ΓΑΛΑΝΑΚΗ, ΡΕΑ


ΓΑΛΑΝΑΚΗ, ΡΕΑ

photo: Νίκος Κοκκαλιάς.

Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία  στην Αθήνα.  Ανήκει στα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων.  

Ρέα Γαλανάκη, Διηγήματα, συγκεντρωτική έκδοση, Καστανιώτης 2020.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΡΕΑ
Επίθετο:  ΓΑΛΑΝΑΚΗ
Εργογραφία: 

Μυθιστορήματα

Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά (Spina nel cuore), Άγρα 1989, Καστανιώτης 2008 (έκδοση συμπληρωμένη).

Θα υπογράφω Λουί, Άγρα 1993, Καστανιώτης 2006 (έκδοση συμπληρωμένη).

Ελένη, ή ο Κανένας, Άγρα 1998, Καστανιώτης 2004 (έκδοση συμπληρωμένη).

Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων, Καστανιώτης 2002.

Αμίλητα, βαθιά νερά (η απαγωγή της Τασούλας), Καστανιώτης 2006.

Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα, Καστανιώτης 2009.
Η Άκρα Ταπείνωση (2015).

Νουβέλες :

 Δυο γυναίκες, δυο Θεές (2017).

Διηγήματα :

Ομόκεντρα διηγήματα (1986), Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι (2004).
Ρέα Γαλανάκη, Διηγήματα,
συγκεντρωτική έκδοση, Καστανιώτης 2020.

Ποίηση :

Ποιήματα, συγκεντρωτική έκδοση (2008), Το κέικ (1980), Πού ζει ο λύκος; (1982).

Δοκίμια :

Βασιλεύς ή στρατιώτης;(1997).

Από τη ζωή στη λογοτεχνία (2011). 

 

Συμμετοχή  σε πρόσφατες συλλογικές εκδόσεις :

6 φωνές, 6 γυναίκες από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, εκδ. εκτός εμπορίου από το Ινστιτούτο Θερβάντες (2012).

Ιωάννης Αλταμούρας (εκτενές κείμενο-μελέτη για την Ελένη Αλταμούρα-Μπούκουρα), Μουσείο Μπενάκη (2011), έκδοση και στα αγγλικά.

Ο κύκλος του βιβλίου, ο συγγραφέας, ο επιμελητής-τυπογράφος, ο εκδότης, ο κριτικός, ο αναγνώστης, Σχολή Μωραίτη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (2011).

Μετά το ’89, Γαβριηλίδης (2007).

Συγγραφικές εμμονές, Καστανιώτης (2007).

 Πάτρα, το πρόσωπο της πόλης, Τοπίο (2005), έκδοση και στα αγγλικά.

Ο δρόμος για την Ομόνοια, Καστανιώτης (2005).


Έργα της, κυρίως μυθιστορήματα, έχουν μεταφραστεί σε 15 γλώσσες (αγγλικά, αλβανικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, ολλανδικά, τσέχικα, βουλγαρικά, σουηδικά, λιθουανικά, τουρκικά, αραβικά, κινέζικα, εβραϊκά).

 

Μεταφορά έργων σε θεατρική μορφή :

1998, μεταφορά του μυθιστορήματος Θα υπογράφω Λουί σε θεατρική μορφή με τίτλο Χαίρε Λουίζα από την Ευανθία Στιβανάκη και σκηνοθεσία από την ίδια στο θέατρο «Αγορά» της Πάτρας.

2003, μεταφορά του  μυθιστορήματος Ελένη, ή ο Κανένας σε θεατρικό μονόλογο από τον Θέμη Μουμουλίδη και σκηνοθεσία  από τον  ίδιο, με την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, στο «Από μηχανής θέατρο»  της Αθήνας και στο «Επίκεντρο»  της Πάτρας.

Μεταφράσεις.

Έργα της, κυρίως μυθιστορήματά της, έχουν μεταφραστεί σε δεκαπέντε (16) γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, καταλανικά, τούρκικα, αραβικά, κινεζικά, εβραϊκά, αλβανικά, ολλανδικά, βουλγαρικά, σουηδικά, λιθουανικά, τσέχικα), ενώ   έχει κληθεί να   συμμετάσχει σε πολλά φεστιβάλ, συνέδρια, πανεπιστημιακά σεμινάρια και   εκδηλώσεις   στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.


