ΛΑΓΓΟΥΡΕΛΗ ΜΑΡΙΑ


ΛΑΓΓΟΥΡΕΛΗ ΜΑΡΙΑ

Εχει πάρει  πτυχίο  δημοσιογραφίας.
Παρακολούθησε σεμινάρια για τηλεόραση και σενάριο στο πανεπιστήμιο COLUMBIA OF ILLINOIS STATE OF USA.

Ήταν αρκετά τυχερή να λάβει  μέρος  σε  workshop  που εγινε στην Ελλαδα από το θέατρο Grotofski  με τον  διάσημο σκηνοθέτη  Sislack.

Έχει δουλέψει σαν ρεπόρτερ και στις δημόσιες σχέσεις της Ολυμπιακής Αεροπορίας

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΜΑΡΙΑ
Επίθετο:  ΛΑΓΓΟΥΡΕΛΗ
Εργογραφία: 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΤΑ ΑΛΟΓΑ, Αιγωκερος 1980
ΠΗΡΕ ΦΩΣ, Ηριδανος  1983 
ΤΑ ΧΑΛΑΣΜΕΝΑ, Ηριδανος 1986
ΟΚΥΡΙΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΜΠΑΡΝΤΙΝΑ, Γκοβοστης 1993 
ΝΕΡΟ ΣΤΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑ, Καστανιωτης 2005 .

ΠΟΙΗΣΗ

1974 ΑΨΙΝΘΟΙ
1975 ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ
1977 ΚΙΡΚΗ ΚΑΙ ΚΡΙΚΟΙ
1978 ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Η ποίηση της εχει επίσης δημοσιευτεί σε ανθολογίες  και περιοδικά και έχει μεταφραστεί στα Πολωνικά Αγγλικά και Γαλλικά


Διεύθυνση: 

Ιλλυρίας 7-9,
113 63 Αθήνα


Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  Νερό στα κάρβουνα
Κείμενο αποσπάσματος: 

ΖΩΝΤΑΝΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ

Η βρυσούλα στο σαμοβάρι γυαλίζει από ένα φως που όσο πάει και χαμηλώνει. Σταγόνες τσάι στάζουν στην διάφανη kκούπα πουαχνιζει. Έχει υγρανθεί το δωμάτιο χωρίς να μπορεί να αναπνεύσει κανείς από κάτι θολό σαν πάχνη. Κάτι σαν αδικία που σε πνίγει σα να είσαι παγιδευμένος σε σύννεφο. Τίποτε άλλο σ’ αυτόν τον κόσμο. Από αυτό το δωμάτιο. Αυτό το βράδυ. Πού το φως γέρνει στο μαξιλάρι της νύχτας. Τα μάγουλα στηρίζονται στις ροζιασμένες παλάμες κι οι αγκώνες εκεί πάνω στο δαμασκηνό τραπεζομάντιλο στηρίζουν  το βάρος της ζωής. Ανάγλυφα είναι τα πρόσωπα γύρω στο τραπέζι. Σκαλισμένα λες σε πέτρα. Αδιάφορα στην ομορφιά, απαθή στην συμφορά που θάρθει. Ακόμα μπορώ και τα βλέπω, από την πλευρά μου, ακόμα μπορώ ν’ ακούω. Το θρόισμα της ταφταδένιας φούστας που μπλέχτηκε στην ροτόντα προσπαθώντας να διαφύγει, να τρέξει έξω να συμπαρασταθεί στο ξεψύχισμα του γλάρου, το βήχα με άρωμα καπνού πριν το γενάκι του πλησιάσει στο αυτί της, το νερό της φωνής του που ρέει τόσα χρόνια μέσα από το΄ στόμα της Σόνιας:

«θ’ αναπαυθούμε, θα ακούμε τους αγγέλους. Θα δούμε όλο τον κόσμο φωτισμένο με αστέρια, θα δούμε πως όλη η κακία τα πάθη θα αφανιστούν, θα δούμε τη ζωή φωτεινή, ωραία… Ο Θεός θα μας σπλαχνιστεί…θ’ αναπαυτούμε…»

Και να! Έρχονται!

