ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ


ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ

Σπούδασε νομικά και σκηνοθεσία κινηματογράφου.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΓΙΩΡΓΟΣ
Επίθετο:  ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ
Εργογραφία: 

Το 1987 δημοσίευσε τη νουβέλα Μέντιουμ και το 1998 το μυθιστόρημα Ο άχρηστος Δημήτρης. Και τα δύο βιβλία κυκλοφορούν στις εκδόσεις Κέδρος.


Διεύθυνση: 

Δρυόπων 28,
118 52 Αθήνα


Έτος γέννησης:  1945
Τόπος γέννησης:  Ελευσίνα
Τίτλος αποσπάσματος:  Ο άχρηστος Δημήτρης
Κείμενο αποσπάσματος: 
37

 

 


Mε το που ξαναμπήκε ο χειμώνας, βρήκαμε καινούρια χαρά να μοιραστούμε. Την ανακαλύψαμε με τη βοήθεια μιας δράκας συμπαθητικών ανθρώπων που είχαν προηγηθεί και γνώριζαν τα διάφορα στέκια και τα κατατόπια, το δε πράγμα γινόταν περίπου ως εξής : Έφευγε ο Δημήτρης το βράδυ για τη δουλειά, έκανα κι εγώ ό,τι είχα να κάνω και κάποτε έπεφτα να κοιμηθώ. Κοιμόμουνα του καλού καιρού, όταν κάποια στιγμή ένα χέρι με σκούνταγε και μια φωνή μου έλεγε :
- Ξύπνα, καημένε μου, ξύπνα. Πέρασε η ώρα. Μ' ακούς, χασοδίκη; Ουρές τα θύματα στο γραφείο. Πελάτες, σου λέω, παιδί μου, και ζητάνε επειγόντως εξηγήσεις.
Για όποιον τον ήξερε, ήταν φανερό ότι είχε πιει. Όχι πάρα πολύ, αλλά ήταν διαφορετικός. Τα μάτια του γυάλιζαν απ' το ποτό, γινόταν επιθετικός.
Καθημερινή, σχεδόν, αυτή η ιστορία για ένα διάστημα εκείνον το χειμώνα και πάντοτε έξω από την πολυκατοικία περίμεναν οι άνθρωποί του, οι συμπαθητικοί που λέγαμε. Από ένα στενό και κάθετο στο δρόμο του σπιτιού δρομάκι, έφταναν με τα αυτοκίνητά τους κάτω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, μπροστά στους λάκκους και στις ανασκαφές κι, αν τυχόν αργούσα, άρχιζαν τα κορναρίσματα. Θέλοντας και μη, τις πρώτες τουλάχιστον φορές, έριχνα λίγο χλιαρό νερό στο πρόσωπο, ντυνόμουνα και τους ακολουθούσα.
Το είπα ήδη ότι δεν πηγαίναμε σ' ένα μέρος τυχαίο, ότι η χαρά δεν προσεφέρετο παντού όπου υπήρχαν φώτα, στις δύο και στις τρεις τη νύχτα. Επρόκειτο για συγκεκριμένο στέκι και κυρίως για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που συγκέντρωνε εκείνες τις ώρες τους πιστούς του. Και συνέβαινε το περίεργο, οι ίδιοι πιστοί που τη μία νύχτα λάτρευαν τον περί ου ο λόγος, στο μαγαζί της οδού Πέτρου Ράλλη, ας πούμε, την επόμενη νύχτα, λες και κάτι γινότανε κι είχαν στο μεταξύ όλοι τους λάβει ταυτόχρονα το ίδιο υπόγειο μήνυμα, να μεταφέρονται στην άλλη άκρη της πόλης, σ' ένα άντρο διαφορετικό, αλλά και όμοιο, σ' έναν ναό εξίσου εκκωφαντικό και εξίσου απίθανο, στο Αιγάλεω ή ακόμα παραπέρα, σ' ένα απομακρυσμένο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης, για να λατρέψουν κάποιον άλλο θεό. Και δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο - διότι συνέβαινε επίσης κάποτε - η μετακόμιση των πιστών να πραγματοποιείται χάριν ενός και του αυτού ανθρώπου, που έτσι του κάπνισε κι αποφάσισε ξαφνικά ν' αλλάξει περιβάλλον και αέρα κι εργοδότη. Στέκι, μαγαζί, περιβάλλον και μερικές ακόμα λέξεις, για να μη χρησιμοποιηθεί η μόνη κατάλληλη και ταιριαστή, η λέξη "σκυλάδικο" που, όπως και τόσες άλλες, όταν φτάσεις να την κάνεις δική σου, χάνει την αρχική της σημασία και γίνεται ουδέτερη, γίνεται, κάπως αργότερα βέβαια, χρήσιμη, σχεδόν όμορφη στην ασχήμια της, συμπαθητική. Κλείνει η παρένθεση για τις λέξεις και επιστρέφουμε στους ανθρώπους : Οι πραγματικά αγαπημένοι δεν ήταν πολλοί και δεν άνοιξαν ποτέ τα φτερά τους για παραέξω. Ελέγετο ότι είχαν φωνές και ικανότητες που ανάλογες μονάχα οι πρωταθλητές στα στάδια διαθέτουν, ελέγετο ότι ήταν και έμειναν μέχρι τέλους άγνωστοι στον πολύ κόσμο, μόνον και μόνον, επειδή οι ίδιοι το διάλεξαν κι ότι το διάλεξαν από καθαρή αδιαφορία για την επιτυχία. Γεγονός, όμως, είναι ότι μερικοί από αυτούς γύρισαν και δίσκους. Ειπώθηκε βέβαια εκ των υστέρων, από την παρέα και το στενό κύκλο των θαυμαστών, ότι ο δίσκος είναι κάτι σαν κονσέρβα και ότι κανείς μας δεν περιμένει από ένα κουτί κονσέρβας να περισώσει την ουσία. Όταν κατόπιν ρωτηθήκαμε τι σόι πράγμα είναι αυτή η ουσία, δώσαμε την απάντηση ότι ουσία είναι η μαγεία και ότι μαγεία είναι η παρέα · η νύχτα που έκανε την παρέα μας να πίνει, η λατρεία για τις γυναίκες που θέλουν να πιστέψουν και τόσο πολύ πιστεύουν στους άντρες, αλλά δεν ξέρουν αυτήν την τεράστια πίστη τους που να την ακουμπήσουν και ξαφνικά βλέπουν φως, μαγεία ήταν οι δικοί μας εκεί πάνω στο πάλκο που ήξεραν τι γινόταν από κάτω και το σιγοντάριζαν με το τραγούδι και όλο τους το είναι, τα κεράσματα στις άγνωστες παρέες των διπλανών ομοιοπαθών, οι γυναίκες που αγαπάνε τις γυναίκες και κυνηγάνε μέσα στη νύχτα για να βρουν, στα ίδια με μας λημέρια, το ανύπαρκτο ταίρι, η λατρεία τους, η μόνη πραγματική, για κάτι που το στερήθηκαν, και το στερηθήκαμε, και ποτέ δεν πρόκειται να το αποκτήσουμε, το ουίσκι που έχει ήδη μπει για τα καλά στη ζωή μας, εκείνοι οι άνδρες που έτρεχαν στα ουρητήρια κάθε τόσο και στ' αφοδευτήρια μη τυχόν κι εκεί κάποιον βρουν, κι αν ίσως όχι τον πιο πειστικό, τουλάχιστον έναν κάποιον απ' όλους τους υπόλοιπους άνδρες μήπως συναντήσουν, που έφευγαν τα χαράματα, όταν κι εμείς φεύγαμε, κι έτρεχαν με τ' αυτοκίνητα, κάνοντας κόντρες, βγάζοντας τα κεφάλια απ' τα παράθυρα, βγάζοντας γλώσσες, γλείφοντας τον αέρα, προκαλώντας και βρίζοντας, ανίκανοι ν' αντισταθούν στο μεθύσι που τους έσπρωχνε και τους έδινε το κουράγιο και το δικαίωμα να κάνουν όσα νηστικοί δε θα έκαναν ποτέ, το μεθύσι που γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο είχαν προκαλέσει.
