ένας τρόπος συνομιλίας με κάτι πέραν του εαυτού σου ή, αν δε θέλουμε να το πάμε τόσο μακριά, με κομμάτια του εαυτού σου που δεν ήξερες καν ότι υπάρχουν.
Και τέλος: όπως έγραφα και στο «Ο Φάρος του Σόρενσον», διότι η γραφή είναι και αυτή μια προσευχή και μια μετάνοια.
Γράφω επίσης για τους φίλους μου, και όταν λέω φίλους, εννοώ αυτούς που έχω γνωρίσει, αυτούς που δεν έχω γνωρίσει και θα γνωρίσω, και αυτούς που δε θα γνωρίσω ποτέ, αλλά μέσω κάποιου κειμένου, εντέλει, μπορέσαμε να επικοινωνήσουμε.
Επίσης γράφω για το τώρα, και όταν λέω τώρα, εννοώ κατά τη διάρκεια της ζωής μου. Η σκέψη βέβαια ότι αφού θα έχω φύγει από τη ζωή μπορεί κάποιος να βρει παρηγοριά σε κάποιο από τα κείμενα μου, ή να τον κάνει να σκεφτεί διαφορετικά, ή να βάλει κάποιες σκέψεις του σε τάξη, ή να περάσει ευχάριστα κάποιες ώρες, η σκέψη αυτή ασφαλώς με χαροποιεί, όμως με χαροποιεί τώρα, όσο είμαι ακόμα εν ζωή. Όχι βέβαια πως αν συμβεί κάτι ανάλογο δε θα είναι πράγματι ωραίο και σπουδαίο, αλλά τότε δε θα υπάρχει δυνατότητα να βρεθούμε κάποια στιγμή, και να συζητήσουμε, με αυτόν τον πιθανό αναγνώστη, ο ένας δίπλα στον άλλον, ή να πιούμε ένα ποτήρι κρασί, κι ας μην μιλήσουμε. Οπότε, όσο κι αν το εγώ μου αντιδρά ενώ το λέω αυτό, εντέλει λέω πως ίσως δε με νοιάζει καν, αν μάθει τότε ποιος είναι ο συγγραφέας, φτάνει να βρει κάτι σε ό,τι έχω γράψει, που, έστω και λίγο, θα τον βοηθά.
Όσο σε τι χέρια θα πέσει, είναι μια σκέψη που μπορεί να γίνει και ανυπόφορη. Όμως τι άραγε μπορεί να κάνει κάποιος για αυτό; Παρανόηση συμβαίνει συνεχώς και παντού, ηθελημένα ή αθέλητα, σε κάθε μορφή επικοινωνίας, όπως άλλωστε γνωρίζουμε όλοι βάσει της εμπειρίας μας και αυτό δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τη σχέση συγγραφέα και αναγνώστη. Αποτελεί δομικό συστατικό της ζωής.
Συνεπώς τι μπορούμε να κάνουμε; Είτε να σταματήσουμε κάθε προσπάθεια ή να συνεχίσουμε τον αγώνα να συνεννοηθούμε, γνωρίζοντας ότι η παρανόηση μπορεί να εμφανιστεί κάθε στιγμή και στα πιο απροσδόκητα σημεία. Κάθε βιβλίο, λοιπόν, που εκδίδεται, παρόλο που δέχεται το ενδεχόμενο της παρανόησης, απαντά θετικά στη συνεννόηση και την επικοινωνία.
— Ας κάνω, όμως τώρα μία λίγο πιο άχαρη ερώτηση:
Πώς θα χαρακτηρίζαμε ειδολογικά το αφήγημα αυτό; Μεριές μεριές έχει την αχλύ και τον τρόπο του παραμυθιού.
«Μεγάλη η μέρα της γέννησής μου. Στο πρώτο μου κλάμα χιλιάδες σήμαντρα ήχησαν. Σήμαντρα χαράς και πανηγυρισμοί εξαπλώθηκαν απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας. …. Ο λαός θα μ’ αγαπούσε. Οι γυναίκες θα με λάτρευαν. Οι φίλοι στρατός ολάκερος.»
Έτσι συμβαίνει, βέβαια, και στο παραμύθι της ζωής: Πόσο χαρμόσυνη μια νέα ζωή που ξεκινά. Πόσα υπόσχεται και πόσο λαμπρά φαίνονται όλα! Πώς τελειώνει όμως; Ποια η σχέση του μωρού αυτού με τον ηλικιωμένο, μόνο, χτυπημένα από τη ζωή άνθρωπο; Πού είναι τώρα αυτοί που θα τον αγαπούσαν; Πόσα κι ο ίδιος χάλασε από τη ζωή του και για πόσα δεν έφταιξε; Τα έχει πει και ο Παλαμάς, στο «Πανηγύρι στα Σπάρτα».
