ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ ΣΤΑΘΗΣ


ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ ΣΤΑΘΗΣ

Νομικά και Φιλολογία (κατεύθυνση Γλωσσολογίας) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Κλασική μουσική στο Ωδείο Athenaeum.
Καθηγητής στην Ιδιωτική Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Συγκεκριμένα, εργάζεται ως φιλόλογος στη Σχολή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, όπου διετέλεσε Διευθυντής του Γυμνασίου κατά τη διετία 1996-1998, ενώ από το 1998 είναι Διευθυντής του Λυκείου και Συντονιστής των φιλολόγων.

Διατέλεσε μέλος του ΔΣ της Εταιρείας Συγγραφέων.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΣΤΑΘΗΣ
Επίθετο:  ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ
Εργογραφία: 


ΠΟΙΗΣΗ

Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, Εκδόσεις Υάκινθος, Αθήνα 1987
Τρύγος αιμάτων, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 1991
Παραλλαγές του μαύρου, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1998
Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2004
Έντομα στην εντατική, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2008 (υποψήφιο για το Βραβείο ποίησης του περιοδικού Διαβάζω)
Στιγμιότυπα του σώματος, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014

ΜΕΛΕΤΕΣ - ΔΟΚΙΜΙΑ

Σοφοκλέους, Φιλοκτήτης - Αντιγόνη. Εισαγωγή: Στάθης Κουτσούνης. Μετάφραση: Χρίστος Τσάγκας. Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1999
«Το ανθολόγιο κειμένων ως εργαλείο προσέγγισης ενός συγγραφέα», Εκδόσεις της Σχολής Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου, Αθήνα 2003 [Στον τόμο: Ο στοχασμός και ο λόγος του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου – Πρακτικά]
Η ποιητική κοσμογραφία του Γιώργου Γεωργούση στις συλλογές των χαϊκού του, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007 [στον συλλογικό τόμο Η ποίηση του Γιώργου Γεωργούση]

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Η Μέριλιν της Ακράτας (διήγημα), Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2003 [στον συλλογικό τόμο 7 διηγήματα]

