H τρίτη ομιλία του Γιάννη Ζέρβα στο Επιγραφικό Μουσείο


21/05/26

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

 

Κoυμπλαι Χαν, Samuel Taylor Coleridge (πρώτη δημοσίευση 1816) μφρ Λένα Kαλλέργη- Eυτυχία Παναγιώτου  (Ανθολογία ρομαντικών ποιητών, Κέδρος 2021)

Στο Ζαναντού ο Κουμπλαϊ  Χάν

έχτισε ένα σπουδαίο παλάτι για ηδονές.

Εκεί που ο Άλφ, το ιερό ποτάμι κυλά

μέχρι την ανήλιαγη θάλασσα μέσα από αμέτρητες σπηλιές.

Έτσι δέκα μίλια γόνιμης γης με τοίχους και πύργους είχαν στολιστεί

με κήπους όπου άστραφταν ρυάκια ελικοειδή,

όπου άνθιζαν δέντρα πολλά μεθυστικά

και βρίσκονταν εκεί λόφοι και δάση αρχαία

και ηλιόλουστα σημεία με πράσινα φυτά.

Μα ω! Το βαθύ ρομαντικό βάραθρο,

...

Άγριο μέρος, ιερό και μαγεμένο σαν κάτω από λειψό φεγγάρι στοιχειωμένο από γυναίκα που θρηνεί εραστή και δαίμονα.

 

Ο Κόλεριτζ είδε την αλληλουχία αυτών των εικόνων σε όνειρο το 1797 και τις κατέγραψε, με την δεινότητα της ποιητικής του τέχνης , σε ποίημα που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1816.

 

“Νύχτα, κέλυφος ονείρων”, γράφει ο Ιερομόναχος Συμεών, όμως τι είδους τέχνη είναι τα όνειρα; Ο Αριστοτέλης έλεγε πως το σώμα και η ψυχή ζουν μια ζωή στον ξύπνιο κι άλλη μια στον ύπνο. Η πλήρης ζωή, έλεγε, περιλαμβάνει και τις δυό. Αυτή η δεύτερη ζωή όμως, τι είναι; Μια ζωή στο σκοτάδι που φωτίζεται σποραδικά μονάχα απ’ τις εικόνες των ονείρων; Μια ζωή εξωγλωσσική, λησμονήσιμη, αυτόματη, που αναδύεται στη συνείδηση  μονάχα για να φτιάξει μια τέχνη παράξενη και φευγαλέα, μια τέχνη ποιητική και κινηματογραφική, μια τέχνη  μαγική σαν τα παραμύθια και -μερικοί λένε-,  βαθιά σαν την αλήθεια. 

 

Νόμιζα ξαπλωμένος σε βουνό από κάτω έχασκε γκρεμνός και με εξογκώματα. Ήμουν ξαπλωμένος εκεί και θέλοντας για ν’ ανεβώ κρατιόμουν σ’ ένα εξόγκωμα. Μόνο που δεν μπορούσα να πατήσω επειδή από κάτω έχασκε γκρεμνός.  Σημαίνει ότι εγώ από μόνος μου ήθελα να προστατέψω τον εαυτό μου από το χάος πλην αδύνατο (όνειρο του Εμμ. Σβέντεμποργκ, c.1745)  

 

Κρεμασμένες εικόνες από το πουθενά, κρεμασμένος κι ο ονειρευτής απ’ αυτές, αγκιστρωμένος μέσα σε μια βιολογική μηχανή που παράγει ακατάπαυστα εικόνες, γεμίζει φως το σκοτάδι, πλημμυρίζει τον ξαπλωμένο παράλυτο μοναχικό θεατή σκηνές, μετατρέπει τα συναισθήματα σε εικονική πραγματικότητα, θρυμματίζει τα γεγονότα και τα ταξιδεύει σ’ όλους τους χρόνους της ζωής του κοιμισμένου ταυτόχρονα, τα συνδέει μεταξύ τους σε σχηματισμούς πρωτόγνωρους, αλλάζοντας κάθε βράδι τους συνδυασμούς, γεμίζει ήχους και φωνές το κλειστό στερέωμα του ύπνου, κάνει το κουκούλι του κόσμου να δονείται συθέμελα, αλλά μόνο από μέσα. Απέξω ελαφρές κινήσεις των βλεφάρων μονάχα υποδηλώνουν πως η παράσταση έχει αρχίσει.  

 

Ο Φρόυντ δεν πίστευε στην ποιητική λειτουργία του ονείρου. Πίστευε πως χρησιμοποιεί ποιητικές τεχνικές, συμβολισμούς, παραβολές, μεταφορικές εκφράσεις, παρα-θέσεις, αντι-θέσεις και αντι-παρα-θέσεις αλλά δεν ότι δεν πρόκειται για δημιουργική διαδικασία. Πίστευε πως σκοπός του ονείρου είναι να εκφράσει μια επιθυμία και να την ικανοποιήσει μ’ έναν ψευδαισθητικό τρόπο. Αν η επιθυμία ήταν απαγορευμένη για το συνειδητό, λογόκρινε την απροκάλυπτη έκφρασή της κάνοντας το όνειρο συγκεχυμένο. Κατά τον Φρόυντ το όνειρο χρησιμοποιεί εικόνες αντί για λέξεις γιατί η ίδια η κατάσταση του ονειρεύεσθαι είναι μια επιστροφή σε παιδικούς τρόπους σκέψης που είναι οπτικοί και παραστατικοί.  Μόνο γι’ αυτό. Όχι, ο Φρόυντ δεν πίστευε ότι το όνειρο είναι τέχνη.


«Αν παραμείνουμε πιστοί στον ορισμό της εργασίας του ονείρου ως μεταφοράς των ιδεών του ονείρου στο περιεχόμενο του, πρέπει να πούμε ότι η εργασία του ονείρου δεν είναι δημιουργική, δεν αναπτύσσει κανενός είδους δική της φαντασία, δεν εκφέρει κρίσεις, δεν βγάζει συμπεράσματα. Το μόνο που κάνει είναι να συμπυκνώνει, να μεταθέτει και να διασκευάζει το υλικό ώστε να είναι παραστατικό. […] Αποδίδει τη λογική συνοχή ως προσέγγιση στον χρόνο και στο χώρο, περίπου όπως ο ζωγράφος , ο Ραφαήλ, που συγκέντρωσε στην εικόνα του Παρνασσού όλους τους ποιητές, οι οποίοι ποτέ δεν βρέθηκαν μαζί στην κορυφή του βουνού, αλλά εννοιολογικά αποτελούν μια κοινότητα…» 6

 

Στην ταινία του Πατρίς Λεκόντ Εξομολογήσεις πολύ προσωπικές ένας ψυχαναλυτής λέει σ’ ένα φοροτεχνικό : Οι δουλειές μας μοιάζουν. Οι πελάτες μας έχουν την ίδια νεύρωση: τι να δηλώσεις, τι να κρύψεις. Ο Φρόυντ υπέθεσε μια λειτουργία στο όνειρο που είναι να ξεχωρίσει τι να δηλώσει και τι να κρύψει, να λογοκρίνει την απροκάλυπτη έκφρασή της επιθυμίας προκειμένου να διαφυλάξει τον ύπνο.

