ΚΟΥΣΑΘΑΝΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ


19/03/21

Τα τρία φρέατα[*]

Φυραίνει ο τόπος ολοένα
χωματένιο σταμνί.

         ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

 

Τα «τρία φρέατα» τα πασαλειμμένα σήμερα από το λούσο, τα ταπεινωμένα Τρία Πουάδια, δεν είναι τρία, αλλά ένα τρισυπόστατο σαν την Εκάτη, την Αθηνά και την Αγιά Τριάδα. Βαθύ και μακρύ, με τρία στόμια στη σειρά, χτισμένο από το Κοινόν της Νήσου στις αρχές του 18ου αιώνα για να εξυπηρετιέται εύγοδα κι ανέγκαστα ο έξω από το Κάστρο κόσμος, ένα πηγάδι, αλλά τρία στόμια, όπου κάθε των Φώτων γίνεται στο μεσαίο ο αγιασμός, για να ’ρνέψει την αγκούσια των υδάτων, πηγαδίσιων, ποταμίσιων και θαλασσινών, αλλά και να φέρει την καταλλαγή στων ανθρώπω τις αμάχες. Και όπου ο Αδιάσκελας, ένας κολοσσός κύκλωπας, βουβός τώρα πια κι άφαντος εγκαταβιώνει στα βάθια. Φανερωνόταν τα μεσάνυχτα, που ήταν δικαιωματικά η ώρα της επικράτειας των ζωντικών πριν τούς την κλέψουν κι αυτήν οι αχόρταοι ζωντανοί κι έκανε ανεμπόδιστος τις ευτράπελες αντραγαθίες του. Πιο άκακο και χωρατατζίδικο ζωντικό δεν ύπαρχε, αφού το μόνο χούι του ήταν να ανεβαίνει στα δυο ακριανά πηγάδια και να σε βάζει με το ζόρι να περάσεις κάτω από τα θεόρατα σκέλια του.

Τα πότνια Τρία Πουάδια, τα πολιούχα, στεριωμένα, όπως τα γιοφύρια, με γαίμα και νιάτα, πλεγμένα συναμετάξυ τους σαν τις κοτσίδες κοπελούδας, με αόρατες στο ανθρώπινο μάτι υπόγειες αψίδες και τόξα, βαστούνε γερά τη στέη –σε εκατό ανεβάζει τα δοξάρια με το γνωστό μπερκετιλίκι της η παράδοση– και ξεδιψούσαν από νερό και έρωντα για αιώνες τον πληθυσμό της Χώρας. Στερεμένα πια απ’ τα συναπαντήματα, που καταλήγανε σε γαμήλια ζέφκια, αλλά κάποτε και σε αποτυχημένα προξενιά ξαιτίας της διαφωνίας των γονιών για την προίκα, πομείνανε σαν όλα τα ανθρώπινα άδεια από την πλησμονή της γλύκας και με ελπίδα μόνη ένα διαβατάρικο όνειρο αφήνοντας πικρό, πικρότερο κι απ’ τον ντελβέ του καφέ, το κατακάθι του χωρισμού, της στέρησης και της νοσταλγίας ανακατεμένο με τη γλύκα από το απατηλό ζερμπέτι της προσμονής. Στερεμένα, τέλος, κι απ’ το δροσερό νερό τους πομείνανε μοναχά με την αποφορά του βούρκου. Μια μισοτελειωμένη μαρμαρένια επιγραφή στο φιλιατρό τους ιστορεί τα καθέκαστα του νησιού. Κόσμος πάει κι έρχεται, ανθρώπινα κοπάδια περνάνε, κανείς δεν σκύβει να διαβάσει την επιγραφή, αλλά κι αν την εδιάβαζε, τι θα καταλάβαινε; Μήπως δεν το ’πε ο ποιητής;

Κατάργησαν τα μάτια τους· τυφλοί.
Μάρτυρες δεν υπάρχουν πια, για τίποτε.

Και που τα ’χομε, τι τα κάνομε τα μάτια; Τυφλοί. Τι τα κάνομε τ’ αφτιά; Κουφοί. Τι την κάνομε την καρδιά; Άκαρδοι. Ανάγκη πάσα να καθαριστεί το φρέαρ, μήπως και ξαναβρεθεί η ανάβρα του νερού, ο ξεχασμένος κόσμος, όπου το πολύ βρισκόταν στο ολίγο και το ολίγο ήταν κιόλας πολύ, αυτό ήταν το νόημα της ζωής εκείνου του καταβυθισμένου κόσμου, που τον σάρωσε η λεηλασία των μοδέρνων καιρών.

  «Κωμόπολις ανυπεράσπιστος, της οποίας ο τυχών δύναται να καταστεί κύριος», λέει στα 1699 ένας Γάλλος φλάρος. Η ουσία από τότες δεν άλλαξε, μόνο η ορθογραφία, το νησί χαλασμένο, κουρσάροι το γλεντούν, ύαινες το πρακτορεύουν, πατρίδες, ζωές, όλα πραμάτειες κι η ερώτηση δύσκολο να απαντηθεί. Πώς μαθαίνουν οι ψυχές να μπαίνουν ενέχυρα, πώς κατασταίνεται ο καθαείς σ’ έναν τόπο κύριος; Άμα δεν επρόσεξες, εύκολα κατασταίνεται ο καθαείς κύριος…

[*] Απόσπασμα από τη μυθ-ιστορία του Π.Κ. Ασύνταχτα μένουν τα δύσκολα, Ίνδικτος 2016.

Δείτε επίσης


ΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

ΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

03/12/17
Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2016 απονεμήθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής από το Τμήμα Γραμμάτων, Βιβλίου & Ψηφιακού Περιεχομένου της Διεύθυνσης Εφαρμογής Πολιτιστικής
Μια βραδιά αφιερωμένη στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Μια βραδιά αφιερωμένη στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

21/02/20
-Υπό την αιγίδα της Εταιρείας Συγγραφέων-   Στον ουρανό τoυ  τίποτα με ελάχιστα… Μια βραδιά αφιερωμένη στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ Τη Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου στις