ΚΟΝΟΜΑΡΑ ΛΙΛΑ


ΚΟΝΟΜΑΡΑ ΛΙΛΑ

Maîtrise de Lettres Modernes (Université de Paris VII-Jussieu)
Εργαστήρι Λογοτεχνικής Μετάφρασης (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών)
Καθηγήτρια γαλλικών στο Κολλέγιο Αθηνών και στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Διηγήματα, άρθρα, κριτικές βιβλίων και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. (Το Βήμα, Τα Νέα, Ελεύθερος Τύπος, Διαβάζω, Η Λέξη, το Δέντρο, Εντευκτήριο κλπ.)

Ιδρυτικό μέλος του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο ο Αναγνώστης.

Μέλος της επιτροπής κρατικών βραβείων λογοτεχνίας (2014-2015) και κρατικών βραβείων μετάφρασης. (2015-2017)

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΛΙΛΑ
Επίθετο:  ΚΟΝΟΜΑΡΑ
Εργογραφία: 

Μακάο, δύο νουβέλες, Πόλις 2002, Μεταίχμιο 2005, Κέδρος 2019

Τέσσερις εποχές-Λεπτομέρεια, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο 2004

Στις 11 & 11 ακριβώς!, παιδικό μυθιστόρημα, Παπαδόπουλος 2005

Η αναπαράσταση, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο 2009

Το δείπνο, αφήγημα, Κέδρος 2012

Οι ανησυχίες του γεωμέτρη, συλλογή διηγημάτων, Κέδρος 2014

Ο χάρτης του κόσμου στο μυαλό σου, μυθιστόρημα, Κέδρος 2018
 

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:

Ιστορίες στον αφρό, Περίπλους 2008

Περί ζώων, Ψυχογιός 2011

Η τρέλα και το παράλογο στην ελληνική λογοτεχνία, Διαπολιτισμός 2014

Ιωάννης Ζεμενός, Αίολος 2015

Διαφορετικότητα, Μουσείο Ελιάς και Λαδιού Πηλίου, 2017
 

Μεταφράσεις

-     Alexandre Sumpf, Ρασπούτιν (2019, Εξάντας)

-     Maurice Soustiel, 146, λεωφόρος Ωσμάν (2018, Εξάντας)

-    Pierre Pouchairet, Έμποροι θανάτου (2018, Eξάντας)

-     André Gide, Η στενή πύλη (2007, Μεταίχμιο)

-     Rémy Girerd, Η προφητεία των βατράχων (2006, Mεταίχμιο)

-     Didier Levy, Άντζελμαν (2004, Παπαδόπουλος) 

-     Michel Crespy, Κυνηγοί κεφαλών (2003, Λαγουδέρα)

 Mircea Eliade, Ιζαμπέλ και τα ύδατα του διαβόλου (2002, Λαγουδέρα)

Georges Simenon, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν (1994,

Πλέθρον)

-     Robert Louis Stevenson, Η παραλία του Φαλεζά (1986, Index)

-     Ernest Hemingway, Άντρες χωρίς γυναίκες (1986, Πλέθρον)


Διεύθυνση: 

Αγ. Παντελεήμονος 19, 15234 Χαλάνδρι


Έτος γέννησης:  1960
Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  Η αναπαράσταση
Κείμενο αποσπάσματος: 

Τις τελευταίες μέρες ξαναδιαβάζω ένα βιβλίο για τους γιαπωνέζικους κήπους. Σε κάποια δύσκολη περίοδο στο παρελθόν ανέτρεχα συχνά σ’ αυτό σαν να περιείχε όλες τις λύσεις που έψαχνα. Και πράγματι, κάθε φορά ένιωθα απίστευτη ανακούφιση. Ο καιρός περνούσε, το ξεχνούσα ώσπου μια μέρα έπεφτα πάλι τυχαία σε κάποια φωτογραφία, ζωγραφιά ή κείμενο με σχετικές αναφορές. Τις προάλλες έλαβα ένα γράμμα από ένα φίλο που λείπει χρόνια στο εξωτερικό. Το γράμμα συνοδευόταν από μια φωτογραφία ενός γιαπωνέζικου κήπου. Ένιωσα πως η εικόνα μου έκλεινε το μάτι. Ξανάπιασα το βιβλίο μου και φυλλομετρώντας τις σελίδες του σκέφτηκα ότι έτσι ακριβώς θα ήθελα να γράφω.

