ΙΣΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ


ΙΣΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Αρχιτεκτονική στα Πανεπιστήμια του Γκρατς και της Θεσσαλονίκης (1958-1965).
Από το 1962 έως το 1978 έζησε στη Θεσσαλονίκη. Έκτοτε ζει στην Αθήνα. Είναι επίσης ζωγράφος, γραφίστας και φωτογράφος. Επί οκτώ χρόνια ήταν υπεύθυνος της ελληνικής σύνταξης του περιοδικού Ausblicke.

ΒΙΝΤΕΟ (Βιντεοσκόπηση Χρήστος Κούκης)

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Επίθετο:  ΙΣΑΡΗΣ
Εργογραφία: 

ΠΟΙΗΣΗ


Όμιλος Φίλων Θαλάσσης - Ο Ισορροπιστής, 1976
Οι παρενέργειες της σιωπής, 1984
Οι Τριστάνοι, 1992
Θα επιστρέψω φωτεινός, 2000

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ


Ανάμεσά τους η μουσική, 1991
Ο άνθρωπος και το αίνιγμα, ζωγραφική 1999-2004 (αφηγήματα), εκδ. Εξάντας, 2004

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ
 

Πρόσωπα μιας εικοσαετίας, 1998
Λογοτεχνικό μηνολόγιο, 2003

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ


Μαξ Φρις, Ανδόρρα, 1968,
Τόμας Μαν, Τόνιο Κρέγκερ, 1973
Ρόμπερτ Μούζιλ, Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες, 1977
Ρόμπερτ Μούζιλ, Το μαγεμένο σπίτι - Η Γκρίτζα, 1978
Ρότζερ Σάττακ, Μαρσέλ Προυστ, 1981
Πέτερ Χάντκε, Η αγωνία του τερματοφύλακα τη στιγμή του πέναλτι, 1984
Πέτερ Χάντκε, Λάθος κίνηση, 1986
Πέτερ Χάντκε, Η ώρα της αληθινής αίσθησης, 1986
Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπετόν, 1988
Βίλχελμ Μύλλερ, Το χειμωνιάτικο ταξίδι, 1988
Αντρέι Ταρκόφσκι, Μαρτυρολόγιο, 1990
Εκκλησιαστής, 1993
Αντόν Τσέχωφ, Τρεις αδελφές, 1994
’ρτουρ Σνίτσλερ, Φυγή στο σκοτάδι, 1995
Κλάους Μαν, Λούντβιχ (Σιδερόφραχτο παράθυρο), 1996
Κλάους Μαν, Ομοφυλοφιλία και φασισμός, 1998
Τόμας Μπέρνχαρντ, Ο μίμος των φωνών, 2000
Ελίας Κανέττι, Η άλλη δίκη, 2002
Ρότζερ Σάττακ, Από τη μεριά του Προυστ, 2003


ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΟΡΑΤΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΛΙΜΠΡΕΤΩΝ


Γκούσταφ Μάλερ, Το τραγούδι της γης, 1994
Γιόζεφ Χάυδν, Η Δημιουργία, 1994
Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Τα κατά Ματθαίον Πάθη, 1994
Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, Φιντέλιο, 1995
Ρίχαρντ Βάγκνερ, Τριστάνος και Ιζόλδη, 2002


Διεύθυνση: 

Ανθίππου 8,
116 36 Αθήνα


Έτος γέννησης:  1941
Τόπος γέννησης:  Σέρρες
Τίτλος αποσπάσματος:  ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Κείμενο αποσπάσματος: 

ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΥΣΗ

Ο θάνατος σιγοσφυρίζει μες στη λύπη μου
Στα μέλη μου απλώνεται σαν μελανιά
Σκουλήκι που σκαρφαλώνει στην
Καρδιά μου.
Το μακρινό τοπίο βούλιαξε στην ομίχλη
Κρύφτηκαν τα παγώνια
Παγωνιά.


Τον άντεξα χρόνια πολλά
Σε θάλασσες με χρώματα ασταθή
Σαν την ηχώ της ερημιάς
Σαν την ελπίδα που αργοκαίει.
Πατούσε στις μύτες των ποδιών
Λέγοντας προσευχές και μαγικά
Η μάνα μου που πήγαινε ξοπίσω του.


Οι έρωτες των εύκρατων μηνών
Χώμα στο άδειο στρώμα μου
Ρίζες πολύσαρκες ανάμεσα
Στις πέτρες της ψυχής.
’ριες αλληλούια αγγέλων
Κάτω από θόλους διάφανους
Ένας φαλλός σαν από λίμνη αίματος.