Αυγές με αυγά μάτια

μαρμελάδα κολλημένη στα βράγχια.

Σπλαχνικές ηλιαχτίδες πέφτουν

σε σμαραγδένιες πισίνες

σε γκρίζους τοίχους με συνθήματα

σε απέραντες  ψησταριές

κι η ανταύγεια απόγνωσης ίδια.

Πνίγουν τις κραυγές της νύχτας ξυπνητήρια,

σαπουνάδες ξεπλένουν τα εντόσθια της πόλης.

Ντύνονται τα σιρίτια τους

οι φύλακες κι οι ρήτορες

και η πίστη, η κάθε πίστη

κρύβει στο μαύρο της μανίκι το μαχαίρι.

Έρχονται καλή μου Σόνια

κι όλος ο κόσμος  θα φωτιστεί.

Ο αλέκτωρ λαλεί

και στις στράτες μαρσάρει

μπερδεμένο με καλώδια σινάφι.

Πανίσχυρο το καθώς πρέπει

στήνει την  πραμάτεια

με φαλλούς μικρόφωνα το μέσο

με μικρόβια φαλλών το μήνυμα.

Ανάβουν προβολείς πιτσιλισμένοι

με αίμα πιτυρίδα και λακ, καρέ καρέ

εδώ στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ

λαδώνεται η μηχανή.

Φτωχή μου Σόνια θα φωτιστούν όλα.

Θα δεις, να περνάει στην πρωινή γραμμή

το ασθενοφόρο που δεν έφτασε,

η σύνταξη που κόπηκε, μην κλαις,

Σόνια στην ζωή δεν γνώρισες χαρές,

επιτέλους στη Μόσχα άνοιξε φάστ φουντ η μαφία

θα μας σπλαχνιστούν θα μας λούσουν πετρέλαιο

έρχονται, βεδουίνοι με μερσεντές.

Θα φωτιστούμε

με το άστρο του Δαυίδ

που στράβωσε σε σβάστικα.

Έρχονται πράκτορες και εισπράκτορες

μεταλλαγμένες ντομάτες

συνταγές για σουφλέ και δίκες με τρομοκράτες

καρέ καρέ

ναυάγια προσχεδιασμένα

 

ο πνιγμός της ανάσας που δίψασε στον βυθό

της αιτίας το βάθος.

 

Θα δούμε τη ζωή φωτεινή.

Στήνεται ο ιστός

σε αμαζόνες με κομμένα βυζιά

σε στέρνα αντρικά με σιλικόνες.

Θα αναπαυθούμε .

Σφύζουν όλα χυμούς και ζωντάνια

καθώς ρουφάει το μεδούλι του γνήσιου

και το ξερνάει σε ζωντανό γιαούρτι

φανερά και κρυφά, η Κάμερα.

Θα αφανιστούν κακίες πάθη

και όλα θα βιντεοσκοπηθούν,

ο θείος, οι αδελφές,ο μεγάλος αδελφός .

Καλημέρα ζωντανοί και ζωντανά,

είμαστε όλοι σε σύνδεση ζωντανή.

 

Η αράχνη τα πάντα ορά.

 

Πρωινή γραμμή

 

Γεράκι ραμφίζει

το τσόφλι της νύχτας ραγίζει «ξυπνήστε»

μας έλεγαν «ξημερώνει», έτσι μας έλεγαν αγάπη μου

ξημέρωσε, μας σκούνταγαν όμορφες μητερούλες

ξάγρυπνες ολονυχτίς με ζεστές κουβέρτες

γύρω απ’ την ζύμη πότε να ανέβει.

θα ανέβει θα ανυψωθείτε μας έταζαν

σχολική εκδρομή στο όρος Θαβώρ μας έστελναν

για να μεταμορφωθούμε σωτήρες

μας ράντιζαν τα χοντροπάπουτσα τα τρυφερά σάντουιτς.

Χτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες,

ο δήμαρχος ο πρύτανις το ιερατείο, μας ευλογούσαν

σφράγιζαν τα διπλώματα τις ταυτότητες

στοιχιθείτε σε ομάδες σε γραμμή

σε εξίσωση με ότι προηγήθηκε προχωρούσαμε

σπρωγμένοι ανεβαίναμε

νήπια έφηβοι εραστές κι ερωμένοι

με δροσερό νεράκι στο παγούρι

«το καπέλο σου να μην πάθεις ηλίαση»

Αυτή την δαγκωνιά στο μαύρο

ανατολή μας το είπαν αγάπη μου.

Που είναι τα ρόδα τα χείλια που είναι τα φιλιά

το χαμένο Ισφαχάν  πού είναι το έλεος,

μια στάλα λάδι στο γρανάζι

αγάπη μου  να γίνει η ζωή ζωή,

το’ μέσα μας το  κάρβουνο πώς να καίει ασταμάτητα

-η μονη ζέστη πού πολεμαέι η  πετρελαιοπηγη-

μέσα στα υλικά της ανατίναξης έκρυψα,

μυστικό μαζί με το πρώτο ραβασακι

στο σχολείο πού σού εστειλα.

Τοκρυψα  στο ποιήμα  στόν χυμό,

μέσα στην  λέξη ξηρασία που πίνω για  ν’ αντέξω.

Γιατί κάθε πρωί σώνεται  το λαδάκ ι μου

ξυπνάω  σ’ένα σεντόνι   ιορδανη

μουσκεμενο στο πετρέλαιο

με ζώνουν οι νάρκες και τά φίδια

ούτε τά χείλια ουτε τά  φιλιά

ούτε το προσωπό σου βρήκα αγάπη

μόνο πολύ φοβήθηκα τον ουρανό ματωμένο

καρφωμένο με αυτά  τά πύρινα καρφιά.

Αιώνες το  λέει η περιστερά στον  Πρόδρομο

κρυφά  να μην ακούσουνε τά ορνεα,

δεν έχω ακόμα μεταμορφωθεί σωτήρας

η Σόνια καί οι αδελφές της

 εσβυσαν μόνες στό γηροκομείο.

Μυρίζει  πολύ πετρελαιο καθε πρωί,

σβύνουν σε μια τεράστια λαδιά  

παιδικά βλέμματα κι απορίες

ερωτήσεις και ξύσματα από λέξεις:

πράξη, άνοιξη, εξαγγελία, ξημερώνει…

Ξέχνα τό πορφυρό,αγάπη μου.

Πετρόλ ειναι τό  χρώμα.

Στό όρος  Θαβώρ

χαράζει.

Λέξη

χαρακιά.

 

ΜΗΔΕΙΑΖΟΥΣΑ

 

Ντυμένος Ιάσονας και λάμψη

εικονίζοντας μυστικά

και θύελλες κοιμισμένες

ανέτειλες όγδοη μέρα δημιουργίας

και ανάσκελα έγειρε το οκτώ σε άπειρο.

Γαβγίζανε το σύννεφό σου σκυλιά

μα σε καλοδέχτηκα

φίδι που ανέβαινες

από σπλάχνα αρχαίου πιθαριού.

 

Είπα να η λάμψη.

Ξεπούλησα τα πάντα για τούτη τη στιγμή

έτριψα μπότες χόρεψα με τα εφτά πέπλα,

μεταμφιεσμένη Χιονάτη, Ωραία Κοιμωμένη,

Κοκκινοσκουφίτσα με τον φόβο στο μάτι

γυναίκα, όπως με θέλησαν οι αιώνες

εκανα πως ξερριζώνω λυκόχορτο.

Γιατί έλαμπε πάνθηρας στα μάτια σου.

 

Φίλα με φίλα με σου ΄λεγα

 

Με το άχυρο της ψυχής αναμμένο

την τέχνη του έρωτα έμαθα κρυφά

στην πυρά με χέρια και σφυρά δεμένα

έλαμψα στο σκοτάδι του όχλου

που έσερνε το κάρο μου.