Ποιήματά του έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα περσικά.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Στέλιος Γεράνης: "Νέα Εστία", τεύχ. 1575, Φεβρουάριος 1993, σελ. 275-276
Γιάννης Κουβαράς, Επί πτερύγων βιβλίων. Κριτικά Σχεδιάσματα 1987-1994, τόμος Α΄. Εκδόσεις Σοκόλη,  Αθήνα 1995, σελ. 231-236
Παντελής Μπουκάλας, Με σκηνοθέτη το θάνατο. Οι "Παραλλαγές του μαύρου" του Στάθη Κουτσούνη:  "Η Καθημερινή", 6/10/1998
Χρίστος Παπαγεωργίου: "Νέο Επίπεδο", τεύχ. 30, Χειμώνας 1998, σελ. 68-69
Τζίνα Καλογήρου, Το Κόκκινο και το Μαύρο: μικρή 'σπουδή' στην ποίηση του Στάθη Κουτσούνη. Στον τόμο:  Πρακτικά Δέκατου ένατου Συμποσίου Ποίησης. Ρεύματα στη σύγχρονη ποίηση. Εκδόσεις Περί τεχνών, Πάτρα  2001, σελ. 83-88
Θεοδόσης Πυλαρινός, "Εκείνο το άλλο, τον εφιάλτη...": "Πόρφυρας", τεύχ. 104, Ιούλιος-Σεπτέμβριος  2002, σελ. 302
Βασίλης Κ. Καλαμαράς: "Ελευθεροτυπία" [Βιβλιοθήκη], 12/11/2004
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία", 14/11/2004
Θανάσης Βενέτης, Εισαγωγή στο ποιητικό έργο του Στάθη Κουτσούνη: "Εμβόλιμον", τεύχ. 51-52, ’νοιξη   2005, σελ.55-60
Ηλίας Κεφάλας, Στην άβυσσο της ομορφιάς: "Η Αυγή", 27/3/2005
Κούλα Αδαλόγλου, Στο κλίμα των Παραλογών: "Εντευκτήριο", τεύχ. 69, Απρίλιος-Ιούνιος 2005, σελ. 129-   131
Γιάννης Κουβαράς, Η διπλή ομηρία της ομορφιάς: "Ο Πολίτης", τεύχ. 133, Μάιος 2005, σελ. 60-61
Γιώργος Ρωμανός: "Πανδώρα", τεύχ. 17, Μάιος-Νοέμβριος 2005, σελ. 92-93
Αλέξης Ζήρας: "Κ", τεύχ. 8, Ιούλιος 2005, σελ. 113-116
Ανθούλα Δανιήλ, Στην ενέδρα της ομορφιάς. Συνολική θεώρηση της ποίησης του Στάθη Κουτσούνη  "Πόρφυρας", τεύχ. 118, Ιανουάριος-Μάρτιος 2006, σελ. 675-679
Βασίλης Ζηλάκος: "Οδός Πανός", τεύχ. 143, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009, σελ. 141
Αγάθη Γεωργιάδου: "Θέματα Λογοτεχνίας", τεύχ. 40, Ιανουάριος-Απρίλιος 2009, σελ. 293-296
Ανδρέας Παναγόπουλος, Το έμμετρο πάντα και παντού στη ζωή: "Η Καθημερινή", 20/1/2009
Σταυρούλα Τσούπρου, Βαρύ μέταλλο: "Η Κυριακάτικη Αυγή", 25/1/2009
Ντίνος Σιώτης: "Poetix", τεύχ. 1, ’νοιξη 2009, σελ. 76
Γιώργος Βέης: "Yearbook 08>09", σελ. 507
Δημήτρης Κόκορης, Υπερρεαλίζουσα υπαρξιακή λάμψη: "Διαβάζω", τεύχ. 495, Απρίλιος 2009, σελ. 51
Κώστας Κρεμμύδας, Μια κατακόκκινη παρτίδα σκάκι ή Κυψέλες γεμάτες ενοχές: "Μανδραγόρας", τεύχ. 40,   ’νοιξη-Καλοκαίρι 2009, σελ. 141-142
Νίκος Λάζαρης: "Νέα Εστία", τεύχ. 1824, Ιούλιος-Αύγουστος 2009, σελ. 153-155
Τιτίκα Δημητρούλια, Οι αναπάντεχες μεταλλαγές του καθημερινού: "Εντευκτήριο", τεύχ. 86, Ιούλιος-   Σεπτέμβριος 2009, σελ. 150-151
Γιάννης Στρούμπας, Ηδονή κι οδύνη: «Τα Ποιητικά», τεύχ. 16, Δεκέμβριος 2014, σελ. 11-12
Πόλυ Μαμακάκη: «Poeticanet», τεύχ. 22, Ιανουάριος 2015
Αλεξάνδρα Μπακονίκα: «Το Κοράλλι», τεύχ. 5, Ιανουάριος-Μάρτιος 2015, σελ. 158-160
Μάριος Μιχαηλίδης: «Ο αναγνώστης», 28/1/2015
Πέρσα Κουμούτση, Το «σώμα» στην ποίηση του Στάθη Κουτσούνη: «Fractal», τεύχ. 12, Μάιος 2015
Αλέξης Ζήρας, Το πάθος και η στωική του αναπαράσταση: «Η Αυγή της Κυριακής - Αναγνώσεις», 3 Μαΐου 2015
Θεοδόσης Πυλαρινός, «Σώμα Θυμήσου»: «Πόρφυρας», τεύχ. 156-157, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2015, σελ. 307-309
Παναγιώτης Βούζης: «Ένεκεν», τεύχ.38, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2015, σελ. 200-202
Άννα Αφεντουλίδου, Η αγωνία της γένεσης και η σαγήνη της σφαγής: με αφορμή τα Στιγμιότυπα του σώματος του Στάθη Κουτσούνη: «Νέα Ευθύνη», τεύχος 32, Ιανουάριος-Μάρτιος 2016, σελ. 124-128
Γιώργος Κοκορέλης, Στιγμιότυπα φυγής: «Poetix», τεύχ. 15, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2016, σελ. 54-59


