| Κείμενο αποσπάσματος: |
Αντιγόνη απ’ το Πουσκάρ, 2024, Εκδόσεις Πατάκη
Σας δίδαξε πολλά η υπέροχη γυναίκα, όπως να αγαπιέστε μεταξύ σας, δεν είναι πάντα αυτονόητη η αδερφική αγάπη, πολλά παίζουνε ρόλο, ο χαρακτήρας κυρίως, η ανατροφή και η οικογένεια, η ατμόσφαιρα στο πατρικό το σπίτι κι άλλα που δε μετριούνται, δεν είναι όλα τα αδέρφια αγαπημένα, υπάρχουν και αυτά που ανταγωνίζονται, αυτά που δε μιλιούνται, αυτά που είναι αδιάφορα, υπάρχουν και εκείνα, σαν τα παιδιά του Πεκμετζή, που φτάνουν απ’ την ενόχληση ως το μίσος, εδώ κυρίως του μικρού για τον μεγάλο, μα και την πίστη του μεγάλου στην ανεπάρκεια του μικρού και την ασπρόμαυρη επιμονή των δυο γονιών να βλέπουν στα παιδιά τους έναν θεό και έναν διάβολο. Ξεκίνησε με ζήλια κι έγινε με τα χρόνια φθόνος, που οδήγησε στο μίσος, συναίσθημα χωρίς επιστροφή.
Εσύ με την Ανίλα, αντιθέτως, ήσασταν πάντα κολλητοί, εκείνη σε είχε εξομολόγο κι εσύ την περιέβαλλες με ήπια τρυφερότητα, τόσο όσο να της αφήνεις χώρο και για άλλες συγκινήσεις, απέφευγες να τη μονοπωλείς, έτσι σας είχαν μεγαλώσει, να δείχνετε τα συναισθήματά σας όσο χρειαζόταν για να γνωρίζει ο άλλος την άδολη ύπαρξή τους, τίποτα παραπάνω, γι’ αυτό και ήσασταν κοντά ως το τέλος, το τέλος το δικό σου, Χόντι, που πίκρανε, έθλιψε, κατέβαλε την αδερφή σου, όμως δεν τη διέλυσε, γιατί δε μάθατε, κι εσύ κι εκείνη, να επενδύετε και τη ρανίδα ακόμα του συναισθήματός σας σε ένα πρόσωπο ή πράγμα. Ξέρατε εξαρχής ότι κανένας δεν ανήκει σε κανέναν, σας το έμαθε αυτό η ανατροφή σας, αλλά και το ότι είχατε μέσα στο ίδιο σας το σπίτι ένα παράδειγμα όχι προς μίμηση, μα προς αποφυγή – τον ίδιο τον πατέρα σας, τόσο αφιερωμένο στην ύπαρξη και μόνο του μεγάλου αδερφού, συναίσθημα και λογική, τόσο καμένο από το άστρο εκείνου που και τα χνάρια του ακόμα ακολούθησε, βήμα προς βήμα, μπαίνοντας στον στρατό και ας μην του ταίριαζε. Κι όταν πέθανε ο θείος σου, έτσι όπως πέθανε, ως ήρωας, ο αδερφός του ο μικρός έχασε την πυξίδα του και, όσο κι αν προσπάθησε, ουδέποτε την ξαναβρήκε. Έφυγε πικραμένος, θλιμμένος με τον εαυτό του που τον απογοήτευσε. Και τέτοια αδέρφια υπάρχουν, Χόντι, που τρώει ο ένας τον άλλον εν αγνοία του, κι αυτό είναι τραγικότερο απ’ το ηθελημένο.