Με πόνο ματιών παντέρημη

σε χώρα κρυστάλλων

πάμφωτο χρονοκράτορα σε ανακήρυξα

το πρώτο δάχτυλο του ποδιού μπήγοντας

στην πηχτή λίμνη του ύπνου σου.

 

Θα ξεκινούσαμε λέει για φιλί ατελείωτο

να κοπεί η ανάσα της θάλασσας

θα ξερρίζωνα την προκυμαία της γερουσίας,

άπό τό λημάνι

από τις ενοχές μας τους φόνους θα ξερρίζωνα.

Τον χρόνο να μη μας προλάβει

θα τάιζα μέλη κι άλλων αδελφών,

και στην παιδούπολη της σφαγμένης μας χαράς

θα κέρναγα και τους Αργοναύτες

ό,τι περίσσεψε απ’ το φιλί που ακόμα

σε καταποντίζει στη μέση του ύπνου σου

και σε ξεβράζει σε όχθη μουσκεμένη.

 

Φίλα με φίλα με θα σου ΄λεγα

 

Μέ κόλλυβα πού πότισα

ξέκανα τό σόι τής εξουσίας.

Σε πόλεις που έζεχναν πτωμαΐνη

εσύ με καμάρωνες

με ένα χτενάκι απ’ τα μαλλιά μου

να παραβιάζω ξένα όνειρα

στα άκαμπτα λινά τους αφήναμε τιμωρό εξαίσιο άρωμα

και ο κύκλος των μαλλιών μου χάραζε μήλα

και αρχαίων ληκύθων καμπύλες

που λύνονταν στο χάος.

 

Ανήκαμε στη μουσική τυφλοί κι οι δύο

χορεύοντας βαλσάκι που μας σφύριζε

ο κόσμος πεθαμένος

με τα σαγόνια του δεμένα.

 

Φίλα με, φίλα με σου ΄λεγα.

 

Άνασσα εγώ των Κόλχων

έμαθα την τέχνη του θανάτου

με την τριβή, με την φθορά

τρίβοντας το σώμα στο χώμα

που έχει το καθετί χωρίς αίμα

στο σώμα μου

κόκκινο σημαίνει παπαρούνα

δαγκωματιά που έμεινε

έμεινε μια στροφή από φλάουτο

κάτι σαν πληγωμένο αίμα από ελάφι

κάτι που έρπει πια παντού

άκρη απ’ τον μανδύα της Εκάτης

 

Φίλα με φίλα με θα σου ΄λεγα μια ζωή.

 

Τα αγάπησες πολύ τα χέρια μου,

φωσφορίζανε στο σκοτάδι

μόλις σκότωσα άνθρωπο

μάτια φριχτά μας κοίταζαν από άχρωμους χιτώνες

που έκρυβαν τους σκελετούς του πόθου.

Στα νεκροταφεία ελεφάντων που σου δόθηκα

πελώρια οστά ανταύγαζαν την Δήλο και το φάος

του κορμιού μας

ένα εγώ το αρσενικό σου

ένα εσύ το θηλυκό μου

πάναγνοι αναδυθήκαμε σε ράχες δελφινιών

στο αρχιπέλαγος της τρέλας

με  μισές  φράσεις  αλεπάλληλους  τρόμους.

Πτώση στο κενό όπως  στα ονειρα

σε βραυρώνες  με ελάφια

και αχραντους βωμούς.

Τα φύκια σάλευαν καφετιές γραβάτες

να σφίξουν την καρωτίδα

εκεί στον βυθό

του αίματος που κι οι δύο σφαδάζαμε

απ’ το ρυάκι της πλάτης μου

μοσχοσάπουνο γλύστραγες

στην άβυσσο.

Λυτά δαιμόνια στα κορμιά μας

δεν ξόρκιζαν τη δίψα

που ακόμα μας καίει.

Τι στυφό το στόμα, στόμα που υποσχέθηκε

να παίζουμε κρυφτό με την μάσκα του Κρέοντα

που τώρα προσκυνάς.

