ΓΙΑΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ
Ι.
Γάλα και αίμα μαυρίζουν
από τη στάχτη εκείνων
που φύγαν πριν προλάβουν.
Παρά τα αντιθέτως,
ο απών και ο νεκρός διαρκώς απομακρύνονται.
Ό,τι κάηκε είναι
περίληψη και σύντμηση που σκορπίζουν
το ψέμα και το άδικο
(το άδικο είν’ ελαφρύτερο του αέρα)
το ψέμα είναι βαρύτερο απ’ την πλάνη,
σκόνη γυαλιού
που ματώνει τη σάρκα -
η περιφρόνηση του χτες
αλάτι στην πληγή.
Τήνδε θρυαλλίδα εξέθρεψαν
από βλαστάρι
εν γνώσει τους οι ανόητοι
διό και ανωφελές να επανέλθωμεν -
το δέντρο σπάζει, δε λυγίζει.
Εσύ δες τώρα
τις λέξεις που έγραψες
σε ποιόν κανόνα υπακούουν: όλες
μια στιγμή πριν από την αλήθεια στρίβουν
όλες
μια στιγμή πριν απ’ τη γέννηση
δεν δίνουν
μια πεταλούδα από τη νύμφη
αλλά μια νύμφη καταδικασμένη
να γεννά άλλες νύμφες.
Τουλάχιστον προσπάθησες. Αρκεί;
Ή κυνηγούσες τον ανθό της πικραλίδας;
Δεν είναι η ίδια η λέξη
παρά μόνο
το αγκομαχητό της που μπορεί να τη σώσει
και για λίγο -
πως κάτι άλλο ήθελε να πει
από αυτό που είπε.
Το κουκούλι κρύβει
σε ατλαζένιο νήμα
ένα μικρό κορμί που αρνείται να μεταλλαχθεί
ανάπηρο απ’τα ψέματα
το απόθεμα σκορπίζεται -
στάχια κομμένα, βλέπεις,
πολλοί
ασύμπτωτοι ορίζοντες
δεν οδηγούν πουθενά.
Γι’ αυτό,
η ποίηση δεν μπορεί
να πει την αλήθεια
δεν είναι εκεί -
ούτε Είναι.
ΙΙ.
Ταμ ταμ ταμ τουμ τουμ τουμ ταμ
η βροχή στον τενεκέ
τι θλίψη
χρειάζονται μάρτυρες για ν’ αποδείξουν
ότι βρίσκονταν εκεί
ενώ και όσο
η ταχύτητα του χρόνου ακυρώνει
το ερώτημα ποιός είμαι
[γραμματοσειρά μυρμηγκιού].
Περνούν οι κουφιοκέφαλοι ταρατατζούμ
συγχώρησε
στριμώχνονται να δούνε τη χορεύτρια με το ένα πόδι
κάτω απ’ την τέντα
ο γλάρος περιμένει στο περβάζι
μισή ντομάτα στο πιάτο μια ελιά
περιμένουν
το σύμπαν γελά
περιμένει
την κίνησή σου
έστω εφαπτόμενη με την αλήθεια
την ειλικρίνεια την αποδοχή
την παύση την σιωπή - ματαίως.
Ω ξειν’ αγγέλειν
το κλητήριον θέσπισμα
[προτίμησε τα ρήματα που με σαφήνεια πράττουν]
μην υπόσχεσαι, όρκος
χρέη καθεύδει
μην περπατήσεις ανάπηρος
σαν ασεβής
επαίτης σεβασμού
[η αχαριστία προβάλλει δειλά σε λίγο
θα μεταμορφωθεί σε θύελλα]. Φύγε
την ταπείνωση.
Το αναμενόμενο όφελος ωχριά
ανάμεσα σε τόσες λέξεις
που καταλήγουν σκόνη
ογκόλιθοι, πέτρες που τρίφτηκαν σαν άμμος
κι ας έρχονται πάλι -
άμμος είναι. Βεβαίωσε
αυτά που λες (δικά σου).
Το πριν και το μετά
συγχέονται, το κενό
σκύβει από πάνω
η ματαιοδοξία κι η μετάβαση
αφανίζουν το σκοπό
ο μάντης προσεύχεται
σφίγγει κι υψώνει
τα πράσινα χεράκια
προς εκεί,
όπου
ένας χλωμός
σακατεμένος ήλιος
δεν θέλει ν’ ακούσει ούτε να σώσει.
Η συγκοπή επέρχεται ενίοτε αποτόμως -
η αποτυχία γίνεται επιλογή
[εσένα διηγείται, αλλά]
Ο ΓΚΑΣΤΟΝΕ ΦΤΙΑΧΝΕΙ
Γιατί το καφέ ονομάζεται καφέ
ενώ τα δέντρα είναι πράσινα
[το δάσος είναι ατύχημα]
σκληρή κι αδιάφορη συχνά η ποίηση
για τη συνέχεια και τη σχέση των πραγμάτων
ονοματίζει δεν ορίζει, μάθε το.
Μόλις
βλέπει τα δύσκολα ο Γκαστόνε φτιάχνει
τη μέρα και την τύχη του:
με το μολύβι άπλετο φως
χύνεται περίτεχνα
απ’ το κάρβουνο και χρωματίζει
το λευκό χαρτί.
