ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΤΕΥΚΡΟΣ


ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΤΕΥΚΡΟΣ

Γεννήθηκε στην Αθήνα και κατάγεται από τον Κύπρο.
Είναι διδάκτωρ των μαθηματικών του Πανεπιστημίου Pierre et Marie Curie.
Από το 1981, διδάσκει μαθηματικά στη Μέση Εκπαίδευση.
Στα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνονται η ιστορία των θετικών επιστημών, οι εφαρμογές
της πληροφορικής στην εκπαίδευση και η χρήση της αφήγησης ως εργαλείου για τη
διδασκαλία των μαθηματικών.
Έχει εκδώσει έξι μυθιστορήματα, μια συλλογή διηγημάτων και τρία βιβλία μαθηματικής
εκλαΐκευσης. Επίσης έχει γράψει εγχειρίδια για τη Μέση Εκπαίδευση και έχει συμμετάσχει
σε πολλούς συλλογικούς τόμους διηγημάτων και δοκιμίων.
Η κινηματογραφική ταινία Έτερος Εγώ του Σ. Τσαφούλια είναι βασισμένη στο διήγημά του
«Περίπτωση Αυτοδικίας» από τον συλλογικό τόμο Ελληνικά Εγκλήματα 2.
Έχει κατά καιρούς συνεργαστεί με πολλές ελληνικές εφημερίδες για θέματα σχετικά με τα
μαθηματικά, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό.
Το 2012 παρουσίασε στην ΕΡΤ την εκπομπή «Ο γύρος του κόσμου με 80 βιβλία» (26
επεισόδια) με στόχο την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας σε παιδιά και εφήβους.
Έχει μεταφράσει από τα Αγγλικά και τα Γαλλικά 49 βιβλία
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Ακόμα είναι
ιδρυτικό μέλος της ομάδας Θαλής+Φίλοι και της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων
Αστυνομικής Λογοτεχνίας.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΤΕΥΚΡΟΣ
Επίθετο:  ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
Εργογραφία: 

Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορούν τα βιβλία του:
Μαθηματικά Επίκαιρα – Συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα (συλλογή δοκιμίων)
Πυθαγόρεια Εγκλήματα (μυθιστόρημα - μεταφρασμένο σε 6 γλώσσες – βραχεία λίστα του
περιοδικού Διαβάζω, βραχεία λίστα του περιοδικού Tangentes για τη γαλλική έκδοση)
Αχμές, ο γιος του φεγγαριού (μυθιστόρημα - Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος Κυπριακής
Δημοκρατίας, βραχεία λίστα βραβείου αναγνωστών ΕΚΕΒΙ)
Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού (μυθιστόρημα, βραχεία λίστα βραβείου αναγνωστών
ΕΚΕΒΙ)
Ο μέτοικος και η συμμετρία (μυθιστόρημα)

Εγκλήματα δημοσιονομικής προσαρμογής (συλλογή διηγημάτων)
Σφαιρικά κάτοπτρα επίπεδοι φόνοι (μυθιστόρημα, βραχεία λίστα περιοδικού Κλεψύδρα).
Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία (μυθιστόρημα)
Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα βιβλία του,
Μιλώντας στην Άννα για τα μαθηματικά (νεανικό μαθηματικό αφήγημα – βραχεία λίστα
βραβείου κοινού Public)
Μιλώντας στην Αθηνά για το χάος και την πολυπλοκότητα (νεανικό μαθηματικό αφήγημα
σε συνεργασία με τον καθηγητή Τάσο Μπούντη).


Διεύθυνση: 

Αγίου Γεωργίου 6, 15123, Μαρούσι


Έτος γέννησης:  1954
Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  Ο μέτοικος και η συμμετρία
Κείμενο αποσπάσματος: 

«Δεν κοιμάσαι σύντροφε;»

Ο Δημήτρης τινάχτηκε. «Όχι… ναι… ήμουνα λίγο εκνευρισμένος κι είπα να κάνω ένα τελευταίο τσιγάρο. Αυτές τις μέρες κυλάνε όλα τόσο γρήγορα…».