   Παρατηρώντας τις εικόνες γρήγορα αντιλαμβάνεσαι πως εκεί η έννοια του κήπου διαφέρει. Ένας γιαπωνέζικος κήπος μπορεί να αποτελείται αποκλειστικά από πέτρες και άμμο, από βράχια και νερό, υλικά δηλαδή που εμείς ποτέ δεν θα σκεφτόμασταν να χρησιμοποιήσουμε. Άλλη λογική διέπει επίσης και τη διάταξη των υλικών. Σε μας, με στόχο ένα ωραίο αισθητικό αποτέλεσμα. Εκεί, αποκαλύπτοντας μια ολόκληρη φιλοσοφία: το γιν, το γεν, η ενέργεια που διοχετεύεται, ο προσανατολισμός του κήπου, κάθε στοιχείο διαδραματίζει ένα ρόλο τόσο από μόνο του όσο και σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα. Τίποτα δεν είναι τυχαίο ή αυθαίρετο όχι όμως με τη λογική των τεχνητών γαλλικών κήπων ή των επίπλαστα φυσικών αγγλικών. Οι γιαπωνέζικοι κήποι δεν μιμούνται τη φύση, είναι η ουσία της φύσης, είναι η ίδια η ζωή. Ο αμύητος δεν είναι βέβαια σε θέση να διακρίνει όλο αυτό το σχέδιο, τον συνεπαίρνει όμως παρόλα αυτά η αίσθηση αυτής της βαθύτατης ισορροπίας, της ιερότητας που περιβάλλει το χώρο, της ιδεώδους σύζευξης του φυσικού με το πνευματικό. Ένας γιαπωνέζικος κήπος είναι ένα ολόκληρο σύμπαν που αναρριγεί από ιδέες και αισθήματα που σφιχταγκαλιάζονται κι αποχωρίζονται, συνδιαλέγονται και σιωπούν, κυλούν και χάνονται για να επανεμφανιστούν λίγο πιο κάτω ή λίγο αργότερα, μιαν άλλη εποχή του χρόνου. Το αρχικό σχέδιο μπορεί να ανατραπεί, ο κήπος αναδιαμορφώνεται ακατάπαυστα: ένα κλαδί που λύγισε ο αέρας αλλάζοντας τη θέα, φυτά που πνίγηκαν μέσ’ τους λειχήνες, μια παραπανίσια βροχή ή ένα καλοκαίρι που κράτησε περισσότερο. Όλα αυτά γίνονται αδιόρατα, μυστικά, στους ήχους μιας προσευχής. Ο κήπος μιλάει στον επισκέπτη κι εκείνος τον αφουγκράζεται στοχαστικός. Νιώθει το ρίγος του φύλλου στα δάχτυλά του και τους ψιθύρους του ανέμου πάνω στους κόκκους της άμμου. Συντροφεύει το χορό της ανθισμένης κερασιάς στο ανοιξιάτικο αεράκι. Την ίδια στιγμή, γίνεται πέτρα που γλύφει το νερό ή πελαργός που διέκρινε πάνω της ένα μικρό σκουλήκι.

   Θα ‘θελα όλοι οι ψίθυροι της φύσης να ακουστούν στο γύρισμα μιας φράσης μου. Και ας μην επρόκειτο να γράψω άλλη. Θα ‘θελα να ‘βλεπες αυτούς τους κήπους, να σ’ έβρισκα μέσα σ’ αυτούς. Όμως αυτό δεν είναι δυνατόν. Τα δικά μου χρυσάνθεμα δεν διαθέτουν βάθος τοπίου, τα γαρύφαλλά μου δεν μυρίζουν. Είναι απλώς εικόνες. Μια αναπαράσταση, μια ξεπατικωτούρα που λέγαμε παιδιά. Τι παράξενο… Όσο πιο τεράστιος γίνεται ο χώρος, τόσο πιο επίπεδος, μια μικροσκοπική κουκίδα σ’ ένα χάρτη χωρίς Βορρά και Νότο, χωρίς ποτάμια και βουνά, χωρίς υπόμνημα. Μονάχα κάτι πανηγύρια στανικά που ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί γεμίζοντας τον τόπο τσίκνα. Η Ξάνθη ακκίζεται αυτάρεσκα, το ίδιο και η Αθήνα σε άλλη κλίμακα, γυρίζοντας την πλάτη στις συγχωνεύσεις που τις έχουν ήδη καταπιεί. «Κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό». Ακούω από μέσα το πληκτρολόγιο. Η νεαρή Μαρίνα, η γραμματέας μου, αναζητάει συνομιλητές στο νεοσυσταθέν της blog “2b”. Κι εμείς οι δυο; Πού θα συναντηθούμε άραγε; Στο τώρα ενός κόσμου που βρίσκεται ήδη στην επόμενη στιγμή;