 

«Το όνειρο πρέπει να είναι σκοτεινό για να μην προδώσει τις ανεπίτρεπτες ιδέες του […] Στη δημιουργία των σκοτεινών ονείρων είναι σαν να υπάρχει ένα πρόσωπο – εξαρτημένο από ένα δεύτερο πρόσωπο – που έχει να πεί κάτι το οποίο, για το δεύτερο πρέπει να είναι δυσάρεστο να το ακούσει» .7

 

Δηλαδή, διάλογος; Μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου εαυτού; Και αν υπάρχει διάλογος, έστω με ένα μέρος τους εαυτού μας, παναπεί ότι υπάρχει ένα μήνυμα που πασχίζει να μεταδοθεί. Προφανώς όχι στον ψυχαναλυτή αφού η ψυχανάλυση δεν είναι προϋπόθεση για να ονειρεύεται κανείς.
  Στην μεταφορά του λογοκριτή του ονείρου του Φρόυντ, ο Richard Jones, φιλόλογος που έχει ασχοληθεί όμως ιδιαίτερα με τα όνειρα, αντιπαραθέτει την μεταφορά του ποιητή του ονείρου, του ονειροποιητή αν θέλετε, στο βιβλίο του The Dream Poet. Γράφει:


«Η μεταφορά του ποιητή, ζευγαρωμένη με την μεταφορά του λογοκριτή υποδηλώνει ότι τα όνειρα αναζητούν ενόσω κρύβουν, αποκαλύπτουν καθώς συγκαλύπτουν, φτιάχνουν ομορφιά μαζί με το μυστήριο. Παράλληλα με την εργασία του ονείρου υπάρχει το παιχνίδι του ονείρου». 

 

Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει πως το όνειρο λειτουργεί δημιουργώντας μεταφορές, με την ποιητική έννοια, καθοδηγημένο από το κυρίαρχο συναίσθημα του ονειρευόμενου με σκοπό το καταλάγιασμα των ψυχικών εντάσεων. Το όνειρο είναι ο ψυχοθεραπευτής που έχει ενσωματώσει μέσα μας η φύση ( δωρεάν μάλιστα).

 

Ο ψυχαναλυτής Ουώλτερ Μπονίμ γράφει:


«Ο συμβολικός τρόπος του ονείρου δεν έχει επικοινωνιακό σκοπό όπως η γλώσσα, δεδομένου ότι δεν είναι μια επικοινωνία που απευθύνεται προς κάποιον άλλον. Είναι μια συμβολική έκφραση του εαυτού η οποία δεν παίρνει προφυλάξεις σ’ ό,τι αφορά την επιλογή των εκφραστικών της τρόπων. Το όνειρο, ως προς την προσωπικότητα του ονειρευόμενου, δεν αποτελεί μεταμφίεση αλλά  ίσως την πιο αυθεντική έκφραση του ίδιου του εαυτού. Το όνειρο δεν λέει κάτι απευθείας, το παρουσιάζει στον ονειρευόμενο ως ακριβείς πληροφορίες για τις ίδιες του τις στάσεις αλλά με τη μορφή ονειρικών εικόνων, πράξεων και συναισθημάτων. Ο ξύπνιος ασθενής είναι που συγκαλύπτει τα συναισθήματά του και τις σκέψεις του, προσπαθώντας να τα κρύψει από τους άλλους και από αυτόν τον ίδιο, σε μια προσπάθειά του να διατηρήσει την αυτό-εκτίμησή του και να συντηρήσει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του.»


Αλήθεια και ψέμα λοιπόν…Μπερδεμένα πράγματα. Η ζωή στον ύπνο. Η ζωή στον ξύπνιο. Ποια είναι η πραγματική; Και ποια είναι η αληθινή; Πραγματικότητα και αλήθεια ίσως δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η πραγμα-τικότητα της καθημερινής ζωής διαφέρει πολύ από την α-λήθεια της τέχνης. Μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο; Ίσως χρειαζόμαστε την αλήθεια της τέχνης για να διασώζει την πραγματικότητα της ζωής. Ίσως χρειαζόμαστε την πραγματικότητα της ζωής για να μας γλυτώνει από την α-λήθεια των ονείρων. 

 

«Το όνειρο είναι ένα είδος  ακούσιας ποίησης»,
 μας λέει ο ψυχαναλυτής Charles Rycroft. Και συνεχίζει,

«Και ένα μεγάλο μέρος της ποίησης ένα κατασκευασμένο είδος ονείρου.»

 

Και τα δυό τα χαρακτηρίζει η  αμφισημία, και τα δύο τα χαρακτηρίζει η συμπύκνωση και η εντυπωσιακή εικονοποιϊα. Και τα δύο, όπως μας θυμίζει ο ποιητής, Roderick Townley είναι μορφές παιχνιδιού. Όπου παιχνίδι εννοούμε την ανοιχτή εξερεύνηση στη σκέψη σε αντίθεση με την κλειστή μεθοδική εγκεφαλική προσέγγιση που ακολουθούμε όταν προσπαθούμε να επιλύσουμε ένα πρόβλημα. Και τα δύο διαποτίζονται από μια διπλή φύση και αμφισημία που εξατμίζεται γρήγορα κάτω από το φως της παράφρασης. Γιατί, αυτή η διπλή φύση και η αμφισημία είναι που αναγκάζουν την συνείδηση να διευρυνθεί. Επεξεργάζονται την συνασθηματική κατάσταση δημιουργώντας  εντυπωσιακές εικόνες που διαπερνούν τους περιορισμούς του λόγου, και προχωρούν με άλματα, και  με γνώμονα όχι την λογική αλλά την συναισθηματική πιστότητα .
 

 Το χαρακτηριστικό είναι η ελευθερία. Σ’ ένα χώρο ασφαλή και απερίσπαστο, μες στο σκοτάδι και στον ύπνο, ήσυχος – ή ανήσυχος – ο ποιητής του ονείρου - το genius μέσα μας- παίζει.  Σε βάζει να ταξιδεύεις σε όλα τα παράλληλα σύμπαντα μέσα σου, να συναντάς όλους τους εαυτούς σου σε όλα τα παρελθόντα σου, να τους ανακατεύεις δημιουργικά ψάχνοντας τη φωνή σου.