«Δεν έχεις άδικο. Έχεις ένα τσιγάρο και για μένα;»

«Πως, βέβαια»

Το πρόσωπό της φωτίστηκε από το σπίρτο που της έτεινε. Η μικροσκοπική φλόγα καθρεφτίστηκε μέσα στις κόρες των ματιών της κι ο Δημήτρης έμεινε να τη χαζεύει μέχρι που ένιωσε το κάψιμο στα δάχτυλά του. Η Ραχήλ γέλασε. Ήταν ένα γέλιο γάργαρο, δροσερό, πρωτάκουστο και συνάμα τόσο οικείο… «Ένα τσιγάρο είπαμε να μου ανάψεις, όχι να καείς!».

«Πώς το κατάλαβες ότι μιλάω Ελληνικά;»

«Δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Χτες το βράδυ ήσουν ο μόνος που έδειχνε να καταλαβαίνει τα λόγια του τραγουδιού μου».

Ώστε δεν ήταν η ιδέα του. Τον είχε προσέξει κι αυτή!

«Είσαι από τη Θεσσαλονίκη; Κάτι τέτοιο άκουσα.»

«Ναι. Εσύ; Η προφορά σου είναι κάπως παράξενη. Θυμίζει λίγο την προφορά των προσφύγων που ήρθαν στην πόλη μας μετά το 1922».

«Καλά το κατάλαβες. Είμαι από το Αντάπαζαρ της Μικράς Ασίας…».

Η αυγή τους βρήκε ακόμα να κουβεντιάζουν. «Πρέπει να πηγαίνουμε», είπε πρώτη η Ραχήλ. «Σε λίγο οι άλλοι θα ξυπνήσουν και…». Δε συνέχισε τη φράση της. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, τον αγκάλιασε κι ένωσε απαλά τα χείλη της με τα δικά του. Ύστερα, χωρίς να πει λέξη κατευθύνθηκε προς τη σκηνή της.

Δυο ώρες αργότερα, όλο το στρατόπεδο, ήταν στο πόδι. Οι άκαπνοι ακόμα υπερασπιστές της Μαδρίτης μασούλισαν βιαστικά ένα παξιμάδι, ήπιαν δυο γουλιές αραιό τσάι κι ύστερα με τραγούδια και ιαχές κίνησαν για το μέτωπο. Επέστρεψαν, όσοι επέστρεψαν, ύστερα από ένα μήνα, νικητές  ̶  προσωρινά τουλάχιστον – αλλά χωρίς αυταπάτες. Νόμιζαν ότι ο πόλεμος μυρίζει δάφνες και κλωνάρια ελιάς· έμαθαν πως μυρίζει μπαρούτι και καμένη σάρκα και πως η οσμή που μένει στα ρουθούνια σου, όσα χρόνια κι αν περάσουν είναι αυτή της σήψης και της αποσύνθεσης. Οραματίζονταν τον πόλεμο σαν μια θριαμβευτική πορεία ανάμεσα στα λάβαρα και τις σημαίες· τον γνώρισαν βαδίζοντας μέσα σε φλόγες και καπνούς ανάμεσα σε διαμελισμένα σώματα, σε χέρια και σε πόδια που είχαν χάσει το κορμί τους, σε σπλάχνα χυμένα που είχαν γίνει βορά των σκουληκιών. Νόμιζαν πως ο πόλεμος είναι θούρια και μουσικές ανάμεσα στις ομοβροντίες των κανονιών και τα τερετίσματα των πολυβόλων· όμως κείνο που μένει στ’ αυτιά σου μετά είναι οι φωνές και τα βογγητά των λαβωμένων, «ωχ», «λίγο νερό σύντροφοι», «πεθαίνω», «μάνα μου μάνα μου»...

 Ο Πάτρικ, ο Ιρλανδός σιδηροδρομικός που τραγουδούσε φάλτσα τη Μόλλυ Μαλόουν: νεκρός. Ο Χανς, ο Γερμανός Σπαρτακιστής που λάτρευε τις φλαμουριές: νεκρός – τον γάζωσε ένα Γερμανικό αεροπλάνο από αυτά που είχε στείλει ο Φύρερ να ενισχύσουνε τον Φράνκο. Η Σεσίλ, η υφάντρα από τη Λυών που η βραχύτητα της εποχής των κερασιών της έφερνε τόση μελαγχολία: νεκρή – τελικά η δική της παρουσία πάνω στη γη ήτανε πιο εφήμερη κι από αυτή των κερασιών. Κι ο Πιέτρο, ο Ιταλός άθεος που τραγουδούσε τόσο γλυκά την Σάντα Λουτσία, νεκρός κι αυτός.