 

                                                                                            Αντρέας 

 

 

 

Πίνακας ΙΙΙ    

 

Λευκό χιονισμένο τοπίο. Πού ακριβώς αρχίζει; Πού τελειώνει; Παραμένει αδιευκρίνιστο, τα όρια έχουν απαλειφθεί. Ούτε και τι υπάρχει από κάτω: δρόμοι, λίμνες, χωράφια, ιδιοκτησίες, ένα βαθύ χαντάκι; Μοιάζει να ήταν πάντα έτσι. Άραγε κρύβει παγίδες; Ποιος ξέρει. Φαντάζει τόσο γαλήνιο. Τίποτα δεν σταματάει το μάτι. Τίποτα; Όχι ακριβώς. Μια προσεκτικότερη ματιά διαψεύδει την αρχική εντύπωση. Κάτι μαυρίζει δεξιά. Τρεις στενόμαυρες επιφάνειες. Ευδιάκριτες, ξεχωριστές κι όμως πλεγμένες μεταξύ τους σε ένα είδος συνέχειας. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για ανθρώπινες φιγούρες. Είναι αδύνατον, φυσικά, να το πεις με βεβαιότητα, μοιάζουν όμως. Εκείνες οι κουκίδες στο πάνω μέρος θυμίζουν μάτι, σωστά; Τι άλλο θα μπορούσε να είναι άλλωστε. Στη θέση όμως των αυτιών δεν υπάρχει τίποτα. Ποιος ξέρει, ίσως τα αυτιά να μην είναι απόλυτα αναγκαία. Το ίδιο συμβαίνει και στη θέση του στόματος. Δεν υπάρχει στόμα. Μόνο μια αφαίρεση. Κι εδώ υπάρχουν βέβαια εξηγήσεις. Μπορεί να φταίει το χιόνι, για παράδειγμα. Σβήνει τα πάντα, αυτό είναι γνωστό. Γωνίες, αιχμές προεξοχές, ιδιαιτερότητες,. Στη θέση τους, αδιαμόρφωτοι όγκοι, μια αίσθηση απροσδιόριστη. Οι φιγούρες στέκονται ακίνητες, δημιουργείται ωστόσο η εντύπωση μιας κινητικότητας. Αυτή η ελαφρά κλίση προς τα μπρος μάλλον. Ίσως να πηγαίνουν κάπου. Να βρίσκονται καθ’ οδόν. Ή να εκδηλώνουν μια πρόθεση. Όπως κάποιος που έχει ένα σχέδιο κατά νου. Έτοιμες να εκτελέσουν μια κίνηση που τελικά αναχαιτίζεται. Από τι άραγε; Πρόκειται για προσωρινή αλλαγή γνώμης, χρόνια αναβολή ή ματαίωση; Δεν είναι σαφές. Πιθανόν η κίνηση να υπάρχει απλώς ως δυνατότητα που παρατείνεται επ’ άπειρον. Πιθανόν. Το λευκό χιονισμένο τοπίο προσφέρει μια αδιαπέραστη πληρότητα. Ενδέχεται τίποτα απ’ όλα αυτά να μην τους έχει περάσει απ’ το μυαλό. Να πρόκειται για σκέψεις που αφορούν μόνο το θεατή. Να μην έχουμε να κάνουμε καν με ανθρώπινες φιγούρες. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Ούτε και να μας διαβεβαιώσει για το αντίθετο. 


Διακρίσεις: 

Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα περιοδικού Διαβάζω για το Μακάο (2003).