ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ


ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Σπούδασε Νομικά και Θεολογία. Είναι ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής. Επί σειρά ετών είναι παραγωγός λογοτεχνικών εκπομπών στο ραδιόφωνο. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικά βιβλία και τρία βιβλία δοκιμίων για θέματα λογοτεχνίας και κριτικής. Δοκίμια, μεταφράσεις και κριτικά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά και σε εφημερίδες. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και στα αραβικά, και έχουν συμπεριληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες. Zει και εργάζεται στην Αθήνα. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Ευθύνη.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Επίθετο:  ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ
Εργογραφία: 

Ποίηση

Λατομείο (Κέδρος 2002, 2003)

Του νεκρού αδελφού (Κέδρος 2003, 2005)

Πουλιά της Νύχτας (Κέδρος 2005)

Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι (Ερατώ 2008)

Βραχύ Χρονικό (Κέδρος 2009)

Κρούσμα (Κέδρος 2011)

Κρυπτόλεξο (Δόμος 2013)

Κατόπιν Εορτής (Ερατώ 2014, 2015)

Θέριστρον (Κέδρος, 2018)

Δοκίμιο

Τα όρια της φωνής – Δοκίμια για την νεοελληνική λογοτεχνία (Κέδρος 2006)

Η πτήση του ιπτάμενου – Μια εισαγωγή στην ποίηση του Νάσου Βαγενά (Ίνδικτος 2007)

Ο απόκρημνος λυρισμός – Μελέτες για την ποίηση του Ηλία Λάγιου (Ερατώ)


Διεύθυνση: 

Τ.Θ. 67909 Γέρακας Αττικής 15303


Έτος γέννησης:  1964
Τόπος γέννησης:  Kοντογόνι (Παπαφλέσσα) Πυλίας, Mεσσηνία
Τίτλος αποσπάσματος:  ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Κείμενο αποσπάσματος: 

ΘΕΡΙΣΤΡΟΝ

 

ΑΙΔ’ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΙ, 2017

 

Νὰ μέλψεις πάλι τὸ τραγούδι τοῦ Ἀλεξάνδρου

μέσα στὸ καῦμα τῆς ἀσφάλτου στὴν Μενάνδρου

κατηφορίζει σύρων τὸν Σταυρό του 28 Ἰουλίου 1906

“ἀντὶ τιμήματος πεντήκοντα δραχμῶν”, ἔχοντας φέξει

                                            *

Στοῦ «Ἄστεως» καὶ τοῦ «Ἐμπρὸς» ἀνήλιαγα γραφεῖα,

μὲ βότσαλο στὸν οὐρανίσκο, ἄστρο καὶ τιμωρία.

Ἀλλὰ νὰ μὴν ξεχάσεις τὸ τραγούδι τοῦ Κρυστάλλη,

μὲ χιονισμένο σωθικό, γερτός, νὰ βγαίνει, πάλι

                             *

Ἀπ’ τὸ ξενοδοχεῖο «Ἀπόλλων» στὰ Χαυτεῖα

κι ὅλης τῆς Πίνδου τὸ δρολάπι, γιὰ ζητεία,

γιὰ λίγο γάλα, μιὰ κουβέντα, ἕνα χάδι.

                                  *

1895, Μεγαλοβδομάδα, ψάχνει δέντρο, ἔχει σκοτάδι.

Ν’ ἁπλώσεις ρίζα, σὲ νερά δροσάτα, πρὸς τὸ βράδυ

σὲ φιμωμένο ποταμό, κάτω ἀπ’ τὴν λεωφόρο.

                                             *

Μὲ τρόπο ἑνὸς κυπαρισσιοῦ νὰ καταβάλλεις φόρο

στὶς φωτεινὲς ρεκλάμες, ὡς ἀλλοδαπὸς παρίας.

 

ΡΙΖΙΤΙΚΟ

 

                                                                          Ταῦτα πάντα βασίζονται ἐπὶ τῆς πραγματικότητος.

                                                                                                                                    Ἀλ. Παπαδιαμάντη

 

Τὸν Λιάκο Λάγιον ἥβρηκα εἰς πάρκο κι ἐκοιμᾶτο.

Εἶχε χορτάρι πάπλωμα καὶ τὸ σκοτάδι στρῶμα.

Τ᾿ ὁλόχρυσο φτερούγι του οὐρανοφαγωμένο.

Σιμώνω καὶ ξυπνῶ τονε· λέγω του, «Λιάκο γειὰ σου.

Ἴντα γυρεύγεις ἐδωπά, εἰς τὸν δροσᾶτο ἀπάγκιο»;

Σηκώνει τὸ χερούδι του τὸ μαργαριταρένιο,

—ἀπ᾿ τοὺς δαρμούς, τοὺς πυρετοὺς ἀσημοκαπνισμένο—

μὲ τὸ σπαθάκι τ᾿ ἀκριβό, τὸ χιονοκρουσταλλένιο :

«Ἀδέρφι, μὲ λησμόνησες στοὺς σκύλους νὰ μὲ σέρνουν

στοὺς μουλωχτούς, τῶν Ἰσπανῶν τοὺς ταγματασφαλῖτες

ποὺ ἐτζάκισαν τὸν τόπο μας, εἰς τοὺς κονκισταντόρες.

Νὰ σκάφτουνε τὸν τάφο μου, τὸ λίκνο νὰ σκυλεύουν

στ᾿ ἀραχνιασμένο στόμα τους, νὰ πιάνουν τὰ δικά μας.

Ὁ ἄγγελος μου μ᾿ ἔφερε, νὰ ᾿βγω, νὰ σὲ γυρεύγω».

Γέρνω καὶ ἀγκαλιάζω τον, σκύφτω νὰ τὸν φιλήσω,

μὰ ἴσκιος ξεφεύγει ὅπως καπνός, βυθίζεται καὶ σβήνει.

Μὲ τὴν ἀντάρα στὰ δεντρά, τὴν καταχνιὰ ᾿ς τσὶ ρίζες

πετάρισε ἡ φωνούλα του ὡς ἀστραπῆς πουλάκι :

«Σὰν ἔρθεις, θὲ νὰ σμίξουνε τὰ κόκκαλὰ μας ἕνα

σὲ μαρμαρένια λήκυθο, σ᾿ ὁλόχρυσο ἀμφορέα.

Ὄντας σαλπίσει ὁ Κύριος, μαζὶ ν᾿ ἀναστηθοῦμε».
 

Ἔφυγα κι ἐπερπάτουνα στὴν ἄγρια λεωφόρο

δακρύζοντας θλιφτὰ-θλιφτὰ καὶ παραπονεμένα. 

 

16η Μαρτίου 2015 μ.Χ., 6.00 μ.μ.

 

Βρήκανε τὸ κορμί σου σπαραγμένο ἀπὸ τ’ ἀγρίμια

σ’ ἀπάτητο τῆς λίμνης καλαμιώνα

κι ἡ Μάρτυσσα ἡ Μάνα σου συντρίμμια

μέσα σὲ πάγο φῶς διακαναλικοῦ χειμώνα

ράγισε μὲ τὸ πρόσωπό της πέτρα

κι ἀδάκρυτη, στεγνή, μέρες τὰ χρόνια σου ἐμέτρα.