*****************

Βρισκόταν στην Αλάμπρα. Το πάτωμα ήταν διακοσμημένο με σαύρες, αραδιασμένες και συνταιριασμένες σε μια τριπλή περιστροφική συμμετρία, έτσι που να το σκεπάζουν ολόκληρο. «Μα πώς;», αναρωτήθηκε. «Οι μουσουλμάνοι δε χρησιμοποιούν ποτέ ζώα στα σχέδιά τους».

«Εγώ το έκανα», άκουσε μια φωνή ν’ αποκρίνεται στη βουβή του ερώτηση.

«Μώκι;», είπε απορημένος ο Δημήτρης.

 «Ναι», άκουσε τη φωνή του φίλου του. Κοίταξε γύρω του μα δεν είδε κανέναν. Διάφορα ετερόκλιτα αντικείμενα ήταν αραδιασμένα στο πάτωμα. Μα… όλα αυτά τα είχε ξαναδεί. Ψάχνοντας μέσα στο χρόνο δε μπορούσε να θυμηθεί τον εαυτό του πουθενά αλλού. Βρισκόταν πάντα εκεί. Σ’ ένα κρυφό δωμάτιο της Αλάμπρα, διακοσμημένο κατά τρόπο ιερόσυλο, με όντα που είχαν ζωή.

«Βρήκα γιατί οι Άραβες δε ζωγραφίζουν ζώα κι ανθρώπους», είπε πάλι η φωνή του Μώκι. «Κοίτα».

Οι σαύρες στο πάτωμα είχαν αρχίσει να αναδεύονται. Μια μια ξέφευγαν από το επίπεδο και αποκτώντας μια τρίτη διάσταση, ένα κανονικό σώμα δηλαδή, σκαρφάλωναν σ’ ένα βιβλίο που ήταν αφημένο στο πάτωμα. Απ’ το βιβλίο, χρησιμοποιώντας για γέφυρα ένα ξύλινο τρίγωνο, απ’ αυτά που έχουν οι μαθητές στο σχολείο πέρναγαν πάνω σ’ ένα κανονικό δωδεκάεδρο με ωραίες, στιλπνές πεντάγωνες έδρες. Θρίαμβος! Φτάνοντας στην κορφή του δωδεκαέδρου – αυτού που ο Πλάτωνας είχε ταυτίσει με το σύμπαν – το κάθε σαυράκι έβγαζε έναν θριαμβευτικό μυκηθμό, εκτοξεύοντας ένα σύννεφο καπνού από τα ρουθούνια του.

«Είδες;» είπε ξανά η φωνή του Μώκι. «Γι’ αυτό δε ζωγραφίζουν ζώα! Φοβούνται πως τα ζώα κάποια μέρα θα το σκάσουν, αφήνοντας το πάτωμα γυμνό».

«Κι απ’ ότι φαίνεται έχουν δίκιο», σκέφτηκε ο Μώκι, κοιτάζοντας με ιδιαίτερη τρυφερότητα τις σαύρες».

«Μπα», απάντησε ο Μώκι. «Μια βόλτα κάνουν κι επιστρέφουν».

Πράγματι, κάθε σαυράκι, αφού πρώτα πανηγύριζε την κατάκτηση του σύμπαντος – του δωδεκαέδρου – πηδούσε  μέσα σ’ ένα μπρούτζινο γουδί. Μες το γουδί έχανε την τρίτη του διάσταση και με μικρές κουρασμένες κινήσεις επέστρεφε στο πάτωμα να ξαναπάρει τη θέση του στο επίπεδο.

 

Απόσπασμα από το «Σφαιρικά κάτοπτρα επίπεδοι φόνοι»

