ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ


ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ

Η Γεωργία Μακρογιώργου γεννήθηκε στη Νάουσα και ζει στη Θεσσαλονίκη. Το 1988 αποφοίτησε από το Αγγλικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών στη Δημόσια Εκπαίδευση. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακών τίτλων ειδίκευσης καθηγητών Αγγλικής γλώσσας του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου και Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.

Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δύο ποιητικές συλλογές και έχει πάρει μέρος σε συλλογικές εκδόσεις. Δημοσιεύει βιβλιοπαρουσιάσεις σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά και έχει την επιμέλεια των σελίδων book stories της έντυπης εφημερίδας Θεσσαλονίκη.

Από το 2024 είναι αντιπρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ).

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  Γεωργία
Επίθετο:  Μακρογιώργου
Εργογραφία: 

Πεζογραφία

  • Τύχη στα τείχη, Γαβριηλίδης 2017    
  • Πικραλίδες, Παράξενες Μέρες 2020
  • Ανταύγειες, ΑΩ Εκδόσεις  2023   

 

Ποίηση

  • Το φως όταν μεταφυτεύεται,  Εκδόσεις Βακχικόν 2019       
  • Με κάρβουνο ροδίζει, Κουκκίδα 2021   

           

Ανθολογίες-συλλογικές εκδόσεις

  • 2ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός «Μίμης Σουλιώτης», LIBRON Εκδοτική 2016           
  • Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι: Κείμενα από το 5ο φεστιβάλ της Άμμου, Παράξενες Μέρες 2019        
  • Ανθολογία ερωτικής ποίησης, Ρώμη 2020
  • Ό,τι χαρτοκόπτει, εν τω άμα, χαρτογραφεί, Ρώμη 2021
  • Βία κατά των γυναικών: Ημερολόγιο ΕΛΘ 2023, Ρώμη 2022     
  • Πόλεμος πατήρ πάντων;: Ένα ανθολόγιο για την ποίηση (ΕΛΘ), Ρώμη 2023
  • Ο χρόνος που περνά και χάνεται: Περι-συλλογή κειμένων και φωτογραφιών, Παρέμβαση 2023                   
  • Πλανήτης Γη: Ημερολόγιο ΕΛΘ 2024, ΑΩ Εκδόσεις          2023   
  • Ο Ravel στην Άνω Πόλη: Διηγήματα με ήχο, Τρι.ενα πολιτισμού 2024   
  • Το πρόσωπο του Έρωτα, Παρέμβαση 2024
  • Για τον μεγάλο Gabo: Έλληνες λογοτέχνες τιμούν τη μνήμη του σπουδαίου συγγραφέα Gabriel Garcia Marquez, Έναστρον 2024
  • Κανένας: Ανθολογία ΕΛΘ, Ρώμη 2025                     
  • Ταξίδι: Συλλογικό οδοιπορικό λέξεων και εικόνων, Παρέμβαση 2025
  • Εκατό και είκοσι φωνές, Εκδόσεις Καστανιώτη 2025
  • ἐνύπνιον ἦλθεν ὄνειρος: ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης για το όνειρο, Εκδόσεις Κυβέρτι 2025  
  • Όταν φύσηξε η ευχή: Ιστορίες για το πάρκο, Τρι.ενα πολιτισμού 2025
  • Η πολυκατοικία του κόσμου δεν έχει παράθυρα: Ανθολογία ΕΛΘ, Τρι.ενα πολιτισμού 2026

 

Βιβλιοπαρουσιάσεις-δημοσιεύσεις:

https://biblionet.gr/titleinfo/γεωργια-μακρογιωργου-c221357


Διακρίσεις: 

Β’ βραβείο στον 30ο Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό «Κούρος Ευρωπού»


Διεύθυνση: 

Αγίου Πρωτολέοντος 22, 54351 Θεσσαλονίκη

Τηλέφωνο: 6973300466


Έτος γέννησης:  1966
Τόπος γέννησης:  Νάουσα
Τίτλος αποσπάσματος:  Η στέρνα με το χρυσόψαρο. Από το μυθιστόρημα Ανταύγειες, ΑΩ Εκδόσεις, 2023
Κείμενο αποσπάσματος: 

Τη Δευτέρα είχε χιονίσει και δεν είχαμε σχολείο. Πήγαμε στο διπλανό πάρκο. Παίξαμε χιονοπόλεμο με τα παιδιά της γειτονιάς. Την στιγμή που έφυγε ο Παναγιωτάκης πήγα να κάνω ακροβατικά στο μονόζυγο. Έχασα την ισορροπία κι έπεσα. Αν δεν έκανα τον ακροβάτη για να εντυπωσιάσω, δεν θα ’φευγε από κοντά μου. Η στέρνα είχε ένα χρυσόψαρο. Πάντα μαζί πηγαίναμε και πάντα χέρι χέρι ισορροπούσαμε πάνω στο τοιχάκι. Και περπατούσαμε γύρω γύρω κι όλο και κανένα ψίχουλο ρίχναμε από την τσέπη. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν λιπόθυμη. Συνήλθα με τις σφαλιάρες και τα τραντάγματα. Κι όταν άνοιξα τα μάτια, τους είδα όλους από πάνω μου εκτός απ’ αυτόν. Έτρεξα στη στέρνα. Το προσωπάκι του τόσο λευκό ανάμεσα στους πάγους. Σαν μια μεγάλη φέτα ψωμιού. Και το χρυσόψαρο δίπλα, ακίνητο.