Διεύθυνση: 

Λάμψα 19,
115 24 Αθήνα


Έτος γέννησης:  1947
Τόπος γέννησης:  Ηράκλειο Κρήτης
Τίτλος αποσπάσματος:  Ο ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΩΝ
Κείμενο αποσπάσματος: 

Πλήν όμως το χίλια εννιακόσια τριάντα οχτώ, στα τέλη του μηνός Μαρτίου, άκρα σιωπή έκανε κράτος στο όρος Ψηλορείτη, όπου δεν ήταν δυνατόν να σκαρφαλώσει η ευθυμία των αστικών Απόκρεω. Η νύχτα έπεσε νωρίς και απότομα. "Τα παγωμένα χιόνια στις κορφές ασπρίζουν μέσα στο σκοτάδι σαν αντανάκλαση του Ιορδάνη ποταμού απ' τα ουράνια" συλλογίστηκε ο δραπέτης Σήφης Παπαουλάκης. Δεν ήταν αντανάκλαση, ήταν το ίδιο το βουνό, το οικείο στο στιβάνι και το ζάλο του άντρα, στα ακράνυχα των αγριμιών, στον κεραυνό της οχέντρας, στου μαχαιριού την κληρονομημένη τέχνη. Τουρτούριζε, παράτησε τις περισπούδαστες σκέψεις, έκλεισε την πόρτα της μικρής εκκλησίας στο νεκροταφείο του ορεινού οικισμού Ρουσό Χαράκι. Η κάπα που του είχε δώσει χθες ο σύνδεσμος γιδοβοσκός δεν έφτανε, αλλά δεν μπορούσε να ανάψει φωτιά μέσα στο εκκλησάκι του νεκροταφείου, μάτι προδότη ανθρώπου θα την έβλεπε πιο γρήγορα κι απ' του Θεού το μάτι - και τον άνθρωπο φοβόταν πιο πολύ ο Σήφης. Του βρισκόταν κρίθινο παξιμάδι, ξερό τυρί, γάλα καλό γιατί έκανε κρύο και δεν είχε ξινίσει, κρασί σε ένα παγούρι. Είχε κουβαλήσει τα τρόφιμα έξω από τον τάφο μόλις πήρε να νυχτώνει. Δεν ήθελε να διανυκτερεύσει δεύτερη βραδιά μέσα στο άδειο μα καθαρισμένο μνήμα, που του υπέδειξε χθες ο βοσκός ως καταφύγιο πιο ασφαλές από την εκκλησία. Δεν φοβότανε τους πεθαμένους, ήτανε και λίγο πιο ζεστά μέσα στη γη απ' όσο τώρα μέσα στο εκκλησάκι, διότι είχε αφήσει μόνο μια σχισμή σέρνοντας πάνω του τα κομμάτια μιας πλάκας ώστε να αερίζεται, να παρακολουθεί το φως και το σκοτάδι. Χθες, μόλις νύχτωσε, άναψε το φακό του και τον σκέπασε σχεδόν ολόκληρο με την ξομπλιαστή μάλλινη βούργια του. Έφαγε, ήπιε και κοιμήθηκε καλά μέσα στον τάφο του, αφού πρώτα έσβησε το φακό για να μη χαλά τη μπαταρία και σιγουρεύτηκε για το μαχαίρι και το όπλο, δώρα κι αυτά της οικογένειας των βοσκών που του παραστεκόταν. Ένα μέλος της εξέτιε την ποινή του για ζωοκλοπή εξόριστος στη Γαύδο τότε που πήγε εκεί ο Σήφης ως πολιτικός εξόριστος, και πιάσανε φιλία. Έφυγε πρώτα ο βοσκός. Είχαν συνεννοηθεί και αυτόν ήρθε να γυρέψει στο βουνό, ως δραπέτης, για να τον βοηθήσει. Ήταν ψόφιος στην κούραση, κοιμήθηκε. Το επόμενος πρωί βρήκε δυο τρία κοκκαλάκια του νόμιμου κατόχου αυτού του μικρού τεμαχίου γης, τα νοικοκύρεψε προσεχτικά στην άκρη, είπε μαζί τους μερικές κουβέντες ώσπου να περάσει η ώρα. Έμαθε πως ανήκαν σε ρουσόμαλλη γυναίκα, σόι από τα ξεπεσμένα βενετσιάνικα του τόπου, νωρίς παντρεύτηκε γιατί τη ζήταγαν πολλοί, ο γιος της χάθηκε στη μάχη του Αληβεράν στη Μικρασία, - κι εγώ κινδύνεψα εκεί, σκέφτηκε χωρίς να την διακόψει ο Σήφης-, όσο για την κόρη της, κόρη σαν τη κανέλλα, ήτανε παντρεμένη στο χωριό με τέσσερα παιδιά. Εκείνη, ωστόσο, είχε σηκωθεί από την ψεύτρα τούτη γης αιφνίδια, μόλις έκλεισε τα τριανταπέντε της. "Καλώς", είπε δυνατά ο Σήφης, αυτό ακριβώς επιθυμούσε, δεν θα του άρεσε να μοιραζόταν τη στρωμνή του τάφου με ψευτονταήδες ή πεθαμένους από μεταδοτική ασθε΄νεια.
