Από: ΜΙΚΡΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΠΟΦΥΓΕΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΚΟ ΛΥΚΟ
Εκδόσεις Παπαζήση
Το μονότονο τραγούδι του τζίτζικα το μεσημέρι του ελληνικού καλοκαιριού αντιμάχεται το χρονόμετρο του Heidegger και επικαλείται την έννοια του χρόνου στην ινδική φιλοσοφία ή την έννοια της αιωνιότητας στο ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.
Με το μονότονο και ατελείωτο «τζι-τζι» ο χρόνος σταματάει, δεν βιάζεσαι, μπορείς να κάνεις τα πάντα, έχεις χρόνο για τα πάντα, χωρίς ιεράρχηση αξιών, αναγκών, επιθυμιών: μπορείς να διαβάσεις, να πας για μπάνιο, να κάνεις έρωτα, να κοιμηθείς, να πας βόλτα, να μην κάνεις τίποτα.
Κυρίως αυτό: να μην κάνεις τίποτα .
Χρονικά, δεν θα έχει αλλάξει κάτι, θα βρίσκεσαι πάλι στην αρχή, ούτε καν στην αρχή: για ποια αρχή να μιλήσουμε όταν η αρχή αναφέρεται πάντα σ’ ένα χρόνο;
Όχι, να σκεφτείς δεν χρειάζεται.
Ούτε να ονειρευτείς.
Το όνειρο είναι εδώ.
Λέτε ο Τζίτζικας να είναι χριστιανός ορθόδοξος;
Πάντως, θα τον υποστήριζα ως αρχιεπίσκοπο και οπωσδήποτε θα τον ψήφιζα ως πρωθυπουργό.
Τον Τζίτζικα.
Με πόση αγαλλίαση θα εναποθέταμε άνθη και καλοκαίρια και κοχύλια στο άγαλμα του, θα τραγουδούσαμε «τζι-τζι» στην περιφορά της εικόνας του, στις 21 Ιουνίου.
Με πόση σοφία και μέτρο θα νομοθετούσε, θα κυβερνούσε τραγουδώντας, ζώντας στα άκρα, χωρίς ενοχές, τον σύντομο βίο του όντος.
Καλώντας κι αυτόν ακόμα τον θάνατο (γιατί να τον φοβηθεί;) στο πανηγύρι.
Ο Τζίτζικας.
Από: ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΩΣΗ (5η έκδοση)
Εκδόσεις Παπαζήση
… Ξαφνικά, υπάρχει θέμα: Τι σημαίνει «ζω»; Τι σημαίνει το «ήθελα να μάθω να ζω, τελικά» του Marx;
Εν μέρει, σημαίνει νοηματοδοτώ φαντασιακά. Νοηματοδοτώ ναρκισσικά την εικόνα του κόσμου εντός της οποίας βλέπομαι και η οποία ως καθρέφτης μού επιστρέφει την εικόνα που της παρέπεμψα. Εικόνα που εκκινεί από την εικόνα στο «στάδιο του καθρέφτη». Το νόημα είναι το νόημα της εικόνας μου επί του κόσμου, εν ελλείψει. Νοηματοδοτώ, όμως, ως απαραίτητη προϋπόθεση για να σκεφτώ ότι υπάρχει και αυτό που δεν σηματοδοτείται, ως εκτός του σημαίνοντος, ως εκτός της λέξης, αλλά που νοηματοδοτεί το μη σηματοδοτούμενο πλεόνασμα της σημασίας, ακριβώς, αυτό το εκτός της λέξης, το εκτός σκοπού, χωρίς λέξη το ίδιο αυτό.
Τελικά, προκύπτει θέμα:
Τι σημαίνει «ζω», αν αγνοώ τι σημαίνει το «τι σημαίνει;», ως ερώτημα εκτός νοήματος;
Τελικά, μήπως το ερώτημα είναι όχι τι σημαίνει να «ζω», αλλά τι σημαίνει να σκέφτομαι; Γιατί σκέφτομαι;
Μήπως σκέφτομαι για να αποδίδω σημασίες, ελλείψει νοήματος; Μήπως σκέφτομαι για να μην ξέρω ότι είναι εκτός νοήματος το να σκέφτομαι;
Σκεφτόμαστε για να μη σκεφτούμε ότι δεν υπάρχει τίποτα για να σκεφτούμε. Γιατί, παρότι το «τίποτα για να σκεφτούμε» είναι σκέψη, δεν εμπεριέχει επιδότηση νοήματος. Υπάρχει τελεία. Μια τελεία που αναιρείται και αυτή, αφού το πριν, το «να σκεφτούμε», δεν έχει νόημα, και οπωσδήποτε το μετά.
