ΜΕΓΑΛΟΥ-ΣΕΦΕΡΙΑΔΗ ΛΙΑ


ΜΕΓΑΛΟΥ-ΣΕΦΕΡΙΑΔΗ ΛΙΑ

Σε ηλικία είκοσι ετών μετοίκησε στην Αθήνα, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Το 1966 πρωτοεμφανίστηκε στο περιοδικό Εποχές του ΄Αγγελου Τερζάκη με το διήγημα "'Εντεκα γράμματα κι ένα υστερόγραφο". Ξεκίνησε δημοσιογραφική καριέρα, η οποία διακόπηκε εξαιτίας της δικτατορίας. Στη συνέχεια συνίδρυσε τον εκδοτικό οίκο "Ρόμβος" και το ομώνυμο βιβλιοπωλείο
Το 1972 εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο, μια ποιητική συλλογή με τίτλο Ο δραπέτης στο Δέντρο. Ποιήματα και πεζά της έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Επίσης έχει ασχοληθεί με μεταφράσεις βιβλίων, κυρίως κοινωνικοπολιτικών.
Βιβλία της υπάρχουν σε πολλές εθνικές και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Συνέντευξη: http://www.youtube.com/watch?v=NbcCi8C-4d0

                     https://vimeo.com/40521207
«Σε Πρώτο Πρόσωπο στο Δεύτερο Πρόγραμμα» – Τρίτη 02 Νοεμβρίου 2021 | ΕΡΤ WebRadio (ert.gr)

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΛΙΑ
Επίθετο:  ΜΕΓΑΛΟΥ-ΣΕΦΕΡΙΑΔΗ
Εργογραφία: 

Ο δραπέτης στο δέντρο (ποιήματα), Ερμής 1972
Οι κατακόμβες (πεζογραφήματα), Ερμής 1975
Τα μικρούτσικα (παραμύθια), Ερμής 1979, 2η έκδ. 1985
Εξάλλου ο Λένιν ήτο πολύ καλής οικογενείας (διηγήματα), Εξάντας 1982, 3η έκδ. Καστανιώτης 2002
Τα 92 συρτάρια (νουβέλα), Εξάντας 1983
Το ξένο σώμα (μυθιστόρημα), Κέδρος 1985, 2η έκδ.1986
Η Γυναίκα της ΄Αμμου (νουβέλα), Κέδρος 1988, 3η έκδ. Καστανιώτης 1996
Ο Δρόμος είναι η χαρά (μυθιστόρημα), Κέδρος 1991, 24η έκδοση 2017, εφημερίδα Ελευθερία του Τύπου.
Στις κρύπτες του χρόνου (ποιήματα), Καστανιώτης 1997
Σαν το μετάξι (μυθιστόρημα), Καστανιώτης 1996, 9η έκδ.2007
Μια στιγμή στον Παράδεισο (μυθιστόρημα), Καστανιώτης 1999, 5η έκδ.2000
Γλυκιά καλοκαιριάτικη βραδιά (μυθιστόρημα), Καστανιώτης 2001, 9η έκδ.2003
Κρυμμένες Εικόνες (διηγήματα) Καστανιώτης, 2005
΄Εξι φορές η Τύχη (μυθιστόρημα), Καστανιώτης, 2η έκδοση 2007
΄Ολοι αυτοί οι άνθρωποι (μυθιστόρημα), Καστανιώτης 2008, 3η έκδοση
Κι όμως ανθίζει... (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2011, 6η εκδοση
Ας είμαστε για μια φορά ευτυχισμένοι (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2013, 3η έκδοση
Η Ελλάδα που αγαπήσαμε - Η Ελλάδα που αγαπούμε (1965-2015), Κέδρος 2016
Οι σαράντα τρεις σιωπές, μυθιστόρημα, Κέδρος 2018
Μέρες και νύχτες της ζωής μας (μυθιστόρημα) εκδ.Κέδρος, 2021

 


Διεύθυνση: 

