ΚΟΤΙΝΗ ΘΕΩΝΗ


ΚΟΤΙΝΗ ΘΕΩΝΗ

Σπούδασε κλασική φιλολογία και θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος. Ζει μόνιμα στην Αθήνα.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΘΕΩΝΗ
Επίθετο:  ΚΟΤΙΝΗ
Εργογραφία: 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Μικρογραφία ( Πλανόδιον, 1999)
Αθώα τη νύχτα (Πλανόδιον, 2003)
Ανίδεοι πάλι (Πλανόδιον, 2006)


Διεύθυνση: 

28ης Οκτωβρίου 62,
124 61 Χαϊδάρι


Έτος γέννησης:  1967
Τόπος γέννησης:  Μυρσίνη Ηλείας
Τίτλος αποσπάσματος:  ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Κείμενο αποσπάσματος: 

ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ (Πλανόδιον, 1999)

Σέριφος

Μέρες του Ιούλη
ζεστά ακουμπισμένες μες στη νύχτα
υδρόβιες του ήλιου ανάσες σπάταλες στη χειρονομία
μα εγώ μιλώ για το άλλο φως
αυτό που σπάνιο κι ακριβό χαράσσει
τις καστανές γραμμώσεις της ξερολιθιάς
σε ένα μικρό θαλασσινό ακρωτήριο
ή όταν πάλι με κόπο ανεβαίνεις το χαμηλό βουνό
σφυρίζοντας πίσω σου το Αιγαίο σε ένα γαλάζιο υπέρηχο
ολόκορμος μέσα στο λιοπύρι
κι ακούς σαν να 'ναι από άλλο σώμα την ανάσα σου
ασκός που βάρυνε με τον αέρα
εκεί για λίγο στέκεσαι
κι απλώνεις μάτια λαγαρά στα ξεραμένα αγκάθια
διψασμένο το χρώμα ακίνητο
με μια σταξιά από μέλι άμα ο αέρας ξεστρατίσει με τίποτα ψιχάλες
Όταν το απόγευμα αρχίσει να γέρνει ο ήλιος
τυχαία θα δεις από ψηλό μπαλκόνι
τα σκαλοπάτια στην πλαγιά να ξεκινούν από τη χώρα
και πιάνουν να κατηφορίζουν τα λιθάρια
μέχρι στο τελευταίο βήμα να τα βρει η νύχτα
τρυφερά τρυφερά προμηνύματα
με τόση άμπωτη και τόση αλμύρα
που κι αυτές ακόμα οι λέξεις αμμουδερές γλυκόριζες
και μέσα η γλώσσα εμποδισμένη
να λέει δυο και τρεις φορές τα λόγια
όμορφη όμορφη γλυκιά η ζωή γλυκιά


ΑΘΩΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ (Πλανόδιον 2003)

Αιθρία

Το κύμα επιστρέφει στην αμμουδιά
μ' έναν ήχο κοκάλινο
από παλιά χαλίκια, ξεστρατισμένα όστρακα , γυαλιά
στραγγίζει αργά στη ράχη του γιαλού
όπως γλιστράει παλάμη χαϊδεύοντας δέρμα απαλό
κάτω απ΄ το ρούχο
θροΐζει στα ρηχά στρογγυλό λαμπύρισμα
και στο βυθό το φως
μετατοπίζεται αξόδευτο
Η μέρα φέρνει στα βαθιά καλοσύνη
τη φωτεινή αργοπορία του νερού στα βότσαλα
και το νωθρό μετάξι του αέρα στα μαλλιά σου
Η θάλασσα παλινωδεί κι εγείρεται
σε γυρισμό επίμονο
να σου θυμίζει
πόσο ανερμήνευτος ο κόσμος στην ψυχή σου
πόσο γενναία η ομορφιά
να σε πονάει πάντα ζεστά
σαν την αγάπη
*