Πέρασε όλη σχεδόν η μέρα, μια στιγμή βαρέθηκε, ορέχτηκε να βγει να ξαναδεί τα πλάτη του ορίζοντα προτού νυχτώσει, να ξεμουδιάσουνε τα πόδια του που ακόμη βάδιζαν στο νου του μετά την οδοιπορεία τόσων ημερόνυχτων για να τον φέρουν ως εδώ, στις πλαγιές του όρους Ψηλορείτη προς τα ηρακλειώτικα, τις τελευταίες μέρες τούτου δω του Μάρτη-γδάρτη. Ξέσυρε λίγο ένα κομμάτι πλάκας, ευτυχώς που δεν είχε και μεγάλο βάρος, έριξε έξω μια ματιά. Γύρω - τριγύρω μνήματα, σταυροί, λίγα καντήλια αναμμένα. Μέσα απ' τη γης του φάνηκαν πιο ρωμαλέα τα κυπαρίσσια, πιο φουντωτά τα αρισμαρίνια κι οι μυρσίνες. Ανάσανε το αεράκι που τύλιγε και ξετύλιγε πάνω στους χαμηλούς τάφους την ευωδιά των πράσινών τους φύλλων. Η χτισμένη, ωστόσο, μάντρα δεν τον άφηνε να δει πιο έξω, τον ορίζοντα. Έστρεψε το βλέμμα προς την είσοδο του αυλόγυρου. Αργά, τραβώντας πίσω του ένα μακρύ σκοινί, πρόβαλε εκείνη τη στιγμή στην είσοδο του νεκροταφείου ένας γάιδαρος, έριξε μια ματιά, δεν είδε άνθρωπο, δεν είχε να φοβηθεί φωνές και ξύλο, μπήκε κι άρχισε να σεργιανά ανάμεσα στους τάφους δαγκώνοντας δώθε κείθε τις μολόχες. Ο Σήφης Παπαουλάκης γέλασε, ευχαριστήθηκε με τούτη την ακίνδυνη παρέα, από την άλλη σκέφτηκε ότι δεν ήταν και ολωσδιόλου ακίνδυνη. Το αφεντικό του ζώου, που είχε λυθεί και τριγύρναγε κι αυτό δραπέτης, θα γύρευε το ζο του, ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εμφανιστεί στο νεκροταφείο. Ο γάιδαρος τον είδε, ο Σήφης ένιωσε ντροπή ότι τον είδε ζωντανό μέσα σε τάφο το αγαθό τετράποδο, από παιδί νόμιζε αγαθό τον γάιδαρο σε αντίθεση με άλλα ζώα, την κατσίκα για παράδειγμα. Έδωσε μια, βγήκε έξω και τεντώθηκε. "Καληνεσπέρα άρχοντα, τι χαμπάρια από τον Απάνω Κόσμο" ρώτησε το ζώο πιάνοντάς το από το σκοινί της λαιμαριάς. Το ζώο ξαφνιάστηκε. Το οδήγησε με κανάκεμα και χάδια έξω από το νεκροταφείο. Του έδωσε τότε μία στα καπούλια μαλακά για να βιαστεί να μπει στο μονοπάτι που κατέβαζε προς το χωριό, γύρισε, πήρε τα πράματά του από τον τάφο, χαιρέτησε της οικοδέσποινας τα κοκκαλάκια, λυπόταν μα δεν είχε όρεξη να ξανακοιμηθεί μαζί της. "Σάμπως γνωρίζω και ποιος σύντροφος μου έλαχε την περασμένη νύχτα" μελαγχόλησε. Προχώρησε, βγήκε από την είσοδο της μάντρας. Νϋχτωνε, τίποτα το κινούμενο στα πέριξ, έκανε ένα κύκλο αχόρταγο το μάτι προς τα χίλια, προς τα χίλιες χιλιάδες όπως σήμερα του φάνηκαν, όχι τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μπήκε κατόπιν να διανυκτερεύσει μέσα στο εκκλησάκι του νεκροταφείου.
Ξύπνησε. Πετάχτηκε πάνω τρομαγμένος από το όνειρο που μόλις είχε δει, ότι δήθεν χθες δεν είχε ξανακοιμηθεί εδώ μέσα, στο εκκλησάκι, παρά σε έναν άδειο τάφο απ' τους έξω. Αυτό δεν του άρεσε καθόλου, όσο για το τετράποδο, γι' αυτό δεν είχε αντιρρήσεις. Η βόλτα γύρω από τη μάντρα είχε όντως γίνει. Προσπάθησε μες στο σκοτάδι να σκεφτεί τι ώρα ήταν, μα δεν τα κατάφερνε. ’ναψε τον φακό, τον μισοσκέπασε με την ξομπλιασμένη βούργια, έριξε τις αχτίνες στην εικόνα του ολόσωμου Μιχαήλ του Αρχάγγελου, στην πλαϊνή πόρτα του ιερού. Νέος, ρούσος βέβαια στο χωριό Ρουσό Χαράκι ήταν κι ο άγγελός του. Χρυσό στεφάνι φως γύρω απ' τους κόκκινους βοστρύχους του, κάρβουνο αναμμένο πύρωνε στα μάτια του, άνεμος ανάδευε πούπουλα και πορτοκαλιές σκιές στα μισάνοιχτα φτερά του. Στο δεξί κρατούσε το ανελέητο σπαθί. Ο Σήφης θέλησε να αγγίξει με το δάχτυλο την κόψη που δεν στόμωνε ποτέ, αλλά μετά την εκστρατεία και την καταστροφή στη Μικρασία δεν πίστευε πια σε τέτοιου είδους θάνατο, κορόιδευε μάλιστα τούτες τις ψευτοπαρηγοριές, τις σκόπιμες πλάνες. ’λλο ωστόσο, ο βαθύς εντός του σεβασμός για ό τι ερχόταν από τις μακρινές, από τις αφανέρωτες πηγές του χρόνου, ξεφεύγοντας από την καταδίκη της σάρκας που το είχε κάποτε σκεφτεί , γεννήσει, μεγαλώσει, για