ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΑΜΑΝΤΑ


ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΑΜΑΝΤΑ

Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και στη συνέχεια ως επιφυλλιδογράφος στην Καθημερινή (1990- 2008).

Διδάσκει δημιουργική γραφή.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΑΜΑΝΤΑ
Επίθετο:  ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ
Εργογραφία: 

Η γυναίκα του Θεού, μυθιστόρημα, 2014
Λαμπερή μέρα, διηγηματα, 2012
Πώς να κρυφτείς, μυθιστόρημα, 2010
Η Χήνα, 2008
Πριγκίπισσα Σαύρα, μυθιστόρημα, 2007
Θα ήθελα, διηγήματα, 2005
Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη, μυθιστόρημα, 2003
Παλιόκαιρος, μυθιστόρημα, 2001
Όσες φορές αντέξεις, μυθιστόρημα, 1998
Γιάντες, μυθιστόρημα,1996
Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη, διηγήματα, 1994


Διεύθυνση: 

Κεσανλή Σταματάκη 6Α,
151 26 Νέο Μαρούσι


Έτος γέννησης:  1966
Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  Πατέρας με σκύλο (διήγημα)
Κείμενο αποσπάσματος: 

Συναντησα τον πατέρα μου τρία χρόνια μετά το θάνατό του κοντά στην Πότσνταμερ Πλατς. Πήγαινα στη βιβλιοθήκη, στο Κουλτούρφορουμ. Στις εννιά ακριβώς άνοιγαν οι πόρτες κι έβαζα στοίχημα με τον εαυτό μου ότι θα προλάβω το απομονωμένο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, πίσω από τη θέση της υπαλλήλου της βάρδιας. Η πινακίδα έγραφε «Βιβλιοθηκάριος», αλλά κανείς δεν καθόταν εκεί. Η υπάλληλος περνούσε αραιά και πού, σπρώχνοντας το φορητό έπιπλο με τις επιστροφές βιβλίων.

Βιαζόμουν να βρεθώ στη βιβλιοθήκη, να παραδώσω στην υποδοχή τα γάντια και το σκούφο μου και να χωθώ στο σπουδαστήριο με τα βιβλία τέχνης. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να κρεμάσω το σακάκι μου στην πλάτη της καρέκλας. Μόνο αφού δέσμευα τη θέση μου μ’ αυτό τον τρόπο, πήγαινα στην τουαλέτα ή έριχνα ένα ευρώ στον κερματοδέκτη του καφέ.

Στην επιστροφή καμάρωνα τη θέση μου από μακριά. Πίσω από τις βιβλιοθήκες, μακριά από τα μοναστηριακά τραπέζια όπου οι φοιτητές συνωστίζονταν με το πέρασμα της ώρας σκύβοντας πάνω απ’ τα χαρτιά τους σαν δόκιμοι μοναχοί, το γραφείο μου με περίμενε.

Ένα ξανθό κορίτσι με το οποίο συναγωνιζόμουν κάποια εποχή για το γραφείο στο παράθυρο καθόταν συνήθως στη μεγάλη αίθουσα και με κοιτούσε με απογοήτευση. Ήταν αδύνατη και θλιμμένη. Έχανε την ευκαιρία της είτε επειδή πήγαινε στην τουαλέτα, είτε επειδή καθυστερούσε υπερβολικά μπροστά στο μηχάνημα του καφέ, ψάχνοντας κέρματα στον πάτο της τσάντας της. Μετά μάλλον της συνέβη αυτό που παθαίνουν οι άνθρωποι όταν αποθαρρύνονται συστηματικά: πίστεψε στ’ αλήθεια ότι το γραφείο στο παράθυρο μου ανήκει.

Τόσο το καλύτερο για μένα. Έβρισκα πάντα τα βιβλία της διατριβής μου στη βιβλιοθήκη (κανείς δεν ασχολούνταν εκείνη την εποχή με τη σκούφια του Σαρντέν, την παλέτα του Φραγκονάρ ή το κομμένο κεφάλι του Καραβάτζιο) κι αν έλειπε κάτι το αντικαθιστούσα με κάτι άλλο. Είχα τελειώσει με τις σημειώσεις μου. Χρειαζόμουν τα πορτρέτα για έμπνευση και εξάσκηση. Τίποτα παραπάνω.

Στρίβοντας από την Πότσνταμερ Στράσε, στη Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν έπεσα πάνω στον πατέρα μου. Κρατούσε από το λουρί το σκύλο μας, τον Σεργκέι, τον οποίο είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει πριν από μια δεκαετία στην Πεντέλη. Ο Σεργκέι είχε τρελαθεί και δάγκωνε άσχημα. Την τελευταία φορά με είχε βουτήξει από τον αγκώνα. Το δέρμα κρεμόταν στο δρόμο για το νοσοκομείο και φαινόταν το κόκαλό μου. Μετά τα ράμματα πήραμε την απόφαση. Ο πατέρας μου τον πήγε στο βουνό. Έριξε ένα ξύλο μακριά, ο Σεργκέι έτρεξε να το φέρει κι εκείνος μπήκε στο αυτοκίνητο και γύρισε το κλειδί στη μηχανή. Θα πρέπει να ήταν δύσκολο. Ο πατέρας μου δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ και κανέναν. Ως το θάνατό του, εννοείται.