Διεύθυνση: 

Ηροδότου 19, 111 47 Γαλάτσι
 


Έτος γέννησης:  1959
Τόπος γέννησης:  Νέα Φιγαλία Ολυμπίας
Τίτλος αποσπάσματος:  ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Κείμενο αποσπάσματος: 

Αφιέρωση

Για να μπορείς να βλέπεις με νηφάλιο μάτι
Την τρικυμία του πρωιού
Για να μπορείς ν' ακούς με ήσυχο αυτί
Τη νηνεμία του πελάγου των οχτώ μποφόρ
Για να μπορείς να εξαργυρώνεις
Τις τύψεις σου με μαχαίρι
Για να μπορείς να διακλαδίζεις την αγάπη σου
Ως την εσχάτη προδοσία

[από τη συλλογή: Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, 1987]



Χειραφέτηση

ήρθε η γυναίκα ένοχη
φουγάρο καπνίζοντας
τις τύψεις

ήρθε ματώνοντας
την αμαρτία να τρυγήσει
φτύνει την ενοχή
πλένει τις λέξεις
στο σκοτάδι τις τεντώνει
τις απλώνει στον ήλιο
να ζωντανέψει το ξεραμένο αίμα
να κερδίσουν τα πράγματα
την ελευθερία τους

[από τη συλλογή: Τρύγος αιμάτων, 1991]


Αγώι

ένας γύφτος κατοικεί μέσα μου
τα σωθικά μου εργάζεται τ' απλήρωτα
στριφώνει το πετσί με σύρμα
ακάματα σφυρηλατεί το κρέας
ατσαλώνει τα οστά

κι όταν πεινάει τρώει το συκώτι μου
κι όταν διψάει πίνει το αίμα μου
κι όταν κουράζεται στα νεύρα μου τεντώνεται

άγριο πάντοτε τον γύφτο κουβαλώ
φορτίο βαρύ

ατίμητο

[από τη συλλογή: Τρύγος αιμάτων, 1991]






Άγρα

βάδιζα μόνος στην αφηνιασμένη πόλη
φορτωμένος σκοτεινούς διαλογισμούς
οι μηχανές μούγκριζαν το πλήθος βιαζόταν
καπνοί και ομίχλη μπερδεύονταν
με κλάξον και σπινιαρίσματα

ξάφνου φρενάρει δίπλα μια μαύρη λιμουζίνα
πηδούν καταπάνω μου τέσσερις οπλισμένοι
και μόλις που προλαβαίνω στο τιμόνι
να δω θολά τον Οδηγό
με τη μορφή του αγαπημένου μαθητή μου

με κοίταζε ανέκφραστα
και το δεξί του χέρι
με τεντωμένο δείχτη
αράθυμο περίστροφο
με σημάδευε

[από τη συλλογή: Παραλλαγές του μαύρου, 1998]



Ο λαχνός

στον Αλέξανδρο Ίσαρη

καλησπέρα σας είπε σας επέλεξα
φορέστε με


περπατούσα σε κεντρική λεωφόρο
υγρό λιοπύρι στράγγιζε ακόμη
στις ύστερες ώρες του απογεύματος

ξάφνου ένα Κουστούμι
τρέχει καταπάνω μου

μα κάνει ζέστη λέω κι εξάλλου
εγώ δε συνηθίζω να φορώ κουστούμια
κι εδώ στο δρόμο πώς να σας προβάρω
με τόσον κόσμο γύρω