να φτάσει μέχρι το εφήμερο παρόν του Σήφη. Μαγνητισμένος άπλωσε το χέρι, έσυρε το δάχτυλο πάνω στην κόψη του σπαθιού. Δίχως να το θέλει, του βγήκε δυνατή κραυγή. "Μα τη δικαιοσύνη του όπλου" φώναξε, "μα την κληρονομιά που έλαβα από τη μάνα Κρήτη, εγώ θα εκδικηθώ, θα σφάξω τον χαφιά, τον βασανιστή, τον στρατοδίκη, όλο το σινάφι". Έκλεισε τα μάτια, προσκύνησε το τρομερό σπαθί. Ριγούσε, θα 'ναι από το κρύο, σκέφτηκε, μπήκε μέσα στο ιερό, εκεί θα ήταν ίσως πιο προφυλαγμένος, έκλεισε πίσω του την πλαϊνή θύρα με τον τιμωρό Αρχάγγελο. Έτσι δεν είδε ότι ο αυστηρός Μιχαήλ συγκατένευσε επιτέλους να χαμογελάσει, ότι τα πούπουλα του αναδεύτηκαν από τις λέξεις και το χνώτο του όρκου, ότι σπίθισαν οι κόκκινες και οι πορτοκαλένιες πινελιές στη ζωγραφιά του. Ο Σήφης ακούμπησε στην πίσω μεριά της πόρτας, πάνω στις σανίδες, στάθηκε όρθιος εκεί. Ένα δέος δεν του επέτρεπε να προσωρήσει σστον άβατο για τους ορκισμένους με όρκο αίματος χώρο, καθώς επίσης και για τις γυναίκες. Έγειρε στην πόρτα και προσπάθησε να κοιμηθεί. Είχε όμως αναστατωθεί και δεν μπορούσε. Μια στιγμή οργίστηκε με την πράξη του, τι τον έπιασε και δέθηκε στα καλά καθούμενα με τέτοιους όρκους. Καταλάβαινε ότι τον είχε σπρώξει κάτι πέρα από το μυαλό του, αλλά τώρα, πάνω σ' αυτή τη νήσο, δεν μπορούσε να πισωγυρίσει, ο όρκος ίσχυε. Οργίστηκε πιο πολύ για την αναστάτωση που του έφερε η πράξη του. Και πλάνταζε κρυμμένος πίσω από τον Αρχάγγελο, πλάνταζε από την ερημία του δραπέτη. "Θα πάω μέχρι το Ρουσό Χαράκι" αποφάσισε, "για να μυρίσω από μακριά ανθρώπους, για να κρύβομαι λεβέντης μες στη μαύρη νύχτα, όχι πίσω από τις μπογιαντισμένες τάβλες".
Ή θα κόντευαν ή μόλις θα 'χανε χτυπήσει τα μεσάνυχτα, ο Σήφης δεν είχε άλλο τρόπο να υπολογίσει την ώρα παρεκτός απ' ότι κανένας δεν απάντησε στα αραιό γαβγίσματα όταν πλησίασε στα πρώτα σπίτια, άρα όλοι θα κοιμόντουσαν βαθιά, τούτο είχε άλλωστε για κείνον σημασία κι όχι καθεαυτή η ώρα. Προχώρησε με προσοχή, τοίχο τον τοίχο, έστριψε κι έμεινε στη γωνία καρφωμένος. Απέναντί του έβλεπε έναν καφενέ που φωτιζόταν από το άσπρο φως ενός λουξ. Λύρα και σεβντάς γλιστρούσανε από την κλειστή τζαμόπορτα. Τα τζάμια της ήταν θολά από τη ζέστα μια ξυλόσομπας γιατί του έφθανε η μυρωδιά καμμένου ξύλου. Δεν έβλεπε όμως καθαρά από 'κει που στεκόταν. Τότε θυμήθηκε πως ήταν περίοδος Απόκρεω, γλένταγε ο κόσμος. Ένα τσιγάρο. Πέθαινε για ένα τσιγάρο, είχε δυο μέρες να καπνίσει, οι βοσκοί που είχε ανταμώσει δεν κάπνιζαν και δεν βρήκε να αγοράσει, στο νεκροταφείο είναι παράξενο ότι δεν πήγε ο νους του στο τσιγάρο, μα το γλέντι που γινότανε στο καφενείο ανάστησε την καταχωνιασμένη του ανάγκη. Πονούσε από την επιθυμία να καπνίσει, αλλά δίσταζε. Κοίταξε γύρω, το καφενείο ήταν στην άκρη του χωριού, σίγουρα θα υπήρχε κι άλλο κεντρικό μες στην πλατεία με στερεωμένο απ' έξω το απαραίτητο για τις διαταγές και τους λόγους του δικτάτορα μεγάφωνο. Τούτο το μαγαζί φαινότανε πιο λαϊκό, χωρίς τουλάχιστον μεγάφωνο. Διέσχισε τον δρόμο, στήριξε την πλάτη στον τοίχο του καφενείου, έριξε μια λοξή ματιά από την κλειστή τζαμόπορτα. Μέσα απ' την πάχνη των μικρών τετράγωνων τζαμιών διέκρινε μια παρέα από πέντε άντρες που γλεντούσαν κοντά στην ξυλόσομπα. Ένας επαγγελματίας, ένα ντελικανής που έπαιζε βιολόλυρα, τους έκανε να αναστενάζουν από της καρδιάς τα φύλλα. Τον παρακολουθούσανε παραδομένοι, το χέρι του πετούσε σαν του περίφημου λυράρη Ροδινού που είχε πεθάνει πέρσι, παλληκάρι στα