Άργους 61, Αδάμες,
145 64 Νέα Κηφισιά


Έτος γέννησης:  1945
Τόπος γέννησης:  Θεσσαλονίκη
Τίτλος αποσπάσματος:  Ο ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΡΑ
Κείμενο αποσπάσματος: 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 'Ο ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΡΑ'


Μέσα στη δίνη της μικρασιατικής καταστροφής ένα βρέφος φυγαδεύεται, για να βρει καινούργια πατρίδα και οικογένεια σ' ένα νησί του Αιγαίου. Αυτή είναι η Ελένη, μια αγράμματη νησιώτισσα, που κατέχει τη δυσκολότερη απ' όλες τις τέχνες - την τέχνη της ζωής. Το "ιαματικό" αυτό βιβλίο εξιστορεί το βίο της, βίο παράλληλο με εκείνον της νεότερης Ελλάδας.

(Σελ. 11-13)
Αμάν πια αυτή η σκάλα! Πάνω κάτω, πάνω κάτω! Ευτυχώς που τη διασκεδάζω κιόλας! Μπορούσα όμως να μη βάλω μπουγάδα, τέτοιος στεγνωτής σήμερα ο καιρός. Δεν προφταίνεις να τα απλώσεις κι αμέσως ανεμίζουνε. ΄Αμα τα βλέπω να χάνουνε το βάρος τους, να κυματίζουνε έτσι άσπρα, κάτασπρα, πουκάμισα, σεντόνια, και πίσω το γαλάζιο του ουρανού, ξεχνιέμαι, χάνομαι, ταξιδεύω στο αγαπημένο μου Αιγαίο, στις Κυκλάδες, στην πατρίδα μου την Τήνο, εκεί όπου το χέρι της μοίρας μ' απόθεσε τον Αύγουστο του 1922. ΄Ηταν η εποχή που πάλι αμαρτίες πλήρωνε ο Ελληνισμός, γιατί είχαν πάρει αέρα τα μυαλά του. Η φίλη μου η Νίκη, που είναι συνταξιούχος φιλόλογος, λέει πως πολλά αρχαία ρητά συμβουλεύανε τους ΄Ελληνες να έχουν μέτρο. Μας έλειπε, φαίνεται, από την αρχαιότητα ακόμη. Με την καταστροφή, λοιπόν, του '22, πολλοί πρόσφυγες ήρθανε στα νησιά. Περισσότεροι στη Σύρο, λιγότεροι στην Τήνο και στη Μύκονο. Ανάμεσά τους και μια Ελένη. Αυτή ήτανε νιογέννητο μωρό, όταν καιγότανε η Σμύρνη. Οι άνθρωποι Δε χωρούσαν όλοι στα καράβια τα ελληνικά που πήγαν προς βοήθειά τους. ΄Ετσι, οι γονείς του μωρού, για να το σώσουν, τα παρέδωσαν σ' ένα ναύτη Τηνιακό. "Πάρτην", του είπαν, "κι αν τυχόν ζήσουμε, θα ' ρθούμε στο νησί σου να τη βρούμε. Εμείς μάλλον τελειώσαμε, ας σωθεί τουλάχιστον το παιδί..." Την πήρε, λοιπόν, ο ναύτης -όλο σχεδόν το πλήρωμα Τηνιακοί ήτανε- και μόλις γύρισε στο νησί, την παρέδωσε στη γυναίκα του. Αυτοί είχαν κιόλας δυο παιδιά, αγόρια, κράτησαν όμως και το κοριτσάκι, γιατί ήτανε θέλημα Θεού. Το μωράκι ήτανε αβάφτιστο, δεν του είχαν πει τέλος πάντων μες στην αντάρα το όνομά του, το ονόμασαν, λοιπόν, αυτοί Ελένη. "Ελενίτσα" με φωνάζανε. Εγώ δεν είχα ιδέα για όλα αυτά. Νόμιζα πως ήμουν αληθινό παιδί τους και πως μονάχα η συμμαθήτριά μου η Φωτεινή ήταν προσφυγοπουλα. Αυτήν την είχε σώσει μέσα στο χαλασμό ο καπετάνιος του ίδιου καραβιού. Δεν είχε αυτός παιδιά και την έκανε παιδί του. Ήταν ωραίο κοριτσάκι η Φωτεινή, λατρεία της είχανε, Την έστειλαν μάλιστα και στο Γυμνάσιο. Παντρεύτηκε κατόπιν, πήρε πρώτο καπετάνιο, έκανε οικογένεια, σπίτι, περιουσία. Σπούδασε τα δυο παιδιά της. Η κόρη της έγινε συμβολαιογράφος, ο γιος της ναυπηγός. Διαόλου κάλτσα η Φωτεινούλα. Αυτή ποτέ δεν έμαθε την αλήθεια για την καταγωγή της. Δεν την ξέρει. Το μυστικό της το είχε πει σε μας μια φορά που το έφερε η συζήτηση ο πατέρας μας. Συζητούσαμε δηλαδή για το ενδιαφέρον των γονιών προς τα παιδιά. ΄Ελεγα, θυμάμαι, εγώ πως άμα το γεννήσεις το παιδί έχει μεγάλο πόνο και τα λοιπά, ενώ το ξένο είναι αλλιώς. Και λέει τότε ο πατέρας μου "δεν είναι έτσι τα πράματα, Ελενίτσα. Εγώ ξέρω τον καπετάν Ηλία και τη Φωτεινή, που το