 

Το παιχνίδι, σε αυτό το πλαίσιο, σημαίνει ανοιχτή σκέψη, χωρίς προκαθορισμένο τέλος, αντί για κλειστή, στοχευμένη, προβληματοκεντρική διαδικασία. Στην πράξη, αυτό συμβάλλει στη λύση περίπλοκων προβλημάτων, καθώς προσφέρει την πρώτη ύλη για αυτό που ο Αϊνστάιν και άλλοι έχουν αποκαλέσει συνειρμικό ή συνδυαστικό παιχνίδι. Στην παιδοψυχολογία ο όρος είναι ‘messy play’ (ατακτο, χαοτικό παιχνίδι), και είναι σημαντικό κομμάτι της ανάπτυξης της δημιουργικότητας στο παιδί.

 

Η ανάλυση των ονείρων από τον Φρόιντ γινόταν ως μέσο για την κατανόηση και τη θεραπεία της ‘ψυχονευρώσεως’. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μεταφορά του λογοκριτή των ονείρων αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιμη. Ο Φρόιντ καθιέρωσε τη μελέτη των ονείρων ως θεμέλιο της ψυχαναλυτικής έρευνας, όπου όμως λόγω αρκετών πρόσφατων εξελίξεων στην έρευνα του ύπνου, τα ζητήματα της νεύρωσης μπαίνουν σε δεύτερο πλάνο.

 

Πρώτα απ’ όλα, έχουμε την  πρόοδο στην ψυχοφυσιολογική μελέτη του ύπνου, και ιδιαίτερα του ύπνου με ταχείες κινήσεις των ματιών (REM), που κατέστη δυνατή χάρη στην τεχνολογία του ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος. Δεκάδες βιβλία και χιλιάδες άρθρα έχουν δημοσιευτεί από τότε που ο Aserinsky και ο Kleitman ανακάλυψαν τον ύπνο REM το 1953.  Το όνειρο είναι μια εκπληκτικά διαδεδομένη νοητική λειτουργία, που ξεπερνά κατά πολύ τις συνειδητές μας αναμνήσεις, και συμβαίνει σχεδόν αποκλειστικά στην τρίτη ψυχολογική κατάσταση συνείδησης, τον ύπνο REM, ο οποίος διαφέρει πολύ από την εγρήγορση όσο και από τον μη-REM ύπνο. Η καλύτερη απάντηση που μπορεί να δοθεί σε αυτό το ερώτημα, η οποία συνδέεται λογικά με το ερώτημα τι προσφέρει ο REM ύπνος, μπορεί προς το παρόν να διατυπωθεί μόνο υποθετικά.

Πέντε βιολογικές λειτουργίες έχουν αποδοθεί στον REM ύπνο.

Πρώτον, μπορεί να λειτουργεί εξουδετερωτικά απέναντι σε κάποιο βλαβερό παραπροϊόν του μεταβολισμού.

Δεύτερον, μπορεί να λειτουργεί ως ερέθισμα για να αντισταθμίσει την περιοδική αισθητηριακή στέρηση που χαρακτηρίζει τον ύπνο.

Τρίτον, μπορεί να λειτουργεί αναδιοργανωτικά, ως απάντηση στις αποδιοργανωτικές επιδράσεις του ύπνου στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Τέταρτον, μπορεί να λειτουργεί ως προειδοποίηση, προετοιμάζοντας το σώμα για αντιδράσεις μάχης ή φυγής. Και,

Πέμπτον, μπορεί να λειτουργεί ενισχυτικά, εξυπηρετώντας ειδικά την αντίληψη του βάθους.

 

Όσον αφορά τις ψυχολογικές λειτουργίες των ονείρων, μπορεί να είναι ανάλογες με τις βιολογικές λειτουργίες του REM ύπνου. Έτσι, όπως ο REM ύπνος μπορεί να εξουδετερώνει κάποια εγκεφαλική τοξίνη, έτσι και το όνειρο μπορεί να εξουδετερώνει κάποια βλαβερή παρόρμηση ή ανάμνηση. Ομοίως, όπως ο REM ύπνος μπορεί να αναδιοργανώνει τα πρότυπα ενεργοποίησης του κεντρικού νευρικού συστήματος ως απάντηση στις αποδιοργανωτικές επιδράσεις του ύπνου, έτσι και το όνειρο μπορεί να αναδιοργανώνει τα πρότυπα άμυνας του εγώ ή της σύνθεσης του εγώ ως απάντηση στις αποδιοργανωτικές επιδράσεις της εγρήγορσης.

 

Παρομοίως, όπως ο REM ύπνος μπορεί να λειτουργεί ως προειδοποίηση απέναντι σε πιθανούς κινδύνους για τη σωματική ακεραιότητα, έτσι και το όνειρο μπορεί να λειτουργεί ως προειδοποίηση απέναντι σε πιθανούς κινδύνους για την ψυχοκοινωνική ακεραιότητα. Τέλος, όπως ο REM ύπνος μπορεί να βοηθά στην εγκαθίδρυση και διατήρηση της αντίληψης του βάθους, έτσι και το όνειρο μπορεί, αν θέλετε, να βοηθά στην εγκαθίδρυση και διατήρηση της βαθιάς ψυχολογικής αντίληψης, .

 

Η τελευταία από αυτές τις υποθετικές λειτουργίες των ονείρων είναι η μόνη που σχετίζεται με τον σκοπό μας εδώ, αφού συνήθως αυτή τη βαθιά αντίληψη επιδιώκουμε όταν προσπαθούμε να εξερευνήσουμε το ασυνείδητό μας. Πράγματι, πιθανότατα μόνο αυτή η λειτουργία απαιτεί να θυμόμαστε το όνειρο. Οι υπόλοιπες λειτουργίες εξυπηρετούνται είτε θυμόμαστε τα όνειρα είτε όχι, αφού είναι τόσο μικρό το μέρος της συνολικής παραγωγής ονείρων θυμόμαστε, που είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι αυτές οι λειτουργίες θα εξυπηρετούνταν μόνο από τα όνειρα που θυμόμαστε.

 

Δεύτερον, έχουμε τα ευρήματα της λεγόμενης έρευνας για τον διχασμένο εγκέφαλο, που υποδηλώνουν ότι τα δύο βασικά μοντέλα ανθρώπινης συνείδησης, το λογικό/λεκτικό και το συναισθηματικό/διαισθητικό—αυτό που ο Φρόιντ ονόμαζε δευτερογενή και πρωτογενή διεργασία—εντοπίζονται αντίστοιχα στα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου: το αριστερό ημισφαίριο ελέγχει τη δευτερογενή διεργασία και το δεξί την πρωτογενή ( θυμίζω ότι συνδέονται με το μεσολόβιο μέσω του οποίου επικοινωνιύν μεταξύ τους). Το όνειρο, λοιπόν, που γνωρίζουμε ότι κυριαρχείται από την πρωτογενή διεργασία, είναι κυρίως λειτουργία του δεξιού ημισφαιρίου, το οποίο στη δυτική πολιτισμική εξέλιξη έχει σε μεγάλο βαθμό επισκιαστεί στην εγρήγορση από τις λειτουργίες του αριστερού ημισφαιρίου.