Βουβὰ στὸν θάλαμο τοῦ τηλεοπτικοῦ νεκροτομείου

ψιθύριζε στὴν Παναγία: «Στοῦ σφαγείου

ἐτούτου τὴν ἀβάσταχτη τὴν νέκρα

εἰσήλθε κι ὁ Υἱός Σου, κι ἅμα θέλει

ἁρπάζει στὴν Ἀνάστασή Του τὸν Βαγγέλη».

 

Τά ’ξερες ὅλα τοῦτα πὼς θὰ γίνουν

κι ὅπως ταινία προσεχῶς τά ζοῦσες

ὅταν τούς ἄφηνες νὰ δέρνουν καὶ νὰ φτύνουν

κι ἤσουν ἀρνάκι ὅταν ἡ λύσσα τούς μεθοῦσε.

«Εἶμαι περήφανη γιὰ τὸ παιδί σου

γιατὶ σταυρώσαν τὴν ψυχούλα του. Θυμήσου»,

ἀπάντησε ἡ Παναγία, ἁπαλά.

Τά ’ξερες ὅλα τοῦτα. Τά ’ξερες καλά.

 

I

Αντίφωνο

                          *

Μὲ τὸ ἀκόντιο στὸ στῆθος βυθισμένο

μὲς στὸ κορμί σου γέρνει καὶ θὰ γκρεμιστεῖ

ἐκεῖνος ὁ στρατιώτης μὲ τὸ ξεσκισμένο

ἀμπέχονο καὶ τὴν ἀσπίδα του στὴ γῆ.

                          *

Ἀδιάκοπα τρέχεις, τὸν ἀνασηκώνεις

τὰ μάτια του ἀδειανά, θολὸ γυαλί.

Τὸ φονικὸ τὸ δόρυ ξεκαρφώνεις

ἀλλὰ εἶναι ὁ θώρακας βαρὺς πολὺ

                          *

κι ἔχει πιὰ γίνει ἕνα μὲ τὸ δέρμα.

Μυρίζει σκουριασμένο σίδερο καὶ αἷμα.

Ὁ ἀέρας κίτρινος, μπαρούτι, γύρω βέλη.

                          *

Ὁ Ἰωάννης, τότε, φθάνει ἀπὸ τὰ ἔλη.

“Ὁ Στάφυλος, ἡ Μέθη καὶ ὁ Βότρυς„

ψάλλουν τὰ μάτια του. Ὀρθώνεται ὁ στρατιώτης.

 

ΨΙΘΥΡΟΣ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

 

Ἂν φέρνουνε οἱ λέξεις μουσικὴ χρωμάτων-

ὅμως τὰ χρώματα, τῶν λέξεων ἀνοίγουν τὰ κρυφὰ φτερά.

Δάσος ψιθύρων, ἄνεμος, τὶς νύχτες στὸ Μουσεῖο.

Σύννεφο ἀπὸ πουλιά, ἀνεμίζει, τοῦ δούλου τὸ παράπονο-

Μιὰ σιγανὴ βροχή:

«Δημήτριο, γιο τῆς γῆς, μέ λένε

ἀπὸ τῆς Πύλου τὶς κυανὲς ἀκρογιαλιές,

μᾶς ξερριζώσαν οἱ Σπαρτιάτες σκλάβους

πάνω ἀπὸ τετρακόσια χρόνια πάτησαν τὰ μέρη μας

κάψανε, σφάξανε, ρημάξανε,

γενηὲς σκοτάδι καὶ γενηὲς ἀφανισμός.

Χάθηκαν οἱ δικοί μου. Μ’ εἶχε ὁ ἀφέντης

τὰ τέκνα του νὰ προπονῶ,

στὸ γυμναστήριο καὶ στὴν τέχνη τῆς παλαίστρας.

Ἀλλὰ τὰ βράδυα μέ κρατοῦσε τὸ κρασὶ

καὶ πέταγα στ’ ἀμπέλια τῆς χρυσῆς Πατρίδας

στοὺς οὐρανοὺς τοὺς παιδικούς.

Μ’ ἔπιασαν, μέ μαστίγωσαν, μέ δείχνουν στὰ παιδιά τους

σιχαμερὸ -μέ βρίζουνε- σκουπίδι,

γιὰ ἀνθρώπους καὶ θεούς.

Δὲν ἔχει λύπηση γιά μας, τὴν μοίρα μου τήν ξέρω.

Ἐκτός κι ἄν, μέσα ἀπ’ ὅλα τοῦτα,

φανερωθεῖ, Κάποιος, νὰ ξέρει νὰ βαστᾶ τὸν πόνο, ν’ ἀγαπᾶ

νὰ δίνει τὸ αἷμα του πιὸ δοῦλος κι ἀπ’ τοὺς δούλους

γιὰ νὰ γυρίζει ἡ Ἱστορία- δίχως τύραννους καὶ σκλάβους

πρὸς τῆς συγχώρεσης τὸ φῶς, τὸ μοσχοβολιστὸ κρασί,

ποὺ τόσο οἱ ἄνθρωποι διψοῦμε.»

 

ΛΑΤΟΜΕΙΟ

ΣΜΗΝΟΣ

Το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν να κόβει απ' τις σελίδες των εφημερίδων σχέδια πουλιών. Μικρά και μεγαλύτερα, άλλα με τα φτερά ανοιχτά, άλλα στο κλαδί.
Ύστερα, τα τοποθετούσε σ' ένα λευκό κιβώτιο, κάτω απ' το κρεβάτι. Τις νύχτες, όταν τα πράγματα εγκατέλειπαν το σχήμα τους, άνοιγε μ' ευλαβικές κινήσεις το κουτί, στο φως του δωματίου. Τότε, καταλάβαινε το στήθος του ν' ανοίγει σαν κλουβί, κι από μέσα να φτερουγίζουν σμήνη πουλιών, με μια σπαρταριστή χαρά. με μια χαρούμενη
οργή, απ' το παράθυρο να φεύγουν στο σκοτάδι.

Σμήνος πουλιά, κατάστικτα από γράμματα
να χάνονται στον κόσμο.

*Aπό την ενότητα "EΦEΣTION B΄" στην ποιητική συλλογή "Λατομείο" (Kέδρος) Aθήνα 2002, 2003.

EΚΑΤΗ

Φεγγάρι σαν ημέρα,
είπε ο πατέρας μου
και γυάλισε το χρυσό του δόντι.

Έξω
Πλατάγιζαν της νύχτας τα φτερά.

*Aπό την ενότητα «MAL DI LUNA» στην ποιητική συλλογή "Λατομείο" (Kέδρος) Aθήνα 2002, 2003.


ΛΑΤΟΜΕΙΟ

Eίδα τη Mάνα να πλένει πέτρες στο ποτάμι.
Aπό τα χέρια της φτερούγιζε ένα σύννεφο.
"Tην ημέρα χιονίζει ο ήλιος και τις ψύχει, θέλουνε
πλύσιμο και χάδια για να ξεψυχήσουν", είπε.
"Έπειτα θα τους δώσω το γάλα μου, και θα τις ρίξω
στο βυθό του ποταμού να τις βλέπεις".