Η μάνα ήρθε αμέσως. Δεν ξέρω πού ήταν και ποιος την ειδοποίησε. Μετά τη θυμάμαι να τραβάει τα μαλλιά της και να γεμίζει τούφες το μωσαϊκό. Μοιρολογούσε με μια φωνή σαν θυμωμένη θάλασσα και τα κεριά έκαναν σκιές στο δωμάτιο τρομαχτικές, σαν να χόρευαν φαντάσματα. Ο Παναγιωτάκης, λαμπερός και μοσχομυριστός κάτω απ’ τα λουλούδια, κοιμόταν έναν ύπνο ήρεμο. Κι όσο τον περίμενα να ξυπνήσει, μου  φαινόταν ότι χαμογελούσε και πετάριζε τα βλέφαρά του.

Το πρωί της κηδείας ήρθε ο θείος ο Λάμπρος απ’ τη Γερμανία και μου ’φερε δώρο κούκλα πορσελάνινη. Με φρουφρού φουστάνι, μεγάλα γαλάζια μάτια και μαύρα μαλλιά. Κερνούσα. Κι όταν άκουσα να λένε ότι μικρό ήταν το καντηλάκι του, θύμωσα και μου ’πεσε ο δίσκος απ’ τα χέρια. Ποιος έκανε μικρό το καντηλάκι; Ποιος ανάβει και σβήνει τα καντήλια όποτε του καπνίσει;

Ο μπαμπάς μετά την κηδεία σταμάτησε τα ξεπορτίσματα. Σαν η μαύρη κορδέλα, το πένθος που φορούσε στο μανίκι,  να τον ηρέμησε.  Ούτε μιλούσαν με τη μάνα μου, αλλά ούτε και βρίζονταν. Η μάνα κάθε μέρα πήγαινε στο νεκροταφείο. Έπαιρνε μαζί της και το αναγνωστικό της Α’ Δημοτικού. Καθόταν πάνω στο μάρμαρο, μαυροφορεμένη και μαντιλοδεμένη, κοιτούσε τη φωτογραφία και του διάβαζε. Μια μέρα νύχτωσε και πήγαμε με τον πατέρα να τη βρούμε. Έλεγε στο γιόκα της το μάθημα: «σπάζω πάγο βρίσκω ασήμι, σπάζω ασήμι βρίσκω μάλαμα…».

-Άντε, πάμε σπίτι. Νύχτωσε, είπε ο πατέρας.

-«Ξύπνα, ξύπνησε παιδί... φύγε νύχτα σκοτεινή».

-Έλα, θα συνεχίσεις αύριο.

-Έχει να μάθει τις διφθόγγοι: «Όλα είναι χιονισμένα. Είναι λευκά, κατάλευκα. Τα παιδιά χαίρονται. Ετοιμάζονται να παίξουν. Να παίξουν με το χιόνι...» Α και Ι μας κάνει Ε. Παι-διά. Να παί-ξουν.

Σηκωτή τη φέραμε σπίτι. Σαν μωρό την είχε ο μπαμπάς. Σαράντα μέρες την τάιζε στο στόμα και την κοίμιζε. Μέχρι το μνημόσυνο. Εμένα δεν γύρισαν να με κοιτάξουν. Τότε άρχισα να ζωγραφίζω. Στην αρχή με το μολύβι στο πρόχειρο. Μια μέρα ζωγράφισα την Ελενίτσα στο αναπηρικό καροτσάκι και η κυρα-Ευτέρπη μου είπε ότι έχω ταλέντο. Μετά μου πήρε δώρο νερομπογιές με πινέλο κι ένα μπλοκ ακουαρέλας.

Στο γυμνάσιο, μια φιλόλογος μας έδειξε φωτογραφίες με πορτρέτα Φαγιούμ  από την Αίγυπτο. Κόλλησα με κείνη τη ζωγραφική, με τα πρόσωπα των πεθαμένων. Πήγα και ζήτησα από την κυρία Ευτέρπη να κατεβάσει την εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς. Στον δερματόδετο μαύρο τόμο με τα χρυσά γράμματα, είδα την εικόνα ενός νεαρού άντρα, που μου φάνηκε τόσο ζωντανός, σαν να ήταν έτοιμος να σου μιλήσει. Και τότε αποφάσισα να ζωγραφίσω έτσι τον Παναγιωτάκη μας. Διάλεξα μια φωτογραφία του ασπρόμαυρη και τον αντέγραψα στο μπλοκ ακουαρέλας με νερομπογιές. Βγήκε τόσο λαμπερός, που σου ράγιζε την καρδιά. Όταν είδε το πορτρέτο η μάνα, το πήρε στα χέρια της σαν να ήταν κάτι εύθραυστο, τ’ αγκάλιασε και το φίλησε. Κι ένιωσα ένα τσίμπημα στην καρδιά. Μακάρι αντί γι’ αυτόν να φιλούσε εμένα.


E-mail:  makgiorgina@gmail.com