 

Ο Carl Sagan, στο δημοφιλές του βιβλίο Οι Δράκοι της Εδέμ, το διατυπώνει ως εξής: «Η λαμπρότητα της πρόσφατης εξελικτικής προσθήκης του νου μας, οι λεκτικές ικανότητες του αριστερού ημισφαιρίου, συσκοτίζουν την επίγνωσή μας για τις λειτουργίες του διαισθητικού δεξιού ημισφαιρίου, που στους προγόνους μας πρέπει να ήταν το κύριο μέσο αντίληψης του κόσμου. Το αριστερό ημισφαίριο επεξεργάζεται τις πληροφορίες διαδοχικά, ενώ το δεξί προσλαμβάνει ταυτόχρονα πολλαπλές εισροές. Το αριστερό λειτουργεί σε σειρά, το δεξί παράλληλα. Το αριστερό μοιάζει με ψηφιακό υπολογιστή, το δεξί με αναλογικό». Ο Sperry πρότεινε ότι ο διαχωρισμός των λειτουργιών στα δύο ημισφαίρια οφείλεται σε μια βασική ασυμβατότητα. Ίσως, λοιπόν, σήμερα να μπορούμε να αντιληφθούμε άμεσα τις λειτουργίες του δεξιού ημισφαιρίου κυρίως όταν το αριστερό «αποσύρεται». Δηλαδή, στα όνειρα. Και, θα πρόσθετα εγώ, στην ποιητική τρίτη κατάσταση.

 

Η φύση και οι λειτουργίες του ονείρου κατά τον Ernest Hartmann MD

 

Τα όνειρα δημιουργούν συνδέσεις, καθοδηγούμενα από το συναίσθημα. Τα όνειρα απεικονίζουν το συναίσθημα και η δύναμη της εικόνας του ονείρου αντανακλά τη δύναμη του υποκείμενου συναισθήματος.

 

Ακολουθεί μια περίληψη της θεωρίας.

1) Το όνειρο είναι μια μορφή νοητικής λειτουργίας. Βρίσκεται στο ένα άκρο ενός συνεχούς νοητικής λειτουργίας που ξεκινά από τη συγκεντρωμένη σκέψη κατά την εγρήγορση, περνά από τη φαντασίωση και το ονειροπόλημα, και καταλήγει στο όνειρο.

2) Το όνειρο είναι υπερσυνδετικό. Στο άκρο του ονείρου, οι συνδέσεις γίνονται πιο εύκολα απ’ ό,τι στην εγρήγορση, και είναι πιο ευρείες και χαλαρές. Το όνειρο αποφεύγει το αυστηρά δομημένο, υπερμαθημένο υλικό.

3) Οι συνδέσεις δεν γίνονται τυχαία. Καθοδηγούνται από τα συναισθήματα του ονειρευόμενου.

4) Το όνειρο, και ιδιαίτερα η Κεντρική Εικόνα του ονείρου, απεικονίζει ή εκφράζει το συναίσθημα του ονειρευόμενου. Η Κεντρική Εικόνα μετρά τη δύναμη του συναισθήματος. Όσο πιο ισχυρό το συναίσθημα, τόσο πιο έντονη η Κεντρική Εικόνα.

5) Αυτή η δημιουργία ευρέων συνδέσεων, καθοδηγούμενη από το συναίσθημα, πιθανότατα έχει προσαρμοστική λειτουργία, την οποία αντιλαμβανόμαστε ως «ύφανση» νέου υλικού – δηλαδή την ενσωμάτωση νέων εμπειριών, ειδικά αν είναι τραυματικές, στρεσογόνες ή συναισθηματικά φορτισμένες, στη μνήμη.

6) Εκτός από αυτή τη βασική λειτουργία του ονείρου, όλο το συνεχές από τη συγκεντρωμένη εγρήγορση ως το όνειρο έχει προσαρμοστική αξία. Είναι χρήσιμο να μπορούμε να σκεφτόμαστε με καθαρότητα και συγκέντρωση όταν χρειάζεται, αλλά και να συνδέουμε πιο ελεύθερα και ευρέως – δηλαδή να ονειρευόμαστε.

 

Έτσι, προτείνει ότι η ευρεία δημιουργία συνδέσεων και συμφραζομένων έχει λειτουργία που μπορεί να θεωρηθεί τόσο αποκαταστατική/προσαρμοστική άμεσα (διάχυση διέγερσης, κατευνασμός της καταιγίδας) όσο και ως παραγωγή αλλαγών στα δίκτυα μνήμης που είναι προσαρμοστικές για το μέλλον. Αυτή η αλλαγή στα δίκτυα δεν είναι εδραίωση μνήμης αλλά διεύρυνση της μνήμης μέσω διασταυρούμενων συνδέσεων – αύξηση των συνδέσεων, ύφανση νέας εμπειρίας.

 

Βλέποντας την ίδια διαδικασία με διαφορετικούς όρους, έχω προτείνει ότι το όνειρο έχει μια σχεδόν θεραπευτική λειτουργία (Hartmann 1995), που και πάλι φαίνεται πιο καθαρά μετά από τραύμα. Το όνειρο, όπως και η θεραπεία, μπορεί να θεωρηθεί ως δημιουργία συνδέσεων σε ασφαλές περιβάλλον. Έχω εξετάσει πολλές ομοιότητες μεταξύ του ονείρου (ανεξάρτητα αν το θυμόμαστε) και της διαδικασίας της ψυχοθεραπείας, ειδικά μετά από τραύμα. Και η καλή ψυχοθεραπεία μετά από τραύμα και το όνειρο, πρώτα προσφέρουν ένα ασφαλές περιβάλλον για να γίνει η δουλειά. Στη θεραπεία το ασφαλές περιβάλλον είναι κάτι πολύ περισσότερο από το φυσικό πλαίσιο· περιλαμβάνει τα ασφαλή «όρια» της θεραπευτικής κατάστασης και τη σταδιακή δημιουργία εμπιστοσύνης μεταξύ θεραπευόμενου και θεραπευτή. Στο όνειρο – ειδικά στον ύπνο REM – το ασφαλές περιβάλλον παρέχεται από το ότι είμαστε στο κρεβάτι, συνήθως σε ύπνο REM, με τη γνωστή μυϊκή αναστολή που αποτρέπει την κίνηση και την εκδραμάτιση των ονείρων.