εικοσιδυό του, η δε βιολόλυρα ήταν η θαυμαστή δική του εφεύρεση. Μέρες που ήταν, βαρούσε κι αντηχούσε το όργανο απ' άκρου σ' άκρου Ρέθυμνο και Ηράκλειο και ανακαλούσε ο κόσμος περασμένα γλέντια αξέχαστα, δεξιά του Ροδινού ο λαουτιέρης Μπαξεβάνης και ζερβά του ο πασίγνωστος για το τραγούδι του Μπαξές. Ο καφετζής με την μαυροκόκκινη φαντή ποδιά του χανόταν πίσω από τον μπουφέ με τα χρωματιστά μπουκάλια στη σειρά, κουβαλούσε σε πιατέλες γίδα βραστή, πιλάφι, καθόταν, έλεγε κι αυτός μια μαντινάδα, έπαιρνε μεζέ, έπινε από το ποτήρι του, κατόπιν έπιανε την τσίγκινη κανάτα και τη γέμιζε κρασί του αμπελιού του από ένα κρασοβάρελο στηριγμένο σε χοντρά δοκάρια ψηλά στον τοίχο. Στη συνέχεια του ίδιου τοίχου, πάνω σε τρία σανιδένια ράφια αραδιάζονταν κονσέρβες, πακεταρισμένα μακαρόνια, κλωστές ραπτικής και ντεμισέδες για το κέντημα, σχολικά τετράδια, λουκούμια, σπιρτόκουτα, κεριά σπαρματσέτα, μια κούτα με χοντρό αλάτι και τσιγάρα, ενώ κάτω από τα ράφια βρίσκονταν αράδα τα ανοιχτά τσουβάλια με ρύζι, όσπρια ξερά, ζάχαρη, στάρι, κριθάρι, ρόβι και ξερό αλατισμένο μπακαλιάρο. Ένας γάταρος κοιμότανε πάνω σε ένα σακί γεμάτο και ραμμένο με χοντροβελονιασμένο σπάγκο, τον είχε νανουρίσει η ζέστη της ξυλόσομπας, η βιολόλυρα, τα καλαμπούρια της παρέας. Πίσω από τον μπουφέ του μαγαζάτορα σίγουρα θα λαγοκοιμότανε μια καλολαδωμένη καραμπίνα, υπέθεσε αλάνθαστα ο Σήφης. Το μάτι του γύρισε προς τα τσιγάρα, καρφώθηκε στα μικρά σκληρά πακέτα, τα ρουθούνια του τρεμόπαιξαν, ενώ τα αυτιά του αφουγκράζονταν τις αθυρόστομες μαντινάδες των Απόκρεω, σήμερα ήταν η τελευταία Κυριακή και ξέδινε η αντροπαρέα. Μια στιγμή έπιασε πεντακάθαρο σε μιαν αυτοσχέδια μαντινάδα το όνομα "Λευτέρης Βενιζέλος" και μετά κεράσματα, εβίβα και απανωτές προπόσεις για το θάνατο του Χάρου. Πως γινόταν, φώναξε κάποιος από την παρέα, να βρίσκεται ο Βενιζέλος εδώ και δυο χρόνια ποθαμένος, θαμμένος μέσα στο ίδιο χώμα που πατούσανε τα πόδια τους, και να τολμά να ζει ο Χάρος και να περπατεί ανενόχλητος πάνω σε τούτο το νησί;
Το απαγορευμένο στην υπόλοιπη Ελλάδα όνομα του Βενιζέλου, που ακόμη και στα ψηλά βουνά της Κρήτης ακουγόταν με περίσκεψη, ανακούφισε τον Σήφη. Έσπρωξε την πόρτα του καφενείου, καλησπέρισε τους άρχοντες, προχώρησε στον μπουφέ, πρόσεξε πως ήταν βαμμένος με πολλά χέρια λαδομπογιά στο χρώμα του μεσημεριάτικου ουρανού, του ανάριου από την κάψα της γυμνής βουνίσιας πέτρας, και αγόρασε τσιγάρα. Μα δεν του έκανε καρδιά να φύγει από τους ανθρώπους, κάθισε μόνος του σε ένα απόμερο τσίγκινο στρογγυλό τραπέζι, άναψε επιτέλους το τσιγάρο του, ρούφηξε το τσιγάρο του και ζήτησε κρασί. Οι γλεντοκόποι, παρά το χαλάρωμά τους από το κρασί, από την γίδα που καταβροχθίζανε, από τις κοντυλιές του νεαρού λυράρη που έπαιζε σαν τον Ροδινό, όχι ακριβώς το ίδιο μα παρόμοια, και από το όνομα του εθνάρχη Βενιζέλου, έπιασαν αμέσως ότι τούτος ο περαστικός, ο διαβάτης, δεν ήτανε ρουφιάνος, έγερνε μάλλον προς άλλη μπάντα αφού διέθετε όλα τα σουσούμια του κυνηγημένου, μέσα κι έξω, που εκείνοι γνώριζαν κι από το ίδιο τους το σπίτι πιο καλά. Καμιά αμφιβολία. Τέτοιες δε ημέρες, και σ' αυτά τα μέρη, ο ξένος κι ο κυνηγημένος ήταν ιερός. Τον κέρασαν κρασί, του έστειλαν ένα πιάτο κρέας, δεύτερο με πιτάκια που τηγανίστηκαν στο μεταξύ, αλλά τον άφησαν στη νόμιμη σιωπή του ως παράνομου, λογαριασμός δικός του το τι είχε διαπράξει. Εκείνοι ξανάπιασαν το φαΐ, το πιοτί και το τραγούδι, στην αρχή χωρίς πολιτικά υπονοούμενα, μα καθώς έφευγε η ώρα άρχισαν να πετάνε πόντους στις μαντινάδες, πόντους στα λόγια τους. Ο ξένος σώπαινε, και σωστά έπραττε ως κυνηγημένος, σκέφτηκαν, όμως έλαμπε το πρόσωπό του. Όταν ξανάνθισε πάνω στον αυτοσχέδιο στίχο το απαγορευμένο όνομα του Βενιζέλου, ο ξένος σήκωσε το ποτήρι του, φώναξε κι εκείνος δυνατά "Να ψοφήσει ο Χάρος".
