ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ


ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ

Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Ιστορία-Αρχαιολογία). Μαθήματα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εξάμηνη ειδίκευση σε θέματα Ραδιοφωνίας, στο Μόναχο
Για λίγα χρόνια εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Το 1968 διορίστηκε στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου και τα τελευταία χρόνια υπήρξε Προϊστάμενος του Τμήματος Προγραμμάτων Ραδιοφώνου μέχρι την αφυπηρέτησή του (1988).

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Επίθετο:  ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ
Εργογραφία: 

Ποίηση

Πρώτη πηγή, Αθήνα 1961
Η άγνοια του νερού, με πρόλογο Τ.Κ. Παπατσώνη, Ίκαρος 1967
Το αγγείο με τα σχήματα, Λευκωσία 1973
Αχαιών ακτή, Λευκωσία 1977, Αγρα 2003
Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, Ερμής 1982, Αγρα 1997, ISBN 960-325-222-
Θόλος, Ερμής 1989, 1991, ’γρα 1998, ISBN 960-325-255-5
Μεθιστορία, Αγρα 1995, 2000, ISBN 960-325-132-1
Δοκίμιν, Αγρα 2000
Αιγιαλούσης Επίσκεψις, Αγρα 2003, ISBN 960-325-496-7

Μεταφράσεις

Ρωμανός ο Μελωδός, Εις την Αγίαν Γέννησιν του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, Ορθόδοξο Πνευμ. Κέντρο Λεμεσού, Λευκωσία 1988
Ρωμανός ο Μελωδός, Εις την Ανάστασιν του Κυρίου, Σηματωρός, Λευκωσία 1988
Ρωμανού του Μελωδού, Τρεις Ύμνοι, Αγρα 1997, ISBN 960-325-209-3

Μεταφράσεις έργων του σε ξένες γλώσσες

Ψηφίδωμα ενός λαού, Mozaiek van eeen yolk. Μτφρ. στα ολλανδικά, H. Hokwerda. Het Griekse Eiland, Αμστερνταμ, 1985
Poems. Μτφρ. Κίμων Φράιερ. Ανάτυπο Μodern Greek Studies Yearbook, University of Minesota, 1994-1995
Fyra Cypriotiska Forfattare, μτφρ. στα σουηδικά, Anna Maria Gull, Στοκχόλμη 1998


Διεύθυνση: 

Λυκούργου 14,
2122 Λευκωσία, Κύπρος


Έτος γέννησης:  1940
Τόπος γέννησης:  Άχνα Αμμοχώστου
Τίτλος αποσπάσματος:  ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Κείμενο αποσπάσματος: 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΑΛΟΓΟ

Κάποιες φορές με βλέπουνε καβάλα στ' άλογό μου
επάνω από τον ουρανό της Λευκωσία.
Τρέξε να δεις, μου λέγουνε. Κι εγώ δε βλέπω.

Όμως μια μέρα σαν κι αυτή - παράξενο! - είδα
τούτο που λέγανε. Και μη νομίσεις
πως σου μιλώ για πήγασους και τα τοιαύτα.
’λογο ήτανε γερό και στιβαρό
χωρίς φτερά και μ' ένα χαλινάρι
χοντρό σαν το χαλάζι - εγώ που ουδέποτε
σ' άλογο ανέβηκα και να καλπάζω.

Κάνω να χαιρετήσω από τη γη μου
τον ουρανόσταλτο εαυτό μου - τέτοιος βλάκας
στην οικουμένη άλλος δε γεννήθηκε.
Γιατί ο πού μ' άλογο περήφανο άγρευε
το χώρο πάνωθέ μου, αγριοπέταλη έρχινε
ματιά και χαλασμένη. συντρομάχτηκα.