Τα σύννεφα μπαινόβγαιναν στην κάμαρα
Οι μνήμες ξαπλωμένες
Κι ανάσκελα μετρούσα τις πληγές
94 82 82 77 76 75 73 68
Τίποτα στη στεριά.
Να τραβηχτούν τα κύματα περίμενα
Να σκύψω να κοιτάξω
Τον κάμπο με τα όνειρα
’σπρα κελύφη, όστρακα
Κούρους, χελώνες, απολιθώματα φιλιών
Μέδουσες και μουσικά κουτιά.


Θαρρώ πως μόνο έτσι:
Το φως με λάσπη πλάθοντας
Τη δύση ανάστροφα θωρώντας
Βάζοντας το κορμί μου
Ενέχυρο στον ουρανό
Θ' αποστηθίσω το λίγο που απόμεινε.


Κι όταν τα πόδια μας γυμνά
Στη μαύρη θάλασσα θα μπουν
Θα μας ρωτήσουν: Πέστε μας, αγαπήσατε;
Κι εμείς θλιμμένοι όσο ποτέ
Με το κεφάλι μας σκυφτό
Με μάγουλα να καίνε
Θα ψιθυρίσουμε
Ω ναι, πολύ, πολύ!


Όλο θυμάμαι
Πέρσι θυμάμαι
Πριν δέκα χρόνια δώδεκα
Ψηλή φιγούρα στη βροχή
Το λόφο θυμάμαι και το τρένο
Την πλάτη που γυάλιζε στο φως
Τα καστανά μαλλιά στο πάρκο
Τη νύχτα της γιορτής
Την ευωδιά της σκοτεινής μασχάλης
Τις λέξεις θρύψαλα στ' αυτί
Τα κρίνα μες στην παγωνιά
Το πρώτο χιόνι
Το εκατοστό φιλί
Όλο θυμάμαι
Τίποτα δεν θυμάμαι.
Σαν από ύπνο αναδύεσαι
Με πλατύφυλλη αγκαλιά
Και η μορφή σου δυσανάγνωστη.
Ρόδινα σάλια με μολύβια αναμνήσεων
Σπέρματα σπασμοί σε φόντο χάλκινο
Σφαδάζεις από φως. Βραδιάζει.


Ρυάκι, ρυάκι, ρυάκι
Θα τρέξει το νερό
Θα 'ρθει ο Χρόνος
Θα φτάσουμε στο πέλαγος
Και με τ' αδέρφια μας
Τις πεταλούδες, τις γαζέλες και τους Κένταυρους
Τις σαύρες, τους αϊτούς, τις βιολέτες
Θα γίνουμε σταγόνες δίχως μνήμη.


Μα λίγο πριν
Γυμνοί πίσω από τον τοίχο θα σταθούμε
Κι όταν θα μας ρωτήσουν
Αγαπήσατε;
Εμείς θλιμμένοι όσο ποτέ
Γέρνοντας το κεφάλι
Θα πούμε ναι
Πολύ
Πολύ!


ΟΡΦΕΑΣ


Φόρεσα κατάσαρκα τον έρωτα
Ώσπου ήρθε το Μέγα Μάτι
Πίσω από τις κουρτίνες
Και το μυαλό διάφανο σαν ζελατίνα.

Φρέσκα τα μάγουλα του Έρωτα
Με πλοίο φάντασμα
Κάναμε το γύρο του νησιού
Θρηνώντας για το ναυάγιο.
Ο Ορφέας έμεινε στο ποτάμι
Να τραγουδάει ανένδοτος μέσα στη νύχτα.
Γύψινα τα μαλλιά του
Τα χείλη του γλυκά σαν μούρα
Κι από τη μία τρύπα στο κεφάλι
Να τρέχει μαύρο αίμα.

 

ΕΝΔΕΚΑ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
ΤΟΥ ΙΣΟΡΡΟΠΙΣΤΗ

 

 


1
Ο ισορροπιστής μισεί το σχοινί που τον πληγώνει.


2
Οι άνθρωποι που παρακολουθούν τους πειραματισμούς και την αντοχή του παραμένουν αμέτοχοι. Ο ισορροπιστής, καθώς τους βλέπει από ύψος πάνω απ' το κανονικό, δεν ξεχωρίζει το επάγγελμα και την ταξική τους προέλευση. τον ενδιαφέρει κυρίως η ματαίωση της πτώσης του και ο πιθανός ακρωτηριασμός. οι πιο πολλοί δεν σηκώνουν καν το κεφάλι για να παρακολουθήσουν τις πορείες του ισορροπιστή.