Δεν τους είπε, ωστόσο, δυνατά ότι αυτός, ως ένας στρατιώτης ηττημένος στη Μικρά Ασία, ως κομμουνιστής, κρατούσε κάποιες επιφυλάξεις απέναντι στον εθνάρχη Βενιζέλο, και τον εμέμφετο επειδή ως πρωθυπουργός πριν από λίγα χρόνια ψήφισε τον νόμο περί Τύπου και το Ιδιώνυμο κι εξαιτίας του Ιδιώνυμου σέρνονταν και πριν ακόμη από τον Μεταξά οι αριστεροί στα χίλια μύρια βάσανα. Βοούσε όμως μέσα στις φλέβες του η νήσος Κρήτη, ερχόταν τούτη η βουή από πολύ παλιά, όπως πάντα, όπως έρχεται πριν απ' τα σένα ένα ποτάμι και θα συνεχίσει να κυλά και να μιλάει θυμωμένο και μετά το θάνατό σου. Μπορούσε εξ άλλου να διακρίνει ο Σήφης τα άχερα από το στάρι στα πολιτικά, το φως του και το μυαλό του τα διέθετε ακόμη. Είχε κλάψει. Ως άντρας δεν ξανάκλαψε ποτέ μετά τη Σμύρνη, όμως στο ξόδι, του εθνάρχη είχε κλάψει, είχε μαυροφορεθεί, άφησε πάλι γένεια. Ξεκίνησε και πήγε με άλλους συντρόφους Κρητικούς, ας είχαν όσες αντιρρήσεις θέλανε στο κόμμα στην Αθήνα, ας τους φοβέριζαν παντοιοτρόπως. Έπρεπε, ισχυριζόταν για να ξεπεράσει τις αναστολές του, να εκπροσωπήσει κατά κάποιο τρόπο και τον αδελφό του τον Αντρέα, που βρισκόταν στη Γαλλία και δεν μπορούσε να παρίσταται στην κηδεία του αρχηγού του. Πήγανε να προσκυνήσουν τον εθνάρχη Βενιζέλο, τον σπουδαίο άντρα που όδευε στερνή φορά τον μήνα Μάρτιο επί της γενέτειρά του Κρήτης από τη στιγμή που το αντιτορπιλικό "Παύλος Κουντουριώτης" τον έφερε από τη Γαλλία και τον απέθεσε στη μάνα γη. Ο Βενιζέλος όδευε πάνω σε κιληβάντα που τον σέρνανε μαυροντυμένοι βρακοφόροι, το κροσσωτό μαντίλι χαμηλά στα φρύδια, το βλέμμα χαμηλά στο χώμα, πίσω οι επίσημοι με ημίψηλο ή και ασκεπείς με το μαύρο εγγλέζικο κοστούμι τους, εύζωνοι, χωροφύλακες, αγήματα του στόλου, οι μπάντες των τριών όπλων, χίλιες χιλιάδες πενθοφορεμένοι άντρες που κρατούσαν στο αριστερό τους μια ρεπούμπλικα, μια τραγιάσκα ή μόνο την παλλόμενη καρδιά τους και με το δεξί σταυροκοπιόντουσαν ενώπιον του εθνάρχου, του σκεπασμένου με μια γαλανόλευκη σημαία και μιαν ανθοδέσμη σε σχήμα σταυρού, που όδευε ασταμάτητα - όδευε εν τούτοις κατά που, κι εκείνος και ολόκληρη η πατρίδα; Αυτό το ερώτημα βασάνιζε τους χιλιάδες άντρες, λιγότερες ήταν οι γυναίκες που βγήκαν ντυμένες στα κατάμαυρα να τον αποχαιρετήσουν, λιποθύμησαν όμως πολλές τη στιγμή που οι σειρήνες των τυλιγμένων με μαύρα πανιά πλοίων και καϊκιών άρχισαν όλες μαζί το συριστικό τους κλάμα. Τότε ανασύρθηκαν από τα σπίτια, που στα πορτοπαράθυρα τους κυμάτιζαν μαύρα κρέπια, καραμπίνες, και τα μολυβένια δάκρυα των όπλων χύθηκαν μέσα στον λιόφωτο αιθέρα. Οι δε καμπάνες, τυλιγμένες κι αυτές με μαύρα τσεμπέρια σε χωριά και πόλεις, χτύπησαν τον δικό τους θρήνο σε απαξάπασα τη νήσο που αναρρίγησε, σαν να την ξέσερνε από τη θέση της πανίσχυρος σεισμός. Και σκίστηκε, λένε, εκείνη τη στιγμή του ουρανού το παραπέτασμα, το κατ' άλλους μπλάβο φωτεινό, κατ' άλλους σαν τη πίσσα μαύρο, και μπορέσανε να ξαναδούν οι ζωντανοί τους πεθαμένους μέρα μεσημέρι. Και τους φάνηκε ότι μέσα στα δάκρυα βρισκόντουσαν ακόμα και οι ίσκιοι, γι' αυτό τον λόγο δεν μπορέσαν, παρά το θαύμα, να απαντήσουν οι σοφότεροι