Γυρίζαμε κάποτε στο σπίτι και με το που κλείναμε την πόρτα πίσω μας, έβαζε κι ο Δημήτρης την τελεία. Μια εδώ να πέσει και μια εκεί, κατευθυνόταν παραπατώντας - έφτανε, αν ήμαστε τυχεροί - στο δωματιάκι του και, πριν καν μπει μέσα, άρχιζε τα κλαψουρίσματα. Κάπως σαν γατί νιαούριζε, σαν μικρό παιδί που πρέπει να κοιμηθεί έκανε - ένα μωρό που το κλάμα του σιγά σιγά σβήνει και κοιμάται. ’λλοτε πάλι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Του έβγαζα τα παπούτσια κι έτσι όπως ήταν ντυμένος, τον βοηθούσα να ξαπλώσει στο κρεβάτι.
- Βοήθα με, Γιώργο μου, γιατί εγώ είμαι άχρηστος, μου έλεγε. Μ' ακούς; ’χρηστος. Είμαι άχρηστος, άχρηστος, άχρηστος ...
Την ίδια λέξη που μου τριβέλιζε τα αυτιά επαναλάμβανε και το κλάμα του, με αναφιλητά, με χειμωνιάτικες μίξες και με σάλια, ένα κλάμα γοερό και ατελείωτο.
’ντε τώρα στις πέντε και στις έξι το πρωϊ να τον παρηγορήσεις. Να βρεις τα κατάλληλα επιχειρήματα για να τον πείσεις ότι δεν ήταν καθόλου άχρηστος. Πρώτα απ' όλα ήταν όμορφος, ο πιο γοητευτικός άνδρας που κυκλοφορούσε στην Αθήνα. Στο πρόσωπο και στο σώμα του συγκεντρώνονταν όλα αυτά που η ποικιλία της φύσης, τυχαία αλλά και πολύ σπάνια, επιφυλάσσει σε ένα και μόνο πλάσμα της. Τα πόδια του είχαν αυτό το άλφα δεδομένο μήκος και πάχος που τον έκαναν να περπατάει έτσι όπως περπάταγε, το στήθος του ήταν τόσο όσο έπρεπε ευρύ και τα χέρια του απίστευτα ωραία. Η μορφή του, ιδίως όταν έκλαιγε, η μορφή του σου έφερνε κι εσένα δάκρυα στα μάτια. Και τι δεν είχε ο Δημήτρης. Έπειτα, ποιο πλάσμα του Θεού είναι άχρηστο ;
Και τι έπρεπε να πούμε εμείς οι υπόλοιποι που, όταν εκείνος επιτέλους κοιμότανε, ξαπλώναμε για κάνα δυο ώρες και μετά σηκωνόμαστε και πηγαίναμε στο γραφείο ;
Mια φορά που δεν άκουσα το ξυπνητήρι και με πήρε, ο ύπνος - θα γινόταν βέβαια κάποτε κι αυτό - την πλήρωσα, ο καλός σου, ακριβά. Με το που άνοιξα τα μάτια κι είδα το ρολόι, πετάχτηκα από το κρεβάτι σαν ελατήριο. Ντύθηκα όπως όπως, άρπαξα ένα σακάκι και βγήκα στο δρόμο. Πέμπτη ήταν, λίγο μετά το Πάσχα, ημέρα των συνεδριάσεων του πολιτικού τμήματος στο Εφετείο Πειραιά κι έπρεπε να βρίσκομαι από νωρίς στο ακροατήριο, γιατί είχα στο πινάκιο το νούμερο ένα και ο εφεσίων πελάτης μου, άνθρωπος δύσκολος, θα ήταν κι αυτός εκεί, για να πει το "παρών" και να με διορίσει. Κούμπωνα το πουκάμισο, καθώς έτρεχα για να φτάσω στην κεντρική λεωφόρο και το μυαλό μου δούλευε. Δεν θα οδηγούσα το Φιατάκι γιατί θα έχανα χρόνο στο