 

Όταν το ασφαλές περιβάλλον έχει εδραιωθεί, ο θεραπευτής επιτρέπει στον θεραπευόμενο, ειδικά στον τραυματισμένο, να επιστρέψει και να διηγηθεί την ιστορία του με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, δημιουργώντας συνδέσεις μεταξύ του τραύματος και άλλων πτυχών της ζωής του – συνολικά δημιουργώντας συνδέσεις και προσπαθώντας να ενσωματώσει το τραύμα. Ο Χαρτμαν πιστεύει ότι το όνειρο επιτελεί τουλάχιστον κάποιες από αυτές τις ίδιες λειτουργίες. Είναι ένας άλλος τρόπος να δημιουργούνται ευρείες συνδέσεις σε ασφαλές περιβάλλον. Καθώς δημιουργούνται συνδέσεις μεταξύ του τρομερού πρόσφατου γεγονότος και άλλου υλικού, το συναίσθημα γίνεται λιγότερο ισχυρό και κατακλυσμιαίο και το τραύμα ενσωματώνεται σταδιακά στην υπόλοιπη ζωή. Έτσι, το όνειρο φαίνεται να έχει μια σχεδόν θεραπευτική προσαρμοστική λειτουργία που φαίνεται πιο καθαρά μετά από τραύμα, αν και πιστεύω και πάλι ότι το τραύμα είναι το παράδειγμα και ότι το όνειρο έχει την ίδια λειτουργία, αν και λιγότερο εμφανή, και σε άλλες περιπτώσεις.

 

Πιθανότατα όλα αυτά συμβαίνουν είτε το όνειρο θυμάται αργότερα είτε όχι. Όταν όμως το όνειρο θυμάται, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για περαιτέρω συνδέσεις, με ή χωρίς τη βοήθεια θεραπευτή. Έτσι, ένα ενθυμημένο όνειρο μπορεί να έχει επιπλέον λειτουργίες, βοηθώντας στην αυτογνωσία και τις σχέσεις, και μερικές φορές παράγοντας νέες λύσεις σε προβλήματα, νέα έργα επιστήμης και τέχνης (βλ. π.χ. Barrett, 2001).

 

 

Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι για πολλούς σκοπούς είναι χρήσιμο να σκεφτόμαστε ένα συνεχές νοητικής λειτουργίας, αντί για απόλυτο διαχωρισμό μεταξύ ονείρου και εγρήγορσης. Στο αριστερό άκρο του συνεχούς, στη συγκεντρωμένη σκέψη κατά την εγρήγορση, ασχολούμαστε κυρίως με αισθητηριακές εισροές και σκέψεις, χρησιμοποιούμε λέξεις, αριθμούς, μαθηματικά σύμβολα – ό,τι απαιτεί το έργο μας. Επεξεργαζόμαστε το υλικό σειριακά, σκεφτόμαστε γραμμικά, προχωρώντας λογικά από το ένα στο άλλο. Χρησιμοποιούμε κατηγορίες, κρατάμε τα πράγματα στη θέση τους, και η σκέψη μας μένει κυρίως σε μια περιοχή ή υποσύστημα. Καθώς προχωρούμε προς τα δεξιά, μέσω φαντασίωσης και ονειροπολήματος προς το όνειρο, όλα αυτά αλλάζουν. Υπάρχει λιγότερη αισθητηριακή εισροή και λιγότερη ενασχόληση με έργο. Επεξεργαζόμαστε πιο χαλαρά, πιο ευρέως, σκεφτόμαστε λιγότερο σειριακά, κάνουμε άλματα από το ένα υποσύστημα στο άλλο.

 

Είναι εντυπωσιακό ότι αυτό το συνεχές από τη συγκεντρωμένη εγρήγορση ως το όνειρο μοιάζει πολύ με το συνεχές που συζητήσαμε παραπάνω, από παχιά σε λεπτά όρια. Το συνεχές κατάστασης από εγρήγορση σε όνειρο μπορεί να τοποθετηθεί πάνω στο συνεχές χαρακτηριστικού από παχιά σε λεπτά όρια. Δηλαδή, ανεξάρτητα από τα τυπικά μας όρια, όλοι λειτουργούμε σε πιο «παχύ» τρόπο όταν λύνουμε μαθηματικό πρόβλημα, και σε πιο «λεπτό» όταν ονειροπολούμε ή ονειρευόμαστε (Hartmann, 1999).

 

Άτομα με λεπτά όρια γενικά τείνουν να είναι πιο εξοικειωμένα και άνετα με το άκρο του συνεχούς που αφορά το ονειροπόλημα/όνειρο. Αυτό σχετίζεται με το σταθερό εύρημά μας για υψηλή συσχέτιση μεταξύ λεπτών ορίων και συχνότητας ανάκλησης ονείρων

Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι το συναίσθημα επηρεάζει περισσότερο τις εικόνες και τη νοητική μας επεξεργασία όσο προχωρούμε προς το άκρο του ονείρου στο συνεχές . Το συναίσθημα πάντα μας επηρεάζει. Ακόμα και σε πλήρη εγρήγορση, τείνουμε να βλέπουμε ό,τι θέλουμε να δούμε.

Κανείς αναρωτιέται τι θα έλεγε ο Φρόυντ για όλα αυτά. Σε μια από τις πρώτες του διατυπώσεις, ο πατέρας της ανάλυσης των ονείρων πρότεινε την ιδέα ότι το μυαλό λειτουργεί με δύο διακριτούς τρόπους: την πρωτογενή διεργασία, που χαρακτηρίζει τα όνειρα, τη νεύρωση και τη βρεφική ηλικία, και τη δευτερογενή διεργασία, που αναλαμβάνει τον έλεγχο στην κανονική εγρήγορση. Αυτούς τους δύο τρόπους σκέψης τους θεωρούσε αντίθετους. Ο κόσμος των ονείρων, το βασίλειο του Id, του φαινόταν σαν ένα καζάνι που βράζει. «Είναι γεμάτος ενέργεια που φτάνει εκεί από τα ένστικτα, αλλά δεν έχει καμία οργάνωση», έγραφε. «Οι λογικοί νόμοι της σκέψης δεν ισχύουν, και αντίθετες παρορμήσεις συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται.» Το ξύπνιο μυαλό, από την άλλη, το βασίλειο του Εγώ, είναι λεκτικό, λογικό, χρονολογικό, κατηγοριοποιημένο. Το να σκέφτεται κανείς με τον δεύτερο τρόπο σημαίνει να καταπιέζει τον πρώτο.