Aδύνατο να αντιγράψω τις πέτρες
του χθεσινού ονείρου.

*Aπό την ενότητα "AKPOTEΛEYTIA" στην ποιητική συλλογή "Λατομείο" (Kέδρος) Aθήνα 2002, 2003.

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ


ΟΛΑ ΟΣΑ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ ΓΙΑ ΚΗΠΟΥΣ

 

Ὁ κόσμος αὐτὸς θὰ περάσει.

Ψηλά,  τοῦ  Γαλαξία πυρώματα

καὶ μέσα μου ἀναμμένα δάση.

Βήχω πέτρες καὶ χρώματα  –

 

Χώματα φλογερά.  Ζωή μου  στὸ φτερὸ

Αὐτὸς ὁ κόσμος ἔχει ραγίσει.

Πέτρινη ρίζα, γκρίζο μου χωριὸ

στὴν ἅλω τοῦ θανάτου σου ἔχω ζήσει.

Στοῦ  Γαλαξία τ’ ἀσημένια δάση

σκορπίζει, ἄγνωστη, ἡ ψυχή μου γύρη.

Ἀπὸ τὴν γέννα,  στὸ βασίλεμα εἶχα γείρει.

Στὸν ὦμο μου τὸ κόκκινο πουλὶ θὰ ξαποστάσει.

 

Ὁ Ρήγας μὲ  τὸν  Μαῦρο του,  ἔμαθα  θὰ  περάσει.

Τὸ σφὐριξε στὸν ὕπνο μου τὸ ἱερὸ πουλί.

Ὁ κόσμος  ἕνα  ράγισμα καὶ χύθηκα πολύ.

Μὰ τῆς γενηᾶς μου οἱ φωνὲς ἀνάβουν, δάση

 

Μιὰ ἀγάπη νὰ μὲ πάρει· δίχως νὰ δικάσει.

 

*Aπό την ενότητα "EΓKOIMHΣIΣ HΛIA ΠANAPITH ΣTP (ΠB)" στην ποιητική συλλογή "Tου Nεκρού Aδελφού" (Kέδρος) Aθήνα 2003, 2005.


ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 

ΤΟ ΑΛΟΓΟ
                                                                                                                                                             Στον Μιχάλη Γκανά

Πάλι το γνωστό άλογο, μαύρο και λαμπερό, στο μικρό πάρκο απέναντι, την ώρα που, ποιος ξέρει από ποιους συμφωνημένο, έπαψαν να περνούν, λυσσασμένα κύματα, τ' αυτοκίνητα.
Mε κοίταξε μασώντας τα πυκνά φύλλα του μεσημεριού και ένευε με κινήματα περήφανα της κεφαλής του σαν να μου έλεγε: "Θυμάσαι;"
Tο χειρότερο είναι ότι έβλεπα μια κατακόκκινη ανοιχτή πληγή στην αριστερή του παρειά και σταγόνες αίμα να πέφτουν στο ταλαίπωρο χώμα, πάνω σε σκουπίδια και χαρτιά.
Όμως το παράπονο της υπομονής του παλληκαρίσιο, καυτό όπως η μεσημεριανή αλκή. Mασώντας αυτά τα αόρατα φύλλα, μπαίνει στον δρόμο κι αρχίζει να τον διασχίζει αποφασιστικά, την ώρα που ξεχύνεται, ουρλιάζοντας, η αύρα της αστυνομίας.
Στα μάτια του σπιθίζουν δάκρυα σκληρά, διαμάντια. Kατά τα άλλα, ανέβηκα κι εγώ στο λεωφορείο, με τον υπόλοιπο κόσμο. την ώρα που το άλογο σπάραζε κάτω απ' τους τροχούς και με το βλέμμα έψελνε την εξόδιο ακολουθία.
Aύριο, ίσως να το προλάβω.

*Aπό την ενότητα "EΓKAYΣTIKH" στην ποιητική συλλογή "Πουλιά της Nύχτας" (Kέδρος) Aθήνα 2005.
 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ

 

ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΜΟΥΡΜΟΥΡΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΤΟΣΚΑΝΗ

 

Αὐτοὶ ποὺ ἐγίναν  ἕνα μὲ τὴν γῆ

τυλίχτηκαν, σεντόνι, τὴν σιγή.

Τυλίχτηκαν τὰ βράδια τὶς σελίδες

κατάστικτες μὲ οὐράνιες κηλῖδες.

 

Καρδιά μου,  βράσε,  βράσε  σὰν τὸν μοῦστο,

ξεχείλισε σὰν κόκκινο κρασί.

Τοῦ πουθενὰ καὶ τοῦ παντὸς, φαρσί,

ξεσκόλισες τὸν πόνο καὶ τὸ γοῦστο.

 

Τὸ τίμημα εἶναι ὁ θάνατος, γιατὶ

δὲν εἶναι εἰκόνα, πέννα καὶ χαρτὶ

νὰ κλείσει τῆς ἀγάπης μου τὰ Ἀπέννινα.

Καρδιά μου, μὲς στὸν κόσμο,  Ἄννα Καρένινα.

 

ΕΞΟΔΟΣ

«Σ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῶν γυρισμάτων τῆς ταινίας
“Ἀντρέι  Ταρκόφσκι:  Ἐξορία  καὶ  θάνατος”,  στὶς
τοποθεσίες τῆς Τοσκάνης ὅπου ὁ Ταρκόφσκι γύρι-
σε τὴν  “Νοσταλγία”,  μᾶς  ἀκολουθοῦσε  παντοῦ
ἕνα παράξενο πουλὶ μὲ πολύχρωμη οὐρά».

                 EBBO DEMANT

 

Ἕνα πολύχρωμο πουλὶ στοὺς λόφους τῆς Τοσκάνης

μὲ ρώσικους κελαηδισμοὺς καὶ χρώματα τοῦ δάσους

γράφει τὴν ἀπουσία μου κι εἶναι  ὁ  κρυμμένος ἄσσος

ποὺ σοῦ κρατοῦσα, θάνατε, τώρα πού ’χεις πεθάνει.

 

Θὰ βρέχει· γκρίζος οὐρανός, μιὰ κόκκινη βροχὴ

γεμάτη λάσπη ἀπὸ χωριὰ χαμένα στὴν ἀντάρα.

Θὰ πέφτουνε σταλαγματιὲς αἷμα ἀπὸ τὴν  Σαχάρα

μιᾶς ζωὴς στὸ ξερρίζωμα καὶ στὴν ἀπαντοχή.

 

Τὶς γκρίζες καμπαρντίνες σας τὶς ξέρω ἀπ’ τὴν καλή.

Μὲ τὸ φτερό του  ἀστραφτερό,  τὶς σκέπασε ὁ ἄγγελός μου.

Λευχείμων κι ἥσυχα παρὼν καὶ μ’  ἕνα δάκρυ σὰν γυαλὶ

μέσα νὰ βρίσκω τὸ  νερὸ,  νὰ πνίγω τ’ ὄφελός μου.

 

Ὦ τῆς Τοσκάνης γήλοφοι, τύμβοι τῆς ξενητιᾶς μου,

ψιχάλα τὸ χορτάρι σας καὶ  στὴν  πατρίδα χιόνι.

