Με τρυφερότητα και χωρίς προσμονή, Εκάτη, Αθήνα 1987
Παράλειψη
Η λογική, ΄ένα δέντρο με μεγάλη σκιά
Μας μάθαν να το φυτεύουμε
να το ποτίζουμε
να το φροντίζουμε
λες και πρέπει συνεχώς ν’ απλώνεται.
Καμαρώνουμε τ’ ανάστημά του
απολαμβάνουμε τη σκιά του
και καυχιόμαστε.
Όμως η αναζήτηση μας καθηλώνει
τίποτα δε φυτρώνει κάτω απ’ αυτό,
τα μικρά λουλούδια τα πολύχρωμα
χαθήκανε,
αποκοιμήθηκε ο τόπος ο άλιαστος,
νότισε, πέτρωσε και δεν κάρπισε.
Δε μας μάθαν να την κλαδεύουμε
τη λογική,
κι’ έτσι δε φτάνει φως στις ρίζες.
Με μια σταγόνα, Θερμαϊκός, Θεσσαλονίκη 2019
»Το Χλιμίντρισμά του αλόγου σου ήταν το σήμαντρο για την άφιξη σου. Ένας κόμπος μου έσφιξε τον λαιμό. Πώς να στο πω ότι είμαι εδώ, πώς να στο πω ότι σε θέλω, πάντα σε ήθελα. Κρύφτηκα πίσω απ’ το κορμί του αλόγου σου και περίμενα. Τότε κατάλαβα πως σιγά σιγά ήθελα να γίνω όπως εσύ, γνωρίζοντας και αγαπώντας τα δικά σου πράγματα. Αγαπάς ό,τι γνωρίζεις κι εγώ αρνήθηκα να τα γνωρίσω όλα αυτά τα χρόνια.
»Τώρα όμως ξέρω. Τις λίγες μέρες που σε περίμενα, συνάντησα ανθρώπους αληθινούς, όπως εσύ, κι άρχισα να σου μοιάζω. Κοίτα, έχω αλλάξει, δεν είμαι ποια η Ελέκτρα, είμαι η Χουάνα, η μικρή που εσύ αγαπούσες και ακολούθησες, μέχρι που έχασες την ψυχή σου».
Ο μονόλογος τελείωσε. Ο Χοσέ δεν είπε τίποτα. Άφησε τη μουσική της φωνής της να του χαϊδεύει το πρόσωπο και καθώς ο ήλιος πρόβαλε το μέτωπό του στο βάθος της πεδιάδας, γύρισε ανακουφισμένος προς τη μεριά της, την αγκάλιασε τρυφερά, της σήκωσε τη φούστα και της ψιθύρισε:
«Εδώ ο τόπος είναι γόνιμος».
Τέσσερα σημεία στον ορίζοντα, Εκάτη, Αθήνα 2022
Χωρίς μπαστούνι
Το δάκρυ ξέφυγε
μα χώθηκε στις μεγάλες τσέπες
της ηλικίας
ενώ η αραιή ακοή επιτρέπει
την αντικατάσταση του θορύβου
με ερωτόλογα.
Είναι γριά
και όπως περπατάει χωρίς μπαστούνι
νομίζεις πως στηρίζεται στις αναμνήσεις.
Το παλτό, Εύμαρος, Αθήνα 2023
Μ’ έπιασε άγχος , σαν να ήμουν πάλι κατηγορούμενος, και, χωρίς να απαντήσω σε κάτι που ο συνταξιδιώτης μου με ρώτησε, έφυγα γρήγορα και κρύφτηκα πίσω από μια σωστική λέμβο, στην άλλη άκρη της κουβέρτας. Ανάσανα, μα η ρωγμή είχε γίνει και μπήκαν πάλι οι θύμησες φρέσκες φρέσκες.
«Θα ήταν πολύ ακριβό τίμημα όσο κι αν το παλτό ήταν πολυτελείας», σχολίαζαν κάποιοι μετά τη δίκη. Η ώρα είχε περάσει, τα ευχαριστώ σε όλους που βοήθησαν είχαν περισσέψει, όταν εμφανίστηκε στο καφέ ο ιδιοκτήτης καθηγητής με το ολοκαίνουργο παλτό στο χέρι. Μ’ έπιασε πανικός. Σηκώθηκα και θέλησα γι’ ακόμα μια φορά να του ζητήσω συγνώμη. Εκείνος με ύφος σοβαρό ακούμπησε σε μια καρέκλα δίπλα μου το παλτό, άπλωσε το χέρι του σε χειραψία και μου μίλησε σχεδόν με τρυφερότητα: «Κράτησέ το, είναι το δώρο για τη διδακτορική σου διατριβή. Ρώτησα και έμαθα πως θα αριστεύσεις»
Χωρίς να περιμένει τη συγνώμη μου, έφυγε σαν άρχοντας. Κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Πήρα στα χέρια μου το παλτό και έτρεξα πίσω του: «Θα κρυώσετε, κύριε καθηγητά!» του φώναξα, μα εκείνος χαιρέτησε σηκώνοντας το δεξί του χέρι και απομακρύνθηκε χωρίς να στραφεί. Γύρισα. Στο τραπέζι μας με το παλτό σφιχτά στην αγκαλιά, σαν να κρατούσα ό,τι πιο πολύτιμο, που ήθελα να το έχω πάντα σαν φυλαχτό.
Η Βελονίτσα, Εύμαρος, Αθήνα 2024
Σ’ αυτό το μοναχικό περίπατο είδε από μακριά, στη μέση του πουθενά, κάποιον να κάθεται καταγής. Όταν πλησίασε είδε μια πανέμορφη κοπέλα που προσπαθούσε να βγάλει από το πόδι της ένα μικρό αγκάθι.