νεκροί στους ζωντανούς τους συγγενείς προς τα πού όδευε, σε ποιον λαβύρινθο έμπαινε τώρα ο νεκρός, σε ποιον λαβύρινθο έμπαινε μαζί του κι η πατρίδα. Στα δε όρη οι γυπαετοί, ανήσυχοι από τόσους κρότους, από το μαύρο χρώμα που μυρμήγκιαζε κατά μήκος των παράκτιων, έλυσαν από τα ματωμένα ακράνυχά του φίδια και λαγούς, άφησαν τα μικρά τους στις φωλιές των κορυφών να τα φυλάνε σύννεφα Κουρήτες, χυμήξαν στα προσκυνημένα πεδινά για να διαπιστώσουνε το χαλασμό του κόσμου. Οξύ κι αλάνθαστο το μάτι των γυπαετών, μα ούτε κι αυτό δεν έδωσε απάντηση στο ερώτημα προς τα πού βάδιζε τώρα ο νεκρός εθνάρχης, προς τα πού βάδιζε τώρα μαζί του κι η πατρίδα.
Πέρασαν κιόλα τρία χρόνια από το Μάρτη που δέχτηκε η γη τον Βενιζέλο, μέτρησε ο Σήφης, η δικτατορία του Μεταξά ήταν ίσως μια απάντηση, μολονότι περιορισμένη. Και αναστέναξε από της καρδιάς τα φύλλα για την επέτειο, και για τα βάσανα της αγαπημένης του πατρίδας. Η παρέα άκουσε τον αναστεναγμό του, είδε να περνά πάνω στο κούτελο του ξένου εκείνη η συγκεκριμένη μέρα, νέφαλο που διέσχισε άδειο αλώνι, και κατάλαβαν. Διότι τρεις άντρες από την παρέα είχαν κατέβει τότε για τον ίδιο λόγο στα Χανιά κι επιστρέφοντας στο Ρουσό Χαράκι ανιστόρησαν χίλιες φορές τα γεγονότα της κηδείας, αυτά που τώρα διάβαζαν στο κούτελο του Σήφη. Όσο χωριανοί δεν είχαν πάει, μέχρι και τα μωρά στο ρωγοβύζι, ακούγοντας και ξανακούγοντας μάθανε την ιστορία της κηδείας και την αποστήθισαν. Έτσι διδάσκεται η ιστορία από τον καιρό του Ομήρου μέχρι τον Βενιζέλο, είχε πει ο δάσκαλος θαυμάζοντας, ζηλεύοντας ίσως λιγάκι την εκτός των τοιχών του σχολείου μόρφωση αντρών και γυναικών, νηπίων και γερόντων, ζηλεύοντας πιο πολύ την αγάπη τούτων των ανθρώπων για τα γράμματα που δεν ήταν γραμμένα.
Προσκάλεσαν τον ξένο να κοπιάσει στο τραπέζι τους και να μοιραστούν το γλέντι. Ο Σήφης κάθισε μαζί τους, πρόσεξε όμως να βάλει την καρέκλα του προς τη μεριά της πόρτας. Χωρίς λέξη, χωρίς καμιά κίνηση η παρέα ενέκρινε τις προφυλάξεις του κυνηγημένου, έτσι έπρεπε να καθίσει, θα τον υποψιάζονταν ως δίμουρο αν έκανε μια στραβοτιμονιά στον κανόνα του φυγάδα. Ο Σήφης συνέχισε μαζί τους χωρίς να πολυμιλά. Περνούσε η ώρα κι είχαν όμορφα μεθύσει όλοι τους, ακόμα και ο νεαρός λυράρης, που ως επαγγελματίας δεν έπρεπε να πίνει για να ελέγχει τα μάγια της βιολόλυράς του, είχε κι αυτός σουρώσει μια σταλιά. Έσκυψε τότε ο πιο ηλικιωμένος στην αντροπαρέα, έτσι έπρεπε, και παρακάλεσε τον Σήφη: "Κουμπάρε, να ζήσεις μόνο όσο θες να ζήσεις, μα πες μας και του λόγου σου μια μαντινάδα, τίποτ' άλλο". Ο Σήφης Παπαουλάκης το αποδέχτηκε, η εθιμοτυπία επέβαλε να ανοίξει σ' αυτό το σημείο ο φιλοξενούμενος ένα από τα κρυφά χαρτιά του, αν μπορούσε να το ανοίξει, σαν ελάχιστη ανταπόδοση της φιλοξενίας, ώστε να ξέρει η παρέα τούτο μόνο, ότι φίλεψε άνθρωπο ζωντανό, όχι κάποιο βασανισμένο ίσκιο, άθαφτο κι άκλαφτο στα εδάφη της Μικράς Ασίας ή και σε τόσα άλλα μέρη, σε άλλους πολέμους. Έναν ίσκιο που γυρνούσε για τις μυρωδιές, για τη ζέστα της ξυλόσομπας, για το άκουσμα της μητρικής του γλώσσα, για το αίμα του κόκκινου κρασιού. Τόσοι και τόσοι είχαν σκοτωθεί και από το χωριό τους και από τόπους άμοιρους. Ο Σήφης ζήτησε να του παίξει ο λυράρης κοντυλιά από τα μέρη του Μεγάλου Κάστρου. Σηκώθηκε όρθιος, άδειασε μονορρούφι το κρασί του στην υγεία της παρέας, άφησε το ποτήρι στο τραπέζι, μισάνοιξε ζερβά δεξά τα χέρια, όπως τα ανοίγουν τα πουλιά που θέλουν να πετάξουν και τραγούδησε:

Αμοναχός θέλω να ζω,
έτσι για χάρη γούστου
-έτσι για χάρη γούστου,
γαμώ τον Γιάννη Μεταξά
και την τετάρτη Αυγούστου
-και την τετάρτη Αυγούστου.


Προτού τελειώσει την τρίτη συλλαβή του δεύτερου Αυγούστου έδωσε μια, πέταξε μέσα απ' την πόρτα, τον κατάπιε το σκοτάδι.


Διακρίσεις: 

Τιμήθηκε  2019 με το Βραβείο των Βαλκανικών κρατών Balkanika Literary Award 2018 για το μυθιστόρημα Η Άκρα Ταπείνωση.

Τιμήθηκε δυο φορές με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας:

Α) Μυθιστορήματος το 1999 για το Ελένη, ή ο Κανένας.

Β) Διηγήματος το 2005 για το Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι.

Το 2003 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το  «Βραβείο Πεζογραφίας Κώστα και Ελένης Ουράνη» (το μεγάλο Βραβείο της Ακαδημίας για την Πεζογραφία) για το μυθιστόρημα Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων.

Το 2006 με το Βραβείο Αναγνωστών  του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για το μυθιστόρημα Αμίλητα, βαθιά νερά.

Το 1987 με το «Βραβείο Νίκος Καζαντζάκης» του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης. 

Το 2016 το μυθιστόρημά της  Η Άκρα Ταπείνωση, μεταφρασμένο στα γαλλικά (L’ Ultime Umiliation) ήταν υποψήφιο για το Prix Mediteranee Etranger.

 Το   μυθιστόρημά της Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά είναι το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που εντάχθηκε το 1994 από την Ουνέσκο στη συλλογή της Unesco Collection of Representative Works. 

Το Ελένη, ή ο Κανένας διεκδίκησε το 1999 το Ευρωπαϊκό Βραβείο «Αριστείον» μπαίνοντας στην τελική τριάδα των υποψήφιων έργων.


E-mail:  rheagalanaki19@gmail.com