Ἕνα πουλὶ πολύχρωμο,  ἀπ’ τὸ μέλλον χελιδόνι

Κι ἀπὸ τὰ  ὁλόχρυσα  μαλλιά τῆς  ἀγαπητικιᾶς  μου.

 

ΒΡΑΧΥ ΧΡΟΝΙΚΟ

ΣΟΦΙΑ, II

 

Πῶς πέρασες,  Σοφία, ἀπὸ τοῦτο τὸν καιρό.

Τὰ μαῦρα μέρη σκίρτησαν, διψώντας τὸ ὄνομά σου.

Πῶς κάρπισες ὁλόλαμπη, πῶς βγῆκες πρωτογέννημα

 

Κι ἔρχεσαι κι ὅλο φεύγεις, δὲν μ’ ἀκοῦς.

 

Ἡ πίκρα ποιᾶς παρηγοριᾶς  πυρώνει τὴν θωριά σου

δώδεκα χρόνια,  τώρα,  σοῦ μιλῶ,  στὸ  ὄνειρο  μέσα μιᾶς σιωπῆς

ποὺ μπόρεσε νὰ γίνει τοῦ ὀνόματός σου τόπος.

 

Τί γίνεσαι,  Σοφία,  τῆς ἀγάπης μου ψυχή,  ἀλλόκοτη  σὰν δέντρο

λιγνή μου, μὲς στοὺς πέντε ἀνέμους, θημωνιά, χρυσοχεριὰ τοῦ Ἅδη  –

Ἔφτασε πιὰ γιὰ μένα  ἡ ἐποχή, κι εἶναι  τὸ ἴδιο  νὰ μιλῶ

καὶ νὰ βουβαίνομαι, Σοφία

 

Στολίζω  τὸ ἄλογο μὲ  προπατορικὰ ἐμβλήματα

καλπάζοντας πάνω στὰ μαραμένα φύλλα

στίχων ποὺ δὲν θὰ γραφτοῦν ποτέ

 

Νὰ βγῶ, γιὰ νὰ σὲ βρῶ, στὰ σωθικὰ τῆς σκοτεινῆς σπηλιᾶς

κι ἂς ἔρθει Ἰούνιος θεριστὴς νὰ μὲ κλαδέψει

στοὺς πέντε δρόμους, στὶς ἐθνικὲς ὁδοὺς

στὴν γῆ του ὅπου μὲ γέννησες,  μὲ οὐρανὸ  καὶ μὲ  αἵματα,

    Σοφία,

στὸ στόμα.

 

*Από την ενότητα «Η ΑΠΟΒΑΘΡΑ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ» στην ποιητική συλλογή «Βραχύ Χρονικό» (Κέδρος) Αθήνα 2009.

 

ΚΡΟΥΣΜΑ

 

     V

[1989]

 

Σὰ μεθύσω πέφτω κάτου καὶ λασπώνουμαι

βάνω μπρὸς τὰ δυό μου χέρια καὶ σηκώνουμαι

 

Στὴν σιωπὴ τῶν ἀσθενῶν καὶ τῶν βαρέως πασχόντων,

λέξη δὲν χώρεσε καὶ μίλημα κανένα.

Φύλαξε τὸ μελάνι, μαῦρο δάκρυ τῶν πεσόντων,

δαρμοὺς καὶ πυρετούς, χρόνια σακατεμένα.

 

Τυφλὸς προφήτης κελαηδᾶ στὴν γλῶσσα τῶν πουλιῶν

μὲ κομποσχοίνι, συνεχῶς, μονολογίστως,

καὶ τὸ παλτό του κουρελοὺ στὰ δόντια τῶν σκυλιῶν –

ἀλλὰ τὰ βήματά του ἀγέρινα. Πρωτίστως

 

μαζὶ θὰ ποῦνε τὸ τραγούδι - «γειά σου προσφυγιὰ

πατρίδα λυσσαγμένη, κακιὰ Μάνα» –

καὶ βγαίνοντας ἀπὸ τὸ μπὰρ θὰ ξεφωνίζουν τὰ παιδιά.

Θὰ ἠχεῖ ἕνα σήμαντρο καὶ μιὰ σφυρήλατη καμπάνα.

 

Θὰ πέσει μεθυσμένος. Πρὶν σηκωθεῖ,

θὰ βρέξει ἀπὸ τὸν ἴσκιο του φτερώματα.

Χνούδια ἀπὸ ἡμέρες φωτερές. Θὰ λασπωθεῖ.

Θὰ βάλει μπρὸς τὰ δυό του χέρια. Θὰ φυσοῦν ἀρώματα.

 

ΚΡΥΠΤΟΛΕΞΟ

 

ΠΡΟΟΙΜΙΟ Ι

 

Ὕπνος διὰ βίου, πρόβα τοῦ θανάτου.

Νυχτώνει κι ὅλα θὰ καοῦν στὸ χιόνι.

Τὸ φέρνει μαῦρο κι ὅλο τὸ πετρώνει

ὁ χιονιστὴς Βορρᾶς. Καὶ νά ’το,

 

ἔστερξε ἀληθινὸ τ’ ὄνειρο τῆς ζωῆς.

Προπόνηση, στὸ μέγα ξύπνημα νὰ βγεῖς.

Τώρα τὸ στῆθος σου εἶναι φρέσκο χῶμα

μὲ τὰ κεριὰ καρφιὰ φέγγους ἀπ’ τ’ ἄλλο σῶμα.

 

Στάλες στὴν θράκα καὶ στὸ παραγώνι.

Ὅλος ὁ βίος γιὰ τούτη τὴν στιγμή.

Δὲν κράτησες ποτέ σου μιὰ δραχμή,

 

νόμισμα -ὅπως οἱ ἄλλοι- νὰ πληρώνεις

μὲ λέξεις τοῦ καιροῦ τὸν Τραπεζίτη. Σταλαγμοί

ἀπὸ τῆς θάλασσας τὸ περιβόλι, οἱ στερνοὶ λυγμοί.

 

ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΙΙ

 

Αὐτὸς ποὺ ἔκοβε φέτες τὸ φεγγάρι

γιὰ νὰ ταΐσει πεινασμένα δέντρα,

ἔβλεπε ἐντός τους σκουριασμένα κέντρα

καὶ τῆς θαλάσσης τὸ αἷμα καὶ τὴν χάρη.


Ἐκεῖνος ποὺ ἔγραφε μὲ φτερουγίσματα πουλιῶν

τρεμάμενο τὸν ἴσκιο τῆς ψυχῆς του,

σ’ ἀσημοχρύσαφα νερὰ τοῦ Παραδείσου

βάφτιζε τὸ τριμμένο του παλτό.

 

Πῶς, Βαπτιστά, τὸ πορφυρὸ ὄνομά σου

ράμφισε σὰν σταφύλι ἡ φωνή του.

Καὶ μέθυσε κι ἐδέχθη τὴν ποινὴ του.

 

Κι εἶδε τὸ Ἀρνίο ποὺ κήρυξε ἡ χαρά σου.

Καθὼς χυνότανε στὴν ἅγια σιωπή του,

ἡ θαλπερὴ φτερούγα σου ἔγινε ἡ Μονὴ του.