Ήμουν σίγουρη πως ήταν εκείνος. Όχι μόνο εξαιτίας του σκύλου. Στα δύο χρόνια των μεταπτυχιακών μου σπουδών μελετούσα συστηματικά τις αυτοπροσωπογραφίες ζωγράφων. Τον Σίλε ως σάτυρο, τη Φρίντα Κάλο, μισή γυναίκα, μισή τραυματισμένο ελάφι, τον Γκόγια υποβασταζόμενο από το γιατρό του. Το διδακτορικό που ήθελα να υποστηρίξω είχε τον προσωρινό τίτλο «Προσωπογραφία και ψευδοπορτρέτο – Η επινόηση της προσωπικότητας». Είχα διαβάσει μελέτες ψυχολογίας, φαινομενολογίας, νευρολογίας γύρω από την προβολή, της ταυτότητα και την επινόηση του εαυτού.

Ο πατέρας μου απείχε γύρω στα δέκα μέτρα από το σημείο όπου βρισκόμουν. Περπατούσε στο απέναντι πεζοδρόμιο και είχε χώσει τα χέρια του στις τσέπες του χακί άνορακ, όπως έκανε κι όταν ζούσε. Από κάτω φορούσε το πουλόβερ που του είχε αγοράσει η μητέρα μου στα τελευταία του γενέθλια, ένα κίτρινο Λακόστ με πλεξούδες. Και το μπεζ κοτλέ παντελόνι με τις φαρδιές ρίγες και τα σακουλιασμένα γόνατα. Τα παπούτσια του δε μου έλεγαν τίποτα. Μόνο όταν πέρασα στο δικό του πεζοδρόμιο, χωρίς να ξέρω ακόμη τι θα του πω, θυμήθηκα τα δετά μπεζ Σεμπάγκο και πόσο τα αγαπούσε. Η μητέρα μου ήθελε να τα πετάξει. Εκείνος της έλεγε, «Αν αλλάξουμε κορδόνια, θα γίνουν καινούργια».

Τον πλησίασα μετωπικά. Τα μικρά μάτια του κοίταζαν θυμωμένα τον ορίζοντα σαν να ήθελαν να τον γδάρουν. Στα δευτερόλεπτα που πέρασαν ώσπου να βρεθώ μπροστά του και να του κλείσω το δρόμο, τον έπιασα να ρουθουνίζει νευρικά και να καθαρίζει τον λαιμό του. Ακούστηκε ο ξερός ήχος, το «κχχμ» που έκανε τον πατέρα μου πατέρα μου. Οι μακριές φαβορίτες, τα αχτένιστα φρύδια του, τα μαλλιά που δεν είχαν ασπρίσει εντελώς αλλά τα χτένιζε συντηρητικά, σαν να ήταν από καιρό ασπρισμένα – όλα ήταν όπως τα θυμόμουν. Ο Σεργκέι είχε ορθώσει τ’ αφτιά του και γρύλιζε όπως παλιά. Τελευταία εικόνα του σκύλου δεν είχα. Του πατέρα μου ναι: είχα φιλήσει το κρύο μέτωπό του προτού το φέρετρο κατέβει στη γη. Είχα κλάψει πολύ, μετά λιγότερο και τελικά είχα συνεχίσει τη ζωή μου. Δεν είχα δει φαντάσματα, σκιές ή προφητικά όνειρα. Και τώρα ερχόταν καταπάνω μου χωρίς να με κοιτάζει. Κι αυτό ήταν χαρακτηριστικό: ο κόσμος του πατέρα μου δεν ήταν προσβάσιμος σ’ εμάς τους υπόλοιπους.

«Μπαμπά», είπα.

Μας χώριζε ένα βήμα, τι λέω, μισό, κι αν δεν είχε καλά αντανακλαστικά, θα είχε πατήσει την άκρη της μπότας μου. Με κοίταξε ερωτηματικά. Ο Σεργκέι με μύρισε και κλαψούρισε.

«Μπαμπά», ξαναείπα. «Τι στην ευχή συμβαίνει;»

Ψέλλισε κάτι στα γερμανικά. Η φωνή ήταν η δική του φωνή. Μιλούσε την ξένη γλώσσα καλύτερα από μένα, που σπούδαζα στο πανεπιστήμιο έξι χρόνια τώρα.

Ο πατέρας μου δεν ήξερε γερμανικά. Όταν μιλούσε για τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, επαναλάμβανε με κακή προφορά τις λέξεις που είχε μάθει στα χρόνια της Κατοχής. Οι φίλοι του κι εκείνος, σπρωγμένοι από θυμό και πείνα, έκαναν δυο αντιφατικά πράγματα: έσκαγαν τα λάστιχα γερμανικών φορτηγών και ζητιάνευαν «άιν μπίσιεν μπροτ» – λίγο ψωμί. Έλεγε ότι δεν κρατούσε κακία στους Γερμανούς, ότι ο άνθρωπος προχωρά. Και για να το αποδείξει με επισκεπτόταν στο Βερολίνο τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου. Θαύμαζε τα πεζοδρόμια, τις φιλύρες, τις εκκλησίες. Θαύμαζε τα πάρκα και τα ξύλινα παιχνίδια στις παιδικές χαρές.

