ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ ΜΑΡΙΑ


ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ ΜΑΡΙΑ

Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Με τη λογοτεχνία ασχολείται από το 1994 και από τότε έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα, διηγήματα, νουβέλες, βιβλία για παιδιά, ιστορικές μελέτες. Συνεργάζεται κατά καιρούς με περιοδικά και εφημερίδες.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΜΑΡΙΑ
Επίθετο:  ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ
Εργογραφία: 

(2013) Χάλκινο Γένος, εκδ. Πατάκη - μυθιστόρημα.

(2010) Νασρεντίν Χότζας - Ιστορίες και χωρατά από τη Μικρά Ασία και τον Ελλαδικό χώρο (μαζί με τον Faruk Tuncay), εκδ. Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού (2012, 2η ανατύπωση).

(2009) Ο Πρίγκιπας (Αλέξανδρος Υψηλάντης), Σειρά: Προσωπογραφίες, εκδ. Πατάκη.

(2007) Λίγο πριν το τέλος (Ρήγας Βελεστινλής), Σειρά: Προσωπογραφίες, εκδ. Πατάκη.

(2007) Τα χρόνια της φωτιάς (Κωνσταντίνος Κανάρης), Σειρά: Προσωπογραφίες, εκδ. Πατάκη.

(2005) Όπως οι άπιστοι κι εμείς, εκδ.  Kαστανιώτης – διηγήματα.

(2004) Γιλάν, η πριγκίπισσα των φιδιών, εκδ.  Φαντασία – μυθιστόρημα για παιδιά.

(2003) Mε το φεγγάρι στην πλάτη, εκδ.  Kαστανιώτης (5η ανατύπωση, 2005). [Γερμανική μετάφραση, εκδ. GrössenwahnVerlag, Φραγκφούρτη 2013] - μυθιστόρημα.

(1999) Kίτρινος Xρόνος, εκδ. Πατάκη (2002, 5η ανατύπωση). [Kαταλανική μετάφραση, Pagés Editors, Βαρκελώνη 2004]  - νουβέλες.

(1999) H Τρυποτσεπούλα, Florence Seyvos (μετάφραση), εκδ. Πατάκη. - παιδικό.

(1998) Eργογραφία Pήγα Bελεστινλή, εκδ. Mεταίχμιο – μελέτη

(1998) O θησαυρός του Aσπρογένη, εκδ.  Πατάκη – παιδικό

(1997) Kαι νεκρούς ανασταίνει, Σειρά: Βιβλία που μιλούν, με τη φωνή του Ακύλα Καραζήση, εκδ.  Πατάκη – νουβέλα.

(1997) Kωνσταντίνος Kανάρης, εκδ. Άμμος – βιογραφία για παιδιά

(1996) Άτροπος ή η ζωή και ο θάνατος της Bενετίας Δαπόντε, εκδ.  Πατάκη, (2012, 13η ανατύπωση) – μυθιστόρημα.

(1994) Kαλημέρα-Kαληνύχτα, εκδ. Δελφίνι (2000, εκδ. Πατάκη) – παιδικό.


Διεύθυνση: 

Χριστοφή 7
185 47 Ν. Φάληρο


Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Κείμενο αποσπάσματος: 

’Ατροπος ( Η ζωή και ο θάνατος της Βενετίας Δαπόντε)