Εσπέρας το ανάγνωσμα, ο δεξής ψάλτης όταν έσβηναν τα μανουάλια
έκλεβε απ’ το παγκάρι κέρματα και λέξεις
το εικόνισμα τον ξέρει από μικρόν
παπαδοπαίδι όταν του έγερνε
το εξαπτέρυγο και σκουντουφλούσε από τη νύστα.
Πρέπει να δεις γιατρό για τα μάτια σου
είπε τον Τζαίημυ ο Έζρα –
για την αρρώστεια των ματιών υπάρχουν
πολλές εκδοχές
θα γράφεις άλλα απ’ αυτά που βλέπεις – πρόσεξε
το τρένο για το Σιρμιόνε από το Ντεσενζάνο.
Βάζε τις λέξεις και τα χρήματα στον τόκο –
ποίημα είναι από μόνος του ο τίτλος,
όπως
ο Εμπεδοκλής και τα πέρατα του λόγου, όχι
τα σοβαροφανή συμπεράσματα
la vida vale nada κλπ.
Ο κόσμος γέμισε πλαστογράφους του έρωτα
κι όσο περιπατούν
την προκυμαία των αγγέλων,
η λίμνη
το γυρνάει σε βάλτο απ’ την ακινησία
και την ασημαντότητα
[κάμποι απλώνονται κάτω απ’ το νερό]
βρίθει βατράχων με μονότονα τραγούδια –
γεγονός πικρό
άμα και ατυχές
πολλώ δε μάλλον όταν τούτο δύναται να συμβή παρ’ ημίν.
Ήτοι, η φλόγα τρέχει κουφή μα βιάζεται
ασυμφιλίωτη
όλα να τα πάρει.
Ο μετρονόμος
βραδύνει το χτύπο του,
το αυτοκίνητο
διασχίζει αθόρυβα
λιβάδια μ’ ελιές,
το αίμα φεύγει από τις αρτηρίες αλλά επιστρέφει
από τις φλέβες στην καρδιά.
ΑΓΡΟΙ ΤΩΝ ΑΓΡΩΝ
Γνωρίζω τι θέλεις να σου πω
Τα τρία κυπαρίσσια που υψώνονται μισοπέλαγα
Το σκούρο πράσινο στο σκούρο μπλέ
Μουτζούρα
Είναι σημάδι
Πως έφτασε η στιγμή
Ο ήλιος χάθηκε στα μαύρα μάρμαρα
Η βροχή όλα τα ξεπλένει
Κι ο απελπισμένος
Κάποτε βρίσκει βράχια να τη ρίξει –
Ας περάσουμε τώρα στη βεράντα όπου περιμένει
Η αλήθεια ο κατακλυσμός ένα καμπάρι
Οι αγροί των αγρών δεν υπάρχουν αγαπητέ
Η ζωή είναι μια παραίσθηση κύριε Μπλουμ όπως κι η ποίηση
Είπε και τίναξε με την άκρη του κόκκινου νυχιού
Τη στάχτη του τσιγάρου
Αυτός δεν έδινε δεκάρα
Δεν έβλεπε την ώρα πώς
Θα τη ρίξει στο κρεβάτι
[και όλ’ αυτά για μια ροκάνα]
Αγάντα ναύτη, φώναξε κάποιος
Απ’ το παράθυρο του τρίτου στο χοντρό
Που προσπαθούσε
Να σπρώξει την κλειδωμένη πόρτα
Κάθε φύλλο είναι κλειδί και κάθε κλειδί φύλλο
Σε μια νύχτα γερνάει το κορμί
Και πέφτουν τα κλειδιά του
Κίτρινα φύλλα
Από τη γη μ’ ένα αέρι
Γίνονται πράσινα ανεβαίνουν και γεμίζουν τα κλαδιά
Τόσο,
Που δε χωράνε τα πουλιά και φεύγουν πούλβερη
Βαριανασαίνει ο γατόπαρδος του Lampedusa στον κήπο
Το σπίτι φθείρεται απ’ τους κισσούς
Τ’ αλλάξαμε όλα για να μην αλλάξουν μα δεν πέτυχε
Φλογίζεται το δάχτυλό μου στα χείλη σου δέσποινα
Και φτερουγίζει η καρδιά να πεταχτεί απ’ το σώμα
Κι εκείνο, δες
Με χέρια
Σ’ έκταση κι έκσταση
Υψώνεται στους ουρανούς και πέφτει
Μια αιθέρια αυλαία
Σαν εξομολόγηση ευνοϊκή
Για όλους
Να μη σε νοιάζει που έφυγε
Το μαύρο άλογο αγάπη μου
Δεν θα σε έπαιρνα ποτέ μ’ αυτό
Α, εσύ κι εγώ τη σωστή στιγμή
Πριν γίνουμε ένα
Αλλά και πάλι
Ξέφτια αγάπης
ΑΝΑΠΟΛΩ
Αναπολώ καθήμενος στο deux Magôts
Τη βλέπω την αγάπη μου από μακριά
Ακίνητη μοιάζει να μην ξέρει – ούτ’ εγώ
Αν στέκει αν έρχεται ή αν φεύγει
Διστακτική
Μια τελεία
Στο σβήσιμο του δρόμου
Όπως κι η αλήθεια
Δεν διακρίνεται
Κι η αμφιβολία λούζει
Το στέρνο και το πουκάμισο
Με ιδρώτα
Η επιστροφή
Επιθυμεί την επανάληψη
Αλλά
Με διορθώσεις
|