ΛΙΒΕΡΙΑΔΗΣ ΘΕΜΗΣ


ΛΙΒΕΡΙΑΔΗΣ ΘΕΜΗΣ

Σπούδασε Νομικά και Βιομηχανική κοστολόγηση.
Υπήρξε μέτοχος, ( και τρία χρόνια διευθύνων σύμβουλος ) στη βιομηχανία εξαρτημάτων αυτοκινήτων "ΕΛΒΙΦΑΝ" (1965-1979) - είχε το παραδοσιακό εστιατόριο "Ραγιάς" (1980-1996) - συνεργάτης και παραγωγός λογοτεχνικών εκδηλώσεων στον "ΟΠΠΕΘ 1997" (1996-1997) - πολιτιστικός σύμβουλος στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης ( 1998-2003 ). Εγκαταστημένος στην Αθήνα, από το 1998 ασχολείται μόνο με πολιτιστικές δραστηριότητες και την λογοτεχνία.

Το 1972, επί δικτατορίας, δικάστηκε για το διήμημά του "Το όνειρο", στο περιοδικό Τραμ, που μεταφράσθηκε από την λογοτεχνική ομάδα του Aragon στα Lettres Francaises.
Το 2001 προσκαλείται, μεταξύ 14 ποιητών από την Ελλάδα, για την παρουσίαση της ελληνικής ποίησης στο Παρίσι.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΘΕΜΗΣ
Επίθετο:  ΛΙΒΕΡΙΑΔΗΣ
Εργογραφία: 


Ποίηση:
Ο Θάνατος του ζώου - Ι (1958-1988), Εξάντας 1989
Ο Θάνατος του ζώου - ΙΙ (1989-1996), Εξάντας 1997
Η κηδεία του Εγώ (1997-2004), Ταίναρον 2004
Ποιήματα τροπικής παραίσθησης (Ποιήματα "a la maniere de..." ), Ταίναρον 2004


Πεζογραφία:
Σημειώσεις για την Ιφιγένεια (Διηγήματα), Ερμής 1980
Ασκήσεις ετοιμότητας (Δοκίμια), Εξάντας 1995
Προχωρώντας στο διάδρομο (Πεζά), Αρμός 2002


Διεύθυνση: 

Διαγόρα 3
116 36 Αθήνα


Έτος γέννησης:  1940
Τόπος γέννησης:  Θεσσαλονίκη
Τίτλος αποσπάσματος:  ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Κείμενο αποσπάσματος: 

’Aρνηση

Γέννησες έναν ετοιμοθάνατο
Κι ακόμα να το παραδεχθείς
Το λεύκωμά του
Ανοιχτό στην πρώτη σελίδα
Βάρος και χρώμα οφθαλμών
Τώρα πληθαίνουν τα αιμοσφαίρια
Κι οι συγγενείς στη σάλα
Ένας γιατρός μίλησε για μετάγγιση
Κι εσύ μέσα στο αδιάβροχο
Ξέχασες να το βγάλεις
Ξέχασες να το γέννησες

Δεν είναι δυνατό λες
Ποτέ δεν έγινα δική σου.


Τον τελευταίο καιρό

Τον τελευταίο καιρό
Έβλεπα μέσα τους
Ο τελευταίος καιρός
Γεμάτος φωνές
Σφιξίματα χεριών
Σα ν'άρχιζε ή
Σα να τέλειωνε κάτι
Τώρα που
Τελειώνει ο τελευταίος καιρός
Σκέπτομαι πως έζησα
Καλύτερα από ένα σκύλο
Και περισσότερο.

Ταυτότητα

Πες μου το όνομα
Ποια είσαι
Δε θυμάμαι πια
Ιφιγένεια λέγαν Εκείνη
Πέθανε τυφλή στον πόλεμο
Δε θέλησε
Να δει τους νικητές.

( "Ο θάνατος του ζώου" Ι, ΙΙ - 1989, 1996 )


Οι δηλωσίες

Τώρα που τα ρολόγια λένε
Πέντε και σαράντα πέντε
Αλλά η ώρα είναι έξη παρά τέταρτο
Ο Πατέρας πλύθηκε ξυρίστηκε
Έβαλε 4711 και μπριγιαντίνη με φιλέ
Τον βλέπω μέσα στον υδράργυρο
Είναι κομμένος σκέπτομαι
Και είμαι στο Ντεπό
Στης θείας της Σμαρώς
Έχει τον καφέ στο μπρίκι
Και δένει τη γραβάτα
Έτοιμος
Να βράσει το αυγό στον ’η'Στράτη
Μετά θ' αρχίσει
Να βάζει τις υπογραφές
Στη δήλωση και στ' άλλα έγγραφα
Καταπώς ένας Διευθυντής
Που σέβεται τον εαυτό του

Φωλιάζουν χρόνια στη ντουλάπα
Φίδια με χρώματα ωραία
Οι γυναίκες τα βλέπουνε γραβάτες
Και απορούν γιατί δεν τις φορώ.