Όσο τα πάνω μου να πάρω, ν' ασηκώσω
λίγο την όψη μου και την ψυχή μου
ξανακυκλώνει με και μ' αγγελόσκιαζε
σειώντας σακί σαν κνούτο
που 'χε φεγγάρι μέσα του ή φουσκωμένον ήλιο

Αλλά κι εγώ τους άλλους παραβλέποντας
πού τον επευφημούσαν με μαντίλια
κι αρνιά παχυμερά και κροταλήματα
παίρνω απ' του βάλτου ένα καλάμι και το κάνω
σάμπως σε γιόστρα - φοβερό κοντάρι -
κι όπως με πλεύριζε τρυπώ τ' ασκί
γκρεμίζω τ' άλογό του.

Αν ήσουν μάνα κι έβλεπες θα σπαρταρούσες
τον ήλιο που ξεφούσκωνε θρηνώντας
και τον παλικαρά σου που χωρίς
εκείνο τ' άλογό του το 'βαζε στα πόδια.

Όμως τον πρόλαβα μπροστά στο βασιλιά
και μια και δυό τον ξετελειώνω - να μη λένε
ότι με βλέπουνε καβάλα στ' άλογό μου
επάνω από τον ουρανό της Λευκωσίας.


ΤΟ ΑΗ ΓΙΩΡΚΟΥΔΙ

Αγιος των κλεπτών


Στο ’η Γιωρκούδι πήγε ο κλέπτης μιαν ημέρα
και του παραπονέθηκε: "Λάδι σου φέρνω,
κεριά σου ανάφτω, τάματα κάνω,
κι εσύ τη μάντρα σφαλιχτή κρατάς".

Το ’η Γιωρκούδι σάλεψε το βλέφαρο:
"Να κλέπτετε με την ευχή μου κάθε επιτρεπτό.
Στη νόμιμη κλεψιά μη βάζετε άλλη.
Μίλησα στο Θεό για τα προβλήματά σας".

"Αλλού αυτά", του είπε ο κλέπτης μιαν ημέρα.
"δεν παραιτούμεθα των δικαιωμάτων μας.
Είμεθα χίλιοι κλέπται δηλωμένοι".

"Μίλησα στο Θεό", ξανάπε ο ’γιος.
"Αν είσαι αδέκαστος, του λέω, βόηθα μας.
σπάσε τη μάντρα, δώσε πρόβατα στο πλήθος
των ευγενών κλεπτών, που αρκούνται εις τα ολίγα".

Εκείνος είπε να έχετε υπομονή,
κλέπται του απατηλού ετούτου κόσμου".


Ο ΗΛΙΟΣ

Όταν ο ήλιος με τις ασπροκίτρινες αχτίνες του
έπεσε πάνω στα γουρούνια, είδε με χαρά του
πώς το καθένα είχε πόδια τέσσερα.
δυό για να γράφει, δυό να περπατά
κι όλα μαζί για να κοιμάται μες στη λάσπη του.

Ο ήλιος είναι θησαυρός ατίμητος:
Σε κάτι τέτοια ξεδιπλώματά του
αγγίζει τη χορδή του ζώου μ' αγάπη.
Και δε φοβάται θάνατο - ακόμα κι αν του πεις
"ήλιε, για να 'μαστε καλοί συντρόφοι, βγάλε τρεις
αχτίνες σου",
μετά χαράς θα κάνει ότι θελήσεις.
Ή αν του ξαναπείς "ακόμα πέντε αχτίνες σου
πέταξε στο ποτάμι, κόψε απ' το στεφάνι σου
σαράντα δυό διαμάντια", θα το κάνει.
Γιατί είναι ήλιος, κι ήλιος δεν πονηρεύεται.

Μονάχα σαν του πεις "και τώρα, ήλιε, σβήσε",
θα καταλάβει τι έκανες και θα σε λιώσει.



ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ


Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς. κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα-
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα. μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που 'χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τηνε γύρσα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.




ΣΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ

Είχε τριακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν
και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.

Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.

Κατά την τελετή του μυστηρίου
δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.
Μπήκε απ' το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε
πίσω από μία κολόνα και καμάρωνε.
Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του
το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.
Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού
και τον αφήκανε στην ησυχία του.