 

4

 

Νομίσματα μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς

μὲ ἀνάγλυφες τὶς προτομὲς Καισάρων,

πέφτοντας μὲ τὴν λάμψη μιᾶς βροχῆς

ἀστεροειδῶν, σὲ θησαυροφυλάκια Μεγάρων

 

πνίγοντας κάθε σκίρτημα ψυχῆς –

νομίσματα τῆς κάθε ἐποχῆς.

Ὡς νὰ ἤμην ὁ λαμβάνων, ὄχι ὁ δίδων

μὲ τὴν δαμόκλειο σπάθη τῶν φροντίδων

 

–τὶς ἀδελφές, τὸν ἀδελφό μου, τοὺς γονεῖς–

πέρασα αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀφανής.

Ὅμως τὸ νόμισμα ἐκ λίθου πολυτίμου,

 

κομίζω, ἐν εἴδει γλίσχρου ἀντιτίμου,

τὸν μαργαρίτη πού, ὡς κόχλος, ἡ καρδία

ἐκ Σοῦ, προήγαγε, σεπτὴ παραμυθία.

 

9

Μιλτιάδη Μαλακάση, Παῦλε Νιρβάνα

προσεύχεσθε καὶ γρηγορεῖτε.

Δὲν εἶναι ὁ θάνατος τοῦ σκότους Μάνα

ἔψαλλα κάποτε. Νὰ θυμηθεῖτε.

 

Τώρα, θυμᾶμαι πάλι, τὴν ἡμέρα τῆς θανῆς μου,

πού, ὅπου νά ’ναι, νά ᾽την, ξημερώνει.

Γιατὶ τὴν περιδιάβαζα στὶς ἀφανεῖς μου

νύχτες. Κι ἔπειτα, λίγο-λίγο, νὰ μερώνει

 

σὲ κάθε κόμπο τῆς εὐχῆς, καὶ νὰ χαράζει

ὅπως ἀνοίξεως λυκαυγὴς κῆπος μὲ κρίνα,

ἔαρ ν’ ἀνατέλλει σὲ πασχάλιο ἁγιάζι.

Μιλτιάδη, παιδί μου Παῦλε, ὄχι κινίνα.

Ἀνάβει, μὲ τὸν ρόγχο, λύχνος στὴν ἀνάσα.

Τὸ χῶμα τῆς ἐπιστροφῆς, χάδι κι ἀνάσταση.

 

12

Αὐτὸς ὁ κόσμος δὲν θὰ σβήσει, οὔτε μὲ κρότο οὔτε μὲ λυγμό.

Θὰ βασιλέψει, θαλασσόβρεχτος, στὸ τελευταῖο μου δάκρυ.

Σμήνη ἐποχῶν μὲ λαμπερὰ φτερὰ θὰ σηκωθοῦν

          στὸν ἔσχατο σφυγμό

κι ἀπὸ χρυσόσκονη ἱερὴ τῶν παιδικῶν μου χρόνων νέφος

          θὰ μὲ πάρει.

 

Μορφώ, Λενιώ, Φωλιώ, Θέκλα, Μελάγχρω κι Ἀσμινιώ

Πολύμνια, μὲ τὰ μέλη μελιχρά, συγχεόμενα

          στὸ φέγγος τῆς σελήνης

μελίχρυσοι, χλοάζοντες λαιμοί, βόστρυχοι, πλόκαμοι νερῶν

νεόφυτοι κυπάρισσοι, προάγγελοι ἑνὸς τάφου τῆς γαλήνης.

 

Ἔκλαψα. Ἀντάμα κυματίζουν φόβος, ἄγρια χαρά, ξενιτεμός,

ἀλλ’ ὅσο ζοῦσα, ἑτοιμαζόμουνα γιὰ τὴ μεγάλη ἐπιστροφή.

Ἔρωτα τῶν ἐρώτων εὐδοκεῖς ὥστε ἡ καταστροφὴ

τῶν λόγων, νὰ εἶναι κάλεσμα. Τραπέζης οὐρανίου τρυφή,

          ὁ χαμός.»

 

ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΟΡΤΗΣ

 

Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1856

 

                       (In modo misto genuino)

 

Allora ἔτρεξε ἡ θάλασσα

e l’ anima πλέει nell’ amarezza

κι ὀγλήγορα θὰ σᾶς ἀφήσω ὅ,τι μπόρεσα

μὲς στὸν κελαηδισμό. Μαρὰν Ἀθά!

 

Ποιὸν Nobile Signore Conte Dionisio.

Τρέμοντας μὲ τῆς λίμνης τὰ νερὰ

τὰ σωθικά μου τὰ μαβιὰ ὄντας λύσω

θὰ στάξει μαύρη, ὁλόχρυση χαρά.

 

Pensa fortemente, ὅπως πεταλούδα

πιάνει στὰ φτερὰ τοῦ Μαγιοῦ τὸ δάκρυ

καὶ γιὰ μένα τὴν Ἀνάσταση τραγούδα.

 

Πίσω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο, στὴν κρυφή μου ἄκρη

νύχτες ποὺ γεννοῦσα τὸν ἀσβέστη

βάφοντας τὴν πίσσα κι οὐρανὸς ἐπέστη.

 

 

Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1857

 

                 (Con rime obbligate)

 

Σιμώνει ἡ ὥρα ποὺ θολώνουν τὰ νερά.

Ὥρα νὰ φεύγω ἀπὸ τὴν πέτρα τοῦ σκανδάλου.

Στὸ γάλα τῆς μητρός μου, ἑνὸς κόσμου ἄλλου

Θήλασα λύπες, ρίγη φεγγερά.

 

Ξεπλένω, καταφέγγαρα, τὴν πίκρα

ψυχή μου ξέπλεκη, ψυχὴ γονατισμένη

–ove è la parola αἱματοτσακισμένη–

ξεπλένω σπλάγχνα τοῦ Βαγιῶνε στὸ κρασί. Ἀντίκρα

 

μοῦ εἴπανε, ἔγινε κράτος τὸ Ἔθνος.

Ἑτοιμοθάνατη χρυσοπηγή, στάξε τὸν αἶνο

ἀπὸ τὰ χείλη ποὺ ταράζονται λαμπρὰ

 

συνεπαρμένα στὸ αἰώνιο Μισολόγγι.

Στὸν οὐρανὸ δρεπάνιζα χλωρὴ χαρά.

Ἄνθη αὐγερινὰ τοῦ μαρτυρίου οἱ βόγγοι.

 

 

ΔΕΛΤΙΟΝ ΣΩΜΑΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ

15η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1892

ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟΝ

 

Ἀπόψε εἶναι βραδυὰ σφαγῆς

κι ἡ γιαγιά μου ἡ κουκουβάγια,

μὲ τὸ χυμένο γάλα τῆς αὐγῆς

θὰ φέρει δεντρολίβανο καὶ βάγια,

 

νὰ μὲ μυρώσει, τὸν Γιωργή τῆς Μιχαλοῦς

νὰ ξορκίσει, ἀπ’ τὰ νεῦρα, τοὺς γύπες.