Ερωτικό

Πιο δυνατή από άγαλμα
Είσαι εγγύηση της μοναξιάς μου
Μεταχειρίζεσαι με σεβασμό την τρέλλα
Σαν επαίτη την λογική
Βάζεις στη χούφτα μου
Το κέρμα της ενοχής
Απόξυσες το έμβρυο πάθος
Κι απομακρύνεσαι με κίτρινα βήματα
Μου χάρισες ένα ψαλλίδι
Για τις σελίδες που έρχονται
Μεταμορφώνεσαι σε ’γνωστη
Και οι καθρέφτες ανοίγουνε να σε δεχθούν
Όσοι φοβούνται τους σκεπάζουν με λευκό πανί
Τα δόντια μου χτυπάνε
Όπως τα βήματα τυφλού
Τρέμει ο ουρανός με ρίγος αστραπής
Σε στάβλο μακρινό δουλεύει χρόνια ο πατέρας
Σκοτώνει τ'άλογα
Είναι κι αυτός ο γέρος με τις πληγές στα μάτια
Με αφουγκράζεται που γονατίζω για το φιλί στο χώμα

Εσύ
Υπερασπίζεσαι το άσυλό σου
Χρόνια και όρθιος στην πόρτα του ονείρου
Δεν μου λες να κάτσω.


Παράσταση

Ήρθε στον ύπνο
Η πρωτότοκη κόρη
Ντυμένη άνδρας φώναζε δυνατά
Καλά κάνεις και φοβάσαι
Ήτανε τυλιγμένη σε φύλλα

Να ζεις όπως σκέφτεσαι
Αλλιώς θα σκέφτεσαι πώς έζησες
Οι φωνές που αρνήθηκες
Το δίκηο τους γυρεύουν
Τα νερά ανήκουν στους πνιγμένους
Αλλά το τέλος έρχεται
Με την σιωπή των τζιτζικιών
Να θυμάσαι
Πίσω από κλειδωμένη πόρτα
Γδύνεται η αγάπη

Με κίνηση και ξαφνική χάθηκε
Καταπίνοντας μια κάμπια

Η δειλή πράξη είναι
Ο θάνατος μέσα σου
Ψιθύρισε μακρινός φίλος
Αυτός ντύθηκε Ελένη
Στο τέλος πέταξε τη μάσκα
Και υποκλίθηκε σαν ’νδρας.

( "Η κηδεία του Εγώ" - 2002 )



Το ξημέρωμα

Μου τό'λεγαν και δεν το πίστευα ώσπου το είδα με τα μάτια μου. Λίγο πριν ξημερώσει, ενώ ακόμα είναι βαθύ σκοτάδι, στρίβουν πρώτα από την'πάνω πόλη στην οδό του Αγίου Δημητρίου. Πιάνουν σχεδόν όλο το πλάτος του δρόμου. Συνήθως τα συνοδεύει κι ένα μεγάλο σκυλί. Όταν τα πρωτοβλέπεις να πλημμυρίζουν το κατάστρωμα του δρόμου και τα πεζοδρόμια δεν πιστεύεις τα μάτια σου : τόσα πολλά ζωντανά μες στην καρδιά της νεκρής πόλης. ΄Ένα άσπρο ποτάμι που προχωράει καταπάνω σου.
Ήταν η πρώτη φορά και 'ξαφνιασμένος κυκλώθηκα. Περνούσαν πλάι μου με τη ζέστα τους και τη βαριά μυρωδιά τους. Όταν βρέθηκα στην μέση διέκρινα απ'έξω το σκυλί. Με είχε πια καταλάβει για καλά. Μύριζε μανιασμένο το φόβο μου και προσπαθούσε, καθώς σηκώνονταν στα πίσω πόδια, να με διακρίνει ανάμεσα στα κατσίκια.
Παρακαλούσα να μην τέλειωνε αυτό το προχώρημα. Η βρώμα τους ήταν πια δική μου βρώμα. Με προστάτευε και την ήθελα ... Και η προβιά τους τόσο ζεστή μες στο κρύο ξημέρωμα ...

Το ήξερα πως κάποτε θα γίνονταν κι αυτό. Το μαύρο σκυλί με περιμένει να βγω απ'το σωρό. Έχει σουβλερά δόντια και δυνατά πόδια. Θά'μαι πολύ τυχερός αν δεν με ξεσχίσει ολότελα. Γιατί ξέρω πως δεν θα το παλέψω. Έχει το δίκιο όλο δικό του και αυτήν τη στιγμή είναι και δυνατότερο.

Όσα μένουν πια από 'δω και 'μπρός είναι μια εξευτελιστική διαδικασία.