Διαβάζουμε στο 38ο απόσπασμα:
«Η πανοπλία που φόρεσα μπορεί να με γλίτωσε από τόσες πληγές, αλλά το βάρος της με έχει τσακίσει. Θέλω απόψε να κοιμηθώ και να ξυπνήσω χρόνια πριν. Όταν ήταν ακόμα καιρός»
Αλλού στο βιβλίο, όμως, διαβάζουμε σελίδες ποιητικής ομορφιάς:
Απόσπασμα 10: «Κάτω από τον ουρανό κοιμόσουν και ένα άστρο σε πρόσεχε· και εγώ το άστρο πρόσεχα, το φως του να μη σβήσει.»
Ή φράσεις εξομολόγησης:
«Δώσε μου δύναμη να σ’ αγαπώ».
Πώς θα το χαρακτήριζες, λοιπόν, Βασίλη, το βιβλίο αυτό; Παραμύθι, ποίημα, διήγημα, μυθιστόρημα, αυτοβιογραφία, αλληγορία, εξομολόγηση;
Κι ακόμα πες μας: πώς άρθρωσες το υλικό του: Διακρίνω μία αυτοτέλεια και πληρότητα σε κάθε μικρή αφήγηση, που παραπέμπει στον ποιητικό λόγο, αλλά και μία συνέχεια, στην εξιστόρηση του βίου του πρωταγωνιστή, που δίνει την αίσθηση μυθιστορήματος;
— Δεν ξέρω ποιος τίτλος θα του ταίριαζε, αλλά δεν ξέρω κιόλας αν με ενδιαφέρει να το χαρακτηρίσω. Ο χαρακτηρισμός βοηθά στην ταξινόμηση, βάζοντάς το σε ένα κουτάκι, εγώ γιατί να το κάνω; Και μετά ίσως να είναι και περιοριστικός. Για παράδειγμα, ο Vincenzo Rotolo, μου το χαρακτήρισε φιλοσοφικό δοκίμιο, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή αυτό το χαρακτηρισμό για το «Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει», δεν τον είχα σκεφτεί. Σε κάθε περίπτωση αν ήθελα να είναι κάτι αυτό είναι ποίηση, αλλά θα πρέπει πρώτα να εξηγήσω τι εννοώ όταν λέω ποίηση.
Ποίημα, για μένα, είναι το τελειωμένο λογοτεχνικό κείμενο. Εκείνο το κείμενο στο οποίο όλες οι λέξεις, υπακούοντας σε ένα ρυθμό, σε μια μουσική δηλαδή, έχουν βρει την οριστική τους θέση και καμία δεν μπορεί να αφαιρεθεί, να προστεθεί ή να αλλάξει, διότι τότε, το οικοδόμημα όλο θα γκρεμιστεί ή θα είναι κάτι λιγότερο, ενώ και το νόημα αυτού που θέλει να συζητήσει είναι πλήρες. Συνεπώς σε ένα τέτοιο κείμενο δεν πρέπει να υπάρχει σελίδα και παράγραφος να είναι αδιάφορη και κάθε πρόταση πρέπει να έχει λόγο ύπαρξης.
Οπότε, με βάση αυτή τη λογική, κάθε λογοτεχνικό κείμενο θα ήθελε να είναι ποίηση, ανεξάρτητα από το μέγεθος του και την εξωτερική του μορφή, και αυτό προσπαθώ να πετύχω σε κάθε κείμενό μου, να τείνει όσο περισσότερο στον ορισμό αυτό για την ποίηση, άλλες φορές περισσότερο και άλλες φορές λιγότερο, με τα δικά μου αισθητικά κριτήρια, επιτυχημένα.
Να το ξαναπώ για να μην παρεξηγηθώ, δε λέω εντέλει τι καταφέρνω, απλώς εξήγησα τι προσπαθώ.
— Αν δούμε και μία αλληγορία πίσω από τη μυθοπλασία, τι πρέπει να διαβάσουμε ως ιδεολογικό μήνυμα στο έργο αυτό:
Μια νιτσεϊκή εξέγερση ενός ανθρώπου, που υψώνει τη γροθιά του στο παγωμένο χάος;
Την πορεία, την αναπόφευκτη, κάθε ανθρώπινου όντος στη γη;
Ή μήπως ευρύτερα:
Το λυκόφως των πίστεων και των ιδεολογιών που βίωσε ο 20ός αιώνας;
ή μάλλον
Μια πρόγευση από την ανατροπή όλων των βεβαιοτήτων, που ήδη φαίνεται να είναι το πρόσωπό του 21ου αιώνα;
— Όταν ξεκίνησα να γράφω το «Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει», δε θυμάμαι να είχα στο μυαλό μου να περάσω κάποιο κεντρικό ιδεολογικό μήνυμα. Περισσότερο με ενδιέφερε, όπως ανέφερα και νωρίτερα, να συζητήσω σε επιμέρους σημεία θεματικές που με απασχολούσαν. Ωστόσο, μοιραία, σαν σύνολο έχει μια δική του δυναμική, που θα μπορούσε να έχει σχέση και με αυτό που ανέφερες ως νιτσεϊκή εξέγερση, αλλά και την αναπόφευκτη πορεία κάθε ανθρωπίνου όντος.