3
Το σχοινί ανέχεται
το βάρος του ισορροπιστή
και μόνον αυτό.
το σχοινί επηρεάζεται από τον ήλιο και τις
κατά συρροήν χιονοπτώσεις.

Το σχοινί είναι αμφιβόλου
κατασκευής και προελεύσεως.
παρόλ' αυτά καθορίζει
το ογδόντα τοις εκατό
των κινήσεων του
ισορροπιστή.


4
Ο ισορροπιστής περιοδεύει σε αφρικανικά τοπία που τον απορροφούν. Τον θυμάμαι σε μια σεζλόνγκ καθισμένο να τρέμει ελαφρά, το πηγούνι του κατακίτρινο, ν' ακούει μουσική από το γραμμόφωνο. με το ένα χέρι έδιωχνε τις μύγες και με το άλλο μας συγκρατούσε από τις ενδεχόμενες υπερβολές. Τι ζέστη! Μουρμούριζε. Τι ζέστη!


5
Καταρράχτες
και φράγματα
στα τεράστια και τερατώδη μάτια του
λάμπουν ίδια φεγγάρια
κι οι γάτες που λαχταρούν τα ηλεκτρισμένα του
μαλλιά
και τα χέρια που ψαχουλεύουν το στήθος του
λαίμαργα.

Τις νύχτες τα φεγγάρια
οι γάτες και τα χέρια
γίνονται κουβάρια ασημένια.


6
Η παραμόρφωση του σκελετού του εξαρτάται άμεσα από
την επί τόπου ανάπτυξη των πο-
διών του μέσα σ' ένα επαναλαμ-
βανόμενο, ανιαρό σύστημα φαύ-
λων κύκλων.


7
Στην άκρη του δρόμου διακρίνει
μια τρελή κυρία. καθώς
προχωρεί
στο σχοινί
η φτέρνα του σχίζεται και η κυρία
οπισθοχωρεί.
στ' αφτιά μου
το βουητό της θάλασσας και του
σχοινιού ο πάταγος.
συμμερίζομαι την ακαταστασία
του ισορροπιστή.


8
Η μουσική
συμπράττει στην εξαντλητική προσπάθεια του ισορροπι-
στή. αν εξαιρέσουμε τις μέρες της άκρατης κατάθλιψης,
τα μάτια του αντλούν συνήθως απ' αυτήν. η μουσική
που βγαίνει
απ' τ' αφτιά του
και τον
διατρέχει.
στο σχοινί του
φιλοξενεί κάπου κάπου την άσπρη γάτα που τον συναγω-
νίζεται και τον απειλεί συστρέφοντας το σώμα της γύρω
από τις γάμπες και το πρόσωπό του.
Αίμα εμφανίστηκε πάνω στο στήθος του. Η άσπρη γάτα
κρεμασμένη δίπλα στις κόκκινες κηλίδες να σπαρταρά.


9
Ενίοτε πρασινίζει από τη έξαψη και τότε
κλυδωνίζονται
πάνω στο χορταριασμένο σώμα του
κάθε λογής κολεόπτερα.


10
Σε μια άμαξα απ' αυτές τις παλιές για τουριστικούς περι-
πάτους παρασύρθηκε από πλανόδιους παλιάτσους που
δήθεν τον συμπαραστέκονταν. κι έτσι γυμνώθηκε, κα-
κοποιήθηκε και βασανίστηκε και απ' αυτούς και από άλ-
λους άγνωστους, που έκαναν ό,τι ήθελαν με το σώμα του
ολόκληρη τη νύχτα, έτσι που κανένας δεν πήρε είδηση,
γιατί ο αμαξάς ούρλιαζε και τ' άλογα είχαν φρενιάσει στα
καλντερίμια. Μπορεί να θυμάται τις μυρουδιές τους, την
αφή και τα μεταλλικά εργαλεία, όμως ούτε το φύλο ούτε
τις φωνές, γιατί ήταν βρυχηθμοί κι όταν τον πέταξαν στην
παραλία ένα ομοιόμορφο γέλιο. Έτσι, για χρόνια δεν
εμφανίστηκε στο πόστο του, προσπαθώντας να ξαναφυ-
τρώσει.