Χάλκινο Γένος, 2013, Εκδόσεις Πατάκη
«Για το χρέος, Γεράσιμε, δεν υπάρχει τσεντέσιμο. Νά ’ρθω όμως να σου δουλέψω α’ θες» του είπε απά στη στρίμωξη. Έτσι βρήκε την ευκαιρία ο άλλος και του πέταξε την παρόλα για τη Ροζαλία. Λες κι ο Γαβρίλης ανασταίνει την κοπελούλα του για να του τη γουδέρει ετούτο το κουγιάμπαλο –θα περπατάει τώρα στα εξήντα– που μεγαλοπιάνεται και ξεπατικώνει τα σουσούμια των αρχόντων. Μωρέ, άρχοντας να σου πετύχει! Ο κόντε ξυλοκέρατος! Το ’χει συνήθειο χρόνια τώρα ο άζινος. Εργένης όπως είναι, τάχα ζητάει κάθε τόσο ένα κορίτσι για τις δουλειές στο σπίτι. Παίρνει κοπέλες της ανάγκης –τις προτιμάει κι άγουρες–, τις χαίρεται όσο να τις βαρεθεί, κι ύστερα τις παντρεύει με κάτι τιποτένιους, δίνοντας δήθεν προίκα μερικά σεντόνια κι ένα πάπλωμα, ώστε να του χρωστούν και χάρη.
Ξεχωρίτης ο Λαζαράς, πάππου προς πάππο η φαμίλια του ριζωμένη στο χωριό, από κείνους τους παλιούς βιλάνους που οι νοδάροι τούς λένε αρχαιοπάροικους. Φτώχεια και δυστυχία, μονάχα λίγοι από δαύτους χόρτασαν ψωμί, κάποιοι που δούλεψαν σε αφεντικά καλόβολα, που έδιναν το ελεύθερο να σπέρνει ο χωριάτης γι’ αυτόν και τη φαμίλια του ένα κομμάτι γης, και κάτι άλλοι που τα τελευταία χρόνια μπόρεσαν και κά- μανε δουλειές δικές τους, ιδιαίτερα από τους Γάλλους και μετά. Ξύπνιος ο Γεράσιμος κι εργατικός, ξεκίνησε να μαζεύει και να πουλάει κούτσουπα. Σιγά σιγά οι δουλειές του αβγάτισαν, βρέθηκε με λεφτά στα χέρια, έβαλε σερμαγιά σε δυο καΐκια και έγινε κομπέβελος μ’ ένα καπιτάνιο· έριξε πολύ τους ναύλους, ποιος να τον ανταγωνιστεί; Έτσι ό,τι λιμπιστεί το αγοράζει, δεν έχει όμως για πούλημα τη θυγατέρα του ο Γαβρίλης. Έμαθε, βλέπεις, από τους παλιούς αρχόντους, που αρπάζανε τις κοπέλες μέσα από τα σπίτια τους και δεν ετόλμαε να μιλήσει και κανείς. Μα άλλαξαν πια τα πράματα, ψυχή μου, τώρα ακόμα και οι αρχόντοι τέτοιες ατιμίες δεν κάνουν, θα το τολμήσει ένας δούλος χτεσινός όπως ο Λαζαράς;
Μια άναψη πιάνει τον Γαβρίλη λες και τον βρήκε θέρμη. Στο κούτελό του οι στάλες του ιδρώτα σαν κορόμηλα. Μακάρι να μπορούσε να διακόψει το παιχνίδι, θα χάσει κι άλλα αν συνεχίσει έτσι – και πού να τά βρει για να τα χάσει κιόλας; Ο τζόγος όμως δεν παρατιέται εύκολα καταμεσής, οι άλλοι τον περιμένουν να πετάξει φύλλο. Ένα μούδιασμα ανεβαίνει στον σβέρκο του, το στομάχι του ανάστατο, θέλει να ξεράσει. Να τον επείραξε εκειό το μπικερίνι το ρακί που έπιε νηστικός; Και τώρα αυτός ο πόνος στα μηλίγγια λες κι έφαε κατακέφαλο!