 

 

Τρίτον, έχουμε τις υποθέσεις που διατυπώνουν σύγχρονοι αρχαιολόγοι και ανθρωπολόγοι, ότι το όνειρο ίσως να ήταν ο γενεσιουργός, δημιουργικός γνωστικός τρόπος που ώθησε τον άνθρωπο να γίνει ομιλών και, άρα, να επιλεγεί φυσικά, και που διατήρησε αυτή την πορεία για δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν από την εφεύρεση της γραφής και την επακόλουθη, σχετικά σύντομη, περίοδο της καταγεγραμμένης ιστορίας.

 

Όπως λέει ο Lewis Mumford, «Δεν θα πέσουμε πολύ έξω, νομίζω, αν φανταστούμε αυτόν τον πρώιμο άνθρωπο ως ένα πλάσμα που ταλαιπωρείται και δελεάζεται από όνειρα, συγχέοντας εύκολα τις εικόνες του σκότους και του ύπνου με εκείνες της εγρήγορσης, υποκείμενο σε παραπλανητικές παραισθήσεις, ακατάστατες αναμνήσεις, ανεξήγητες παρορμήσεις, αλλά ίσως και περιστασιακά εμψυχωμένο από προορατικές εικόνες χαρούμενων δυνατοτήτων. Από την αρχή, πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο άνθρωπος ήταν ένα ονειροπόλο ον, και ίσως ο πλούτος αυτών των ονείρων του να ήταν αυτό που του επέτρεψε να ξεφύγει από τους περιορισμούς μιας καθαρά ζωικής πορείας».

 

Αυτό μας φέρνει πίσω σε μια παράδοξη πιθανότητα: ότι η συνείδηση ίσως ενισχύθηκε από τη μοναδική διαφορά ανάμεσα στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, με τις απρόσμενες εικόνες και τα συναρπαστικά, αν και ακατάστατα, γεγονότα, και το εξωτερικό περιβάλλον στο οποίο ξυπνούσε. Μήπως αυτή η ρήξη ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο δεν προκάλεσε μόνο απορία, αλλά προσκάλεσε περαιτέρω σύγκριση και απαίτησε ερμηνεία; Αν ναι, τότε οδηγούμαστε σε ένα ακόμη μεγαλύτερο παράδοξο: ότι ήταν το όνειρο που άνοιξε τα μάτια του ανθρώπου σε νέες δυνατότητες στην εγρήγορσή του.

Και αν είναι έτσι, ίσως η ποίηση είναι το ανάλογο του ονείρου - στο συνεχές ύπνος-ονειροπόληση-εγρήγορση, μια μισο-ονειρική παιγνιώδης ελευθερία που μας επιτρέπει να διασώζουμε τον εγκλωβισμό στην πραγματικότητα και να μας προσφέρει νέες οπτικές και προοπτικές.

Είναι τέχνη; Δεν ξέρω. Η ποιητική λειτουργία είναι τέχνη; Μάλλον όχι. Η ποίηση ως τέχνη είναι τέχνη γιατί η ποιητική φαντασία υφίσταται επεξεργασία της πρώτης ύλης με κανόνες τέχνης, όπως τους αναφέραμε στην προηγούμενη ομιλία. Η ονειρική λειτουργία όμως, όπως και η ποιητική λειτουργία, είναι απαραίτητες για την ψυχική επιβίωση, ακόμη κι αν φτάνουν μόνο σποραδικά σε σημείο καλλιτεχνικής αξίας.

 

Ο Richard M  Jones γράφει :

Με παρόμοιο τρόπο, συνήθως δεν αντιλαμβανόμαστε τις φρέσκες αντιλήψεις, τις καινούριες σκέψεις και τα πλούσια συναισθηματικά ρεύματα που μεταφέρουν οι ασυνείδητες εικόνες μας, παρά μόνο σε ορισμένες στιγμές αναπόφευκτης ψυχολογικής μετάβασης: όταν ξυπνάμε, όταν αποκοιμιόμαστε, όταν έχουμε πυρετό, όταν περνάμε μια κρίση ή κάτι παρόμοιο. Μετά από μια σειρά κακών ημερών, ξυπνάω, όπως λέμε, με το δεξί. Καθώς με παίρνει ο ύπνος, η ανία μου με τη φορολογική δήλωση μετατρέπεται σε ένα ακροβατικό νούμερο, όπου ο πρώθυπουργός ισορροπεί γεράκια και περιστέρια στη μύτη μιας εκπαιδευμένης φώκιας που λέγεται Εφορία. Ξυπνάω ιδρωμένος, έχοντας μόλις ζήσει το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν πεθάνω σε αεροπορικό δυστύχημα, ή μετά τα βάσανα ενός διαζυγίου, το να διαβάζω την κυριακάτικη εφημεριδα μοιάζει ξαφνικά λιγότερο τρομακτικό.

 

Ο Έρνεστ Σάχτελ, μέσα από την εμπειρία του ως ψυχαναλυτής, οδηγήθηκε να θέσει δύο ανησυχητικά ερωτήματα σχετικά με τις φροϋδικές έννοιες του ασυνείδητου. Πρώτον, πώς γίνεται, ενώ οι άνθρωποι διαφέρουν σημαντικά ως προς το πόσο έντονα βίωσαν άγχος στα πρώτα παιδικά τους χρόνια, σχεδόν όλοι να καταλήγουν να ξεχνούν σχεδόν ολόκληρη την πρώιμη παιδική τους ηλικία; Δεύτερον, πώς εξηγείται το γεγονός ότι, ακόμη και μετά από την πιο βαθιά και μακροχρόνια ψυχανάλυση, κατά την οποία ανακαλύπτονται, διευκρινίζονται και ίσως επιλύονται πολλά πρώιμα τραύματα, ελάχιστες πραγματικές εμπειρίες από την παιδική ηλικία ανακαλούνται με την έννοια της αναβίωσης;

 

Ο Σάχτελ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάτι πιο διαδεδομένο από την καταπίεση, όπως την είχε διατυπώσει ο Φρόιντ, πρέπει να λειτουργεί στην ανάπτυξη των περισσότερων ανθρώπων, κάτι που εξηγεί τη φυσιολογική αμνησία της παιδικής ηλικίας. Πρότεινε ότι αυτό το «κάτι» είναι μια μορφή εκπαιδευτικής διαδικασίας, η οποία καθιστά τα συστήματα μνήμης των ενηλίκων απρόσφορα για τις ουσιώδεις μορφές της παιδικής εμπειρίας. Ονόμασε αυτή τη διαδικασία συμβατικοποίηση.

 

Με άλλα λόγια, ενώ μπορεί να καταπιέζουμε συγκεκριμένες παιδικές εμπειρίες λόγω του τραυματικού τους χαρακτήρα, οι δομές των συστημάτων μνήμης μας, καθώς ωριμάζουν, γίνονται κατά κάποιον τρόπο ακατάλληλες να διατηρήσουν ακόμη και ευχάριστες και ολοκληρωμένες παιδικές εμπειρίες. Δεν είναι ότι οι δύο μορφές ασυνείδητου είναι αντιφατικές. Αντίθετα, ο Σάχτελ τις θεωρούσε αλληλοσυμπληρούμενες.

