Κείμενο Αντιγόνης Βλαβιανού για την ΑΘΩΟΤΗΤΑ του Βαγγέλη Ραπτόπουλου


03/09/25
Κείμενο Αντιγόνης Βλαβιανού για την ΑΘΩΟΤΗΤΑ του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα «Τα Νέα - Σαββατοκύριακο», 12-13/7/2025.


Αντιγόνη Βλαβιανού

 

«Μ’ ένα όνειρο τρελό / όνειρο απατηλό…»

 

Διαδοχικά γκελ έμπνευσης στην Αθωότητα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

 

Τα πρώτα λόγια που διαβάζει κανείς στο μυθιστόρημα Αθωότητα του πολυγραφότατου Βαγγέλη Ραπτόπουλου (Κέδρος, Μάρτιος 2025) είναι η έντυπη αφιέρωση: «Στον Τζον Στάινμπεκ, όχι μόνο για το Άνθρωποι και ποντίκια»· αφιέρωση που σχολιάζεται, άλλωστε, εκ μέρους του, στο  βραχύλογο –εν είδει Επίμετρου–  «Σημείωμα του συγγραφέα» στην κατακλείδα της έκδοσης, όπου ο Β.Ρ. δεν καταθέτει απλώς την οφειλή του έναντι του Αμερικανού συγγραφέα, χαρακτηρίζοντας το δικό του έργο ως «διασκευή, ή ίσως μεταφορά στα καθ’ ημάς» του βιβλίου εκείνου, αλλά ομολογεί επίσης ρητώς την «ανεξίτηλη» επιρροή που άσκησε πάνω του το εν λόγω «αρχετυπικό διαμάντι» του Στάινμπεκ από τα πρώτα συγγραφικά του χρόνια.

Και όντως, επιστρέφοντας στο καθαυτό κειμενικό σώμα, διαπιστώνουμε από το πρώτο κεφάλαιο ήδη του βιβλίου ότι ο Β.Ρ. δεν έχει μεταγγίσει απλώς στην Αθωότητα τη δομή και τους βασικούς χαρακτήρες της νουβέλας του Στάινμπεκ –μηδέ των ονομάτων τους εξαιρουμένων–, αλλά, ενίοτε, ακόμη και τα ίδια τους τα χέρια-πόδια-λόγια: Ο γιγάντιος και βραδυφλεγής, αλλά «με πρόσωπο και καρδιά μικρού παιδιού», Λένος ακολουθεί και προσπαθεί να αντιγράψει –το ίδιο πιστά με τον Λένι του Στάινμπεκ– τον μικρόσωμο αλλά εύστροφο φίλο του Τζώρτζη, ο οποίος –ως άλλος Τζωρτζ του πρωτοτύπου– σκέφτεται , δρα και μιλά και για τους δύο –γεγονός που καθιστά τον πρώτο «αντηχείο» του δεύτερου–, εντείνοντας την εντύπωση μιας σιαμαίας συν-ύπαρξης, παρά το αλλόκοτα παράταιρο μεταξύ τους παρουσιαστικό.      

Ασχέτως, λοιπόν, αν ο εκάστοτε μυθοπλαστικός χώρος προσαρμόζεται στο βιβλίο του Β.Ρ. «στα καθ’ ημάς» (τα ακύμαντα νερά στην ακροποταμιά του Σαλίνας και η συκομουριά μετουσιώνονται σε μια ερημική παραλία ανάμεσα σε Κάλαμο και Ωρωπό και σ’ ένα αλμυρίκι εδώ, ενώ το κτήμα όπου πάνε οι ήρωες του Στάινμπεκ να εργαστούν μεταβάλλεται σε αποθήκη κάπου στον Κολωνό), οι δύο «αυτοκόλλητοι» φίλοι μοιάζει να ακολουθούν την ίδια κυκλική τροχιά μοίρας με τους ομώνυμους ήρωες στο Άνθρωποι και ποντίκια, η οποία θα τους επιστρέψει αναπόδραστα στην ούγια της αφήγησης στο ίδιο σημείο εκκίνησης, παραπέμποντας ipso facto στα στεφάνια που σχηματίζει στης λίμνης τα νερά η «χεράκλα» του Λένου του Στάινμπεκ, όμοια με τους ομόκεντρους κύκλους που γράφουν στο θαλασσινό νερό τα βότσαλα που ρίχνει ο Λένος του Β.Ρ. με ενθουσιασμό. «Κοίτα Τζώρτζ[η]! Κοίτα τί κάνω!», αναφωνούν με ένα στόμα οι ομώνυμοι ήρωες και των  δυο. Ποιος εκ των δύο φίλων, όμως, τέρπει και ποιος δρέπει εν τέλει απόλαυση από το παιχνίδι αυτό;