παρκάρισμα. Θα κατέβαινα στον Πειραιά με ταξί κι αν υπήρχε χρόνος, θα σταματούσα πρώτα στο γραφείο για να πάρω το φάκελο της δικογραφίας. Η ώρα ήταν εννιά και τέταρτο κι η συνεδρίαση άρχιζε στις εννιάμισι. Με τη συνηθισμένη πεντάλεπτη καθυστέρηση, θ' άρχιζε στις δέκα παρά είκοσι πέντε. Μέχρι να κάνουν οι εφέτες τις αναβολές και να μπουν κανονικά στο πινάκιο, θα πέρναγε ακόμα ένα τέταρτο, κι εγώ είχα κάμποσες πιθανότητες, στις δέκα παρά δέκα, όταν ο πρόεδρος θα εκφωνούσε την υπ' αριθμόν ένα, να βρίσκομαι μέσα στην αίθουσα και μπροστά στην έδρα για να πω, φορώντας την καλή μου γραβάτα (έστω κι αν δεν φορούσα καθόλου εσώρουχα) ένα βροντερό "παρίσταται".
Ο ταξιτζής που μου έλαχε, ένας μάγκας μεσήλικας, ωραίος. Είδε την κατάσταση στην οποία βρισκόμουνα και όταν του εξήγησα ότι με περίμεναν στο εφετείο και όλα τα υπόλοιπα, έβαλε τα δυνατά του. Χωρίς να αποβλέπει καθόλου, νομίζω, στο φιλοδώρημα που του υποσχέθηκα, προσπέρασε γιωταχί και λεωφορεία και παραβίασε φανάρια. Αλλάζοντας συνεχώς λωρίδες, κατέβηκε φισέκι τη Συγγρού, έστριψε στην παραλιακή και ταυτόχρονα δεν έπαψε να με κοιτάει στον καθρέπτη και να ρωτάει για μιαν υπόθεση δική του. Οι πρώτες ερωτήσεις από το δικαστικό παρελθόν ενός διαζυγίου που του ' χε κοστίσει ακριβά. Ικανοποιημένος από τις απαντήσεις, για πράγματα που είχαν ήδη συμβεί και τα ήξερε, αντιπαρήλθε τα τετελεσμένα και τις επικρίσεις για τους κακούς χειρισμούς του δικηγόρου του κι έπιασε τις μελλοντικές, τις ενδεχόμενες κινήσεις των μερών. Στην τελική ευθεία για τον Πειραιά, όταν είδε ότι φρακάραμε, μπήκε σε κάτι στενά. Όλα πήγαιναν πρίμα. Η προσπάθεια στο τέλος ανταμείβεται και το κακό εξορκίζεται. Ο χρόνος με έπαιρνε να περάσω από το γραφείο, ενώ περίσσευε ακόμα κι ένα μικρό περιθώριο ασφαλείας. Εξηγημένος ο φλογερός μεσήλικας. Όχι μόνο θα με περίμενε από κάτω για να κατεβάσω το φάκελο της δικογραφίας. Έτσι όπως πηγαίναμε, θα μου κουβάλαγε και το φάκελο στο Εφετείο. Αν έτσι πηγαίναμε μέχρι τέλους κι αν η τρελή μας κούρσα συνεχιζόταν, ό,τι ήθελα και του ζητούσα θα το έκανε ο ταξιτζής.
Αν, είπαμε. Αν, ανεβαίνοντας στο γραφείο, δεν έβρισκα τη δεσποινίδα Λίτσα, την πιο ευαίσθητη κοπέλα που εργάστηκε ποτέ στη γραφομηχανή μας, κατακόκκινη να κλαίει. Αν δεν έκανε, μόλις με είδε, σαν να είχαμε κηδεία, αν δεν έμοιαζε η δεσποινίς Λίτσα σαν να είχε μόλις δει τον πλησιέστερο, τον κατ' εξοχήν τεθλιμμένο και, ταυτόχρονα, τον υπεύθυνο για το πένθος και τη θλίψη συγγενή.