Ωστόσο, η σκέψη ότι «δεν υπάρχει τίποτα να σκεφτούμε» επιδοτεί τη σκέψη: Το τίποτα είναι προϋπόθεση της σκέψης, όπως η απουσία είναι –όπως το αναλύσαμε– προϋπόθεση της όρασης. Και αυτό ακριβώς μας βάζει στη σκέψη ότι το υποκείμενο δομείται εν κενώ: Η εικόνα του εαυτού επινοεί την ύπαρξή της. Πώς να πω, λοιπόν, ότι τίποτα δεν έχει νόημα, αφού το «δεν έχει νόημα» είναι νόημα; Δεν υπάρχει περίπτωση ένα μη νόημα να μην εμπεριέχει τον εαυτό του, άρα να είναι νόημα. Είναι αυτό που κάνει τον Schopenhauer να λέει: «Αυτός που αυτοκτονεί θέλει να ζήσει».
Ίσως γι’ αυτό ο έρωτας, το πάθος, να είναι τόσο έντονα βιούμενα –ως μια επανεπινόηση του κόσμου, θα έλεγε ο Badiou– γιατί δεν αφήνουν τίποτε άλλο προς σκέψη: Ένα πλήρες τίποτα, το οποίο δεν χρειάζεται τίποτε άλλο για να διώχνει τη σκέψη του τίποτα. Το σημαντικότερο προϊόν της γνώσης είναι η άγνοια, έλεγε ο D. Gross. Γι’ αυτό και ο A. Greiman προέτρεπε: «Μη σκέφτεστε. Αλλά αν σκέφτεστε, σκεφτείτε τίποτα».
Από: HOMO PHOTOGRAPHICUS, Ψυχαναλυτικές και φιλοσοφικές διαστάσεις της εικόνας
Εκδόσεις Ροπή, Εκδόσεις Παπαζήση
Η φωτογραφία αναλαμβάνοντας να συλλάβει το ασύλληπτο της πραγματικότητας, τεμαχίζοντάς την και αποδίδοντάς την σε εικόνα, επιχειρεί ταυτόχρονα να συλλάβει, μέσα στο συμβολικό πλαίσιο του λόγου, την επιθυμία του ανθρώπου να δει πέραν της πραγματικότητας, πέραν της εικόνας. Μα, την ίδια αυτή στιγμή, η ίδια η εικόνα γίνεται εμπόδιο σε αυτό.
Η φωτογραφία εκκινώντας από τη σχέση της με τη φθορά, τον χρόνο, τον θάνατο υπόσχεται το ψεύδος εκείνο για το οποίο έλεγε ο Nietzsche ότι έχουμε ανάγκη για να ζήσουμε. Μια δήθεν νίκη επί του παράλογου. Μια υπόσχεση ότι θα υπάρχουμε και «μετά». Ένας δήθεν έλεγχος σ’ αυτό ακριβώς που παράγει την εικόνα: το κενό, το άλεκτο, την τρέλα.
Η φωτογραφία αναδύεται έτσι ως μια μαρτυρία για το «πέραν» και ταυτόχρονα μια καθήλωση στο «εδώ» κάνοντας μας ν’ αφουγκραζόμαστε τη φράση του Barthes: «η φωτογραφία είναι εικόνα τρελή εμποτισμένη με πραγματικότητα».
Από: ΓΕΥΜΑ ΣΤΗ ΧΛΟΗ
Εκδόσεις Κουκούτσι
πάντως, όχι σοβαρά
Διαρκώς το ανέβαλα. Έβρισκα ημερομηνίες
εκ των πραγμάτων ασύμβατες. Κι όταν περνούσαν,
το μετέθετα γι’ αργότερα, για το φθινόπωρο,
μετά τις διακοπές ή την άνοιξη σαν σηματοδότηση εποχής.
Βέβαια, ήξερα ότι δεν θα ‘δειχναν τίποτα. Γι’ αυτό και
η πολυτέλεια της αναβολής.
Βέβαια, υπήρχε κι ένας φόβος, ότι τ’ αποτελέσματα
θα μου χαλάσουν τις διακοπές ή την έξοδο με
μια νέα σχέση που –τυχαία- είχε προκύψει εκείνες
τις μέρες.
Όπως και να ‘χει σταθερά ξεχνούσα, σταθερά αγχωνόμουν
για το πότε θα κάνω, τέλος πάντων, εκείνες
τις εξετάσεις.
Και σταθερά έγραφα ποιήματα για να βεβαιώνομαι
ότι έχω τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων μπροστά μου:
Λίγο άρρωστος από έρωτα, λίγο αδιάθετος από
σκέψεις, από αναμνήσεις. Υπογλυκαιμία από έλλειψη φιλιών.
Ενίοτε υψηλή αρτηριακή
πίεση από ηδονή… από φόβο…
Πάντως όχι σοβαρά, χωρίς κίνδυνο.
Ανάρρωνα, όχι πάντα γρήγορα, αλλά ανάρρωνα.
Κι αγνοούσα, σταθερά, ότι το σώμα που με
στήριζε κι έψαχνε διέξοδο στο τετελεσμένο
σώμα της γραφής
σμίλευε ήδη στο μνημείο
όνομα, τόπο, ημερομηνία.
|