«Βωρέ, δεν είμαι στα μπόνα μου» προλαβαίνει να πει κι ολόκληρο το πανωκόρμι του σωριάζεται απάνω στην τάβλα του τζόγου, τα χέρια κρεμασμένα πλάι του, τα τραπουλόχαρτα στο πάτωμα. Μια φτενή γραμμή σάλιο κυλάει απ’ το μισάνοιχτο στόμα, και το μάτι, θαμπό σαν του μπαγιάτικου ψαριού, μοιάζει να παρατηρεί από την ανάποδη την μπάκα του Γεράσιμου.
Η Ροζαλία είχε πια αποκοιμηθεί, και η Ατζουλέτα, με φορεμένο το νυχτικό, έκανε κάτι τελευταίες δουλειές, έτοιμη να πέσει. Τα χτυπήματα στην εξώπορτα την ξάφνιασαν.
Ποιος διάσκατζος είναι τέτοια ώρα; αναρωτήθηκε. Ο Γαβρίλης σίγουρα δεν είναι. Εκείνος μπαίνει πάντα με κλειδί, το κρύβουν στην μπασιά του φούρνου, κάτω από μια πλάκα· ανοίγει, κι ύστερα δίνει μια στο μάνταλο και το ξεθηλυκώνει. Όποιος χτυπάει τώρα είναι ξένος, και είναι κι ανυπόμονος, γιατί οι χτυπιές είναι κοφτές κι απανωτές. Επήγε πίσω από την πόρτα, «Ποιος είναι;» ρώτησε.
«Άνοιξε, κυρά μου, που ’χω νια είδηση για σένα. Ο Νιόνιος από την μποτέγα του Θεοτόκη είμαι».
Ένιωσε πως κακό συνέβη. Έριξε το σάλι απάνω της, ξεμαντάλωσε.
«Τι έγινε;» ρώτησε με την ψυχή στο στόμα.
Το παλικαρόπουλο, πιο χλωμό απ’ το φεγγάρι πίσω του, γύρευε νά βρει λόγια να της πει το μαντάτο. Το μυαλό της επήγε στους Γάλλους που έφευγαν όπως όπως από το νησί και φοβήθηκε μην έγινε καμιά συμπλοκή. Ο Γαβρίλης, εύκολος στο μαχαίρι, μπορεί να έσφαξε κανέναν. Αυτό της έλειπε πια, να τρέχει μέσα στη νύχτα να τον περιμαζεύει από τους χωροφυλάκους.
«Ο άντρας σου, κυρά μου...»
«Λέγε, μωρέ αφορεσμένο, και μ’ έσκασες!» δεν άντεξε άλλο η Ατζουλέτα.
«Μας άφησε χρόνους απάνω στο χαρτομπαίγνιο» ξεστόμισε επιτέλους την είδηση ο νεαρός.
Η Ατζουλέτα στην αρχή κοκάλωσε, ύστερα άρχισε να τρέμει από την ταραχή και το κρύο, και στο τέλος θύμωσε.
«Αμά πώς αλλιώς θα επήγαινε, ο κακορίζικος; Ή απά στο χαρτί θα ξεψύχαε ή μ’ ένα μποτσόνι στο χέρι» έβαλε φωνή μέσα στη νύχτα κι έτρεξε να ντυθεί, να πάει να περιμαζέψει το λείψανο τ’ αντρός της.
’Ατροπος ( Η ζωή και ο θάνατος της Βενετίας Δαπόντε)
In medias res
Το πρωί της εβδόμης Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα Τρίτη, βρέθηκε νεκρός, πεσμένος μπρούμυτα ανάμεσα στα αρμυρίκια της Πέρα Μεριάς, ο Franco Solerti. Στη γυμνή του πλάτη, χωμένη ολόκληρη η λάμα ενός μαχαιριού με κοκάλινη λαβή, απ' αυτά που γδέρνουν τους χοίρους.