- Μα, γιατί μου το κάνατε αυτό ; Η γη άνοιξε ; Έτσι κάνει ο κόσμος, εξαφανίζεται ; Κι ούτε τηλέφωνο ούτε τίποτα ! (Και κλάματα και λυγμοί.) Μέρος να βρούμε να κρυφτούμε, πρέπει. Το ξέρετε ; Ξεκίνησε κι έρχεται και θα μας σκοτώσει όλους, σας το λέω. (Και κλάματα και αναφιλητά).
- Ποιος θα μας σκοτώσει, δεσποινίς Λίτσα ; τη ρωτάω. Ποιος ξεκίνησε και ποιος έρχεται ;
- Ποιος; το ρωτάτε ; Ο κύριος (ας πούμε) Κοσμόπουλος ! Απ' τις εννιά τηλεφωνάει. Πού είσαστε και που χαθήκατε. Του λέω θα υπάρχει λόγος, κάποια αιτία θα υπάρχει. Να έχετε εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη και στο δικηγόρο σας, του λέω. Κάνετε υπομονή και άλλα τέτοια. "Τι μου τσαμπουνάς, Χριστιανή μου, εδώ χανόμαστε", μου λέει. "Μου έδωσε ο ... απίθανος ραντεβού στις εννιά και τέταρτο και το Εφετείο έχει πιάσει δουλειά και δικάζει από τις εννέα." Και βρισίδια και βλαστήμιες. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι βγάζει από το στόμα του ο εφεσίων.
- Αυτό αποκλείεται, της λέω. Το εφετείο αρχίζει στις εννιάμισι.
Η δεσποινίς Λίτσα τα δικά της :
- Τι σύγχυση κι αυτή, Θεέ μου ... και τα λοιπά.
Δεν την άκουγα πλέον. Είχα ανοίξει το φάκελο κι έψαχνα για το εισαγωγικό, όπως λέγεται, δικόγραφο, για τη σφραγίδα που καθορίζει και το χρόνο συνεδριάσεως του δικαστηρίου. Όταν το βρήκα κι είδα ότι κάτω από την ημερομηνία δεν υπήρχε συγκεκριμένη ώρα, αλλά η φράση "ώρα, η συνήθης των συνεδριάσεων", με ζώσανε τα φίδια. Τη "συνήθη" την ήξερα. Καμιά δεκαριά παραστάσεις μαζεμένες είχα κάνει τελευταία στο Εφετείο και ήξερα ότι ήταν στις εννέα και τριάντα. Και όμως η ίδια αυτή λέξη με τριγύριζε σαν σφήκα και με ζάλιζε. Τα πράγματα γύρω μου θόλωσαν.
Πήρα το φάκελο και κατέβηκα για να διώξω το ταξί. Καθώς ξεκινούσε τη μηχανή, ο φλογερός μεσήλικας κουνούσε το κεφάλι του με νόημα. Έδειχνε έτσι την απογοήτευσή του για το ακαταλαβίστικο τέλος της κούρσας μας, διαδήλωνε φεύγοντας το ελάχιστα κολακευτικό πιστεύω του για μένα και όλο το σινάφι των ομοίων μου - αυτό ήταν το νόημα της βουβής παντομίμας του ταξιτζή, αλλά στην κατάσταση που βρισκόμουνα, μάλλον με τόνωσε, παρά με έβλαψε ο χλευασμός του.
Τράβηξα ύστερα με τα πόδια για το δικαστήριο. Ακολούθησα τον κεντρικό δρόμο, πιστεύοντας και ελπίζοντας ότι σε κάποιο σημείο της διαδρομής θα συναντούσα πρώτος και θα αντιμετώπιζα, πριν από τη δεσποινίδα Λίτσα, τον πελάτη που τόσο πολύ τη φόβιζε. Ίσως επειδή εκείνος ακολούθησε ένα δρόμο λιγότερο "συνήθη", κατάφερα κι έφτασα στο Εφετείο.
