ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ ΕΥΑ


ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ ΕΥΑ

Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης και ζει στην Κηφισιά. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Ελλάδα και τη Γερμανία, ενώ εργάστηκε στον χρηματοπιστωτικό τομέα στις Βρυξέλλες, Παρίσι, Μόναχο και Αθήνα.

Ασχολείται με την συλλογή σπόρων, την άνυδρη κηπουρική και την περιβαλλοντική εκπαίδευση. Κείμενα της για την ελληνική χλωρίδα δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά περιοδικά και στο περιοδικό Γαστρονόμος της εφημερίδας Η Καθημερινή.

 

Ιούνιος 2026

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  Εύα Μ.
Επίθετο:  Μαθιουδάκη
Εργογραφία: 
  • Αυτός ο ένας, ο Αρίστος, νουβέλα, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2014
  • Μικρά Πείσματα, συλλογή διηγημάτων, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2017
  • Ο Φταίχτης από κοινού με τον Κ. Σχιζάκη, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019
  • Μέρες της Κηφισιάς, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2021,
  • Σώμα Ερωτικό, η ιστορία μιας μεταφράστριας, νουβέλα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2024

Διηγήματα της έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικές εκδόσεις καθώς και σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά.

Συλλογικά έργα: Διηγήματα, Μικρά Πεζά & Χαϊκού

  • «Το χαϊκού της χελώνας», Ανθολόγιο Χαϊκού, Ελληνο-Ιαπωνικός Σύνδεσμος Φιλίας 2016
  • «Κρακ», στον τόμο 83 Ιστορίες Μπονζάι για το σημείο Μηδέν, Ανθολογία, Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2017
  • «Πολλά παιχνίδια και ένα ματς», στον τόμο Συνοικία το όνειρο, Εκδόσεις Εύμαρος, 2019
  • «Βροχερό», στον τόμο Με μια σχεδία, Ανθολογία μικροδιηγήματος «100 λέξεις σε 100 ώρες για τη σχεδία», Εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, 2020
  • «Πίσω Κάθισμα», στον τόμο Ξένο Σώμα, Κοινωνία των (δε)κάτων, 2022
  • «Σκόνη στα παπούτσια της», στον τόμο Η φωνή της, Εκδόσεις Καστανιώτη 2023
  • «Τα τρόπαια», στον τόμο Εκατό Είκοσι Φωνές, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2025

Έτος γέννησης:  1952
Τόπος γέννησης:  Ηράκλειο Κρήτης
Κείμενο αποσπάσματος: 

«Το τέλος»

Ζούμε μέσα σε μια σκοτεινή σπηλιά
και δεν γεννιόμαστε πριν κλείσουμε οριστικά
τα μάτια μας
.

Είχα φτάσει στο τέλος. Να, τώρα θα κάνω και την τελευταία διόρθωση. Νιώθω πως η δουλειά με εξαντλεί. Στη Ρώμη, στο κοιμητήριο του Αγίου Παύλου έχουν θάψει τον Τζον Κητς και πάνω στον τάφο έγραψαν: Here lies one whose name was writ in water. Τι παράξενα λόγια. Εδώ αναπαύεται κάποιος που τ ’ όνομά του γράφτηκε στο νερό. Λέγεται ότι τον τάφο τον είχε επιλέξει ο Κητς, αλλά τα λόγια μάλλον όχι. Πολύ αργότερα, ακριβώς δίπλα του θάψανε και τον φίλο του, τον Γιόζεφ Σέβερν. Ζωγράφος ήταν εκείνος με μόνη του δόξα ότι κείτεται δίπλα στον Κητς.

Η δική μου μάμμη είχε ταφεί στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Ίσως θα έπρεπε έτσι en passant να το αναφέρω στην Ήβη, αυτή τα φροντίζει όλα. Είμαι σίγουρη ότι δίνει και κάποια χρήματα στον Μιχάλη. Αλλιώς, ποιος πληρώνει το πετρέλαιο της Κρεστ και είμαι στα ζεστά; Πώς αλλιώς; Πώς δεν έχω λιμοκτονήσει ακόμη; Δεν ρωτώ και δεν μιλεί. Ας είναι.

Παστρικό και φροντισμένο είναι το Α΄ Νεκροταφείο, πρασινάδες, ερημιά και παρελθόν. Κάποιες μέρες μόνο εφορμούν οδυρόμενοι για τους νεκρούς τους σμήνη ανθρώπων κι ύστερα πάλι ησυχάζουν και τους ξεχνούν. Η ανθρώπινη τραγωδία σε επανάληψη. Ο ένας θάβει τον άλλον. Ο θάνατος, η ανυπαρξία είναι τελικά ο μοναδικός τόπος μας. Μόνο οι ήρωες των μεγάλων λογοτεχνικών έργων αποκτούν κάποια εξουσία απέναντι στη λήθη. Ποιος θα ξεχάσει τον Αλιόσα, τον Πιερ Μπεζούκωφ, τη Μαντάμ Μποβαρύ, τον Ντέιβιντ Κόπερφιλντ; Εμάς όμως τους γραφιάδες;

Κι ώρες-ώρες σκέφτομαι ότι αν υπάρχει κάτι που ενώνει τους ανθρώπους είναι αυτά όλα που πεθυμήσαμε και δεν καταφέραμε να αποκτήσουμε, και δεν μιλώ για λεφτά και πλούτη, μιλώ για τα πιο βαθιά τα πιο κρυφά μας, τα ανήκουστα όνειρα. Στον έρωτα ή στην τέχνη μας, ρόλο δεν παίζει. Και κει, μέσα σε αυτήν τη μαρμαρωμένη μονοτονία, με κείνο το άσπιλο χορταράκι, με τα αγριολούλουδα να φυτρώνουν στα πλακόστρωτα και τα πουλιά να τραγουδούν πάνω σε κυπαρίσσια και σε σκίνους, υμνούμε την αιώνια νίκη της ζωής πάνω σε όλα αυτά τα ακαθόριστα αλλά τόσο βέβαια.