Τελειώνει ο γάμος, και να χαίρεστε τα στέφανα.
Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν
καθένας στ' αυτοκίνητό του, χάνονται.

Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτός
στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός
παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.




ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ


Τι είναι ο Πνυταγόρας όλοι ξέρουμε
ή θα μπορούσαμε να μάθουμε
(της Σαλαμίνας λένε που ήταν βασιλιάς).
την Πνυταγόρου όμως, τη μικρή του Πνυταγόρου
ανάμεσα Τίμιο Σταυρό και Αγία Ζώνη,
την ξέρω εγώ και μόνο εγώ. Αλίμονο σε μένα:
Ζηλεύω τις ποντίκες τουτουνού του δρόμου,
τ' αδέσποτα σκυλιά, τους άγριους γάτους
που ερχόμενοι Ακροπόλεως και κατεβαίνοντας
οδό Πεντέλης και Ιλαρίωνος εκβάλλουν
στην Πνυταγόρου μου - καλότυχα παιδιά!

Ήθελα νά 'μουνα η ποντίκα του σπιτιού μου,
τ' αδέσποτο σκυλί που μπαίνει στην αυλή μου
κι ο άγριος γάτος που ανοίγει ψυγείο
να βρει το ξεχασμένο του κοτόπουλο.

Και νά 'μουνα το φίδι κι η τσουκνίδα,
το δέντρο που ξεράθηκε, η σπασμένη πόρτα,
πόθος ελίχρυσος που σκοτωμένος πέφτει
να κοιμηθεί σε δίχτυα της αράχνης.




ΑΡΔΑΝΑ ΙΙ


Να της μιλήσω Τουρκικά δεν ήξερα.
- Μιλάτε Αγγλικά;
- Καταλαβαίνω.
- Αυτό είναι το σπίτι μου;
- Αυτό είναι το σπίτι σου.
Κι αρχίνησα ένα κλάμα μες στον ύπνο μου. Εκείνο του αποχαιρετισμού. Μα τ'αναφιλητά μου μ' ανασήκωναν σαν καρυδότσουφλο και ξύπνησα, Πυλάδη.
Βρεγμένο το κρεβάτι μου - τ' όνειρο μήπως έσταζε από την οροφή του;-εμείς οι δυό το βλέπουμε, το ξέρουμε, το ζούμε κιόλας: "Χάθηκε ο στρατός μας!" Τίποτα πιά, κανένα πλοίο εν όψει, καμιά στεριά, κανένα σπίτι, φίλε.
Και όμως το ξωπόρτιν ήταν το ίδιο, το στενοσόκακο ίδιο, ο λάκκος ήταν ίδιος, η τερατσιά, ο φούρνος, το τρακτέρ, η μάντρα ήταν ίδια. Κι εγώ καμία σχέση με το σπίτι. Δεν τ' αναγνώριζα. Στεκόμουν στην αυλή μου κι ένιωθα τόσον άβολα. στοιχηματίζω, αν με θωρούσες, θα 'βαζες τα κλάματα.
Μες στην αυλή μου και δεν ήμουν πιά στο σπίτι μου, δεν ήμουν στο χωριό μου - ένας ξένος, που η ψυχή του αναπαμό δεν είχε.
- Τι φής; Απέξω από το σπίτι σου κι ούτε πού τ' αναγνώριζες, αλήθεια;
- Δεν ήτανε δικό μου πιά, δεν ήταν. Το σπίτι που γεννήθηκα, Πυλάδη! Και μάλιστα τη ρώτησα: Κυρία, αυτό είναι το σπίτι που γεννήθηκα; Is this the house I was born? Και μου 'πεν η Τουρκάλα: "Ναι, αυτό είναι".
Μυστήριο! Πού ήξερε πως ήταν το σπίτι αυτό που εγώ το φως του ήλιου πρωτόειδα, πώς ήταν τόσο βέβαιη;


ΑΓΑΛΜ' ΑΝΤΙΝΟΟΥ


Κυριαρχεί στην αίθουσα ο Αντίνοος
εξ αλαβάστρου. η κόμη του δηλοί
ότι χρυσό τη στόλιζε στεφάνι.
Το νωχελές και τρυφερό του σώματος
γέρνει με κοριτσίστικη γλυκάδα
των ξεναγών ν' ακούσει τα λεγόμενα
για τον Αδριανό. Αυτού ευνοούμενος,
ο πλέον πιστός, θαρρούσε πως αξίζει
σε τέτοιον αυτοκράτορα να δώσεις
και τη ζωή σου, ως και πράγματι έπραξε
με τον εκούσιο πνιγμό του εν Νείλω.