( "Σημειώσεις για την Ιφιγένεια" - 1980 )

Η έκρηξη

Οι περισσότεροι θά'τανε νέοι, ίσαμε τα τριάντα πέντε - κι αυτό με επιφύλαξη, γιατί το ράσο, όπως κι η στολή, θαρρείς τον μεγαλώνουνε τον άνθρωπο στα μάτια των απ'έξω. Σκυφτοί, με ώμους που καμπούριαζαν αναίτια. Δε νομίζω πως μπορεί να ήταν από τις μετάνοιες. Κάποιος ξεσαλωμός τους δίπλωνε κι αυτούς. Με κινήσεις λίγο γυναικωτές, μιλώντας πάντα χαμηλόφωνα, να μην ξυπνήσουν το...Θεριό. Οι γέροντες ωστόσο φάνταζαν πιο αρρενωποί.
Περίμενα το φίλο μου από το μακρινό Περού να χορτάσει τον ύπνο, γιατί αποβραδίς είχανε την αγρυπνία του Ιωάννη του Θεολόγου. Προτίμησα να μείνω έξω σ'ένα πεζούλι της πλακόστρωτης αυλής. Κάποια στιγμή, που και σε μένα η κούραση από άλλες αγρύπνιες μιας ολάκερης ζωής, σαν ένα τεράστιο κουβάρι πήρε να ξετυλίγεται αργά, βαραίνοντας τα βλέφαρα και τις κλειδώσεις, φθάσανε κι άλλοι επισκέπτες, ιερωμένοι αλλά και "κοσμικοί", που τους πλαισίωναν αβρά με υποτακτικά φερσίματα. Ο πορτάρης πήρε να τους μαζεύει στην εσωτερική αυλή, τακτοποιώντας σάκους και μικρές βαλίτσες πλάι-πλάι και στοιβαχτά, θυμίζοντας εικόνες θαμπές, από περιδιαβάσεις σχολικές, τότε που μας γνωρίζανε συνοπτικά την Ελλάδα.
Αμήχανος, σηκώθηκα και μπήκα στην υποδοχή, όπου ένας παπάς ( έτσι τον νόμισα ) μου φανέρωσε πως ήταν-τάχα σεβασμιότατος, μητροπολίτης από την Λέσβο. Κάθε χρόνο επισκέπτομαι το Όρος μου εκμυστηρεύτηκε και βρήκε πως του "έφερνα" κάποιον πολύ δικό του, που λείπει χρόνια μακριά...Καθώς ο ύπνος με πολιορκούσε ακόμη κι ο αρχοντάρης μας είχε αφήσει μόνους, ξεναγώντας τους νεοφερμένους, του πρότεινα να φτιάξω εγώ καφέ και για τους δυο μας. Μπήκα στη μικρή κουζίνα, όπου στην άκρη είχανε, το ένα πάνω στ'άλλο επτά κιβώτια λουκούμια, από αυτά που μας κερνάνε σαν οδοιπόρους, ίσως και ασθενείς...Σίγουρα η αρρώστεια μας τους φαίνεται βαρειά, καθώς μας βλέπουν μια ζωή να τρέχουμε, ενώ αυτοί βραδυπορούνε και προσεύχονται...Μ'αυτό το τελευταίο ένιωσα το αναφιλητό, αυτό που χρόνια πνίγω μες στο στήθος, να ανεβαίνει ορμητικά. ’νοιξα μέσα στο μικρό το χώρο όλο το γκάζι της φιάλης-τέρμα. Μαζί και της εφεδρικής. Πρόλαβα μια στιγμή να ξαναδώ το γλυκερό το βλέμμα του σεβασμιότατου και έσυρα με σταθερά τα δάκτυλα το σπίρτο. Αυτό ήτανε η έκρηξη που, Κυριακή απομεσήμερο, εννιά οκτωβρίου, χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ χρόνια από τη γέννηση του...Σωτήρος, τίναξε στον αέρα την ιερά μονή Σταυρονικήτα, στην ανατολική πλευρά του Όρους, σκορπίζοντας τους είκοσι έξη μοναχούς της στα περιβόλια με τα λάχανα και τα πράσα.
Το περίεργο είναι πως εγώ δεν έπαθα τίποτε. Βγήκα πάλι στον περίβολο γεμάτος σφρίγος. Προχώρησα ίσια σ'εκείνο τον ξύλινο πάγκο εργασίας, που στην άκρη του είχανε πιασμένη μια μαύρη μέγγενη. Ήτανε μισανοιχτή, στα μέτρα μου. Έχωσα μέσα της ολόκληρη την αριστερή παλάμη και με το καλό - θέλω να πω με το δεξί, άρχισα να σφίγγω με δύναμη τα δάκτυλα, επίμονα μέχρι το κόκκαλο. Ένα γλυκό μούδιασμα με κυρίευσε, σαν λίγωμα, από πάνω προς τα κάτω, ώσπου αισθάνθηκα τη ρεύση. Με σιγανούς σπασμούς, θαρρείς πειθαρχημένους από παντοδύναμη εντολή, άρχισα να εκσπερματώνω όρθιος, βλέποντας ίσια 'μπρός μου, στο λερωμένο τζάμι την Μαρία με τα μάτια υγρά και τρέμοντας από την προσμονή, να πετά τα ρούχα της ένα-ένα...