μην ανησυχείτε
ο κόσμος κοιτάζει τη δουλειά του
τίποτε απ' αυτά δεν τον συγκινεί
ούτε χρειάζεται να βγάλετε τα ρούχα σας
ταιριάζω στον καθένα κι όπως λάχει
όσο για τη ζέστη θα συνηθίσετε κι άλλωστε
όλοι θα με φορέσουν κάποτε

μα δεν είμαι έτοιμος
αποκρίνομαι
και πριν προλάβω ν' αμυνθώ
είχε κιόλας τυλιχτεί πάνω μου
και με στένευε απελπιστικά

τα μέλη μου μούδιασαν
κι η όρασή μου λιγόστευε ολοένα
εκείνο με πήγαινε αργά
και δεν έβλεπα πια να βουίζει
τον κόσμο της λεωφόρου
αλλά έναν κόσμο παγωμένο
στο τελευταίο κλικ
της φωτογραφικής μου μηχανής

[από τη συλλογή: Παραλλαγές του μαύρου, 1998]





Του γιοφυριού της ποίησης

χρόνια ολόκληρα πάλευα
να φτιάξω αυτό το ποίημα

ολονυχτίς το έγραφα
πρωί πρωί δαιμονισμένο
έτρωγε τις λέξεις

ώσπου κάποιο απόγευμα χτύπησε
το κουδούνι ένα ολόλευκο πουλί

αν δεν στοιχειώσεις άνθρωπο
το ποίημα δεν στεριώνει
και μη στοιχειώσεις κριτικό
μήτ' επαρκή αναγνώστη

παρά της άγριας έμπνευσης
την όμορφη την κόρη
που 'ρχεται βάζει τη φωτιά
κι ύστερα παίρνει δρόμο
κι αφήνει αποκαΐδια ένα σωρό
να τα διορθώσει ο πρωτομάστορας


είπε κι εξαφανίστηκε

κι εγώ ενεός
έμεινα ν' αντικρίζω το χαρτί
βαθιά καμάρα γιοφυριού
που μέσα γυάλιζε προκλητικά
το δαχτυλίδι

[από τη συλλογή: Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004]

Το κουκούτσι

είσαι ο καρπός που ανοίγει
και θαμπίζει άγριο
στο βάθος το κουκούτσι

ρετσίνι δακρύζει από μέσα
σταγόνα σταγόνα
στην αχόρταστη γλώσσα μου

τρίβομαι σκουλήκι
ανάμεσα σε φλούδα και πυρήνα
χώνομαι στη λάσπη τεντώνομαι

ώσπου να γίνω άσπιλο λευκό
στα σπλάχνα σου ν' ανέβω

[από τη συλλογή: Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004]

Η ανίατη

είμαι αναγκασμένος χρόνια
να συζώ με μιαν αρρώστια
ανίατη μου συστήθηκε με το επίθετό της
κι εγώ τη μίσησα αμέσως

ωστόσο κατά τις οδηγίες του ιατρού
της έκανα όλα τα χατίρια
την έβγαζα βόλτα -χωρίς να την προσέχω διόλου-
την κουβαλούσα στα γυμναστήρια
την ευχαριστεί να γυμνάζεται μου είχε επισημάνει
κι ας μου την έσπαγε εμένα
την πήγαινα στη θάλασσα
και για μπάνια τρελαινόταν
εδώ κάπως τα βρίσκαμε
μου αρέσανε κι εμένα οι παραλίες
για την ακρίβεια
γούσταρα να κοιτάζω τα ωραία ημίγυμνα κορμιά
ορθογραφίες του πελάγους
(ανάμεσα σε ανορθογραφίες είναι αλήθεια)
αλλά ζήλευε τρομερά η άτιμη
κι εκεί που γύριζα εντέχνως
μέσ' απ' τα μαύρα μου γυαλιά να απολαύσω
μ' έπιανε ξαφνικά ο σφάχτης της
και μου 'κοβε μαχαίρι
ανάσα και κέφι