Συγχώρησέ με Κύριε γιατί αμάρτησα. Εγώ, ο ταπεινός Σου δούλος, ο ταγμένος να υπηρετώ το μεγαλείο και τη δόξα Σου, ο αφοσιωμένος ψυχή τε και σώματι στη λατρεία και τη διακονία Σου, ενέδωσα χωρίς να διστάσω στις απολαύσεις του κορμιού. Αλλά Κύριε, Εσύ που γνωρίζεις τα πάντα το ξέρεις πως ό,τι έκαμα το έκαμα χωρίς καμιά τύψη και, αλίμονο σε μένα τον τρισκατάρατο, καμιά δε νιώθω μεταμέλεια. Έσμιξα με τον άγγελο που έβαλες στη διάβα μου χωρίς ούτε στιγμή να νιώσω πως οι πράξεις μου ήταν προσβολή στο όνομά Σου. Δεν ήταν ασέλγεια Κύριε, ήταν προσευχή, δεν ήταν λαγνεία, ήταν ύμνος στο μεγαλείο Σου. Αν όμως Κύριε έσφαλα, σε μένα δείξε μόνο την οργή Σου, εμένα τιμώρησε όσο και όπως μου αξίζει. Λυπήσου εκείνην που σε τίποτα δεν έφταιξε. Δείξε της την απέραντη στοργή και τη φιλευσπλαχνία Σου, και φύλαξε για μένα το καθαρτήριον πυρ Σου.

Όταν οι μισθοφόροι του κυρ Ισαάκιου Κομνηνού έκαψαν στο κτήμα μας, ήμουν πέντε χρονών. Με πρόσχημα ότι ο πατέρας μου δεν είχε καταβάλει στο ακέραιο το φόρο που του αναλογούσε σε λάδι, κρασί και γεννήματα, ο «αυτοκράτορας» έστειλε τους στρατιώτες του να τον τιμωρήσουν. Ανήμερα του Αγίου Μάμα, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, ο γέρο - Ευλάλιος, ο αρχιεπιστάτης μας ήρθε να μας ξυπνήσει για να μας πει πως ένα μπουλούκι έφιπποι στρατιώτες κάλπαζαν αλαλάζοντας προς το κτήμα. Δεν είχε προλάβει να αποσώσει τα λόγια του κι οι αγριοφωνάρες τους έφτασαν μέχρι τ’ αυτιά μας. Ασκεπής, φορώντας μόνο το χιτώνα του ύπνου, βγήκε ο πατέρας μου στο κατώφλι του σπιτιού μας. Γονατιστός ικέτεψε τους στρατιώτες να πάρουν ό,τι θέλουν και να χαρίσουν τη ζωή στην οικογένεια και τους ανθρώπους του. Μάταια! Με μια σπαθιά ο δρουγγάριος Τρύφων, ο αρχηγός τους, έδωσε το σύνθημα, παίρνοντάς του το κεφάλι. Οι στρατιώτες ξεχύθηκαν παντού, ληστεύοντας, βιάζοντας και σκοτώνοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους.

Όση ώρα ο πατέρας μου καθυστερούσε με τις ικεσίες του τους φονιάδες, η μάνα μου πρόλαβε να με κατεβάσει από μια καταπακτή και να με κρύψει σε μια μικρή, άδεια αποθήκη. Αφού άρπαξαν ό,τι μπορούσαν, χρυσαφικά, νομίσματα, ασημένια σκεύη, φορτώνοντας σε κάρα ό,τι δε χώραγε στις τσέπες τους, αφού χόρτασαν τη λαγνεία και τη δίψα τους για το αίμα, οι στρατιώτες έβαλαν φωτιά το σπίτι και τα υποστατικά μας. Μόλις βεβαιώθηκαν πως είχαν όλα γίνει παρανάλωμα, κίνησαν να φύγουν. Περίμενα λίγο κι ύστερα, δειλά, δειλά βγήκα έξω. Πρώτη βρήκα τη μάνα μου, νεκρή, να κολυμπάει στο αίμα της. Πάρα δίπλα κείτονταν η τροφός μου, η Σοφία, πιο πέρα το ακέφαλο πτώμα του πατέρα μου. Δεν άργησα να καταλάβω πως ήμουν ο μόνος που είχε μείνει ζωντανός. Όλοι γύρω μου ήταν νεκροί, κακοποιημένοι με αφάνταστη βιαιότητα. Τα πόδια μου δε με βαστούσαν πια. Σωριάστηκα στο χώμα κι άρχισα να κλαίω με λυγμούς μέχρι που, από την εξάντληση, αποκοιμήθηκα.