Κι εγώ ποιον θα έχω άραγε δίπλα μου, ποιος θα με συντροφεύσει στο ταξίδι αυτό; Πέλαγος τα πρόσωπα των ανθρώπων που γνώρισα κι αγάπησα, ένα πέλαγος μπλάβο, όπως έλεγε ο πατέρας μου το μπλε, φτιαγμένο με σπαράγματα από μνήμες... Ας κλείσω κι αυτό το βιβλίο, ας το παραδώσω. Έτσι κι αλλιώς, το καλό μεταφέρεται από κάποιους λίγους ανώνυμους που κανείς δεν θυμάται.

 

«Το άγραφο κεφάλαιο»

Μια μέρα είδα τον εαυτό μου μέσα από την αντανάκλαση μιας γυάλινης πόρτας, την ώρα που παρέδιδα κάποια χειρόγραφα στον εκδότη μου. Είδα τον εαυτό μου σαν ένα δοχείο λέξεων, δοχείο ερωτικό. Ήμουν εγώ η μία και μοναδική λέξη, μια λέξη που βρεχόταν από τους χυμούς της αγάπης που το σώμα μου δεν χόρτασε. Ήμουν εγώ η ιέρεια και η φωτιά μαζί.

Κι αν αυτό όλο φαινόταν προς τα έξω σαν σύμβολο ζωής παραστρατημένης, γνώριζα ότι είχα διαλέξει τις λέξεις μου με την ίδια αρμονία που το σώμα μου είχε κάποτε γευτεί τον έρωτα, σαν μια μονοκονδυλιά, σαν τη λευκή γραμμή που σχηματίζουν τα αεριωθούμενα στον ουρανό και ύστερα σβήνει και μένουμε μόνοι εμείς και το στερέωμα.

Η ζωή μου τώρα περιορίστηκε σε αυτό το στρώμα. Είναι μέρες που ξυπνώ με τα πόδια σκεβρωμένα, και κείτομαι εδώ σαν παράλυτη, ίδιος Τουλούζ Λωτρέκ, που δυσκολεύεται ακόμη και να γυρίσει πλευρό, και άλλοτε πάλι μακραίνω, το σώμα μου αποκτά διαστάσεις παράξενες και γίνομαι Δον Κιχώτης, όλο κόκκαλα και γωνίες, έτοιμος να κυνηγήσει νέους ανεμόμυλους, μια άλλη Δουλτσινέα, σ’ έναν κόσμο απέραντο χωρίς σύνορα, σε ένα μέλλον άγνωστο – αλλά ποιος ξέρει, χωρίς τέρατα και συμφορές.

Μια μοναδική ιστορία η ζωή μας, μια ζωή διπλής όψεως, δημόσιας και ιδιωτικής, αλλά και μιας άλλης, μιας μυστικής που κτίζουμε πάνω σε ζωτικά ψεύδη και καταλήγουν συχνά να γίνονται η μόνη αλήθεια μας.

Οπότε, μπορείτε να είστε σίγουροι ότι εγώ, η μεταφράστρια Στέλλα Βουρδουμπά, δεν έγραψα, ούτε θα έγραφα ποτέ τα απομνημονεύματά μου.

από την νουβέλα Σώμα ερωτικό, η ιστορία μιας μεταφράστριας, Εκδόσεις Καστανιώτη 2024


 

«ΑΕΡΑΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ»

Καθόταν κουλουριασμένος πάνω στο μαρμάρινο σκαλί. Η

παλιά αστική πολυκατοικία ακατοίκητη, με δυό τάβλες χιαστί να

κλείνουν την κεντρική είσοδο. Το μαρτύριο του Άγιου Αντρέα,

αλλά αυτός καθόταν από κάτω αδιαμαρτύρητα.

Γιορτές, κόσμος πολύς, κρύο και βουητό.

 

Οι ηλικιωμένοι αναζητούν τη χειραψία, σαν τους φαροφύλακες

και τους φαντάρους που παν στον κουρέα για να νιώσουν ένα

χέρι, να νιώσουν ζωντανοί. Οι επαίτες, πάλι, τη ματιά μας. Σκέτος

ο οβολός βροντοκοπά ντροπή — περνάς και δεν κοιτάς.

Αυτά όμως τα δυό παιδιά, έξι και οκτώ χρονών θα ‘ταν δε θα

‘ταν, στάθηκαν εκείνο το βράδυ μπροστά στο μικρόσωμο

κουλουριασμένο Αφγανό, στη θολούρα της γιορτής, καρδιά του

κέντρου.

« Εδώ θα κοιμηθείς;»

«Όχι, αλλού…»

Το «αλλού» το ‘πε αλλοιωμένο, συρτά και χαμηλά.

«Πάνω στο άλογο;» ρώτησαν. «Έχεις άλογο;» και γέλασαν χαρούμενα.

Πρόλαβε η μάνα η κλώσα να τα τραβήξει μακριά και πήγαν

παρακάτω…

Μείναμε μόνοι εμείς να κοιτάζουμε το άλογο και τον αέρα καβαλάρη…Προσπέρασα ύστερα κι εγώ με το κεφάλι χαμηλά και παρωπίδες.

από τη συλλογή διηγημάτων Μικρά Πείσματα, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2017


E-mail:  evamathioudaki@outlook.com