Σπουδασμένος στο Πανεπιστήμιο της Padova, ψέλλιζε λίγα αρχαιοελληνικά και δεν ήταν φασίστας. Είχε γίνει αξιωματικός με τη μεσολάβηση του πατέρα του, πιστού και δηλωμένου οπαδού του καθεστώτος. Ευαίσθητος κι ονειροπόλος, τις ελεύθερες ώρες του έπαιζε κιθάρα και διάβαζε κλασικούς. Ήταν ωραίος, έντιμος, αξιοπρεπής. "Πότε πρόλαβε κι έκανε εχθρούς;" αναρωτήθηκε ο στρατιωτικός διοικητής του νησιού, που τον είχε εκτιμήσει με την πρώτη ματιά, τον είχε πάρει στην υπηρεσία του ιδιαίτερο γραμματέα και του είχε βρει σπίτι να μένει.
Όσο η έρευνα προχωρούσε, τόσο η υπόθεση σκοτείνιαζε. Ένα γυναικείο εσώρουχο και ίχνη από γόβες στην άμμο βεβαίωναν πως ο Franco ήταν με γυναίκα λίγο πριν πεθάνει. Το χτύπημα όμως ήταν στιβαρό, σίγουρο, και το μαχαίρι, ειδικά αυτό το μαχαίρι, όπλο δυσκολομεταχείριστο από γυναίκα. Στα ανοιχτά γυάλινα μάτια λαμπύριζε ακόμα κάτι σαν έκσταση. ''Φαίνεται πως ο θάνατος τον βρήκε σε στιγμή ευτυχίας, και ποια ώρα, αλήθεια, είναι ευτυχέστερη από κείνη του έρωτα;'' σκέφτηκε ο διοικητής. ''Μονάχα χέρι τυφλωμένο από ζήλια έχει το κουράγιο να κόψει τη ζωή ανθρώπου την ώρα που ερωτεύεται''. Χτύπησε το κουδούνι.
Θέλω τα ονόματα όλων των αρραβωνιασμένων και νεαρών παντρεμένων γυναικών της Χώρας και των γύρω χωριών'' παράγγειλε στην ορντινάτσα του.
Η σκέψη αυτή του διοικητή, λογική εκ πρώτης όψεως μα ολότελα λανθασμένη, αποπροσανατόλισε την έρευνα, κι όταν οι υποψίες άρχισαν να μπαίνουν στο σωστό δρόμο ήταν πια αργά. Λίγες μέρες μετά, με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η διοίκηση του νησιού πέρασε στους Γερμανούς. Έτσι, ο φονιάς του Franco Solerti δε βρέθηκε ποτέ.
(Μυθιστόρημα)
Με το Φεγγάρι στην πλάτη
Πρώτη φορά στη ζωή μου μπορούσα κι έβλεπα φωνή, οι αισθήσεις μου μπερδεύονταν, άκουγα χρώματα κι έβλεπα ήχους, μύριζα γεύσεις κι άγγιζα εικόνες, άγνωστες εικόνες που η φωνή του ζωντάνευε, έφερνε κοντά, ζούσα όσα έλεγε?ιστορίες αλλόκοτες, παλιές, που σαν ταινία κινηματογραφική προβάλλονταν μπροστά στα μάτια μου, άνθρωποι βγαλμένοι από θρύλους και τραγούδια, όπως εκείνη η σουλτάνα, μια Εσμέ, ''Αυτό εκεί ήταν το παλάτι της'' μου είπε. Πάνω στο κύμα του Βοσπόρου το παράθυρό της κι ο φλοίσβος κάθε βράδυ της σήκωνε το νου, της έκλεβε τον ύπνο. Καραδοκούσε νύχτες ασέληνες κι έβγαινε καλυμμένη ως τα νύχια με πέπλα μαύρα σαν σκοτάδι, πλάσμα του σκοταδιού κι αυτή, αρπακτικό, μόνο τα αστέρια κρέμονταν πάνω από τον ολοπράσινο λόφο του Γιλντίζ, πάνω από το κάτασπρο τζαμί