11
Διασχίζει
τις ατραπούς του παραθαλάσσιου Πεθελινού και η ψυχή
του είναι περίλυπος έως θανάτου. Οι μυρουδιές των σω-
μάτων και των φυσικών αναπνοών ταράζουν την προ-
σοχή του αδιάλειπτα. Η θάλασσα κοχλάζει και και τον
αποπλανά. Οι ανταύγειες στα πρόσωπα των εκατέρωθεν
σπιτιών σαστίζουν τη μνήμη του. Πίσω από ένα πε-
ζούλι διακρίνει τη θεία του Ελισάβετ με τον μικρό
Ανέστη, τη μητέρα και τον πατέρα του που διαβά-
ζουν μαζί την εφημερίδα ντυμένοι στ' άσπρα: τους γνέ-
φει και προχωρεί... Η θεία Ελισάβετ του χαμογελά.
Προσπαθεί να μιλήσει, αλλά αδυνατεί να εκστομίσει
αυτά που θέλει. Η μητέρα του σηκώνει το κεφάλι κι
ανοίγει μια ομπρέλα για τον ήλιο: ο πατέρας του της
καθαρίζει το στόμα απ' το γλυκό που μόλις είχε φάει.
Συνεχίζει να μελετά την εφημερίδα.
Τράβελινγκ: Ο ισορροπιστής διστάζει, αμφιταλαντεύεται,
μα τελικά οδηγεί τα βήματά του προς το νερό.
Γκρο πλαν: Η θεία Ελισάβετ διορθώνει το καπέλο της κι ύστερα
σκύβει προς τον Λάζαρο αδερφό της.
Γκρο πλαν το πρόσωπο του ισορροπιστή. Δάκρυα βρέχουν
τα μάγουλά του και προχωρεί μέσα στον εκκωφαντικό θό-
ρυβο των αρωματισμένων σπιτιών, προς τη θάλασσα.
Τίτλος:
Περίλυπος εστιν η ψυχή μου έως θανάτου.
Ευαγγέλιο κατά Ματθαίον, κεφ. κστ΄ 38.
Ο ισορροπιστής από πίσω. Αμερικάνικο πλάνο. Η θάλασ-
σα υποχωρεί, αυτός σταματά, μα ύστερα την ακολουθεί.
Τρέχει να την προφτάσει. Η μητέρα κι ο πατέρας του
μαζεύουν πιπεριές κι απίδια. Αφήνουν τη θεία Ελισάβετ
μόνη με το παιδί και χάνονται πίσω απ' την πόρτα. Τα νερά
ξαφνικά περικυκλώνουν τον ισορροπιστή και του απόσπούν
τα χέρια, το κεφάλι, σπάζουν οι κόμποι που τον συγκρα-
τούσαν και το σώμα του διαλύεται και επιπλέει κι ύστερα
καταβροχθίζεται από μια υπερμεγέθη ρουφήχτρα, που
παιανίζει.
Ο σκηνοθέτης έχει γράψει άλλες τρεις εκδοχές για την
τελευταία σκηνή.
Εκδοχή πρώτη:
Τ' αφτιά του κοκκίνισαν και τρεμοσβή-
νουν και η καρδιά του σαλεύει αναδυόμενη και υποφώ-
σκουσα.
Εκδοχή δεύτερη: η θεία Ελισάβετ σκοτώνει τον Ανέστη
και αυτοκτονεί. Ο ισορροπιστής μαγεμένος από τη θα-
λασσα, το άρωμα και τη λαμπρότητα του απογεύματος,
βγάζει τα ρούχα του και εξαφανίζεται στο νερό, ενώ ακού-
γονται συνθήματα και ιαχές. Η μητέρα του κεντάει κι ο
πατέρας του ποτίζει τον κήπο.
Εκδοχή τρίτη: Ο ισορροπιστής συλλαμβάνεται, κακο-
ποιείται και εκτελείται επί τόπου. Το σώμα του σωριάζε-
ται δεμένο σ' έναν πάσσαλο. Η μητέρα κι ο πατέρας χαμο-
γελούν κοιτάζοντας προς το φακό. Στο βάθος η θεία Ελι-
σάβετ ετοιμάζει τα κρεβάτια. Ο μικρός Ανέστης ακολουθεί
τον άνθρωπο με το πιστόλι.


Διακρίσεις: 

Βραβείο Μαρίας Ράλλη για την ποίηση του (1977).
Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης (1997) για το έργο Μπετόν του Τόμας Μπέρνχαρντ.


E-mail:  alexandrosissaris@gmail.com