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
η στίξη της ημέρας
πάνω στα σύρματα
μετρούν τη θάλασσα
κλείνεις τα μάτια μια στιγμή και πια δεν είναι εκεί
εφήμεροι χορηγοί του γαλάζιου
άλλοτε σε σιωπηλή συνάθροιση πάνω στους στύλους της ΔΕΗ
όπως οι γέροντες στα καφενεία
που καρφώνουν για ώρα
αμίλητο το βλέμμα στους διαβάτες
Κάποτε ένα μοναχό
ξεπέφτει μ' ένα κοφτό φτερούγισμα
στο σκοινί της μπουγάδας
αιφνίδιο
σαν ανοιξιάτικη ψιχάλα
Το σούρουπο τα βλέπεις να γέρνουνε στους φράχτες
αδράχνουν σ' ένα λιγνό τετέρισμα
το λύγισμα του αέρα στα χορτάρια
και ξεχνιούνται
μέχρι το πρώτο ίσκιωμα στις στέγες
τότε βυθίζουν κατακόρυφο το σώμα στον ορίζοντα
τέμνουν αγέρωχα τη νύχτα
και σωπαίνουν

σκοτεινοί διάττοντες
αμφίβια άστρα

*
Το παράθυρο

Το παράθυρο
ανοιχτό
τόσο μόνο
όσο για να μπαίνει μια γαλάζια χαραμάδα της μέρας
και η φωνή του μανάβη με το φορτηγό
γλυκά καρπούζια αρώματα πεπόνια
κύμα και γέλιο των παιδιών
την τελευταία μέρα του σχολείου
που ξεσηκώνουν το γάβγισμα ενός ανόητου σκύλου
κάτω στο δρόμο νεραντζιές
μ' όλα τα φύλλα ορθά σε ξαφνική ριπή μοτοσικλέτας
και ύστερα
αστραφτερό τρικύμισμα του άνθους στη λιακάδα

Τα μαζεύεις όπως το πουλί
ξερά κλαδιά και πούπουλα
που πάει να στρώσει φωλιά
κάτω από το κεραμίδι

*
Όσα δεν ξέρεις

Σε θυμάμαι πάντα στενάχωρη
να περιμένεις την καταστροφή
σαν να επαλήθευες το μέσα πένθος
Σε θυμάμαι πάντα να νοιάζεσαι
μα η αγάπη κρυφή
εμποδισμένη
σαν να μην ήξερες πώς ν' αγκαλιάσεις
Από παιδί ένιωθα πως θ' ακουμπούσαν πάνω μου
όλοι οι κατακλυσμοί του στήθους σου
Έλεγες πως πρέπει να φυλάγομαι να μην ξανοίγομαι
έξω πονάει
Το ξέρω πως γίνομαι σκληρή πως σ' αδικώ
δεν είναι πως ξεχνάω την έγνοια σου
την απαλότητα στα χείλη σου όταν προφέρεις το όνομά μου
μα φοβάμαι το φόβο σου
την προφητεία του φόβου σου στη ζωή μου
την κρυφή σου ερινύα
Γι' αυτό σ' έκλεισα απέξω
ή έτσι νόμιζα τουλάχιστον
πίστευα πως θα μπορούσα να ζήσω ερήμην σου
μα γελάστηκα
όπου με φτάνει ο ίσκιος σου, όσα δικά μου μοιάζουν λάθος
Τώρα πια δε σου μιλώ, δε σ' εμπιστεύομαι
ξέρω καλά να σε πονάω
να στομώνω το θυμό και το χάδι
ίσως γιατί το βλέπω πως παίρνω το σχήμα σου, μάνα,
την ψυχή σου,
κλειστή
Μα εσύ δεν το ξέρεις
Δε θα μάθεις ποτέ
πόση η ανάγκη να σ' αρνούμαι
πόσο κατάσαρκα σε φέρω
πόσο σ' αγαπώ

ΑΝΙΔΕΟΙ ΠΑΛΙ (Πλανόδιον 2006)