Με ξύπνησε ένα ροζιασμένο χέρι που χάιδευε το κεφάλι μου. Ψηλά, απ’ το Σταυροβούνι, οι καλόγεροι είχαν δει το μακελειό και το πλιάτσικο κάτω στην πεδιάδα. Έτσι, μόλις έφυγαν οι μισθοφόροι, έσπευσαν να κατηφορίσουν για να προστρέξουν τους όποιους επιζώντες. Έτσι σώθηκα. Ο ηγούμενος ανέθεσε τη φροντίδα μου στον αδελφό Κυπριανό. Ήταν ένας σοφός και άγιος άνθρωπος. Στα νιάτα του είχε ταξιδέψει πολύ κι είχε διαβάσει ακόμα περισσότερο. Αυτός μου δίδαξε γεωμετρία από τα Στοιχεία του Ευκλείδη, αστρονομία από τη Μαθηματική Σύνταξη του Πτολεμαίου και ιατρική από την Ars Medica και τα άλλα γραφτά του Γαληνού. Όλα αυτά τα έργα υπήρχαν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού μας, που το είχε χτίσει η Αγία Ελένη και το είχε προικίσει, μεταξύ άλλων, με πολύτιμα χειρόγραφα.

Όμως ο Κυπριανός δεν αρκούταν στην κληρονομημένη σοφία των παλιών. Έψαχνε να διευρύνει και από μόνος του γνώση, ιδιαίτερα σε ότι αφορούσε τη γιατρειά του κορμιού. Χωρίς προκαταλήψεις, δε δίσταζε να συνδυάζει τις μεθόδους του Ιπποκράτη και του Γαληνού με τις αρχαίες τεχνικές των Αιγυπτίων και των Βαβυλωνίων που τις είχε μελετήσει στα νεανικά του ταξίδια. Κι όποτε οι καταγεγραμμένες θεραπείες δεν είχαν αποτέλεσμα, τολμούσε να δοκιμάζει νέες, δικές του ιδέες. Είχε σώσει έτσι αρκετές ζωές και η φήμη του είχε απλωθεί παντού. Όλη αυτή τη σοφία τη μοιραζόταν απλόχερα μαζί μου. Όποτε τον καλούσαν κοντά σε κάποιον ασθενή ζητούσε να τον συνοδεύσω, αρχικά ως βοηθός και αργότερα ως συνεργάτης. Όταν πια ο Κύριος τον κάλεσε κοντά Του, είχε προλάβει να μου μεταδώσει όλες τις γνώσεις του.

Την αλοιφή από χαλασμένο ψωμί για τις πληγές που είχαν κακοφορμίσει την είχαμε δοκιμάσει με επιτυχία σε πολλούς τραυματίες. Όμως τη σκέψη να φτιάξουμε με τα ίδια υλικά ένα γιατρικό που να το πίνει ο άρρωστος για να πολεμήσει κι από μέσα την αρρώστια, όσο ζούσε ακόμα ο Κυπριανός, δεν την είχαμε βάλει ποτέ σε εφαρμογή. Μάλιστα εγώ δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι θα είχε αποτέλεσμα. Όταν με κάλεσαν στο προσκεφάλι του ρήγα των πελεκυφόρων Γερμανών, τους οποίους τώρα ονομάζουν Ιγγλίνους, κατάλαβα ότι ήταν χαμένος. Το επιπόλαιο τραύμα του είχε κακοφορμίσει τόσο που οι κακόβουλες ουσίες είχαν απλωθεί σ’ όλο του το κορμί. Κανένα από τα δοκιμασμένα γιατροσόφια δε θα μπορούσε να τον σώσει. Η σωτηρία, αν ερχόταν, θα ερχόταν από κάτι καινούργιο ή μοναχά από το Θεό.