μια μέρα εξοργίστηκα πολύ
πρόστυχη ή θα μ' αφήσεις ήσυχο
ή θα σε τσακίσω
την απείλησα
κουνούσε το κεφάλι και γελούσε
με την έπαρση του άτρωτου

είδα κι απόειδα κι άρχισα να την καλοπιάνω
είσαι η ωραιότερη απ' όλες την κολάκευα
τις ανίατες έστω
καθαρή καθόλου δύσοσμη δίχως αίματα
αξιοπρεπής ασφαλώς
κι αν με ξυπνάς τις νύχτες με πόνους
γίνεται για να βασανίζομαι και να γράφω
επιπλέον είσαι η προσωπική μου αλάνθαστη
μετεωρολογική υπηρεσία
με τα σήματά σου δηλαδή προτού βγω έξω
καταλαβαίνω αν έχει υγρασία ή καλό καιρό
ή αν θα βρέξει για να πάρω την ομπρέλα μου

κι έπειτα κορίτσι μου μαζί σου
κάνω κι εγώ γυμναστική
είχα κυρτώσει τόσα χρόνια
θυμάσαι πως ήμουν όταν ήρθες
νους υγιής εν σώματι μη υγιεί
ενώ τώρα περπατάω ντούρος
και μεταξύ μας
έχω αυξήσει και τις κατακτήσεις μου

και τ' όνομά σου τι τρομερό
σ π ο ν δ υ λ α ρ θ ρ ί τ ι δ α
το λες και γεμίζει το στόμα σου
γλυκαίνει ταυτόχρονα κι αγριεύει

μα και συ πια δεν πρέπει να 'χεις παράπονο
λίγες βραδιές ξενυχτάω μαζί σου
για να σου κάνω παρέα
λίγες φορές αφήνω τη σύντροφό μου να κοιμάται
κι εγώ από δίπλα να σε θωπεύω
να σου κάνω μασάζ
να κουλουριάζομαι στις άκαμπτες καμπύλες σου
να σου βογκάω ερωτικά σχεδόν
λίγες φορές με πρόσχημα το φυσιοθεραπευτήριο
ξεφεύγουμε απ' το σπίτι πίνοντας
στα μπαρ οι δυο μας σαν ζευγάρι
κι εξάλλου ξέρεις πως αν δεν ήμουν
πουριτανός και φοβητσιάρης
θα κυλιόμαστε παθιασμένα κάθε βράδυ στο πάτωμα
αψηφώντας τη γυναίκα μου

νομίζω μωρό μου πως
την έχω πατήσει μαζί σου
έτσι όπως με οδηγείς ανεπαίσθητα
σε βάθη άγνωστα του εαυτού μου


[από τη συλλογή: Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004]



Εγκώμιον

αστραφτερό και ανοξείδωτο υψώνεσαι
ευθυτενές στο τοπίο της κουζίνας
ανεντοίχιστο και ανεξάρτητο
ψύχραιμο απέναντι στη θερμότητα
των ηλεκτρικών αδελφών σου
ό,τι περισσότερο σ' εσένα θαυμάζω
είναι ο τρόπος που εκφράζεσαι
διακριτικότατος σε σχέση
με τη θορυβώδη και οχληρή
φλυαρία του απορροφητήρα
κλάμα βουβό μοιρολόι
μακρόσυρτο για τα φονικά
που συντηρείς στην κοιλιά σου

ίνοξ απέριττο του φονιά οπτασία
του σφαγμένου ζώου η τελευταία
ανώφελη ελπίδα
ίνοξ πανέξυπνο πολυδύναμο
(όχι όμως και παντοδύναμο)
συγκοινωνούντα δοχεία τα κρανία μας
κρύβεις κι εσύ στα βάθη του εγκεφάλου σου