- Τι κάνεις αυτού. Πήγαινε να καπνίσεις ... Έξ'από'δώ !

Ένας καλόγερος μου έδειχνε επιτιμητικά το δρόμο. Αυτός, σκέφθηκα, με είδε να...καπνίζω. Αυτό μονάχα μπόρεσε να διακρίνει...

- Είμαι ε ρ γ ά τ η ς , αποκρίθηκα. Ένας από αυτούς που καλέσατε να σας φτιάξουνε τη στέγη, τώρα που ζύγωσε χειμώνας και μπαίνουν τα νερά.

( "Ασκήσεις ετοιμότητας" 1995 )



Επετειακός θάνατος

Παραμονή της μνήμης μιας μεγάλης εξόδου, σαν πίστεψα πως απο'δώ και 'μπρός μόνο το σούρουπο θα έρχονταν στην ώρα του, με ψυχή μελανιασμένη από το κρύο και τα ψέμματα, μπήκα σκυφτός στο πιο ακριανό και ρημαγμένο σπίτι του χωριού, που έσωζε ακόμα ένα δωμάτιο ζεστό, στενό και χαμηλό.
Για όσα είδα και άκουσα'κεί μέσα είχα σαν μόνο μάρτυρα Εκείνη, την αγέννητη αδερφή μου, που καταπώς'βεβαίωσε και γράμματα εγνώριζε.
Συρθήκαμε με τους αγκώνες και τα γόνατα μέχρι την άκρη της μασίνας, πλάι στον σοφά, που'πάνω του απρόσμενα αντίκρυσα την προ-γιαγιά μου, τη Μάνα της μητέρας της μαμάς μου.
Ήτανε πιο ψηλή από την αγωνία μου, τόσο που άρχισα να σκέφτομαι πώς χώρεσε μες στην ελάχιστη την κάμαρη.
Καλώς τονα μου είπε χαμογελώντας όπως οι νεκροί. Τότε κατάλαβα πως δεν είχα αδερφή...
Εκατό και εβδομήντα πέντε χρόνια σε περιμένω να τα πούμε...Από τον μακρινό και ξεχασμένο Μάρτη, που ξεδιπλώσαμε εκείνο το πανί, νομίζοντας πως ήταν λάβαρο.
Μου έβγαλε τις ξυλιασμένες κάλτσες και πήρε να μου τρίβει τα παγωμένα δάκτυλα. Όλα αρχίζουν και τελειώνουν με τα πόδια,'ψιθύρισε. Όσο είναι ζεστά τα εμπιστεύεσαι. Η πίστη σου σ'αυτά είναι που σε κρατάει όρθιο. Να περπατάς, να τρέχεις, να πηδάς και στο χορό και στο κρεββάτι, και να κλωτσάς-όταν χρειάζεται, τα λυσσασμένα τα σκυλιά. Η πίστη είναι ισορροπία. ’μα τη χάσεις σέρνεσαι με τα τέσσερα...
Σαν έκρινε πως τέλειωσε με τα'άπιστα τα πόδια, πέταξε στη φωτιά τις κάλτσες μου τις burlington και μου έβαλε επιτιμητικά δύο χονδρά τσουράπια. Μετά, κι αναρωτιόμουνα πού βρήκε τόση δύναμη, μ'άρχισε στα σκαμπίλια ώσπου το αίμα έβαψε πάλι τα ωχρά τα μάγουλα.
Πήρε την μαύρη τη βελέντζα και με σκέπασε-ως'πάνω και απ'το κεφάλι, σα νά'θελε να με μαλώσει για όσα άφησα να γίνουν τόσο χρόνια...
Μείνε τώρα πλάι μου. Είσαι χαμένος και παράλυτος. Ξέρω πως θέλεις να σου ξαναπώ'κείνο το παραμύθι.

( "Προχωρώντας στο διάδρομο" - 2002 )


Διακρίσεις: 

Το 1962 αξιώνεται ένα α΄ βραβείο ποίησης με κριτική επιτροπή τους Βρεττάκο, Ελύτη και Ρίτσο.
Το 2000 του απονέμεται από την Ένωση Εκδοτών Βορ.Ελλάδος τιμητική διάκριση για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα.


E-mail:  info@liveriadis.gr
Website:  www.liveriadis.gr