πήρε το 22 από τους πρόσφυγες και..." "Τι! Η Φωτεινή δεν είναι παιδί τους! Είναι πρόσφυγας! Και την έχουν έτσι στα πούπουλα!" "Ναι, Ελενίτσα. Γι' αυτό σου λέω, δεν είναι μόνο να το γεννήσεις το παιδί, πιο πολύ είναι να το μεγαλώσεις, να το ζήσεις, να το πονέσεις. Μόνο να το γεννήσεις δε φτάνει. Ο πόνος είναι μετά..." ΄Εκπληκτη άκουγα τον πατέρα μου, χωρίς να ξέρω πως τα έλεγε όλα αυτά για μένα. Και μας περιέγραφε τη μέρα εκείνη, που το λιμάνι της Σμύρνης είχε σκεπαστεί από τα ανθρώπινα πτώματα, η θάλασσα δε φαινότανε, έλεγε, τέτοιο πράμα. Φαντάζεσαι τώρα πώς ένιωσα εγώ, όταν μετά από μερικά χρόνια έμαθα το δικό μου μυστικό. ΄Ημουνα βέβαια ολόκληρη κοπέλα πια, μέσα στην Κατοχή, τότε που δίναμε όλα μας τα καλά για λίγο αλεύρι, λιγάκι λάδι.. Η μητέρα μου είχε μια κασετίνα που έβαζε τα κοσμήματα. Αυτή άδειαζε σιγά σιγά. Πάει μια μέρα ο μεγάλος μου ο αδερφός, την ανοίγει και παίρνει ένα φλουρί κωσταντινάτο, αυτό που έχει το σχήμα της σταγόνας, σαν το δάκρυ. Το φλουρί ήτανε περασμένο σε χρυσή αλυσίδα μαζί μ'ένα χρυσό σταυρό , που στη θέση του Εσταυρωμένου είχε ένα ρόδο. "Μ' αυτά θα πάρουμε ολόκληρο τσουβάλι αλεύρι", λέει στη μάνα μου. "Μη!" πετάγεται εκείνη, "όχι αυτά!΄Όχι αυτά!" "Μα δεν απόμεινε και τίποτ' άλλο!" επέμενε εκείνος. Η μητέρα μου όμως του τα πήρε και τα ξανάβαλε στη θέση τους. Εγώ ζήτησα τότε να τα δω, αλλά εκείνη δε μου τα έδειξε. Περίεργη καθώς ήμουνα, πάω την ώρα που κοιμότανε κι ανοίγω την κασετίνα. Παίρνω τα χρυσαφικά και τι διαβάζω στο σταυρό από πίσω - την ημερομηνία της βάφτισής μου, το όνομά μου κι από κάτω "προσφυγούλα". Στην αρχή δεν κατάλαβα, έπειτα ταράχτηκα πολύ. Τα φυλαχτά αυτά ήτανε κρεμασμένα στο λαιμό του μωρού χωρίς να γράφουν τίποτε. ΄Όταν με βαφτίσανε, τα χαράξανε από πίσω. ΄Ισως το "προσφυγούλα" μπήκε κατά λάθος, ίσως πιστεύανε πως κάποια μέρα θα ερχόντουσαν οι αληθινοί γονείς μου, ίσως πάλι να σκόπευαν αρχικά να μου πούνε την αλήθεια και στη συνέχεια μετάνιωσαν. Ποιος ξέρει... Ταράχτηκα, λοιπόν, φοβερά, όταν -θέλαν δε θέλαν πιά- μου είπαν όλη την ιστορία. Προσπαθούσα να φανταστώ τους γονείς μου, μα δεν μπορούσα να σχηματίσω τα πρόσωπά τους. Μονάχα χέρια έβλεπα, χέρια που δίνανε και παίρνανε ένα μωρό. Μονάχα αίμα έβλεπα , φλόγες και στάχτη. Με παίδεψαν καιρό αυτές οι εικόνες. Πώς παιδεύεται η άμυαλη κοπέλα που εγκαταλείπει το νόθο της στα σκαλιά της εκκλησίας κι έπειτα το μετανιώνει, μα δεν μπορεί πουθενά να το βρει και ψάχνει μάταια και τυραννιέται. Το ίδιο κι εγώ. ΄Ωσπου κατάλαβα πως έπρεπε να το κλείσω το κεφάλαιο της γέννησής μου. Γονείς μου ήτανε αυτοί οι άνθρωποι που με ανάθρεψαν, που με αγάπησαν και που κι εγώ τους αγαπούσα αληθινά. Και πράγματι, από τότε πρώτη φορά τώρα το ξανανοίγω. ΄Η μάλλον όχι. ΄’λλη μια φορά ξανάνοιξε μόνο του. Πριν κάμποσα χρόνια έβλεπα κάτι παλιά "επίκαιρα" στην τηλεόραση και ξαφνικά φανερώνεται μπροστά μου η Σμύρνη μες στις φλόγες. "Παναγία μου!" φωνάζω, "Παναγία μου! Καίγονται οι γονείς μου ζωντανοί!" Και ν' αρχίσω να κλαίω σαν το μικρό παιδάκι, γιαγιά πια εγώ με γκρίζα μαλλιά. Γι' αυτό, παρόλο που γίνονται τόσα ταξίδια τώρα στην Τουρκία, εγώ δε θέλω να πάω, δε θέλω να πατήσω το πόδι μου στη Σμύρνη. Γιατί καθώς περνούν τα χρόνια, όσο αλλάζουμε, άλλο τόσο δεν αλλάζουμε. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα κλάψει το μικρό παιδί μέσα σου.



ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 'ΓΛΥΚΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΤΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ'


Η φωτογραφία της γυναίκας με το λοξό καπέλο στη βιτρίνα του κυρίου Τσάβες γίνεται η αιτία ενός δύσβατου έρωτα ανάμεσα σε μια Εβραία μεγαλοαστή κι έναν ΄Ελληνα πρόσφυγα στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Ενός έρωτα που δοκιμάζεται από αλλεπάλληλες δεσμεύσεις, προκαταλήψεις και διακρίσεις, έως την ακραία και τερατώδη φυλετική διάκριση του ναζισμού.
Η πόλη με τους δρόμους, τις πλατείες, τα κάστρα, τις επαύλεις των Εξοχών και τα προσφυγικά, το "Λουξεμβούργο" και το "Μεντιτερανέ", τη ΔΕΘ, "του Φλόκα", τα καραβάκια του Θερμαϊκού, το Σέιχ Σου, το Αρσακλί και τον Χορτιάτη αποτελεί το ολοζώντανο φόντο, όπου προβάλλονται οι εθνοτικές και ταξικές αντιθέσεις της εποχής, ενώ παράλληλα δοξάζεται η δύναμη του έρωτα - αυτή που κάνει τους αδύναμους δυνατούς και τους δυνατούς αδύναμους.