In medias res

Το πρωί της εβδόμης Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα Τρίτη, βρέθηκε νεκρός, πεσμένος μπρούμυτα ανάμεσα στα αρμυρίκια της Πέρα Μεριάς, ο Franco Solerti. Στη γυμνή του πλάτη, χωμένη ολόκληρη η λάμα ενός μαχαιριού με κοκάλινη λαβή, απ' αυτά που γδέρνουν τους χοίρους.
Σπουδασμένος στο Πανεπιστήμιο της Padova, ψέλλιζε λίγα αρχαιοελληνικά και δεν ήταν φασίστας. Είχε γίνει αξιωματικός με τη μεσολάβηση του πατέρα του, πιστού και δηλωμένου οπαδού του καθεστώτος. Ευαίσθητος κι ονειροπόλος, τις ελεύθερες ώρες του έπαιζε κιθάρα και διάβαζε κλασικούς. Ήταν ωραίος, έντιμος, αξιοπρεπής. "Πότε πρόλαβε κι έκανε εχθρούς;" αναρωτήθηκε ο στρατιωτικός διοικητής του νησιού, που τον είχε εκτιμήσει με την πρώτη ματιά, τον είχε πάρει στην υπηρεσία του ιδιαίτερο γραμματέα και του είχε βρει σπίτι να μένει.
Όσο η έρευνα προχωρούσε, τόσο η υπόθεση σκοτείνιαζε. Ένα γυναικείο εσώρουχο και ίχνη από γόβες στην άμμο βεβαίωναν πως ο Franco ήταν με γυναίκα λίγο πριν πεθάνει. Το χτύπημα όμως ήταν στιβαρό, σίγουρο, και το μαχαίρι, ειδικά αυτό το μαχαίρι, όπλο δυσκολομεταχείριστο από γυναίκα. Στα ανοιχτά γυάλινα μάτια λαμπύριζε ακόμα κάτι σαν έκσταση. ''Φαίνεται πως ο θάνατος τον βρήκε σε στιγμή ευτυχίας, και ποια ώρα, αλήθεια, είναι ευτυχέστερη από κείνη του έρωτα;'' σκέφτηκε ο διοικητής. ''Μονάχα χέρι τυφλωμένο από ζήλια έχει το κουράγιο να κόψει τη ζωή ανθρώπου την ώρα που ερωτεύεται''. Χτύπησε το κουδούνι.
Θέλω τα ονόματα όλων των αρραβωνιασμένων και νεαρών παντρεμένων γυναικών της Χώρας και των γύρω χωριών'' παράγγειλε στην ορντινάτσα του.
Η σκέψη αυτή του διοικητή, λογική εκ πρώτης όψεως μα ολότελα λανθασμένη, αποπροσανατόλισε την έρευνα, κι όταν οι υποψίες άρχισαν να μπαίνουν στο σωστό δρόμο ήταν πια αργά. Λίγες μέρες μετά, με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η διοίκηση του νησιού πέρασε στους Γερμανούς. Έτσι, ο φονιάς του Franco Solerti δε βρέθηκε ποτέ.

(Μυθιστόρημα)