 

Όπως λέει: Μπορεί κανείς να πει ότι το ταμπού και η καταπίεση είναι τα ψυχολογικά κανόνια της κοινωνίας ενάντια στο παιδί και στον άνθρωπο, ενώ στην περίπτωση της φυσιολογικής αμνησίας, η κοινωνία χρησιμοποιεί μεθόδους αποκλεισμού και αργής λιμοκτονίας ενάντια σε εκείνες τις εμπειρίες και αναμνήσεις που δεν εξοπλίζουν τον άνθρωπο για τον ρόλο του στην κοινωνική διαδικασία. Οι δύο μέθοδοι πολέμου συμπληρώνουν η μία την άλλη.

 

Και πάλι: Οι δύο μέθοδοι πολέμου συμπληρώνουν η μία την άλλη, και στην πολιορκία που διεξάγει η κοινωνία ενάντια στις ανθρώπινες δυνατότητες και τάσεις που υπερβαίνουν το πολιτισμικό πρότυπο, το κανόνι βοηθά στη διατήρηση του αποκλεισμού. Και ο αποκλεισμός και η επακόλουθη λιμοκτονία καθιστούν λιγότερο αναγκαία τη χρήση του κανονιού.

 

Ο Τζόουνς συνεχίζει: Αν συγκρίνουμε τον τρόπο με τον οποίο τα μικρά παιδιά αντιλαμβάνονται και οργανώνουν τη ζωή με τον τρόπο που γνωρίζουμε ότι εμείς οι ίδιοι αντιλαμβανόμαστε και οργανώνουμε τη ζωή, η διαδικασία της συμβατικοποίησης γίνεται σαφής. Οι ενήλικες τείνουν να βιώνουν τη ζωή αντικειμενικά και κυριολεκτικά, δηλαδή μέσω των λέξεων, και να την οργανώνουν λογικά. Αν δω ένα σύννεφο που έχει πάρει το σχήμα αλόγου, είτε δεν θα προσέξω τη ομοιότητα είτε θα την παρατηρήσω και μετά θα θυμηθώ γρήγορα, για παράδειγμα, θα πω στον εαυτό μου ότι αυτό που βλέπω είναι ένα σύννεφο που απλώς μοιάζει με άλογο. Ίσως, αν είμαι σε παιχνιδιάρικη διάθεση, να επιλέξω να εστιάσω περισσότερο στην ομοιότητα παρά στο σύννεφο, αλλά δεν είμαι ικανός να φτάσω στο σημείο να δω πραγματικά ένα άλογο.

 

Ένα μικρό παιδί, από την άλλη, παρόλο που μπορεί να έχει μάθει τη λέξη σύννεφο, δύσκολα θα πει «βλέπω ένα σύννεφο που μοιάζει με άλογο». Πιο πιθανό είναι να πει απλά «βλέπω ένα άλογο». Αν του περάσει από το μυαλό και η λέξη σύννεφο, δεν θα είναι ένα άλογο που στην πραγματικότητα είναι σύννεφο. Θα είναι ένα άλογο που είναι και σύννεφο ταυτόχρονα.

 

Αυτό συμβαίνει επειδή τα μικρά παιδιά τείνουν να βιώνουν τη ζωή υποκειμενικά και μεταφορικά, δηλαδή μέσω εικόνων, και να την οργανώνουν αναλογικά. Αυτό που μας υπενθυμίζει ο Σάχτελ είναι ότι οι πολιτισμένοι, ευφυείς άνθρωποι αναπτύσσουν συνήθως τον αλφαβητισμό και τη λογική σε υπερβολικό βαθμό. Αν απομακρυνθούμε πολύ από αυτά, εμφανίζουμε συμπτώματα στέρησης, συνήθως με τη μορφή του να νιώθουμε ανόητοι ή παιδικοί.

 

Είναι αλήθεια ότι τα ιδιώματα της παιδικής ηλικίας είναι οι αρχιτέκτονες των μύθων, των ποιημάτων και των ονείρων, και οι μεγάλοι καλλιτέχνες μας το έχουν δείξει με τρόπους που δεν επιδέχονται υποτίμηση. Το γεγονός ότι κάποιοι ιδιαίτερα πολιτισμένοι άνθρωποι καταφέρνουν στην ανάπτυξή τους να κάνουν τον αλφαβητισμό να επικρατήσει πάνω στα ιδιώματα της παιδικής ηλικίας, αντί να τα εκτοπίσει, αποτελεί απόδειξη ότι το συμβατικοποιημένο ασυνείδητο δεν είναι αναγκαίο τίμημα για τον εκπολιτισμό. Ωστόσο, παραμένει γεγονός ότι συνήθως αυτό είναι το τίμημα που πληρώνεται.

 

 

Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε για το συμβατικοποιημένο ασυνείδητο είναι ότι δεν αναφέρεται σε κάποια συγκεκριμένη εικόνα ή σύνολο εικόνων, αλλά σε έναν ολόκληρο τρόπο βίωσης της ζωής, τον μεταφορικό τρόπο. Ενώ η καταπίεση, όπως την αντιλήφθηκε ο Φρόιντ, επιδιώκει να αποκλείσει από τη συνείδηση συγκεκριμένες αναμνήσεις που έγιναν ανυπόφορα επώδυνες λόγω προσωρινά ανεξέλεγκτης μεταφορικής επεξεργασίας, η συμβατικοποίηση επιδιώκει να αποκλείσει από τη συνείδηση την ίδια τη μεταφορική διαδικασία.

Πριν ολοκληρώσουμε πρέπει να επισημάνω ότι υπάρχουν, βέβαια, ποιητές που δεν βασίστηκαν στο όνειρο, ακόμα και κάποιοι σπουδαίοι, όπως ο συγγραφέας του The Dunciad ( η Βλακειάδα) και του An Essay in Criticism. Είναι αλήθεια ότι ο Alexander Pope  έζησε στην εποχή της λογικής, όχι στο βασίλειο του ονείρου. Ήταν μια παράξενη χρονοκάψουλα τότε, όπου η λογική, η ιεραρχία, η σάτιρα και το πνεύμα είχαν υπέρτατη αξία, ενώ το διαισθητικό αγνοούνταν σε μεγάλο βαθμό. Ίσως επίσης να ισχύει ότι περισσότεροι ποιητές έχασαν τα λογικά τους κατά τον ονειρικά στερημένο 18ο αιώνα απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη εποχή πριν ή μετά.