Θυμάσαι που γλύφαμε το αλάτι στα βράχια

καθώς του πόντου τα νερά μας ξέβραζαν

στα άρμενα τινάζονταν

φυσαλίδες χιλιάδες

απ’ το σπέρμα σου παιδιά χαμένα

που τα πήρε ο πόντος

κι άλλα δύο σφαγμένα

που τα πήρε ο πόνος

κομμάτια της ψυχής μου που είσαι εσύ

κομμάτια μου που πόναγαν

σκότωσα σαν παιδί μου

λες και τα στήθια μου ξέσκισα

λες και όρχεις συνέθλιψα.

 

Φίλα με, φίλα με, θα σου ΄λεγα

 

Μα δεν θα με μισούσαν αν μ’ έλεγαν Αβραάμ.

Όχι δεν καταδέχτηκα θρησκεία να στεριώσω με θυσία.

Κόρη του ήλιου σκότωσα για τον ήλιο του έρωτα

το μόνο αληθινό

που μες στη μήτρα μου γεννήθηκε

απ’ το δικό μας σμίξιμο.

Πώς καταδέχτηκες

αγύρτης με φορεσιά βασιλική

κοιμισμένον σε τραπεζομάντιλα μ’ αποφάγια

να μου λένε πως σε ραίνουν νομίσματα

στα παζάρια της Ασσίζης, στα γλέντια της Σαπφούς

να τοξεύουν αρκουδόγυφτοι το κορμί σου

δεμένο σε κορμούς δέντρων.

 

Άνασσα εγώ η ανάσα σου

ξέρω για πού μας έγραφε το αίμα μας αρμένισμα

ξέρω πως τώρα γέρνει στο κοτσάνι του

το σπίτι σου με  κάλτσες εξαπτέρυγα

 στο τζάκι να στεγνώνουν.

Έρχεται από παντού ευωδιά όχι από σάρκα

αλλά από βρασμένα χόρτα…Σαρακοστή

κι εσύ κοιτάζεις με άπλανή ματιά μια Γλαύκη

την πίτα σου με λάδι και σκοτάδι να ζυμώνει.

 

Σέ ποιο δωμάτιο το ΄κρυψες

Τό ποιήμα πού ‘εστυψες γιά χρυσάφι.

΄Με λαδοφάναρο ή την αστραπή

το ψάχνεις στο κελάρι πιωμένος.

Πέπλο πού κόλλησε στη σωφροσύνη σου

πυρακτωμένο.

 

Ακούει καρδιά σου ακόμα

κάτι σουβλερό από ξένη χώρα.

Ο παπαγάλος το χρυσάφι

στο νησί του πειρατή

θα σε ακολουθεί

θα ΄ρχονται ξωπίσω μας

ξύλα σαπισμένα απ’ τ’ άλμπουρα

χνούδι πεταλούδας

που δεν πιάσανε τα δάχτυλα.

Το βλέμμα το ένα

που έχει η λέξη μαζί

θα μας κυττάζει θα μας δικάζει

που δεν το ζήσαμε.

Δεν  μας συγχωρεσε  δεν  μας χώρεσε

Όχώρος και ο χρόνος

Μας χωρισε΄.

Αχ  δεν θάρθεις ποτέ

με τον αυλό και το δρεπάνι

ολόγυμνος.

Κυττάξου θαμπώνει ο καθρέφτης .

Που το ΄χεις κρύψει, απόστρατος  του έρωτα,ψάχνεις

μετοχές τάσυμβόλαια τά πτυχίατίς ρακέτες

 αφρικάνικης φυλής χαμένης τό τραγούδι.

Βαριά  ή ανάσα του θηρίου στον αυχένα

 

βουβό στο βάθος του αίματος

αυτό που μας ανήκει.       

Ζευγάρι κατακόκκινα σαντάλια

από τό ακρωτηριασμένο μου κορμί

χορεύουνε στο στήθος σου ακόμα.


E-mail:  marialaggoureli@yahoo.gr