(1937)
Το Σαλόνι της κυρίας Αρμέν είχε κάνει νέα παραλαβή βιεννέζικων καπέλων.΄Ηταν τέτοια η ποικιλία, που δεν ήξερε κανείς τι να διαλέξει. Η Υβόν και η Ντόλυ πρόβαραν και ξαναπρόβαραν. Τις εξυπηρετούσε προσωπικά η κυρια Αρμέν. Πρότεινε στην Υβόν ένα καπέλο πετρόλ με κυματιστό μπορ κι ένα μαύρο καπελάκι με βέλο, όπου στο πλάι μπορούσε να μπήξει το στολίδι της αρεσκείας της.
Η Υβόν ξεχώρισε μια ασημένια καρφίτσα, μισή λαμπερή, μισή θαμπή, με μια γκριζωπή πέτρα. Μόλις το φόρεσε, ξετρελάθηκε. ΄Αφησε τον μικρό καθρέφτη και πήγαινε προς τον ολόσωμο, να το χαρεί πιο πολύ. Εκείνη τη στιγμή το Ράδιο Τσιγγιρίδη διέκοψε το μουσικό του πρόγραμμα για το δελτίο ειδήσεων.
Η Υβόν χαμογελούσε στον μεγάλο καθρέφτη. Θα τα έπαιρνε το δίχως άλλο και τα δύο καπελάκια. Το πετρόλ για καθημερινό και το μαύρο για πιο επίσημες ώρες.
Η κυρία Αρμέν ετοίμαζε το λογαριασμό, όταν ακούστηκε ο εκφωνητής να μιλάει για κάποιο ναυάγιο ιστιοπλοϊκού και πως τα συντρίμμια του είχαν βρεθεί σήμερα το πρωί σε απόκρημνη ακτή του Αγίου Όρους. Η τύχη των ναυαγών Σαμ Ασέρ και Σπύρου Τζώνου αγνοούνταν.

Τρώγανε αμίλητοι. Η Υβόν κρατούσε ώρα το πιρούνι της μετέωρο. ΄Αφησε σχεδόν ανέγγιχτο το πιάτο κι άναψε τσιγάρο. ΄Όταν ο Δημήτρης ξύπνησε απ' τον μεσημεριανό ύπνο κι ετοιμάστηκε για το γραφείο, η Υβόν έλειπε.
"Ντόκτορ Φάιν; Ζητώ τον ντόκτορ Φάιν!" Είχε φτάσει σχεδόν τρέχοντας στην πλατεία Δικαστηρίων. Πήρε σβάρνα όλα τα τσίρκα. "Ντόκτορ Φάιν;" ΄Ηταν ο μάγος της Διεθνούς Εκθέσεως, που είχε εντυπωσιάσει αυτήν και τις φίλες της μαντεύοντας και περιγράφοντας με κάθε λεπτομέρεια τον Δημήτρη. Αυτός σίγουρα θα μπορούσε να δει και τον Σαμ. Το δίχως άλλο μπορούσε, φτάνει να τον έβρισκε.
Την πληροφόρησαν πως δεν είχε δουλέψει ποτέ στην πλατεία. ΄Ητανε, λέει, περιφερόμενος ανά την Ελλάδα. Και το σπίτι του; Δεν είχε σπίτι; "Κάπου στις Σαράντα Εκκλησιές".
Σταμάτησε το ταξί στο πρώτο μαγαζάκι που συναντήσανε, ένα παντοπωλείο. Λιγοστές κονσέρβες στο ράφι. Σακιά με όσπρια, ζάχαρη, αλεύρι. Κουτάκια σπίρτα και μπαχαρικά. Με τη σέσουλα στο χέρι βγήκε ο μπακάλης και τους έδειξε το δρόμο.
΄Ηταν ένα προσφυγικό σπιτάκι περιποιημένο. Μ' έναν μικρό κήπο μπροστά και μια γαζία που άνθιζε στη γωνία. Της άνοιξε μιακουρασμένη γυναίκα μ' ένα τσούρμο παιδιά πίσω της."Πού μπορώ να τον βρω; Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου!" Εδώ και ένα χρόνο τον ντόκτορ Φάιν τον χρησιμοποιούσε η Ασφάλεια για να σπάζει τους ανακρινόμενους. Μετά τη "δουλειά" περνούσε από ένα καπηλειό στο Ιπποδρόμιο. Σπίτι μπορεί να επέστρεφε ακόμη και ξημερώματα.

