Το πρόβλημα της πείνας
Αν δεν ήταν η ποίηση,
θα βλέπαμε αλλιώς τα πράγματα.
Θα ’χαμε μια δουλειά,
ένα σπίτι,
ένα δέντρο,
ένα χωράφι,
μερικές ελιές,
θα ’χαμε πράγματα σταθερά
αν δεν ήταν η ποίηση.
Τώρα δεν έχουμε.
Δεν μας φτάνουν τα δέντρα,
το χωράφι,
οι ελιές,
δεν μας χορταίνει το σπίτι.
Βγαίνεις, και πάλι δεν χορταίνεις.
Πεινάς καθώς περνούν τα σύννεφα,
πεινάμε σου λέω.
Έτσι βλέπουμε τα πράγματα:
πεινώντας.
Το σκακιστικό πρόβλημα
Το σκάκι, αν το καλοσκεφτείς,
δεν είναι παρά ένα παιχνίδι
προσχηματικής βραδύτητας,
ένα παιχνίδι απελπισίας δηλαδή.
Ενώ όλοι βιάζονται να πέσει το θλιπτικό παλάτι,
ξέρουν ότι στο τέλος άλλος θα είναι ο νικητής.
Αυτή η απελπισία τούς τρώει τα σωθικά,
τους κάνει πιόνια
που ρίχνονται τυφλά στη μάχη.
Όλα τα πιόνια βιάζονται να τελειώσει το παιχνίδι,
να τελειώσουν το μαρτύριο και η σφαγή.
Λοξές κινήσεις, βλάβες του μεροκάματου,
τακτικές απομνημόνευσης πιθανοτήτων,
εφαρμογές από παλιότερες απελπισίες,
βοά κλαγγές και παραγγέλματα η σιωπή·
εδώ αιχμάλωτοι δεν υπάρχουν.
Πέφτουν νεκρά τα πιόνια
και πρώτα πρώτα τα πιο απελπισμένα:
τα πιόνια χωρίς βαθμό,
αυτά που δεν θα δουν ποτέ
ούτε τις νίκες ούτε τις ήττες,
γιατί οι απελπισμένοι πάντα βιάζονται.
Αυτό είναι το πιο μεγάλο και το πιο άγριο
σκακιστικό μας πρόβλημα.
Το πρόβλημα της σιωπής
Το πρόβλημα αρχίζει απ’ τη σιωπή
και στη σιωπή το πρόβλημα τελειώνει.
Στο μεταξύ, ακούγεται ήχος τροχού
σαν τρένο που φεύγει τελεσίδικα
για το ποτέ, το πουθενά και το για πάντα —
ήχος οξείας σιωπής
που φτιάχνει εξίσου τα νομίσματα
και τις κρυμμένες κιβδηλείες·
είναι ο Σπινόζα που τροχίζει ματογυάλια.
Δεν μιλάει, τροχίζει τα ερωτήματα:
Πόσο ηθικό είναι να σιωπάς;
Πόσο ηθικό είναι να πεθαίνεις από σιωπή;
Αιώνες τώρα πεθαίνει ο Σπινόζα
ανασαίνοντας τη σκόνη που σηκώνει ο τροχός.
Βάζει τα γυαλιά του ο Σπινόζα.
Κοιτάζει έξω: χιονίζει.
Κοιτάζει μέσα: χιονίζει.
σχεδόν πεθαμένος απ’ την κούραση
ο Σπινόζα
τροχίζει το χιόνι του καιρού,
το κάνει χρόνο.
Το πρόβλημα της Φρίντας Κάλο
Εμείς θα είμαστε στην ώρα μας
εκεί όπου η Φρίντα Κάλο
θα ζωγραφίσει το διπλό της πορτρέτο.
Προς το παρόν δοκιμάζει το αίμα της,
τοποθετεί τα σωληνάκια μετάγγισης
από τον έναν κόσμο στον άλλο
ώστε να μην υπάρξει πρόβλημα ροής.
Ξημερώνει.
Η Φρίντα Κάλο στέκεται με το χέρι υψωμένο,
αλλά κάτι πάει στραβά:
η στιγμή γίνεται παγκόσμιος χρόνος,
ο πόνος ανακυκλώνεται, δεν μεταγγίζεται,
το πινέλο μένει μετέωρο
όπως το δρεπάνι πριν τον οργασμό·
ουρλιάζει το τσεκούρι του Ραμόν Μερκαντέρ
μέσα στη μάσκα του Τρότσκι
και στη μάσκα του Ντιέγκο Ριβέρα.
Αδιέξοδο.
Τότε η Φρίντα Κάλο βάζει την πρώτη πινελιά,
και το αίμα όλου του κόσμου
αρχίζει να τρέχει.
Το πρόβλημα του πολλαπλασιασμού
Έβλεπα το κεφάλι του να κατρακυλάει.
Είχε ήλιο.
(Είναι ηλιόλουστες οι μέρες
που γεννιούνται οι δολοφόνοι.)
Ύστερα είδα το κεφάλι της,
ύστερα είδα πάλι το κεφάλι του,
και ξανά το κεφάλι της.
Ύστερα είδα τα κεφάλια τους πολλαπλασιασμένα.
Πιο ύστερα έχασα το λογαριασμό.
Σαν να βλέπεις πολλαπλασιασμένο
ένα Ζαμπρίσκι Πόιντ τεράστιο.
Ίτε παίδες, παιδιά του Ζαμπρίσκι Πόιντ, ψιθύρισα,
κι έτσι όπως ήμουν, με τα ρούχα της δουλειάς,
βγήκα έξω, στα μολυσμένα χρόνια,
και μέχρι τώρα δεν έχω δει
τίποτα πιο ολόκληρο από τα κεφάλια τους
να κατρακυλάνε βροντώντας
στον ύπνο και στον ξύπνο μου.
|