Ξενυχτῶ τοὺς καλούς μου νεκρούς,

μὰ πῶς νὰ φράξω τοῦ κορμιοῦ τὶς τρύπες

 

δίχως τὸ δικό σου κατάξανθο φῶς,

χρυσή μου ἄνοιξη, γλύκα χυμένη

Μπεττίνα, ποὺ μ’ ἀρνήθηκες, καθὼς

 

σ’ ἁρπάξαν, ἀπὸ μένα μαγεμένη,

γιὰ νὰ σὲ πνίξουνε στὴν τάξη καὶ στὴν πάστρα

Meine Liebe, κόρη στιλπνὴ κι εὐλογημένη

 

καὶ τώρα ψιθυρίζω: ≪sic itur ad astra≫!

Μὰ ἔρχεται βυσσινόμαυρη, ἀγαθὸ κοράκι,

ἡ Βάβω μου. (Σὲ περιμένω, Μιχαὴλ Μητσάκη.)

 

 

Ο ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ ΕΙΣ ΤΟ ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟΝ

ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΤΟΥ 1896

 

Τὸ παράθυρο διάπλατο στὰ σκότη.

Δροσιὰ κοιμητηρίου στὰ κόκκαλά μου.

Δέντρα ζοφερά, μυστηριώδη

ἄγνωστα δάση πνίγουν τὰ μυαλά μου.

 

Ἐπιμένουν γιατροὶ καὶ νοσοκόμες

πὼς εἶναι ἡ νύχτα μόνον, σπαρμένη ἄστρα.

Ἀγαλινά, μὲ ξέπλεκες τὶς κόμες

τοὺς δείχνω κομῆτες, οὐράνια κάστρα

 

συννεφοκαβαλικευτά, νὰ πλέουν πάλι.

Σιχαίνομαι νὰ ζῶ στὸν Καιάδα

ποὺ ἐρρίξατε τὸν ἀδερφό μου Κώστα Κρυστάλλη.

 

Διατείνομαι πὼς ἦβρα στὴν Ἰλιάδα

χυμένη λάβα, ἀπ’ τοῦ ἡλίου τὸ μολύβι.

Στὰ χρυσόλευκα κενά της, οἱ στίχοι μου κύβοι.

 

Τὸ ἀλάλητο αὐτῆς τῆς ψεύτρας πλάσης

Ἀρχάγγελε, ψευδώνυμος τὸ ’χω περάσει.

 

 

              II

Βγάζεις τὸ βαμβάκι ἀπὸ τὸ στόμα

καὶ τὰ τζάμια ἀχνίζουν δροσοστάλες.

Τῶν ματιῶν σου οἱ κόρες ἀπὸ χῶμα

φέρνουνε φυτῶν ὀσμές, ψιχάλες.

 

Πέτρα εἴμουνα καὶ πέτρα θὰ γινῶ.

Πέφτουνε κυπαρισσόμηλα στὸν ὕπνο,

κι ἕνας καλογιάννος κάνει λίκνο

καὶ φωληά του τὸν κρυφὸ οὐρανό,

 

τοῦ δικοῦ σου τόπου, τῆς δικῆς σου γῆς.

“Τώρα τὰ χαράματα, ὅταν βγεῖς”

–μοῦ σφυρίζεις– “στὸ παληὸ ποτάμι,

 

βάλε ἕνα κεράκι στὸ νερό,

τὴν αὐγή, ποὺ τρέχει καθαρό,

πρὶν θολώσει, στῆς ἡμέρας τὸ χαράμι”.

 

*Από την ενότητα «TPIΠTYXO ANEΠIΔOTO KAI ANAΣTAΣIMO ΓIA TON XPHΣTO MΠPABO. ΑΠΡΙΛΙΟΣ, 1987» στην ποιητική συλλογή «Κατόπιν Εορτής» (Ερατώ) Αθήνα 2014, 20152.

 

Ο ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ, ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ 1895

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

 

Βλέπω τὰ βουτυρόπαιδα νὰ γράφουνε ρετρὸ σονέττα

καθὼς νὰ πλέκουνε σεμαὶν οἱ κορασίδες.

Θὰ σοῦ τὸ εἰπῶ, ἀκόμη μία, νέτα-σκέτα:

Δὲν γίνονται σ’ ὅλους, λέξεις οἱ Ἀτθίδες.

 

Σοῦ τό ’χα εἰπεῖ στὸ ≪Ἂχ-Βὰχ≫ καὶ στὸ ≪Ἅμα Λάχει≫

–κυρίως στὸ καρβουνάδικο τοῦ ὑλοτόμου–

πώς, κάμε ὑπομονή, κι ὅπως καὶ νὰ ’χει

νὰ τραγουδᾶς ≪μεγάλος πειρασμὸς ὁ ἑαυτός μου≫.

 

Doctores philosophiae et omnium rerum

(Utilium), χάσκουνε μὲ γουρλωμένα μάτια,

μπροστὰ σὲ μίμους φωνασκούς. Δὲν ξέρουν,

 

τὰ δάση μὲς στὴν θάλασσα καὶ τοῦ βουνοῦ τὸ ψάρι.

Βλέπω καλώδια κι ἱστοτόπους μὲ φωτογραφίες

νεκρῶν ποὺ ἐπιμένουν ὅτι ἡ ἦρα εἶναι τὸ στάρι.

 

Βλέπω νὰ πνίγεσαι, σὲ βλέπω δίχως φράγκο,

σ’ ἕνα ντοβλέτι ποὺ τὸ ρήμαξεν ἡ φύρα.

Ξαναγυρνῶ στοὺς κοιμηθέντες. Τὸν σκοπό μου σφύρα.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Νάσος Βαγενάς, «Για την ποίηση του Δημήτρη Κοσμόπουλου», Θέματα Λογοτεχνίας 44 (2010), σ. 203-207.

