ΚΟΡΝΕΤΗ ΕΛΣΑ

Η σιωπή του φάρου

 

Ήξερε ότι πρώτα τα πουλιά ακούν τις καταιγίδες.

Ήξερε σαν τους ψαράδες να διαβάζει τα ρεύματα.

Ήξερε ότι η παλίρροια έρχεται πάντα πιο γρήγορα απ’ όσο περιμένεις.

Ήξερε να διαβάζει τις έναστρες νύχτες και καταλάβαινε γιατί ο Βαν Γκογκ είχε πει ότι η νύχτα είναι πιο πολύχρωμη από την ημέρα.

 

Μιλούσε μόνος του. Όταν δεν μιλούσε μόνος του μιλούσε στους γλάρους. Όταν δεν μιλούσε στους γλάρους, μιλούσε στα καιρικά φαινόμενα κι αυτά μαγνητίζονταν απαντώντας με κεραυνούς, αστραπές και βροντές. Του άρεσε το επάγγελμα αυτό. Μπορούσε απερίσπαστα να διαβάζει, να προσεύχεται και ν’ απολαμβάνει τη σιωπή, κυριαρχώντας στο πεπρωμένο του, αμετακίνητος στην ευτυχία της φύσης.

Ήταν ο απόμακρος που ζούσε στη χώρα του παντοτινού καλοκαιριού, όπου οι εθισμένοι του ουρανού προσκυνούν κάθε πρωί τον ήλιο.

Κανείς δεν τον θυμόταν καθαρά τον μοναχικό. Όλοι τους όμως θυμόντουσαν τους γλάρους. Ο μοναχικός άνθρωπος τούς μιλούσε.  Για τους ανθρώπους του νησιού ήταν ο τελευταίος περίκλειστος του φάρου, ο βυθισμένος στη σιωπή, ο γητευτής των γλάρων. Κάθε πρωί τους καλούσε κι αυτοί σαν υπνωτισμένοι συγχρονίζονταν σε σμήνη,  πλέκοντας φτερωτά δαχτυλίδια, καθώς πετούσαν γύρω από τον φάρο. Έπειτα κούρνιαζαν όλοι μαζί ο ένας πάνω στον άλλον. Μια φτερωτή αποικία στριμωγμένη στο μικρό μεταλλικό κυκλικό μπαλκονάκι, με ράμφη ανοιχτά περίμεναν να τους μιλήσει. Στο νησί διέδιδαν πως τους διάβαζε λαϊκά παραμύθια. Οι γλάροι του αγαπούσαν τα παραμύθια, όπως αγαπούσαν και τις παστές σαρδέλες που τόσο γενναιόδωρα τους πετούσε.

Στα ημερολόγιά του ταλαντεύονταν άμορφες σκέψεις: «Οι γλάροι, η σιωπή, τα παραμύθια, οι προσευχές, παντρεύονται, χωρίζουν, αγαπούν. Την τρυφερότητα της ύπαρξης ταξιδεύουν∙ σε τοπία άγνωστα, πνευματικά χωρίς αποσκευές. Είναι η σιωπή που εξαφανίζεται στον σύγχρονο κόσμο. Είναι η φωνή της φύσης η σιωπή που εξαφανίζεται. Κανείς δεν υπερασπίζεται πλέον τη σιωπή. Ίσως εγώ ο φαροφύλακας με το ασυνήθιστο επάγγελμά μου να είμαι ένας από τους  τελευταίους της υπερασπιστές».

Τώρα όμως το καράβι έστεκε μετέωρο. Καμιά θάλασσα από κάτω. Η προβλεψιμότητα έμεινε σκονισμένη καρδιά. Μια απειλή τόσο παλιά όσο ο άνεμος. Ο φάρος δεν λειτουργούσε πια εδώ και πολλά χρόνια. Είχε αντικατασταθεί από ένα σύγχρονο μοντέρνο κτίσμα σε άλλο σημείο του νησιού∙ έναν λιτό άχρωμο πυργίσκο με ηλεκτρονικό εξοπλισμό και  αυτοματισμό, χωρίς την ανάγκη φαροφύλακα. Ο μοναχικός άνθρωπος κάποτε είχε πει: «θέλω να πεθάνω όρθιος σαν φάρος». Το είπε και το έκανε. Βαριά άρρωστος, εξαντλημένος, βασανισμένος από ένα επίμονο βαρύ κρύωμα που του γέμισε νερό τα πνευμόνια και του λιγόστευε την ανάσα και το κορμί, το έσκασε από το σπίτι του χωριού όπου τον φρόντιζε μια εξίσου ηλικιωμένη πονόψυχη εξαδέλφη κι έφτασε ημιλιπόθυμος στον φάρο. 

Κανείς δεν έμαθε πώς κατόρθωσε να ενεργοποιήσει τις λιγοστές του δυνάμεις κι έναν κόφτη και να σπάσει λουκέτα και αλυσίδες για να τρυπώσει στο αλλοτινό του, πλέον εγκαταλειμμένο, σιωπηλό πέτρινο βασίλειο. Κανείς δεν έμαθε πώς κατόρθωσε να περάσει τα μανίκια του μέσα από τα τελειώματα των εγκάρσιων δοκαριών που εξείχαν από σημεία του τοίχου και να ακινητοποιηθεί σε σχήμα σταυρού, δεμένος με σχοινί, στητός σαν σκιάχτρο. Τον βρήκαν πεθαμένο, όρθιο, εγκιβωτισμένο στον φάρο, αμετάκλητα ευτυχή. Κάποιοι είπαν πως επί σαράντα μέρες ο απενεργοποιημένος φάρος αναβόσβηνε σαν στοιχειωμένος.


 [Απόσπασμα από το διήγημα «Η σιωπή του φάρου» από τη συλλογή

«Το νησί πάνω στο ψάρι και άλλες ευφάνταστες ιστορίες» εκδόσεις Μελάνι 2020]

 

Διάβασα
Διάβασα το μυθιστόρημα «Πλάνητες» της Όλγκα Τόκαρτσουκ, ένα σύνθετο πολυστρωματικό έργο, μια πλούσια τροφή για χρήσιμες σκέψεις, μεταξύ άλλων πάνω στην αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία.

 

Έλσα Κορνέτη

Επιστροφή
ΚΟΥΡΣΗ ΜΑΡΙΑ
ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ ΣΟΦΙΑ
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543