Παρά τα διαδοχικά γκελ έμπνευσης που διαγράφουν παράλληλους κύκλους επιρροής στο έργο του Έλληνα αλλά και του Αμερικανού  συγγραφέα (καθώς, κατά τον ίδιο τρόπο που η Αθωότητα του Β.Ρ. είναι   «ένα γραπτό [τ]ου βαθύτατα αυτοβιογραφικό» (σ. 194), στο Άνθρωποι και ποντίκια (1937) ο Στάινμπεκ καταθέτει –μέσα από την ιστορία των δύο κεντρικών ηρώων κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης στις ΗΠΑ– τη δική του εφηβική εμπειρία από την εργασία του με μετανάστες τη δεκαετία του 1910) και παρά την ομολογημένη ταύτιση μεταξύ των δύο έργων, η μετατόπιση της τριτοπρόσωπης αφήγησης του πρωτοτύπου σε πρωτοπρόσωπη εδώ αποστασιοποιεί σε καίρια σημεία τα εν λόγω έργα· κι αυτό όχι γιατί τα ποντίκια του ενός (έτερη αναπήδηση έμπνευσης του Στάινμπεκ από το ποίημα του Σκωτσέζου ρομαντικού Ρόμπερτ Μπερνς, με τίτλο «To a mouse», 1785) γίνονται σπουργίτια στο βιβλίο του άλλου, αλλά γιατί η αναδρομική –ας προσεχθεί– αφήγηση δια στόματος ενός εκ των δύο φίλων (του Τζώρτζη) στο μυθιστόρημα του Β.Ρ. προσδίδει άλλο ψυχολογικό βάθος/βάρος στη σχέση τους, ακόμη και μέσα από τις αποστροφές του πρωτοπρόσωπου αφηγητή προς τον αναγνώστη, κάτι που στερείται απολύτως η αμερικανική της εκδοχή.

Χάρη στο εξομολογητικό αφηγηματικό εγώ της Αθωότητας, η αμοιβαιότητα στη σχέση των δύο φίλων καθίσταται κατ’ επανάληψιν ορατή, σχεδόν απτή (και οι δύο τέρπουν/δρέπουν από τη φιλία αυτή), φέρνοντάς τους σταδιακά αντιμέτωπους με θεμελιώδεις συνισταμένες της ανθρώπινης υπόστασης υπό μορφή διπόλων: καλοσύνη–βλακεία, αδυναμία (πνευματική ή μυϊκή)–παντοδυναμία, συνήθεια–ευτυχία, εξάρτηση–ελευθερία. Τα εν λόγω δίπολα σαρκώνουν, με τη σειρά τους, άλλα δύο δίπολα κομβικής σημασίας: τη σχέση μεταξύ επιθυμίας για το Καλό και αθέλητης μεταστροφής της σε Κακό, καθώς και τη σχέση μεταξύ του ονείρου και της τραγικής μετάλλαξής του σε εφιάλτη, τολμώ να πω.