Ο καπνός γεμίζει το στήθος μου
Κι εκπνέει
Επίμονη σκέψη
Αποταμιευμένη σε κίτρινο νύχι
Ανεβαίνει αργά στο ταβάνι
Ύλη ενός χρόνου τοξικού
Έρπει παντού στο δωμάτιο
Αμβλύς
Σαν τύψη που ξεθύμανε πια
Κρατώ στα δάχτυλά μου το τσιγάρο
Παράγω μια θαλπωρή δέκα λεπτών
Μέχρι τη στάχτη
Στα ρούχα στα μαλλιά
Η τέφρα ενός πυροτεχνήματος
Που επιχειρεί
ίσως κάποια συμφιλίωση
Μετρώ τ΄ αποτσίγαρα στο τασάκι
Αποσιωπήσεις μιας ακόμα απόπειρας
Να βραδύνω το μέλλον
Καπνίζω όπως πατάς τη σκανδάλη
Ελπίζοντας πως αν όχι σ΄ αυτό
Τότε στο επόμενο τσιγάρο
Θα σημαδέψω μια ολόκληρη λύπη
Βαθιά στον πνεύμονα
Και δεν θ΄ αστοχήσω

*
Μάιος πάλι
σε αφομοιώνει η ομορφιά
σε γονατίζει η τόση νεότητα
Κοιτάς στο χώμα
κίτρινη ψιλοβελονιά
από ανώνυμα μυριστικά
κι άγρια βρώμη
φυσάει αέρας
κι αποσκιρτούν από το μίσχο
πάνε ψηλά
να φτιάξουν μαζί
αχειροποίητη άνοιξη
Βλέπεις το φως
μοιρασμένο
σε άπειρες θνητές μεταμορφώσεις
γοργό στην πλεύση των χελιδονιών
αργό στους αμμόλοφους
γυάλινο πάνω στο νερό και στις πευκοβελόνες
Περνάς σε αυτή την αφύλακτη επικράτεια
κι αξιώνεσαι όραση
Παντού η οικειότητα των ζωντανών
παντού η κοινοκτημοσύνη του αναγκαίου
η βαθιά καλοσύνη του κόσμου
που είναι όμορφος χωρίς εσένα
αλλά εσύ ποτέ χωρίς αυτόν

*
Αποτύχαμε και πάλι απόψε
όλη η παλιά παρέα μαζεμένη
επαναλάβαμε την τρέχουσα κοινοτοπία
της επιβίωσης
σχέδια αποπερατώσεως του μέλλοντος
συμβάντα βίου
Μα σαν να μην ήμαστε ακριβώς εμείς
σαν να μην ήμαστε ακριβώς μαζί
παρ' όλη την κατακτημένη οικειότητα
που γίνεται κι αυτή με τον καιρό
ένας ακόμα τρόπος να μην βλέπεις τον άλλο
Βάζεις μπροστά τα τεχνάσματα της συνεννόησης
για να μην καταλάβουν
τον εντελώς καινούριο τρόπο που πονάς
Γύρω μας εκκρεμούσε μια μεγάλη εκμυστήρευση
που δεν την κάναμε
όχι από ντροπή μα από απλή συγκατάθεση
σε όλα όσα ποτέ δεν συμβαίνουν
Μείναμε ωστόσο επίκαιροι
ευφραδείς
αποφεύγοντας να μπούμε στο θέμα
άλλωστε το θέμα είχε διαρρεύσει εκτός μας
διαπαντός
Φύγαμε στο τέλος μόνοι ο καθένας
κάπως σαν θυμωμένοι ή μνησίκακοι
κι ας είναι οι άνθρωποι αυτοί
οι πιο καλοί μας φίλοι
δεν θα τους συγχωρέσουμε εύκολα
που δεν μας περιέχει η αλλαγή τους
δεν θα παραδεχτούμε πρώτοι εμείς
ότι γυρίζουμε στο σπίτι
με ανακούφιση
που διεκπεραιώσαμε κι απόψε
την αγάπη

*
Η αγκαλιά
η άγκυρα του σώματος
φουνταρισμένη πολλές οργιές βαθιά
σε αγαπημένο στήθος
Η αγκαλιά
η πλημμυρίδα των χεριών
όταν ανοίγουν
αγανό σκοτάδι αμασχάλης
γύρω από γη παλιά
που ξέχασες
Η αγκαλιά
η νηνεμία της ανάσας
που ρέει αθόρυβη
και σ' ακουμπά
σε αμοιβαία σάρκα
πλήρη


Διακρίσεις: 

Ανίδεοι πάλι (Πλανόδιον, 2006, βραβείο του περιοδικού Διαβάζω).


E-mail:  theonikotini@yahoo.gr