«Μπαμπά», είπα – αλλά η φωνή μου δεν ακούστηκε.

Ο πατέρας μου με ρώτησε στα γερμανικά αν νιώθω καλά. Τον κοίταξα από πάνω ως κάτω ψάχνοντας μια παραφωνία. Στο μάγουλό του η γνωστή πλακουτσωτή ελιά. Στον παράμεσο η βέρα του.

«Πώς το έκανες αυτό;» είπα ξανά, στα ελληνικά αυτή τη φορά. Με ρώτησε αν χρειάζομαι βοήθεια. «Ναι, θέλω να μάθω πώς γίνεται αυτό, πώς το κάνεις. – Αυτός είναι ο Σεργκέι», πρόσθεσα στα γερμανικά.

    «Τον ξέρετε;» είπε ο πατέρας μου.

Όρμησα πάνω του. Τον αγκάλιασα, μύρισα το άφτερ σέιβ στη λακκούβα του λαιμού του. Ήξερα τη μυρωδιά και θα ήθελα να σταθούμε λίγο ακόμη χωρίς να μιλάμε. Υπολόγιζα χωρίς τον πατέρα μου, που με έσπρωξε αποφασιστικά, και χωρίς τον Σεργκέι, που άρχισε να γαβγίζει απειλητικά. Πισωπάτησα. Ήξερα καλά για τι ήταν ικανός ο σκύλος μας.

Ο πατέρας μου σήκωσε τα χέρια απελπισμένος. Με κοίταξε σαν να ήμουν παρανοϊκή. Παραμέρισα και συνέχισα να τον κοιτάζω καθώς απομακρυνόταν. Έγερνε λίγο δεξιά, σαν να κουβαλούσε ακόμη το χαρτοφύλακα του γραφείου. Πώς το έκανε; Βγήκε απ’ τον τάφο και πέρασε απ’ το σπίτι να πάρει ρούχα; Κι ύστερα ανέβηκε στην Πεντέλη να βρει τον Σεργκέι; Και γιατί ήρθε να ζήσει κοντά μου, στο Βερολίνο; Του άρεσε η πόλη, το έλεγε. Κι εμένα πρέπει να μ’ αγαπούσε με τον τρόπο του. Εδώ πηγαίναμε μαζί στην όπερα – η ένταση των συναισθημάτων ήταν αφόρητη, αλλά δε χρειαζόταν να μιλάμε. Θα πρέπει να έμαθε τη γλώσσα γρήγορα και να έζησε σε κανένα μικρό διαμέρισμα με τηλεόραση και σπαρτιάτικα γεύματα.

Σε ποιον θα μπορούσα να τα πω όλα αυτά χωρίς να με θεωρήσει τρελή; Έπρεπε να τον φωτογραφίσω με το κινητό μου, να έχω τουλάχιστον μια απόδειξη. Βγήκα στην Πότσνταμερ Στράσε. Ο πατέρας μου και ο Σεργκέι είχαν εξαφανιστεί. Άρχισα να τρέχω φωνάζοντας τα ονόματά τους. Οι περαστικοί με κοιτούσαν παραξενεμένοι. Όταν μια φωνή διαπερνά με οξύτητα μεγάλες ευρωπαϊκές πλατείες με παγωμένο αέρα, είναι σαν να γυρίζεται μια ταινία, η ίδια πάντα. Άνθρωποι εξαφανίζονται στο πλήθος, άλλοι τρέχουν ξοπίσω τους, στην ταινία όσοι χάθηκαν δεν ξαναγυρνούν. Γι’ αυτό η μουσική είναι πένθιμη ή δεν υπάρχει καθόλου.

Κατέβασα το κεφάλι και επέστρεψα στη βιβλιοθήκη. Περνώντας μπροστά από την τζαμαρία σήκωσα το βλέμμα μου και είδα εκείνο το ξανθό κορίτσι. Καθόταν στη θέση μου, δίπλα στο παράθυρο. Είχε απλώσει τα βιβλία της τριγύρω και χαμογελούσε θριαμβευτικά.


Διακρίσεις: 

Βραβείο διηγήματος Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών (Λαμπερή Μέρα, 2013)

Βραβείο Liberis Liber των ανεξάρτητων καταλανών εκδοτών (Me gustaria, 2012)

International Literature Prize, National Endowment for the Arts, USA (Ι’d Like, Dalkey Archive, 2008)

Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω (Γιάντες, 1996)

Βραβείο διηγήματος του περιοδικού Ρεύματα (Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη, 1993)


E-mail:  amandasgr@yahoo.com
Website:  http://www.amandamichalopoulou.com/