Ο φρουρός την πληροφόρησε ότι ο ντόκτορ δεν είχε φύγει. Κοντά δυο ώρες βημάτιζε η Υβόν μες στο κρύο, από το πεζοδρόμιο της Ασφάλειας ως το απέναντι και πάλι πίσω, απ' την είσοδο της Ασφάλειας ως την αριστερή γωνία και πάλι πίσω, απ' την είσοδο της Ασφάλειας ως τη δεξιά γωνία και πάλι πίσω. ΄Ωσπου τον είδε να κατεβαίνει τη σκάλα. Αν και τον είχε αντικρίσει μόνο μια φορά στη ζωή της, τον αναγνώρισε αμέσως. "Ντόκτορ Φάιν!" Την κοίταξε μ' ένα βλέμμα θολό. ΄Εδειχνε εξαντλημένος. Δεν ήταν σε θέση να αυτοσυγκεντρωθεί. Η Υβόν επέμενε. Περπατούσε δίπλα του, ώσπου έφτασαν στο Ιπποδρόμιο. "Ίσως με βοηθήσει το κρασί", είπε κατεβαίνοντας τα σκαλιά του καπηλειού.
Σίγησε ξαφνικά η βουερή αίθουσα. Οι θαμώνες κοιτούσαν άφωνοι την κομψή κυρία που περνούσε ανάμεσά τους σκορπώντας αρώματα. Κάθισαν σ' ένα ακριανό τραπέζι. Ο κάπελας έφερε κρασί Ραψάνης. Η Υβόν πρόσφερε στον ντόκτορ Φάιν τσιγάρο. Θαύμασε εκείνος την ασημένια ταμπακιέρα, δώρο του Δημήτρη από ένα ταξίδι του στην Αθήνα.
Σιγά σιγά χαλάρωσε, έκανε μια προσπάθεια. Δεν απέδωσε. Τον καταπονούσαν αφάνταστα οι ανακρίσεις. ΄Ενιωθε το ίδιο παγιδευμένος όσο και οι ανακρινόμενοι. Απόψε ο βασανιστής είχε περιλάβει ένα όμορφο παλληκάρι. Θα τον άφηνε ελεύθερο αν ενοχοποιούσε την αρραβωνιαστικιά του. Εκείνος αρνιότανε. Τότε ο βασανιστής τον έγδυσε κι άρπαξε το μαστίγιο. Ο ντόκτορ Φάιν έβλεπε καθαρά πως οι δυο άντρες γνωρίζονταν από παλιά και πόσο ο ένας λιμπιζότανε το κορμί που μαστίγωνε.