 

Στη δική μας εποχή, υπάρχουν ποιητές που φαίνεται να μην αντλούν από το όνειρο, όπως υπάρχουν φυτά που ζουν μόνο με τον αέρα, χωρίς ρίζες να φτάνουν στο έδαφος. Αυτή η ποίηση είναι, όπως δήλωσε ο Γιουνγκ σε μια διάλεξη του 1922 για τη σχέση της αναλυτικής ψυχολογίας με την ποίηση, ένα συνειδητό προϊόν, διαμορφωμένο και σχεδιασμένο ώστε να έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Έργα αυτού του είδους, λέει, όσο ωραία κι αν είναι, δεν ξεπερνούν πουθενά τα όρια της κατανόησης.

 

Για αρκετούς από εμάς, η σύγχρονη ποίηση ξεκινά με τον William Carlos Williams. Ο Williams υποστήριζε ότι τα έργα τέχνης πρέπει να είναι αληθινά, όχι ρεαλιστικά, αλλά η ίδια η πραγματικότητα, και ταυτόχρονα δήλωνε χωρίς καμία αντίφαση ότι το ποίημα είναι ένα όνειρο. Ο Williams ήταν ένας πολυάσχολος γιατρός, άνθρωπος της λογικής και της πρακτικότητας, που όμως μπορούσε να βουτήξει μέσα του, μερικές φορές ανάμεσα σε δύο ασθενείς, και να αναδυθεί με λαμπερές ψηφίδες ποίησης. Καταλάβαινε ότι το σχήμα χωρίς μια ισχυρή υπόγεια ώθηση είναι άγονο, και η ώθηση χωρίς σχήμα είναι απλώς κακή ποίηση. Τα αποτελέσματα ήταν άνισα, αλλά στις καλύτερες στιγμές του κατάφερνε να ενώσει το συνειδητό με το ασυνείδητο και να κάνει τη μορφή ενστικτώδη. Για τον Williams, η μορφή έπρεπε να είναι οργανική. Κήρυξε το σονέτο νεκρό, εν μέρει, θα έλεγε κανείς, επειδή δεν μπορούσε να γράψει ένα καλό, αλλά και λόγω της αντίληψής του για την επαφή. Δεν ήταν του χαρακτήρα του να φτιάξει ένα ασημένιο κλουβί, να το κατεβάσει με μεταξωτό σχοινί στο υποσυνείδητο και να ελπίζει να πιάσει κάτι. Για τον Williams, η μορφή του ποιήματος έπρεπε να αναπτύσσεται από το θέμα και από τη ζωντανή γλώσσα, όπως η συστροφή ενός κοχυλιού προκύπτει από τις ανάγκες της ζωής ενός θαλάσσιου οργανισμού. Στα πιο ενδιαφέροντα έργα του, ιδιαίτερα στη σειρά πεζών ποιημάτων Kora in Hell Improvisations, ο Williams γράφει όπως κινούνται τα όνειρα, με αντιπαραθέσεις και συμπύκνωση. Αυτές τις τεχνικές τις έμαθε από τους κυβιστές και σουρεαλιστές καλλιτέχνες που θαύμαζε, αλλά και παρατηρώντας τις κινήσεις του ίδιου του μυαλού του.

 

Τα όνειρα και η ποίηση αποτελούν διαφορετικά είδη μιας τέχνης στο σκοτάδι, μιας τέχνης σκοτεινής, μια τέχνης που συντελείται στις παρυφές της συνείδησης. Μιας τέχνης που ανάβει τα φώτα της μόνο όταν η συνείδηση τα χαμηλώνει. Μιας τέχνης αγνώστου προελεύσεως, ή μάλλον συναισθηματικής προελεύσεως. Μιας τέχνης αποσπασμάτων, σπαραγμάτων και θραυσμάτων.  Μιας τέχνης που χρησιμοποιεί τη γλώσσα απεικονιστικά, βιωματικά, ανορθόδοξα στην προσπάθεια της να αποτυπώσει την αλήθεια της. Μιας τέχνης που χρησιμοποιεί τις εικόνες σαν γλώσσα. Μιας τέχνης κινηματογραφικής, σκηνοθετημένης από ένα συναίσθημα που τριγυρίζει στον κυβερνοχώρο του νού ανακινώντας εις εαυτόν συνομιλίες. Στήνοντας μια παράστασή για το ιδανικότερο και πιο παθιασμένο κοινό απ’ όλα: τον ίδιο μας τον εαυτό. Αντί να προσπαθούμε να ρίξουμε άπλετο φώς ψάχνοντας την αλήθεια, έλεγε ο Bion, θα’ταν καλύτερα να ρίχναμε άπλετο σκοτάδι : οποιαδήποτε κίνηση τότε θα γινόταν πεντακάθαρα αντιληπτή. 

Το όνειρο, δηλώνει ο Ρίτσαρντ Μ. Τζόουνς, είναι μια μορφή σκέψης που βιώνεται ως δράση. Το ίδιο και η ποίηση. Πρέπει να ανατρέψουμε τις δημοφιλείς αντιλήψεις μας. Τα όνειρα δεν είναι προϊόν αδράνειας και τα ποιήματα δεν απευθύνονται στους παθητικούς. Η ποίηση είναι η πιο αθλητική μορφή λογοτεχνίας.

Και θα υπάρχουν πάντα εκείνα τα σπάνια όνειρα που σαν τα σπάνια ποιήματα κρατούν όλη τη μαγεία τους. Σαν τη προτομή του Απόλλωνα του Rilke που… 
 
"Ξεσπάει απ’ όλα τα περιγράμματά του
σαν αστέρι.  Δεν υπάρχει μέρος
να κρυφτείς. Από παντού σε βλέπει.
Πρέπει ν’ αλλάξεις τη ζωή σου."

 

 

 

 

 

 

 

 

Δείτε επίσης


Βασίλης Γκουρογάννης: Μικρά Ασία και Πόντος ( Δωρητές ζωτικών οργάνων)

Βασίλης Γκουρογάννης: Μικρά Ασία και Πόντος ( Δωρητές ζωτικών οργάνων)

05/12/22
Μικρά Ασία και Πόντος ( Δωρητές ζωτικών οργάνων) Τελειώνουν σε λίγες μέρες οι πένθιμοι , νεκρώσιμοι εορτασμοί των 100 χρόνων από την Μικρασιατική Καταστροφή. Στην εκπνοή
ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΗΜΟΤΗ ΤΗΣ ΚΩ

ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΗΜΟΤΗ ΤΗΣ ΚΩ

05/12/22
Το να σε αναγορεύει μια πόλη σε επίτιμο δημότη της είναι, πέρα από την μεγάλη τιμή, ένας τρόπος να επωμίζεσαι την ίδια την πόλη. Θέλω να πω, την ενδύεσαι ή την κρατάς στα