«[...] ο Κοσμόπουλος εμφανίστηκε ως ένας ώριμος ποιητής ήδη με το πρώτο του βιβλίο: δίχως πρωτόλειους στίχους, με τη φωνή του ήδη σχηματισμένη και ευαναγνώριστη – με τη θεματική του, τη ρητορική του, την προσωδία του διαμορφωμένες. [...] Ο Κοσμόπουλος εις πείσμα της εποχής μας και των ποιητών της, που εν ονόματι ενός παγκοσμιοποιημένου κοσμοπολιτισμού καταφρονούν ό,τι μπορεί να προσδιοριστεί ως μια επιμέρους συλλογική ταυτότητα, δεν διστάζει να χαρτογραφήσει ποιητικά τα εδάφη της ιθαγένειας, που τρέφουν τις βαθύτερες ρίζες της ανθρώπινης κοινωνίας: εκείνης της πατρίδας (λέξη στις μέρες μας πολιτικά ύποπτη) και του έθνους (έννοια που έχει γίνει πια ανάθεμα). [...] Ο Κοσμόπουλος είναι ένας από τους ελάχιστους ποιητές του ελλαδικού χώρου –αν όχι ο μόνος- που γράφουν σήμερα και πατριωτική ποίηση όπως θα έπρεπε να γράφεται η πατριωτική ποίηση· και είναι ένας από τους ελάχιστους ποιητές –αν όχι ο μόνος- που γράφουν σήμερα και θρησκευτική ποίηση όπως θα έπρεπε να γράφεται η θρησκευτική ποίηση: όχι ως λατρευτικό φολκλόρ αλλά με μια διάσταση θεολογική (από την άποψη αυτή φαίνεται να συνομιλεί με τον Παπατσώνη και τον Καρούζο· ο διάλογός του με τον Παπαδιαμάντη είναι σε άλλο μήκος κύματος). Η ποίηση του Κοσμόπουλου είναι μια ποίηση της ιθαγένειας, με την βαθύτερη έννοια του όρου, με εκείνη ενός αιτήματος αυθεντικής ζωής που αρδεύει τα ζωτικότερα στοιχεία της από τη γενέθλια γη και τους ανθρώπους της. [...] Ο Κοσμόπουλος επιτυγχάνει αυτή τη μεταβολή συνθέτοντας με ένα ποικίλο λεκτικό υλικό, όχι μόνο συγχρονικό αλλά και της διαχρονίας, ποικίλες ποιητικές μορφές, σημερινές και παλαιότερες – από τον ελεύθερο στίχο και την πεζή φόρμα ως το verset και τον αυστηρό έμμετρο στίχο (ομοιοκατάληκτο ή ανομοιοκατάληκτο). Διαθέτοντας έμφυτο ποιητικό ρήμα, για την ακρίβεια πηγαία την ικανότητα της ποιητικής μεταφοράς –πηγαιότητα που αισθάνομαι ότι αναβλύζει από το πάθος της απεγνωσμένης αναζήτησης μιας υπέρβασης- συνθέτει στίχους καίριους, εύχυμους (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα ποιήματά τους δεν περιέχουν και αδιάφορους στίχους) που στις πιο δυνατές στιγμές του συνδυάζουν θαυμάσια την διαύγεια με την ένταση. [...]»

Νίκος Λάζαρης, «Ένας νέος, πληθωρικός λυρικός ποιητής», Νέα Εστία, τ. 153, τχ. 1755, Απρίλιος 2003, σ. 685-689.

«[...] Ὁ Κοσμόπουλος εἶναι ἕνας πληθωρικός λυρικός ποιητής. Ὁ λόγος του, ἀκόμη κιὅταν σκιάζεται ἀπό μελαγχολικούς τόνους, ἔχει κάτι ἀπό τή δύναμη ἑνός ὁρμητικοῦ ποταμοῦ πού κυλάει καί παρασύρει στό πέρασμά του τά πάντα. Ἡ χροιά τῆς φωνῆς του σέ ὁρισμένα ποιήματα (π.χ. «Ἄκου με, πυρετέ τοῦ τσιμέντου, τοῦ βουνοῦ τρυφερέ μανδύα / ἱδρώτα χορταριῶν, σαπφείρινη μηλωτή τοῦ ἀνέμου, / θά σοῦ μιλήσω, θές δεν θές») μᾶς θύμισε τόν πρῶτο Πούλιο, μέ τή διαφορά ὅτι ὁ Κοσμόπουλος συνδυάζει τό αὐθόρμητο μ’ ἕνα λόγιο στοιχεῖο [...] Ἄν θέλαμε σώνει καί καλά νά βροῦμε τήν οὐσιαστική καταγωγή τοῦ Κοσμόπουλου, θά πρέπει νά τήν ἀναζητήσουμε στό δημοτικό τραγούδι, στά ἐκκλησιαστικά κείμενα, τόν Σολωμό, τόν Σεφέρη (ἡ ἐμμονή τοῦ νέου ποιητῆ στό σπίτι παραπέμπει εὐθέως στόν Σεφέρη), καί ἀπό τούς νεότερους στόν Μιχάλη Γκανᾶ καί τόν Νάσο Βαγενᾶ. [...] Στίς ἀρετές τοῦ Κοσμόπουλου πρέπει νά καταγράψουμε τή μεστή τεχνική πού χαρακτηρίζει τίς προσπάθειές του (ἀποτέλεσμα τῆς σκληρῆς ἄσκησης καί τῆς ἐπίμονης μαθητείας στούς δασκάλους τῆς συντεχνίας, καθώς ἐπίσης καί τήν ἱκανότητά του νά ἐπιτυγχάνει, μερικές φορές, ἀπροσδόκητους συνδυασμούς λέξεων καί νοημάτων. Ξεχωριστή μνεία πρέπει νά γίνει ἀκόμη γιά τή γνήσια ἀγωνία πού φαίνεται νά διακατέχει τόν Κοσμόπουλο, σχετικά μέ τό νά ὑπάρξει μιά συνέχεια στήν ποίηση, τήν τέχνη πού σ’ ἕνα ὄχι τόσο μακρινό παρελθόν θεωρήθηκε ἀπαραίτητη, ὅσο καί ἡ ἀναπνοή, στόν ἄνθρωπο. [...] ὁ Δημήτρης Κοσμόπουλος μέ τό Λατομεῖο ἔδειξε ὅτι ἔχει κατακτήσει μιά ἐκφραστική ὡριμότητα πού δέν τή συναντᾶμε εὔκολα σ’ ἕναν πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή.»

Ευριπίδης Γαραντούδης, «Ένας σύγχρονος ποιητής της πνευματικότητας και της δεξιοτεχνίας», εφ. Η εφημερίδα των συντακτών («Ανοιχτό Βιβλίο»), 19.1.2019

[…] Η βιωματική σφαίρα γύρω από την οποία επικεντρώνονται τα περισσότερα ποιήματα του Θέριστρον είναι η αίσθηση της εγγύτητας ή και η αγωνία του θανάτου (η τρίτη ενότητα φέρει τον υπότιτλο «Αναμονή βιοψιών»). Αμφότερες αυτές οι αντιξοότητες του βίου αντιμετωπίζονται κατά μέτωπο μέσα από ποικίλες ψυχοσυναισθηματικές αντιδράσεις που απολήγουν στην παραμυθία της θρησκευτικής πίστης. Η θρησκευτική πίστη τροφοδοτεί την πνευματικότητα που διαχέεται στα περισσότερα ποιήματα. Παρά, όμως, την πνευματικότητά τους, τα ποιήματα δεν αποκόπτονται από τις αναπόδραστες εμπειρίες και στοιχεία του φυσικού κόσμου και του αστικού περιβάλλοντος. Αν ο φυσικός κόσμος λειτουργεί επίσης παραμυθητικά, ως υπόμνηση ενός ζωντανού κόσμου που διαρκεί, περιβάλλει και νοηματοδοτεί τη φθαρτή ανθρώπινη ζωή, ο αστικός χώρος των λεωφόρων, του μετρό και των ηλεκτρονικών κοινωνικών δικτύων υπενθυμίζει την αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σε ένα απωθητικό αντιπνευματικό περιβάλλον.