Το πρωί η Υβόν, που συνήθως έπινε τον καφέ της στο κρεβάτι, σηκώθηκε μαζί με τον Δημήτρη. Εκείνος εξανέστη, "Πάλι στο μάγο θα τρέξεις;" ΄Ηταν ενοχλημένος από χτες που εξαφανίστηκε χωρίς να τον ενημερώσει καν. Της είπε πως στις καφετζούδες τρέχουν οι γυναικούλες. Η Υβόν δεν απάντησε.
΄Εξω απ' το σπιτάκι του ντόκτορ Φάιν μαζεύτηκε όλη η γειτονιά
και καμάρωνε τη λαμπερή κούρσα με τα καλογυαλισμένα φανάρια. Πρώτη φορά η Υβόν οδήγησε μόνη της. Τα μάτια του ντόκτορ Φάιν δεν ήταν σήμερα θολά. Μόλις τον κοίταξε, πείσθηκε πως θα βλέπανε σωστά.
Και είδαν. Είδαν το ναυαγό ζωντανό πάνω σε μια έρημη στεριά και γύρω γύρω θάλασσα. Ευθεία κάτω απ' το μεσιανό πόδι της Χαλκιδικής. Η Υβόν έβγαλε να τον πληρώσει. Της ζήτησε για αμοιβή την ταμπακιέρα.

Το τηλέφωνο της οικίας Ασέρ χτυπούσε επί ώρα. Εντέλει το σήκωσε η υπηρέτρια, για να την πληροφορήσει ότι όλοι απουσίαζαν στην Ουρανούπολη. Όχι, δεν υπήρχε τρόπος να επικοινωνήσει μαζί τους.
Σκέφτηκε πρώτα να τηλεγραφήσει στη Χωροφυλακή Πολυγύρου, αλλά πότε θα έφτανε το τηλεγράφημα και προπαντός πότε θα ειδοποιούσαν αυτοί με τη σειρά τους την Ουρανούπολη; Κι έπειτα πώς θα τα εξηγούσε όλα αυτά τηλεγραφικά; Κάθε λεπτό που περνούσε ήταν κρίσιμο. Λοιπόν, θα πήγαινε η ίδια. Ναι, θα πήγαινε η ίδια!
΄Αφησε ένα σύντομο σημείωμα στον Δημήτρη, εντολές στην υπηρέτρια κι έφυγε.
Ο δρόμος ήταν άθλιος και γεμάτος στροφές. ΄Όταν πέρασε τον Πολύγυρο και μπήκε στο κομμάτι για Ουρανούπολη, είχε κιόλας νυχτώσει. ΄Ηταν τόσο τεταμένη η προσοχή της, που το μυαλό της άδειασε εντελώς από σκέψεις και εικόνες.
Ο κύριος Ασέρ είχε ναυλώσει δυο καϊκια. Με βάση τα συντρίμμια του σκάφους, που βρέθηκαν κάτω από τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, ερευνούσαν επί τρεις μέρες την περιοχή ανατολικά αλλά και νότια του Αγίου ΄Ορους. Χωρίς αποτέλεσμα.
Ο κύριος Ασέρ πήγε με την Υβόν στο σπίτι του καπετάνιου. Εκείνος άνοιξε ένα χάρτη του αγγλικού ναυτικού. Νοτίως της Σιθωνίας εντοπίσανε τρεις βραχονησίδες. Μόλις χάραξε, σαλπάρανε κατευθείαν για κει. Και η Υβόν πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Είχε περάσει ένας ολόκληρος μήνας από τη διάσωση των ναυαγών, όταν ένα βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο. ΄Επρεπε να κατεβάσει ένα μπουκάλι κονιάκ για να γυρίσει επιτέλους τον αριθμό της. "Υβόν... σ' ευχαριστώ..."
"Σαμίκο μου!" απάντησε αυθόρμητα όπως τον φώναζε μικρό. ΄Επειτα σώπασαν. Μια ολόκληρη ζωή περνούσε μεσ' απ' αυτή τη σιωπή. Όταν ο Δημήτρης τη ρώτησε γιατί έκλαιγε, δεν ήξερε τι να πει.


Διακρίσεις: 

1979 Βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς για τη συλλογή παραμυθιών για μικρά παιδιά Τα μικρούτσικα.

2001 Α΄Βραβείο Ιπεκτσί για το μυθιστόρημα  Σαν το μετάξι.

2015 Βραβείο ΑΕΝΚ για την προσφορά της στα ελληνικά γράμματα.


E-mail:  liaseferiadis@gmail.com