Δίστασα. Αν αποτύγχανα θα γινόμουν ο περίγελως όλων αυτών των Φράγκων και των Ιγγλίνων που είχαν κοπιάσει ακάλεστοι να μας κυβερνήσουν, να πάρουνε το βιος μας και να μας επιβάλουν την αιρετική τους πίστη. Ο Άνσελμος, αυτός ο σκοτεινός και καταχθόνιος Βενεδικτίνος θα θριάμβευε! Αδιαφορούσα. Με πίστη στον ένα και μοναδικό Θεό και με σεβασμό στη μνήμη του δασκάλου μου θα έκανα το καθήκον μου: να βοηθήσω τον ασθενή κατά τη δύναμη και την κρίση μου. Το μόνο που φοβόμουν ήταν μη δω την απογοήτευση στα μάτια της Εστεφάνας, της όμορφης ανδαλουσιάνας γιάτρισσας. Με είχε κοιτάξει με τόση ελπίδα, τόση εμπιστοσύνη που δεν ήθελα να την διαψεύσω. Ήξερα πως όλα τούτα ήτανε σκέψεις κοσμικές που δεν άρμοζαν στην ιδιότητά μου και το σχήμα μου. Κι όμως τις έκανα χωρίς καμία τύψη, όπως δίχως τύψεις έφερνα κάθε βράδυ στο νου μου το όμορφο πρόσωπό της, τα ολόλευκα μακριά της χέρια, τη λυγερή κορμοστασιά της. Μ’ αυτή την ανάμνηση αποκοιμιόμουν στην κάμαρη που μου είχαν παραχωρήσει δίπλα στο δωμάτιο του αρρώστου, κι αυτήν την εικόνα αποζητούσα κάθε πρωί όταν ξυπνούσα.

Φαίνεται πως η Αφροδίτη η Αλιγενής είχε κακιώσει που η λατρεία της στο νησί μας είχε σβήσει κι αποφάσισε να εκδικηθεί οδηγώντας ένα τέκνο της εκκλησίας μας στην απώλεια. Χρησιμοποιώντας ως όργανό της ένα μοναχό απ’ το Σταυροβούνι έπαιρνε διπλή εκδίκηση η Αμβολογήρα αφού σύμφωνα με την παράδοση το μοναστήρι μας ήταν χτισμένο πάνω στα χαλάσματα ενός παλιού βωμού της. Εμένα διάλεξε η Κύπρις ως όργανο των άνομων σχεδίων της, εμένα επέλεξε ως ενεργούμενό της, εμένα παγίδευσε στα ανίερα δεσμά της λαγνείας, εμένα κατακρήμνισε στο έρεβος της ακολασίας αναγκάζοντάς με να παρασύρω μαζί στην πτώση μου την Εστεφάνα. Την καταριέμαι και την ευγνωμονώ γι’ αυτό.

 

Απόσπασμα από το «Αχμές ο γιος του φεγγαριού»

Στην άκρη της πίστας ήταν εγκατεστημένοι οι μουσικοί. Ένας γιγαντόσωμος Νούβιος, με γυμνό στήθος και ξυρισμένο κεφάλι χτυπούσε τα τύμπανα. Ο ιδρώτας λαμποκοπούσε στην κορυφή του κεφαλιού του και πάνω στο μυώδες σώμα του, καθρεφτίζοντας τη φλόγα των λυχναριών. Δίπλα του μια νέα κοπέλα έπαιζε αυλό ενώ μια άλλη, μεγαλύτερη, χειριζόταν επιδέξια της χορδές του λαγούτου. Απότομα η μουσική σταμάτησε. Σχεδόν ταυτόχρονα κόπηκαν οι φωνές και τα γέλια. Οι σερβιτόρες τριγύριζαν στα τραπέζια σβήνοντας τα λυχνάρια ενώ είκοσι υπηρέτες πήραν θέση γύρω γύρω στην πίστα, καθισμένοι οκλαδόν, κρατώντας στα χέρια τους από ένα πυρσό. Σε λίγο στην αίθουσα επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι το οποίο καθιστούσε τη σιωπή ιδιαίτερα πιεστική. Ο Αχμές πήγε να μιλήσει αλλά ο Καφτάν μ’ ένα νεύμα τον απέτρεψε.