Ο αναγνώστης των ποιημάτων του Θέριστρον μένει με την αίσθηση ενός ποιητή που αισθάνεται παράταιρος ή και εξόριστος από το σύγχρονο παρόν και, συνάμα, πολύ οικείος, εναρμονισμένος σχεδόν, με το παρελθόν και τους πνευματικά ολοζώντανους νεκρούς του. Αλλά αυτό δεν είναι γενικότερα το τίμημα και το κέρδος της συστηματικής ενασχόλησης αναγνωστών και ποιητών με ένα μεγάλο μέρος της σοβαρής λογοτεχνίας και ειδικότερα του σκληρού πυρήνα της, της ποίησης;

Αν η χριστιανική πνευματικότητα είναι ο ένας βασικός άξονας της ποιητικής του Κοσμόπουλου, ο άλλος είναι η δεξιοτεχνική του δεινότητα. Συγκεκριμένα, η ποίησή του εντάσσεται, ήδη από τις αρχές της και σταθερά μέχρι σήμερα, σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μορφολογικά φαινόμενα στην ελληνική ποίηση των τελευταίων δεκαετιών, την επαναφορά ή αναβίωση των αυστηρά έμμετρων μορφών στο ευρύτερο περιβάλλον της ελεύθερης (από μορφολογικές δεσμεύσεις) ποίησης, μέσα στο οποίο, πάντως, ο ελεύθερος στίχος παραμένει η ποσοτικά κυρίαρχη μορφή. Η τάση της εν λόγω επαναφοράς εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1980 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, εμφανίζοντας συστηματικό χαρακτήρα στο έργο μερικών ποιητών. […]

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Πέρα από τη θρησκευτική ποίηση», ηλ. περ. «Ο Αναγνώστης» («Λόγου Χάριν»)

Διαβάζω το καινούργιο ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Κοσμόπουλου και σκέφτομαι κάτι που με έχει απασχολήσει κατ’ επανάληψη όλα τα χρόνια που τον παρακολουθώ. Είναι όντως θρησκευτική η ποίησή του ή (για να χρησιμοποιήσω πιο μετριοπαθή διατύπωση) είναι μόνο θρησκευτική; Ας δούμε το νεόκοπο Θέριστρον, που κυκλοφορεί σε μιαν ιδιαιτέρως επιμελημένη έκδοση από τον Κέδρο. Τα θρησκευτικά σύμβολα και τα θρησκευτικά πρόσωπα (εν προκειμένω ο Ιωάννης ο Βαπτιστής), η ορθόδοξη γραμματεία και θεολογία, αλλά και ολόκληρη η χριστιανική μυθολογία, με την υπερβατική της πρόσβλεψη στην ύστατη λύτρωση και σωτηρία, δίνουν γενναία το παρών στον λόγο του Κοσμόπουλου, που αποτελεί σίγουρα το ωριμότερο και το πιο κατασταλαγμένο προϊόν της μέχρι τώρα παραγωγής του. Αρκούν, όμως, αυτά για να περιστείλουμε την ποίησή του στον θρησκευτικό κύκλο;

Η απάντηση που δίνω είναι ένα κατηγορηματικό όχι. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που είναι και ο μοναδικός ήρωας των ποιημάτων του Κοσμόπουλου, ακόμα κι αν στους στίχους του εμπλέκονται πλήθος ονομάτων της παλαιότερης ή της νεώτερης ελληνικής κα ξένης λογοτεχνίας (σε ένιες περιπτώσεις και μέσω μεταφρασμάτων), αποδεικνύεται ελαφρώς απρόσμενος: κινείται στον πραγματικό κόσμο όχι ως εκπεπτωκώς ο οποίος προσμένει καρτερικά τη βασιλεία των ουρανών, αλλά  σαν ένας πλάνης, σαν ένας απορριγμένος, που έρχεται σε κάθε του βήμα αντιμέτωπος με τη μοναξιά, το λειψό νόημα, το κενό της καθημερινότητας και τον απύθμενο φόβο του θανάτου. Η μπάντα δεν είναι βεβαίως μονόδρομη και η αντίπραξη προκύπτει αμέσως με τον λυρικό ύμνο στη δύναμη της ζωής: κάτι που εκφράζεται είτε με την αντιβολή ανάμεσα στην ανεξάντλητη γονιμότητα της φύσης και τον μηχανικό (διάβαζε, μεταξύ άλλων, και ψηφιακό) πολιτισμό του αστικού βίου, είτε με την αποθέωση της πρωτογενούς δυνατότητας του ζωικού φαινομένου για επανεκκίνηση και αναγέννηση. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως σε ένα πλέγμα σαν κι αυτό υπόκειται και ένα θρησκευτικό πρόσημο, μα εκείνο που πρωτίστως κυριαρχεί είναι η  καθαρή δόνηση της ύπαρξης, αγκιστρωμένη στην υλικότητα των ανθρώπων – ένα πανηγύρι των αισθήσεων και των λέξεων, που γρήγορα θα βάλει στο παιχνίδι και ένα ακόμα (επίσης υλικό και κοσμικό) δεδομένο: την ανάγκη της τέχνης, την προσήλωση στις παροχές της καλλιτεχνικής έκφρασης, που πηγάζει όχι τόσο από την περιήγηση στα τοπία των νεκρών ποιητών όσο από τις γλωσσικές συνάψεις που επιστρατεύει και ενεργοποιεί ένα ομόλογο ταξίδι.

Και μια κι έχουμε περάσει ήδη σε ένα πιο τεχνικό επίπεδο, να σημειώσω πως η εγνωσμένη πολυτροπία του Κοσμόπουλου -ένα κράμα έμμετρου και ελεύθερου ή ελευθερωμένου στίχου- συνομιλεί στο Θέριστρον και με το δημοτικό τραγούδι, αφήνοντας να παρεισδύσουν στο σώμα της το σπασμένο σονέτο, ο διαταραγμένος δεκαπεντασύλλαβος, όπως και οι συνεχείς στροφικές παραλλαγές ή οι αμέτρητες ομοιοκαταληκτικές ποικιλίες. Κι αν ξεχωρίζω ένα στοιχείο εδώ, αυτό δεν είναι η ένταση ανάμεσα στο παλαιό και το καινούργιο, αλλά ο εναγκαλισμός παράδοσης και νεωτερικότητας. Θα κλείσω επανερχόμενος στο ζήτημα που έθιξα προεισαγωγικά. Η θρησκευτική ποίηση έχει να επιδείξει, διεθνώς και στα καθ’ ημάς, επιδόσεις που μοιάζουν υπεραρκετές για να υπερασπιστούν την πληρότητα και την επάρκειά της. Είναι, όμως, πολύ καλύτερα (τουλάχιστον για τον υποφαινόμενο) όταν το θρησκευτικό δεν καταλήγει να γίνει ούτε το κουκούλι ούτε ο πυρήνας της, αλλά ενεργεί ως δραστικό κίνητρο για την περίτρανη ανανέωσή της.


Διακρίσεις: 

2005: Βραβείο Έλληνα Λυρικού ποιητή «Λάμπρος Πορφύρας» της Ακαδημίας Αθηνών.

2013: Διεθνές Βραβείο «Κ. Π. Καβάφη» για το σύνολο του ποιητικού του έργου.

2018: Βραβείο Ποιήσεως του Ιδρύματος «Κώστα και Ελένης Ουράνη» της Ακαδημίας Αθηνών για το ποιητικό βιβλίο Θέριστρον (εκδ. Κέδρος, 2018).

2019: Βραβείο Ποιήσεως «Ζαν Μωρεάς» για το καλύτερο ποιητικό βιβλίο του 2018 (Θέριστρον, εκδ. Κέδρος, 2018).


E-mail:  elekosmo@otenet.gr