Η αίθουσα του ακροατηρίου καταλαγιασμένη, άδεια. Μόνοι τους οι εφέτες εκφωνούσαν τις τελευταίες υποθέσεις. Το θέμα είχε λήξει, αλλά είχα την περιέργεια να μάθω γιατί είχε λήξει τόσο άδοξα. Ανέβηκα από τη σκάλα στη Γραμματεία κι απευθύνθηκα στον πρώτο υπάλληλο που βρήκα μπροστά μου. Μου έδωσε μιαν εξήγηση αλλά ούτε που κατάλαβα τι μου είπε. Κάτι για τις γιορτές του Πάσχα. Κι αυτός δεν ήξερε ακριβώς.
Κάθισα σ' ένα παγκάκι και λίγο αργότερα χαιρέτησα ένα γνωστό μου ηλικιωμένο δικηγόρο. Βολόδερνε στον όροφο από γραφείο σε γραφείο και αναγκαστικά ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο και ανταλλάξαμε δύο κουβέντες, αλλά δε θέλησα να τον ρωτήσω. Το είχα πάρει, πλέον, απόφαση και περίμενα να τελειώσει η συνεδρίαση. Ο,τι ήταν να μάθω, θα το μάθαινα από χείλη αρμόδια. Μετά από λίγο είδα, πράγματι, τη γραμματέα της έδρας να βγαίνει από το ασανσέρ με τους φακέλους υπό μάλης και να μπαίνει στο γραφείο της. Την ακολούθησα, έκλεισα την πόρτα και της έθεσα ευθέως το ερώτημα.
- Επόμενο να ερημοδικήσετε, μου απάντησε. Είσαστε ακόμα πολύ νέος. Γι' αυτό!
Την ήξερα για ευγενική. Ψυχρά ευγενική και στη δουλειά της εξαιρετικά ικανή, μια γυναίκα ψηλή, λεπτή, με μέση που δεν ταλαιπωρήθηκε ποτέ από γέννες, πιστεύω ανύπαντρη, αλλά η διαφορά της ηλικίας μας δεν της επέτρεπε να μου μιλάει έτσι. Το πολύ τρία τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη να ήταν.
- Όταν κάποιος έχει την ηλικία μου, δεν είναι νέος, της απάντησα. Καθόλου νέος, μπορώ να πω.
Κατάλαβα ότι την είχα προσβάλει, ότι κατά κάποιο τρόπο την υποχρέωνα να συσχετίσει και τη δική της ηλικία, όταν ήταν πλέον αργά.
- Nέος, νέος ! Εσείς οι άνδρες αργείτε να μεγαλώσετε, είπε ειρωνικά. Κι απόδειξη ότι δεν ξέρετε τον άγραφο νόμο του Εφετείου.
- Δηλαδή ; τη ρώτησα.
- Να, μου απάντησε, αντίθετα με τα άλλα δικαστήρια, η έναρξη των δικών μας συνεδριάσεων καθορίζεται από μια παλιά συνήθεια, μια παράδοση δικαστική, ας την πούμε έτσι, που ισχύει ανά την επικράτεια. Το χειμώνα, από τον ’γιο Δημήτριο και μέχρι τον ’γιο Γεώργιο, αρχίζουμε στις εννέα και τριάντα . Το καλοκαίρι, που ξυπνάμε πιο νωρίς και μέχρι να μας ξανάρθει ο Αϊ-Δημήτρης, αρχίζουμε στις εννέα. Αυτή είναι τώρα η "συνήθης" ώρα. Πάει, όπως λέμε, από καβαλάρη σε καβαλάρη. Απλό δεν είναι ; Για να μην το ξεχνάτε, να θυμόσαστε πάντοτε κι εσείς τους δύο καβαλάρηδες άγιους.
- Κα πράγματι, δεν επρόκειτο ποτέ μετά από αυτό να το ξεχάσω.