Ξαφνικά το τύμπανο κροτάλισε. Την ίδια στιγμή άναψαν ταυτόχρονα και οι είκοσι πυρσοί, λούζοντας την πίστα μ’ ένα δυνατό φως. Στο κέντρο, ακίνητος, βρισκόταν ένας μικρός όγκος σκεπασμένος μ’ ένα αραχνοΰφαντο πέπλο. Με τους πρώτους ήχους της μουσικής ο όγκος άρχισε να αναδεύεται. Τη στιγμή ακριβώς που άρχιζε να παίζει ο αυλός, το πέπλο τινάχτηκε κι από μέσα του ξεπήδησε μια πανέμορφη κοπέλα που άρχισε να χορεύει θέτοντας σταδιακά τον ένα μετά τον άλλο τους μυς του σώματός της σε κίνηση. Ένα επιφώνημα θαυμασμού κάλυψε προς στιγμή τους ήχους της μουσικής. Με εξαίρεση μια φαρδιά ζώνη γύρω από τους λαγόνες της, απ’ όπου κρέμονταν δεκάδες πετράδια και χρυσαφικά, η κοπέλα ήταν εντελώς γυμνή. Ένα χρυσό διχτάκι κρατούσε τα πλούσια μαλλιά της σ’ ένα σφιχτό κότσο πιασμένο με μια καρφίτσα από ελεφαντόδοντο. Τα χείλη της ήταν βαμμένα με έντονο κόκκινο που ερχόταν σε αντίθεση με τα κατάλευκα δόντια της. Οι θηλές του σφριγηλού, νεανικού της στήθους ήταν τονισμένες με χέννα ενώ οι γοφοί της ήταν βαμμένοι με πράσινο μαλαχίτη. Ένα τεράστιο γαλαζοπράσινο πετράδι κοσμούσε τον αφαλό της. Τα νύχια των χεριών και των ποδιών της ήταν βαμμένα κατάμαυρα. Στο μέτωπό της, στερεωμένη μ’ ένα δερμάτινο λουρί άστραφτε μια μικρή χρυσή κόμπρα. Κόκκοι από χρυσόσκονη, διάσπαρτοι στο κορμί της, λαμπύριζαν στο φως των πυρσών.

Οι θαμώνες παρακολουθούσαν με γουρλωμένα μάτια και την ανάσα κομμένη. «Είναι η Μάα’ρί», ψιθύρισε στους φίλους του ο Καφτάν. «Η διασημότερη χορεύτρια της Ινέμπ Χετζ. Ο μισός ανδρικός πληθυσμός της πόλης ονειρεύεται να τη ρίξει στο κρεβάτι του. Αυτή όμως... βράχος. Δέχεται τα δώρα τους, χαριεντίζεται μαζί τους, καμιά φορά αφήνει τους πιο γενναιόδωρους να την αγγίξουν αλλά κατά τα άλλα...». Σύντομα ο Καφτάν κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να μιλάει. Οι καινούργιοι του φίλοι ήταν δοσμένοι, ψυχή τε και σώματι στο θέαμα.

Ο αυλός και το λαγούτο σταμάτησαν. Μόνο το τύμπανο ακουγόταν σ’ ένα γρήγορο, υπόκωφο κροτάλισμα. Η Μάα’ρί στήριξε γερά τις φτέρνες της στο πάτωμα κι άρχισε να γέρνει το σώμα της προς τα πίσω. Λύγισε πρώτα τα γόνατα, ύστερα το ισχίο, μετά τη μέση. Σε λίγο είχε σχηματίσει μια πλήρη γέφυρα. Το κεφάλι της απείχε ελάχιστα από το έδαφος. Με μια απότομη κίνηση τράβηξε την καρφίτσα που κρατούσε τα μαλλιά της. Το διχτάκι έπεσε κάτω κι αμέσως σκεπάστηκε από τα πλούσια, κατάμαυρα μαλλιά της που απλώθηκαν ελεύθερα σκουπίζοντας το πάτωμα. Άπλωσε τα χέρια και άρπαξε δυο από τους πυρσούς. Οι άλλοι πυρσοί, ο ένας μετά τον άλλο έσβησαν. Το τύμπανο σίγησε. Μόνος του ο αυλός άρχισε να παίζει ένα σιγανό, λυπητερό σκοπό. Με αργές, νωχελικές κινήσεις η Μάα’ρί πλησίαζε τις φλόγες των πυρσών όλο και πιο κοντά στο κορμί της. Η αυλήτρια τέλειωσε το κομμάτι της. Την ίδια στιγμή, μ’ ένα φύσημα έσβησαν και οι δυο πυρσοί. Η αίθουσα βυθίστηκε στο σκοτάδι ενώ οι θαμώνες ξέσπαγαν σ’ ένα παρατεταμένο χειροκρότημα. Ύστερα οι υπηρέτες άναψαν πάλι τα λυχνάρια της αίθουσας. Η πίστα ήταν άδεια.


Διακρίσεις: 

Το 2006 η γαλλική κυβέρνηση του απένειμε τον τίτλο του Chevalier dans l’ Ordre des Palmes Académiques.       


E-mail:  mtefcros@gmail.com
Website:  https://tefcrosmichaelides.wordpress.com/