Με το Φεγγάρι στην πλάτη

Πρώτη φορά στη ζωή μου μπορούσα κι έβλεπα φωνή, οι αισθήσεις μου μπερδεύονταν, άκουγα χρώματα κι έβλεπα ήχους, μύριζα γεύσεις κι άγγιζα εικόνες, άγνωστες εικόνες που η φωνή του ζωντάνευε, έφερνε κοντά, ζούσα όσα έλεγε?ιστορίες αλλόκοτες, παλιές, που σαν ταινία κινηματογραφική προβάλλονταν μπροστά στα μάτια μου, άνθρωποι βγαλμένοι από θρύλους και τραγούδια, όπως εκείνη η σουλτάνα, μια Εσμέ, ''Αυτό εκεί ήταν το παλάτι της'' μου είπε. Πάνω στο κύμα του Βοσπόρου το παράθυρό της κι ο φλοίσβος κάθε βράδυ της σήκωνε το νου, της έκλεβε τον ύπνο. Καραδοκούσε νύχτες ασέληνες κι έβγαινε καλυμμένη ως τα νύχια με πέπλα μαύρα σαν σκοτάδι, πλάσμα του σκοταδιού κι αυτή, αρπακτικό, μόνο τα αστέρια κρέμονταν πάνω από τον ολοπράσινο λόφο του Γιλντίζ, πάνω από το κάτασπρο τζαμί του Ορτάκιοϊ. Έβγαινε κρυφά από το παλάτι ακροπατώντας ξυπόλυτη, μονάχα τα δυο χρυσά βραχιόλια κουδούνιζαν ανάλαφρα στο δεξί της πόδι πάνω από τον λεπτό αστράγαλο. Είχε φροντίσει γι' αυτήν ο Αχμέτ, ο θεόρατος χαντούμης της με την κομμένη γλώσσα, έτσι που να μην μπορεί να ομολογεί τα ανομολόγητα, είχε φροντίσει κι είχε κλείσει για την κυρά του αγόρια σαν αγάλματα, σαν τα νερά του Βόσπορου τα μπούζια, αγόρια με μυρωμένες αγκαλιές απ' τη δροσιά του Πόντου, τη θαλασσινή αρμύρα, το αεράκι απ' τους μπαξέδες της ακτής. Κάπου εκεί πλεύριζε η βάρκα -στο Καντιλί ήταν, στο Μπεϊλέρμπεϊ ή στον κλειστό κόλπο του κάστρου της Ανατολής, ο Μουράτ δεν ήξερε να πει- κι εκεί χαιρόταν τον έρωτα ως την αυγή, κάθε βράδυ με άλλον?ψαρά, μπαξεβάνη, δουλευτή όποιου είδους, αγόρια δίχως όνομα και θέση, μόνο ένα κορμί για την αχόρταστη, τη σκύλα, που διέταζε και τά 'πνιγαν μετά την ένωσή τους και τά ΄ριχναν στα σκοτεινά νερά στραγγαλισμένα απ' τον πιστό ευνούχο, να βουλιάζουν στο βυθό του μπουγαζιού που τόσες αμαρτίες έχει σκεπάσει από τα χρόνια τα βυζαντινά ακόμα.
Κάηκε κάποτε το σαράι της κι έτσι μένει ακόμα, εκεί, απέναντι από το ολόλευκο τζαμί, ένα ξερό μαύρο αποκαϊδι. Αυτές τις πράξεις τις ανόσιες μονάχα η φωτιά τις πλένει ως το μεδούλι.

(Μυθιστόρημα)




Γιλάν, η πριγκίπισσα των φιδιών

Μέρος 1ο

Ούτε μια φορά, ούτε έναν καιρό. Έτσι ξεκινούν τα παραμύθια κι αυτό δεν είναι παραμύθι μα ιστορία πέρα για πέρα αληθινή. Δεν ξέρουμε αν γράφτηκε ποτέ, σ' εμάς έφτασε από στόματα παππούδων σε αυτιά εγγονών. Γιατί, κι αν ακόμα γράφτηκε κάποτε, αυτό το ''κάποτε'' ήταν τόσο παλιά, που μπορεί τα γραφτά να χάθηκαν στη διάρκεια του ατέλειωτου ταξιδιού της γης μέσα στο χρόνο.
Ήταν τότε που κάποια από τα πλάσματα του κόσμου δεν είχαν μονάχα μια μορφή μα άλλαζαν κατά τις περιστάσεις όψη, σχήμα και μέγεθος. Ο ήλιος έλαμπε φωτεινός σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και το Μαύρο Βουνό δεν είχε πάρει ακόμα το όνομά του. Κι ήταν ένας τόπος εύφορος σαν καλοποτισμένος κήπος, όμορφος σαν ανθισμένο λουλούδι και τόσο μεγάλος που απλωνόταν πέρα από κει που έφτανε το μάτι. Τον τόπο αυτό τον έλεγαν Τζεννέτ.
Εκεί, ένα πρωί, έτσι ξαφνικά, όπως συνηθίζουν να ξεκινούν αυτά τα πράγματα, το βασίλειο των φιδιών κήρυξε τον πόλεμο στο βασίλειο των λύκων. Αιτία, η απαγωγή της πριγκίπισσας Γιλάν, κόρης της ξακουστής και γενναίας Σαχμαράν, βασίλισσας των φιδιών, από τον Κουρτ, διάδοχο του θρόνου των λύκων.

(Νουβέλα για παιδιά)


E-mail:  mariaskiadaresi@yahoo.gr