-Από τον θρίαμβο της Επανάστασης του 1821 πώς φτάσαμε σε μια καταστροφή, στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922; Συγγνώμη, αλλά μου θυμίζει ποδοσφαιρικό αγώνα, τη μια παίρνουμε κύπελλο και την άλλη κλαίμε. Μπάλα είναι και γυρίζει η Ιστορία της Ελλάδας; Τη μια κερδίζαμε εδάφη και την άλλη τα χάναμε γιατί δεν ήμασταν καλά προπονημένοι;
-Η περιπέτεια της ελευθερίας και της διαμόρφωσης του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ξεκίνησε με την Επανάσταση του 1821 και τελείωσε το 1922 με τη «Μικρασιατική Καταστροφή». Από τη στιγμή που χαράχθηκαν στο χάρτη τα πρώτα σύνορα του κράτους, το 1830, και ως το 1922, το έθνος δε σταμάτησε να αγωνίζεται για μια μεγαλύτερη Ελλάδα που θα περιλαμβάνει στους κόλπους της όλο τον Ελληνισμό που ζούσε έξω από τα ασφυκτικά σύνορα του νεογέννητου κράτους. Αλλά, καθώς περνούσαν τα χρόνια, παρόμοιες ελπίδες και φιλοδοξίες για ένα δικό τους κράτος άρχισαν να τρέφουν και οι άλλοι λαοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γιατί οι γείτονές μας, Σέρβοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, όλοι οι Βαλκάνιοι, ξεκινούσαν τον δικό τους απελευθερωτικό αγώνα. Ένας καινούργιος κόσμος γεννιόταν στην περιοχή μας. Ο «μεγάλος ασθενής», όπως έλεγαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κινδύνευε με διαμελισμό. Από την άλλη είχε ακόμη δύναμη. Είχε την υποστήριξη των ισχυρών κρατών της Ευρώπης. Άλλωστε οι μεταρρυθμίσεις των πιο φωτισμένων Σουλτάνων έδειχναν ότι και η Οθωμανική Αυτοκρατορία άλλαζε, εκσυγχρονιζόταν και επηρεαζόταν από την Ευρώπη.
* * *
«Κουτσό παλιόπαιδο!» του έλεγε η μητέρα του όταν θύμωνε. Βαριά τα λόγια αυτά για ένα μικρό παιδί. Ποτέ του δεν της τα συγχώρησε εκείνος. Απέφευγε να μιλάει για την αναπηρία του, όπως απέφευγε και τους περιπάτους που τον άφηναν πάντα δυο τρεις δρασκελιές πίσω από τους άλλους. Θα ταξίδευε στον κόσμο σαλπάροντας με πλοία του Βρετανικού Πολεμικού Ναυτικού, ιππεύοντας, ακόμη και κολυμπώντας, αλλά σπάνια περπατώντας.
Ένα γύρισμα της τύχης, μια καλή κληρονομιά, τον φέρνει στις τάξεις των πλουσίων και σε ένα από τα καλύτερα σχολεία της χώρας του.
Δεν είναι ένα «καλό και φρόνιμο παιδί». Είναι ένας ατίθασος έφηβος που προκαλεί με τα καμώματά του. Όποτε θέλει, εμφανίζεται στα μαθήματα, όποτε θέλει, εξαφανίζεται και διόλου δεν μπαίνει στον κόπο να κρύψει τους έρωτές του.
Στα δεκαεφτά του χρόνια γράφει τα πρώτα του ποιήματα που αναστατώνουν κι αυτά, όπως και τα φερσίματά του, την καλή κοινωνία.
«Κρύψ’ τα. Κάψ’ τα. Θα βρεις τον μπελά σου», του λένε.
Ο αληθινός Ποιητής τολμά.
Τους αψηφά και δημοσιεύει, τελικά, τις Ώρες πλήξης:
«Να γίνω πάλι τίποτα, όπως ήμουνα
πριν έρθω στη ζωή και σ’ όσα πνίγουν»
Τι βλασφημία να αρνείσαι τι ζωή!
Η κριτική πέφτει σαν πέλεκυς πάνω του:
«Η ποίηση αυτού του νεαρού λόρδου ανήκει στην τάξη που δεν επιτρέπεται να ανήκει ούτε ο Θεός, ούτε ο άνθρωπος».
«Να αφήσει την ποίηση και να στρέψει τις κλίσεις του και τις ευκαιρίες του σε κάτι πιο καλό».
Πληγώνεται. Αλλά και όταν αργότερα έρχεται η αναγνώριση, καταλαβαίνει πως δεν είναι αυτή ο στόχος της τέχνης και της ζωής του:
«Τι είναι τούτες οι τιμές κι η αναγνώριση
που γίνηκαν ή θα γεννούν για μένα,
πάρεξ ενός νεογέννητου λαού κραυγή;»
Ο Ποιητής είναι και μαχητής.
|