κυψέλες γεμάτες ενοχές

[από τη συλλογή: Έντομα στην εντατική, 2008]


Τα κουνάβια

μπαίνω στο σπίτι εξαντλημένος
τα εκσφενδονίζω ανάμεσα στις πολυθρόνες
κι απλώνομαι στον καναπέ να ξανασάνω

είναι ζεύγος αχώριστο
τα χαζεύω και σκέφτομαι
με ισόβιον όρκο συμβίωσης
όσο κι αν με κουράζουν ενίοτε
με προστατεύουν κιόλας ασφαλώς
κι όπως εκτός υπηρεσίας
παίρνουν τις πόζες τους
φωτογράφους εμπνέουν και ζωγράφους
αλλά και ποιητές ακόμη

έτσι καθώς επίμονα τα κοιτούσα
με κοιτούσαν κι εκείνα
και το πρόσεξα που άρχισαν να χαλαρώνουν
και να σκαρφαλώνουν δειλά στις πολυθρόνες
κι ώσπου να αγχωθώ
μη μου λερώσουν τα καλύμματα
μήτε που κατάλαβα πώς οι σπίλοι μου
απολεπίζονταν και ιδρώτας
μ' ένιβε εξαγνιστήριος όταν
ακαριαίως έγιναν κουνάβια
και λάκισαν απ' το παράθυρο

τα παπούτσια μου

[από τη συλλογή: Έντομα στην εντατική, 2008]


Καταβύθιση

έβγαλα βόλτα σήμερα
την κόρη μου στο πάρκο
την κρατούσα απ' το χέρι και προχωρούσα
στην παιδική χαρά με τις κούνιες
τις τσουλήθρες τις τραμπάλες τα μονόζυγα

τι συνέβη τώρα κι έγινε
η κόρη μάνα μου κι εγώ
το παιδί που την άρπαζα
απ' το φουστάνι κι έτρεμα
να μη μου φύγει και τη χάσω
ποτέ δεν το κατάλαβα αναγνώστη

έτρεμα μόνο ελάφι στο δόκανο
κι απ' την πολλή την ένταση
να τρέξει ο χρόνος
να γλιτώσω από τον τρόμο
έγινα γέροντας
και δίπλα η κόρη μου γυναίκα πλέον
να με βαστάζει από το μπράτσο
βόλτα πηγαίνοντάς με στο πάρκο
σακάτη από τα γηρατειά

κι η τρομάρα του παιδιού
είναι αλήθεια μου πέρασε
γιατί εκεί που έφτασα
δεν είχα τίποτα πια να χάσω

μ' αδράχνει τότε ακόμα πιο μεγάλος τρόμος
-που δεν είχα τίποτα πια να χάσω-
πολύ μεγάλος τρόμος αναγνώστη
τόσο μεγάλος και βαρύς που γλιστράω
από της κόρης μου το χέρι
και βουλιάζω
βουλιάζω μες στην καταπράσινη
τη χλόη του πάρκου

[από τη συλλογή: Έντομα στην εντατική, 2008]


Αυτοπεποίθηση

κοιτάζω έξω απ' το παράθυρο
του διαμερίσματός μου

στις ταράτσες η βλάστηση
έχει φουντώσει για καλά
δέντρα μεγαλόκορμα
με εβένινο φύλλωμα ψηλά
σαν καμινάδες που καπνίζουν
πλήθος βλαστοί ευθυτενείς
με παρακλάδια και ροδάμια
όπως κεραίες τηλεόρασης
θάμνοι πλατύφυλλοι σαν ηλιακοί
αμπελώνες γεμάτοι καρπούς
όπως απλώστρες με εσώρουχα
και περιστέρια σαν μανταλάκια
καμουφλαρισμένα κοτσύφια και τσίχλες
σπουργίτια και κοκκινολαίμηδες