Καθώς όμως το προσεγγίζω πλέον ως αναγνώστης, θα ήθελα να μοιραστώ τρεις από τις σκέψεις που κάνω διαβάζοντάς το:
Πρώτον: όλο το βιβλίο το διατρέχει ο πόνος που γεννάται από το βέλος του χρόνου και το ανεπίστρεπτο των όσων έχουμε ζήσει.
Δεύτερον: αφορά τη δύναμη του ήρωα! Καθώς παρά τα όσα του έχουν συμβεί και τα όποια λάθη του, συνεχώς προσπαθεί και βρίσκει κάποιο λόγο, ακόμα και φαύλο, να ζήσει. Γενικότερα νομίζω ότι σε όλο το κείμενο υπάρχει ένας κυματισμός. Εκεί που ο ήρωας μοιάζει να πέφτει, βρίσκει, ή εφευρίσκει, κάτι για να προχωρήσει, ώσπου και πάλι κάπου να πέσει και ούτω καθεξής.
Τρίτον: η αίσθηση που έχει ο ήρωας ότι παρά τα όσα, και σοβαρά, έχει πράξει, μέσω της γραφής και της εξομολόγησης δικαιούται συγχώρεση και γαλήνη. Θα ήθελα εδώ να πω ότι για κάτι παρόμοιο μιλά και το ομώνυμο διήγημα από το: «Ο φάρος του Σόρενσον». Οπότε, για να επανέλθω σε προηγούμενή σου ερώτηση, Ελένη, για ποιο λόγο γράφω, αυτή ενδεχομένως να είναι μια ακόμη απάντηση.
— Ας διαβάσουμε τώρα κάτι από το απόσπασμα 44:
«Πια είμαι αυτός που δεν έχει τίποτα άλλο να φανερώσει και να πει.»
Επειδή οι συγγραφείς λένε και ψέματα –συνήθως!— θέλουμε να σε ρωτήσουμε Βασίλη: Τι άλλο έχεις σκοπό να γράψεις μετά από αυτό το βιβλίο;
— Αρχικά μια παρατήρηση! Αν και καταλαβαίνω πώς το λες, θα ήθελα από την πλευρά μου να πω ότι την ώρα της γραφής οι συγγραφείς δε λένε ψέματα! Ναι, ενδεχομένως μεταμφιέζουν την αλήθεια τους, αλλά όχι με την πρόθεση να τη διαστρέψουν, μα μόνο αυτή να φανερωθεί μέσα από μια νέα οπτική.
Ανέφερες τη φράση του βιβλίου: «Πια είμαι αυτός που δεν έχει τίποτα άλλο να φανερώσει και να πει.» Αυτός βέβαια που μιλά είναι ο ήρωας του βιβλίου, όχι εγώ. Αν κάνουμε τη μετάβαση σε εμένα, σημαίνει ότι δεν έχω να πω κάτι άλλο για τον συγκεκριμένο ήρωα. Από την άλλη, όπως ξέρουμε όλοι, κάθε στιγμή μεταβαλλόμαστε, και κάθε που κλείνει ένας κύκλος, ένας άλλος ανοίγει. Οπότε και αυτός που δεν έχει πια τίποτα να πει, την επόμενη μπορεί να βρει άλλα τόσα. Συνεπώς ακόμα και ο ήρωας του βιβλίου μας, την επόμενη μέρα κάτι άλλο ενδεχομένως θα έχει να πει.
Όσο για εμένα, όπως ανέφερα, αυτό το βιβλίο γράφτηκε πριν αρκετά χρόνια. Από τότε όποτε μπορώ γράφω, ακολουθώντας τις όποιες μου εμπνεύσεις. Και από την ημέρα που αυτό το βιβλίο τελείωσε για εμένα, την ημέρα που στάλθηκε δηλαδή στο τυπογραφείο, προσπαθώ να καταλάβω ποιο θα είναι το επόμενο. Όπως το βλέπω τώρα, λογικά θα είναι μια συλλογή ιστοριών —ήδη υπάρχει ένα προσχέδιο— αλλά, σε κάθε περίπτωση, είναι ακόμα νωρίς. Το «Η μέρα που άρχισε έχει ήδη τελειώσει», μόλις κυκλοφόρησε!
|
| E-mail: |
houlivas@yahoo.gr
|
|