Ήταν δεν ήταν είκοσι ετών
και δεν την υπολόγιζε τη ζωή του.
Τώρα που γέρασε μες στο βυθό
αφήνει κατά μέρος πια την πρόληψη
πως ο πνιγμός θα γίνονταν καλάθι
-αίθουσα μάλλον-προσφορών. τας απαρχάς του βίου του
θυσίασε ο άμυαλος για να χαρίσει
τα μέλλοντά του χρόνια στον προστάτη του.
Ο ευδαίμων Αδριανός ευθύς του κόβει
εξαίσια νομίσματα με τη μορφή του,
του ίδρυσε ιερά, του έστησε παντού
αγάλματα σπουδαία. Πλην ο Αντίνοος,
μ' όλη τη δόξα που ήπιε, τώρα στέκει
παράμερα στην αίθουσα και κλαίει.

Μόνη παρηγοριά του ετούτο τα' άγαλμα.
είναι, καθώς ακούει, απ' τα εμορφότερα.



ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΑ

Αυτός γαρ όσσοις ειδόμην. και νους ορά.


- ΚΑΙ ΤΩΡΑ, Τεύκρο, σ' ερωτώ και να μου πεις αλήθεια: Έσυρε, ως λεν, απ' τα μαλλιά την άπιστη γυναίκα του της Σπάρτης ο Μενέλαος ή μήπως είναι του καιρού μας παραμύθια;
- Ναι, μα το Δία, την έσυρε. Και τα λευκά ποδάρια γιομίσαν το πλακόστρωτο μαύρες ανατριχίλες.
- Ήσουν εκεί; Την άκουσες; Την είδες με τα μάτια; Τη άγγιξες από κοντά. Σου μίλησε κι εκείνη;
- ’κουσα και τ' αγάλματα να πέφτουνε με γδούπο της Αθηνάς, τ' Απόλλωνα, της Ήρας - καθώς αυτός την έσερνε στις ράγες του τρένου της γραμμής Ιλίου-Σπάρτης.
- Κι ουδέ κανείς εκίνησε να τη γλιτώσει από τα χέρια κι από τα μαχαίρια; Δε θέλω να πιστέψω πως εκοίταγες άπραγος σαν γυναίκα εσύ και δείλιαζες!
- Μπορούσα να τσακίσω κάθε χέρι του, όχι και να στρεβλώσω κάθε σκέψη του. Μ' αυτήν, θαρρώ, την έσερνε το πιότερο.
- Μου φαίνεται δεν ήσουν μάρτυς στο μαρτύριο της άμοιρης Ελένης. Γιατί αν ήσουν όντως, Τεύκρο, εκεί, δε θα μιλούσες με φιλοσοφίες.
- Και ήμουν και είδα και άκουσα. Να ξέρεις, όμως, πως άλλα βλέπει ο νους κι ακούει, Ελένη.


Διακρίσεις: 

Τρία Κρατικά Βραβεία Ποίησης του Κυπριακού Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (1974, 1978 και 1983).
Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας Αθηνών (1989) για το έργο του Θόλος.
Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1996) για το έργο του Μεθιστορία.
Bραβείο Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας (1997) για το έργο του Ρωμανού του Μελωδού, Τρεις Ύμνοι.
Διεθνές Βραβείο Καβάφη (1998).
Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη (2003) για το σύνολο του ποιητικού του έργου.


E-mail:  kyriakos.charalambides@gmail.com