Το μεγάλο και ωραίο αγκάθι είδε πως έχει η κατάσταση και χωρίς να ρωτήσει, με μια μικρή κίνηση, την απάλλαξε από το μικρό πειραχτήρι. Εκείνη το ευχαρίστησε, κι απλώνοντας το χέρι επάνω του το ρώτησε: «Τι θέλεις να σου χαρίσω για τη γιατρειά; Τώρα δεν πονάω και μπορώ πάλι να περπατήσω».
Εντυπωσιασμένο το αγκάθι από την ομορφιά της, της είπε: «Θέλω να γίνω όπως εσύ». Όμως εκείνη στενάχωρα του αποκρίθηκε: «Αγκάθι μου, εγώ είμαι Νεραΐδα και δεν νομίζω πως μπορείς να γίνεις όπως εγώ. Καλύτερα να γίνεις κάτι που να σου ταιριάζει, να γίνεις βελονίτσα. Έτσι θα νοιώθεις χρήσιμη, θα είσαι πάντα του κουτιού, οι άνθρωποι θα σ’ έχουν κάποιες φορές ανάγκη, θα σε κρατούν στα χέρια τους προσεκτικά, γιατί θα ξέρουν πως αν σου φερθούν απρόσεκτα θα τους τρυπήσεις».
ΛΕΞΕΙΣ, άγνωστες – δυσνόητες - ξεχασμένες, στην Οδύσεια του Ν.Καζαντζάκη, Εκάτη, Αθήνα 2024
Η λατρεία του Καζαντζάκη για την ελληνική γλώσσα ήταν αστείρευτη. Τον απασχολούσε κάθε ξεχασμένη ή περιφρονημένη λέξη κυρίως από τους αστούς και τα μέσα ενημέρωσης, έντυπα ή ραδιόφωνο, ενώ πίστευε πως κάθε λέξη που χάνεται, ισοδυναμεί με πραγματικό θάνατο με όλη τη θλίψη που προκαλεί.
Δεν ήταν μόνο η αγάπη του για τη συντήρηση στη ζωή όλων των λέξεων. Δεν αρκείτο μόνο σε αυτό. Δημιουργούσε καινούργιες με το γλωσσοπλαστικό του ταλέντο, ανάλογα με τη σημασία και τη μουσική τους.
Στις 28 Μαρτίου του 1945, γράφει στον Ιωάννη Θ. Κακριδή: «Τρελαίνομαι για κάθε ζωντανή λέξη της δημοτικής, τη λυπούμαι, θέλω να την τοποθετήσω σ’ ένα κείμενο να μη χαθεί».
Ερωτευμένος Χάροντας, Οίστρος, Αθήνα 2025
Αυτό που τώρα προσπαθώ, αν με βοηθά δεν ξέρω,
Είναι να απολογηθώ, κοντά μου να σας φέρω.
Δεν είμ’ εγώ ο εκτελεστής, άλλος δίνει τη διάτα,
εγώ είμαι ο δουλευτής, που συναντάς στη στράτα.
Ποιος είν’ της κλίκας αρχηγός, εμένα μη ρωτάτε,
μ’ ούτε κι εσείς το ξέρετε και να με συμπαθάτε.
Ήθελα τούτα να σας πω , δείτε τα με συμπόνια,
Ανάγκη έχω το χωριό, διώξτε την καταφρόνια.
Σε μένα δίνουν εντολές, τις βγάζω όλες πέρα
Κι αν δε την κάνω τη δουλειά, θα μείνω στον αέρα.
Κι όταν τελειώνω, είμαι εγώ ένας καλός εργάτης,
Που τη δουλειά την έκανε σωστά με τη σειρά της.
Τώρα βαθιά, στα σωθικά, μαρτύριο μόνο μόνο σέρνω,
Πρώτη φορά ερωτεύτηκα και δεν τα καταφέρνω.
Πλήξη στον Παράδεισο, Υπό έκδοση, Σμίλη, Αθήνα 2026
Μερικές φορές όταν με βρίσκει να κοιτάζω έξω από το παράθυρο, έρχεται, ακουμπάει τα χέρια της στους ώμους μου και τότε ακούω πεντακάθαρα τις φλέβες της να κυματίζουν σαν μέσα τους να κολυμπούν όνειρα που χάθηκαν και απεγνωσμένα ψάχνουν ν’ αράξουν σε μια παραλία. Άλλες φορές, όταν φοβάται το παρελθόν που τη βασανίζει, φεύγει με μια βαθιά ανάσα κι απομακρύνεται με θόρυβο, σα να θέλει να διώξει δαίμονες και αερικά.
Το ατύχημα, σκέφτομαι συχνά, μου στέρησε πολλά πράγματα. Μου χάρισε όμως τους μονολόγους της γιαγιάς και κάποιες ικανότητες, που δεν θα είχα αν δεν βρισκόμουν σταθερά στην ίδια θέση.
Επίμονα κοιτάγματα, προσήλωση σε κάθε λεπτομέρεια, ακούσματα θορύβων, ακόμα κι εκείνων που περνούν απαρατήρητοι, και μυρωδιές, που μόνον ειδικοί μπορούν να εντοπίσουν. Ένας άλλος κόσμος τόσο μικροκαμωμένος και τόσο πλούσιος, που δύσκολα μπορεί να το φανταστεί κάποιος που περπατάει. Κι ακόμα η μοναξιά μου χάρισε φαντασία που μαζί της ακούω και βλέπω άλλο κόσμο υπαρκτό μόνο για μένα.
|