πίνακας κρεμασμένος στο στερέωμα
το αστικό δάσος
τέλεια καθηλωμένο
τέλεια στατικό
μακάριο και χωρίς
ανασφάλειες και φόβους

και προπάντων χωρίς
τον τρόμο της πυρκαγιάς

[από τη συλλογή: Έντομα στην εντατική, 2008]

 

Το πρώτο δώρο

 

Την ίδια στιγμή γεννηθήκαμε

απ’ την ίδια μαμή που σ’ ακούμπησε

πάνω στο σώμα μου δώρο

 

ποτέ δεν σ’ αποχωριζόμουν

σε έλουζα σε τάιζα

σ’ έπαιζα και σε χάιδευα

κι ας γρατζουνούσες τη σάρκα μου

τα βινύλια τα βιβλία τα χαρτιά μου

 

σαν να σε κληρονόμησα

με υποχρέωση ισόβιου δεσμού

 

κι αν σ' αισθανόμουνα ενίοτε

ανεπιθύμητο κατοικίδιο

τόσο σε είχα συνηθίσει

τόσο ακαταμάχητο

ένιωθα το γουργουρητό σου

που ούτε καν ο αδαής διέκρινα

 

το νύχι σου που ωρίμαζε

 

 

Η γυάλα

 

Κοιτάζω ολόγυρα

ψάρι μέσ’ από τη γυάλα

 

ο κόσμος έξω ακατανόητος

ένα γυαλί το σύνορο

και πώς να ημερέψει το εύθραυστο

όταν από παντού καραδοκούν

χέρια και πέτρες

 

μα εγώ ξεγελιέμαι

στου νερού τη σιγουριά

συνυπάρχοντας με τον άλλο κόσμο

κι ας ξυπνάει εντός μου

τον τρόμο του αέρα

έτσι που μ’ αγκαλιάζει απατηλά

 

απατηλά και σφιχτά

ολοένα και πιο σφιχτά

που θα σπάσει εξάπαντος το γυαλί

 

 

Η αφαίρεση

 

Με συνεπαίρνει πάντοτε η αφαίρεση                                                         

τρόμο γεμάτη και συνάμα ομορφιά                                   

πράξη νουάρ που καθηλώνει                       

όλο και με περισσότερο σασπένς                       

 

καθώς ο αφαιρετέος                                                                                                           

αυξάνει καθημερινά

πλησιάζοντας την άγνωστη                                    

τιμή του μειωτέου                                               

η διαφορά καλπάζει στο μηδέν                          

                                       

που ξάφνου σε γραπώνει στη θηλιά του

 

            

Τα κέρματα

 

Πατέρα φωνάζω

τι γυρεύεις εκεί πάνω θα πέσεις

 

ξαπλωμένος ψηλά απ’ το κρεβάτι στο κενό

με μάτια άκλειστα κοιτώντας το ταβάνι                                              

και τα χέρια να ψάχνουν τις τσέπες του

 

μη φοβάσαι μού λέει

και τι να κάμω

πια φόρτωμα οι μέρες μου βαρέθηκα

 

κατάπιε τη μιλιά του σκυθρωπός

μα ξαφνικά η όψη του φωτίζεται                                                                      

κι όπως τότε που ήμουν παιδί                                                  

μη με χασομεράς

με μαλώνει τρυφερά                                                                       

δεν έχω τώρα καιρό                                                                       

 

σώπασε κι εξακολούθησε ατάραχος                                               

να ψαχουλεύει επίμονα τις τσέπες του                                    

ώσπου θολωμένος                                               

με άδραξε απ’ το μπράτσο                                   

 

γιε μου μού σώθηκαν όλα

μήπως σου βρίσκονται κέρματα για τα διόδια                                               

 

[από τη συλλογή: Στιγμιότυπα του σώματος, 2014]


E-mail:  kutsunis@otenet.gr
Website:  www.koutsounis.gr