Τη Δευτέρα είχε χιονίσει και δεν είχαμε σχολείο. Πήγαμε στο διπλανό πάρκο. Παίξαμε χιονοπόλεμο με τα παιδιά της γειτονιάς. Την στιγμή που έφυγε ο Παναγιωτάκης πήγα να κάνω ακροβατικά στο μονόζυγο. Έχασα την ισορροπία κι έπεσα. Αν δεν έκανα τον ακροβάτη για να εντυπωσιάσω, δεν θα ’φευγε από κοντά μου. Η στέρνα είχε ένα χρυσόψαρο. Πάντα μαζί πηγαίναμε και πάντα χέρι χέρι ισορροπούσαμε πάνω στο τοιχάκι. Και περπατούσαμε γύρω γύρω κι όλο και κανένα ψίχουλο ρίχναμε από την τσέπη. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν λιπόθυμη. Συνήλθα με τις σφαλιάρες και τα τραντάγματα. Κι όταν άνοιξα τα μάτια, τους είδα όλους από πάνω μου εκτός απ’ αυτόν. Έτρεξα στη στέρνα. Το προσωπάκι του τόσο λευκό ανάμεσα στους πάγους. Σαν μια μεγάλη φέτα ψωμιού. Και το χρυσόψαρο δίπλα, ακίνητο.
Η μάνα ήρθε αμέσως. Δεν ξέρω πού ήταν και ποιος την ειδοποίησε. Μετά τη θυμάμαι να τραβάει τα μαλλιά της και να γεμίζει τούφες το μωσαϊκό. Μοιρολογούσε με μια φωνή σαν θυμωμένη θάλασσα και τα κεριά έκαναν σκιές στο δωμάτιο τρομαχτικές, σαν να χόρευαν φαντάσματα. Ο Παναγιωτάκης, λαμπερός και μοσχομυριστός κάτω απ’ τα λουλούδια, κοιμόταν έναν ύπνο ήρεμο. Κι όσο τον περίμενα να ξυπνήσει, μου φαινόταν ότι χαμογελούσε και πετάριζε τα βλέφαρά του.
Το πρωί της κηδείας ήρθε ο θείος ο Λάμπρος απ’ τη Γερμανία και μου ’φερε δώρο κούκλα πορσελάνινη. Με φρουφρού φουστάνι, μεγάλα γαλάζια μάτια και μαύρα μαλλιά. Κερνούσα. Κι όταν άκουσα να λένε ότι μικρό ήταν το καντηλάκι του, θύμωσα και μου ’πεσε ο δίσκος απ’ τα χέρια. Ποιος έκανε μικρό το καντηλάκι; Ποιος ανάβει και σβήνει τα καντήλια όποτε του καπνίσει;
Ο μπαμπάς μετά την κηδεία σταμάτησε τα ξεπορτίσματα. Σαν η μαύρη κορδέλα, το πένθος που φορούσε στο μανίκι, να τον ηρέμησε. Ούτε μιλούσαν με τη μάνα μου, αλλά ούτε και βρίζονταν. Η μάνα κάθε μέρα πήγαινε στο νεκροταφείο. Έπαιρνε μαζί της και το αναγνωστικό της Α’ Δημοτικού. Καθόταν πάνω στο μάρμαρο, μαυροφορεμένη και μαντιλοδεμένη, κοιτούσε τη φωτογραφία και του διάβαζε. Μια μέρα νύχτωσε και πήγαμε με τον πατέρα να τη βρούμε. Έλεγε στο γιόκα της το μάθημα: «σπάζω πάγο βρίσκω ασήμι, σπάζω ασήμι βρίσκω μάλαμα…».
-Άντε, πάμε σπίτι. Νύχτωσε, είπε ο πατέρας.
-«Ξύπνα, ξύπνησε παιδί... φύγε νύχτα σκοτεινή».
-Έλα, θα συνεχίσεις αύριο.
-Έχει να μάθει τις διφθόγγοι: «Όλα είναι χιονισμένα. Είναι λευκά, κατάλευκα. Τα παιδιά χαίρονται. Ετοιμάζονται να παίξουν. Να παίξουν με το χιόνι...» Α και Ι μας κάνει Ε. Παι-διά. Να παί-ξουν.
Σηκωτή τη φέραμε σπίτι. Σαν μωρό την είχε ο μπαμπάς. Σαράντα μέρες την τάιζε στο στόμα και την κοίμιζε. Μέχρι το μνημόσυνο. Εμένα δεν γύρισαν να με κοιτάξουν. Τότε άρχισα να ζωγραφίζω. Στην αρχή με το μολύβι στο πρόχειρο. Μια μέρα ζωγράφισα την Ελενίτσα στο αναπηρικό καροτσάκι και η κυρα-Ευτέρπη μου είπε ότι έχω ταλέντο. Μετά μου πήρε δώρο νερομπογιές με πινέλο κι ένα μπλοκ ακουαρέλας.
…
Στο γυμνάσιο, μια φιλόλογος μας έδειξε φωτογραφίες με πορτρέτα Φαγιούμ από την Αίγυπτο. Κόλλησα με κείνη τη ζωγραφική, με τα πρόσωπα των πεθαμένων. Πήγα και ζήτησα από την κυρία Ευτέρπη να κατεβάσει την εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς. Στον δερματόδετο μαύρο τόμο με τα χρυσά γράμματα, είδα την εικόνα ενός νεαρού άντρα, που μου φάνηκε τόσο ζωντανός, σαν να ήταν έτοιμος να σου μιλήσει. Και τότε αποφάσισα να ζωγραφίσω έτσι τον Παναγιωτάκη μας. Διάλεξα μια φωτογραφία του ασπρόμαυρη και τον αντέγραψα στο μπλοκ ακουαρέλας με νερομπογιές. Βγήκε τόσο λαμπερός, που σου ράγιζε την καρδιά. Όταν είδε το πορτρέτο η μάνα, το πήρε στα χέρια της σαν να ήταν κάτι εύθραυστο, τ’ αγκάλιασε και το φίλησε. Κι ένιωσα ένα τσίμπημα στην καρδιά. Μακάρι αντί γι’ αυτόν να φιλούσε εμένα.
|