Τα ίδια καταστατικά δίπολα καθιστούν τη νουβέλα του Στάινμπεκ αρχετυπική. Και στα δύο έργα η προφορικότητα του αφηγηματικού λόγου εικονοποιεί την αναπαραστατική φαντασία, ωθώντας τη δράση να εξελιχθεί. Πλην όμως, το βιβλίο του Β.Ρ. αφίσταται του πρωτοτύπου του ως προς την εναγώνια, σχεδόν, μοναξιά των δύο φίλων, η οποία –καθώς απλώνεται σαν λαδιά προς κάθε άλλο μυθοπλαστικό χαρακτήρα– μετουσιώνει υπόρρητα την εκάστοτε σχεσιακή αμφισημία σε υπαρξιακή απελπισία.

Αν αληθεύει ότι η αφήγηση αρχίζει εκεί που τελειώνει το Καλό (Β.Ρ.), κατά τον ίδιο τρόπο που ένα τρυφερό χάδι μεταλλάσσεται στα άγαρμπα χέρια του υπερμεγέθους Λένου σε θανάτου σημάδι –ασχέτως αν στην Αθωότητα το ποντίκι μετουσιώνεται σε σπουργίτι ή κουτάβι–, το όνειρο των δύο φίλων για ένα δικό τους σπίτι –που διατρέχει εν είδει λάιτ μοτίφ όλο το έργο, συμπαρασύροντας στην ενορατικά λεπτομερή υπόσχεσή του και άλλους χαρακτήρες-εραστές του ανέφικτου– μεταμορφώνεται σταδιακά σε όνειρο απατηλό, όνειρο-παγίδα, όνειρο-βρόχο, που βυθίζεται στο ευρηματικό τέλος του μυθιστορήματος του Β.Ρ. σαν ένα τελευταίο βότσαλο στο θαλασσινό νερό, καταπνίγοντας και τον τελευταίο κύκλο του ονείρου μαζί. Ο νους επιστρέφει στην προτελευταία στροφή από την «Ωδή σ’ ένα ποντίκι» του Ρόμπερτ Μπερνς, στην αποστροφή ενός αγρότη προς ένα μικρό ποντίκι που μονολογεί: «Τα πιο όμορφα σχέδια ποντικών κι ανθρώπων / συχνά σωροί συντρίμμια· / κι η υπόσχεση αντί χαρές μας δίνει μόνο / πλήξη και πόνο.» (μτφρ. Ρίτας Μπούμη Παπά). Αλλά είπαμε, όπου αρχίζει το Καλό, η αφήγηση σβήνει αυθωρεί και τον τελευταίο κύκλο έμπνευσης στο χαρτί.

 

Η Αντιγόνη Βλαβιανού είναι Καθηγήτρια Ιστορίας της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Δείτε επίσης


ΔΙΟΝΥΣΗ ΚΑΙ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΓΩΝΙΑ - Κυριάκος Χαραλαμπίδης

ΔΙΟΝΥΣΗ ΚΑΙ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΓΩΝΙΑ - Κυριάκος Χαραλαμπίδης

23/10/25
Όταν φεύγει ένας μεγάλος, η μνήμη γίνεται βαθύτερη, μας καλεί σε αναστοχασμό κι εσωτερική συναρμολόγηση. Τιμώντας τη μνήμη του Διονύση Σαββόπουλου, αναστοχάζομαι τι έφερε και τι κατέλιπε ο μοναδικός καλλιτέχνης.  (Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Νέα Εστία", στο ειδικό αφιέρωμα σ' αυτόν, τεύχος 1880, Μάρτιος 2019.)
Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης γράφει για Διονύση Σαββόπουλο: Ιδιοφυής αισθηματίας, χρονικογράφος της ουτοπίας

Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης γράφει για Διονύση Σαββόπουλο: Ιδιοφυής αισθηματίας, χρονικογράφος της ουτοπίας

29/10/25
Ο συγγραφέας και μεταφραστής Γιώργος - Ικαρος Μπαμπασάκης γράφει στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ για τον Διονύση Σαββόπουλο που ήταν, είναι και θα είναι παρών.