του Ορτάκιοϊ. Έβγαινε κρυφά από το παλάτι ακροπατώντας ξυπόλυτη, μονάχα τα δυο χρυσά βραχιόλια κουδούνιζαν ανάλαφρα στο δεξί της πόδι πάνω από τον λεπτό αστράγαλο. Είχε φροντίσει γι' αυτήν ο Αχμέτ, ο θεόρατος χαντούμης της με την κομμένη γλώσσα, έτσι που να μην μπορεί να ομολογεί τα ανομολόγητα, είχε φροντίσει κι είχε κλείσει για την κυρά του αγόρια σαν αγάλματα, σαν τα νερά του Βόσπορου τα μπούζια, αγόρια με μυρωμένες αγκαλιές απ' τη δροσιά του Πόντου, τη θαλασσινή αρμύρα, το αεράκι απ' τους μπαξέδες της ακτής. Κάπου εκεί πλεύριζε η βάρκα -στο Καντιλί ήταν, στο Μπεϊλέρμπεϊ ή στον κλειστό κόλπο του κάστρου της Ανατολής, ο Μουράτ δεν ήξερε να πει- κι εκεί χαιρόταν τον έρωτα ως την αυγή, κάθε βράδυ με άλλον?ψαρά, μπαξεβάνη, δουλευτή όποιου είδους, αγόρια δίχως όνομα και θέση, μόνο ένα κορμί για την αχόρταστη, τη σκύλα, που διέταζε και τά 'πνιγαν μετά την ένωσή τους και τά ΄ριχναν στα σκοτεινά νερά στραγγαλισμένα απ' τον πιστό ευνούχο, να βουλιάζουν στο βυθό του μπουγαζιού που τόσες αμαρτίες έχει σκεπάσει από τα χρόνια τα βυζαντινά ακόμα.
Κάηκε κάποτε το σαράι της κι έτσι μένει ακόμα, εκεί, απέναντι από το ολόλευκο τζαμί, ένα ξερό μαύρο αποκαϊδι. Αυτές τις πράξεις τις ανόσιες μονάχα η φωτιά τις πλένει ως το μεδούλι.
(Μυθιστόρημα)
Γιλάν, η πριγκίπισσα των φιδιών
Μέρος 1ο
Ούτε μια φορά, ούτε έναν καιρό. Έτσι ξεκινούν τα παραμύθια κι αυτό δεν είναι παραμύθι μα ιστορία πέρα για πέρα αληθινή. Δεν ξέρουμε αν γράφτηκε ποτέ, σ' εμάς έφτασε από στόματα παππούδων σε αυτιά εγγονών. Γιατί, κι αν ακόμα γράφτηκε κάποτε, αυτό το ''κάποτε'' ήταν τόσο παλιά, που μπορεί τα γραφτά να χάθηκαν στη διάρκεια του ατέλειωτου ταξιδιού της γης μέσα στο χρόνο.
Ήταν τότε που κάποια από τα πλάσματα του κόσμου δεν είχαν μονάχα μια μορφή μα άλλαζαν κατά τις περιστάσεις όψη, σχήμα και μέγεθος. Ο ήλιος έλαμπε φωτεινός σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και το Μαύρο Βουνό δεν είχε πάρει ακόμα το όνομά του. Κι ήταν ένας τόπος εύφορος σαν καλοποτισμένος κήπος, όμορφος σαν ανθισμένο λουλούδι και τόσο μεγάλος που απλωνόταν πέρα από κει που έφτανε το μάτι. Τον τόπο αυτό τον έλεγαν Τζεννέτ.
Εκεί, ένα πρωί, έτσι ξαφνικά, όπως συνηθίζουν να ξεκινούν αυτά τα πράγματα, το βασίλειο των φιδιών κήρυξε τον πόλεμο στο βασίλειο των λύκων. Αιτία, η απαγωγή της πριγκίπισσας Γιλάν, κόρης της ξακουστής και γενναίας Σαχμαράν, βασίλισσας των φιδιών, από τον Κουρτ, διάδοχο του θρόνου των λύκων.
(Νουβέλα για παιδιά)
|