| Εργογραφία: |
Πεζογραφία
- Ο μικρός Γκοντάρ, Πόλις, 2022
- Κόκκινος Σταυρός, Πόλις, 2018
- Ο λεμονόκηπος, Κέδρος, 2012
- Από γυαλί, συλλογή διηγημάτων, Κέδρος, 2011
- Tα κορίτσια της πλατείας, Πόλις, 2006
- Ακραία καιρικά φαινόμενα, Εστία, 2003
- Στη δροσιά των κήπων μου, Εστία, 2001
- Παραθαλάσσιο θέρετρο το χειμώνα, Εστία, 1999
- Η κυρία του σπιτιού, Εστία, 1996
- Η υπηρέτρια των αγγέλων, Εστία, 1994
Κινηματογραφικές ταινίες
- Το μαγικό γυαλί, 1988, 103′
- Το άρωμα της βιολέτας, 1985, 91′
- Περί έρωτος (1ο μέρος – Χρυσάνθη: οι αποτυχίες), 1982, 39′
- Αφήγηση, περιπέτεια-γλώσσα, σιωπή, 1979, 63′
- Από τη μια άκρη στην άλλη, 1977, 25′
- Κρεπ ντε Σιν, 1976, 30′
- Άνθρωποι και τόποι υπό εξέλιξη, 1973, 25′
Μεταφραστικό έργο (από τα γαλλικά)
- Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο, του Jean-Paul Dubois, Δώμα, 2020
- Λακόμπ Λυσιέν, των Louis Malle, Patrick Modiano, Πόλις, 2017
- Ταξιδιώτης δίχως αποσκευές, του Jean-Christophe Grangé, Καλέντης, 2016
- Καϊκέν, του Jean-Christophe Grangé, Καλέντης, 2014
- Ο δρόμος της ελπίδας, του David Khayat, Καλέντης, 2014
- Η καλύτερη πλευρά των ανθρώπων, του Tristan Garcia, Πόλις, 2011
- Νανά, του Émile Zola, 4π Ειδικές Εκδόσεις Α.Ε., 2011
- Κορίτσι, της Anne Wiazemsky, Πόλις, 2010
- Το πορτρέτο, του Pierre Assouline, Πόλις, 2009
- Η κατασκευή μιας ταινίας, του Frédéric Strauss, Πατάκης, 2008
- Ένα βιβλίο για πέταμα, του Paul Desalmand, Πόλις, 2008
- Το μιούζικαλ, του Michel Chion, Πατάκης, 2007
Δημοσιεύσεις διηγημάτων σε έντυπα
- Η βασίλισσα, το έτος 1965, Το Δέντρο, Χειμώνας 2021
- Τα σκυλιά του πολέμου, Η Εποχή των Βιβλίων, Δεκέμβριος 2021
- Τα τύμπανα της παρέλασης, Η Εφημερίδα των Συντακτών/Νησίδες, Μάρτιος 2019
- Οι πολλαπλές όψεις της προδοσίας, The Book’s Journal, Νοέμβριος 2017
- H επίθεση, Έθνος της Κυριακής, Ιούλιος 2016
- Αρμονία, Έθνος της Κυριακής, Ιούλιος 2012
- Ο γύρος του κόσμου, Έθνος της Κυριακής, Ιούλιος 2011
- Ο ηλικιωμένος που έψαχνε το…, Το Δέντρο, Χειμώνας 2008
- Κορίτσι με σκύλο, Εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, Ιούλιος 2008
- Ο ιππότης της Στοκχόλμης, Το Δέντρο, Άνοιξη 2001
- Πετροβολώντας τα ψάρια, Νέα Εστία, Μάιος 2001
Συμμετοχή σε συλλογικά συγγραφικά έργα (ως κριτικός/θεωρητικός του κινηματογράφου)
- Ousmane Sembene, Συλλογικό έργο, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2008
- Μίκιο Ναρούσε, Συλλογικό έργο, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2007
- Patrice Chéreau, Συλλογικό έργο, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2004
- Abbas Kiarostami, Συλλογικό έργο, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Καστανιώτης, 2004
- Fritz Lang, Συλλογικό έργο, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Καστανιώτης, 2003
- Shohei Imamura, Συλλογικό έργο, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2002
- Κινηματογραφημένες πόλεις, Συλλογικό έργο, Πατάκης, 2002
- Commedia all’ Italiana, Συλλογικό έργο, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2002
- Cahiers du Cinéma: Spécial Jacques Demy, Συλλογικό έργο, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2001
- Κριτική Κινηματογράφου, Συλλογικό έργο, Εκδόσεις Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ), 2001
- Carl Dreyer, Συλλογικό έργο, Εκδόσεις Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2001
|
| Διακρίσεις: |
- Στον τομέα της λογοτεχνίας:
- Ο μικρός Γκοντάρ, Βραχεία Λίστα για το Βραβείο Πεζογραφίας Κλεψύδρα 2023
- Κόκκινος Σταυρός, Βραχεία Λίστα για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2019
- Κόκκινος Σταυρός, Βραχεία Λίστα για το Βραβείο Μυθιστορήματος του Αναγνώστη 2019
- Στον τομέα του κινηματογράφου:
- Τιμητικός Χρυσός Αλέξανδρος, 63ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
- Το μαγικό γυαλί (1988), Κρατικό Βραβείο Ποιότητας του Υπουργείου Πολιτισμού
- Περί έρωτος (1982), Βραβείο Ταινίας Μικρού Μήκους, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Γυναικών της Φλωρεντίας
- Κρεπ ντε Σιν (1976), Βραβείο του Δήμου Θεσσαλονίκης
|
| Έτος γέννησης: |
1947
|
| Τόπος γέννησης: |
Αθήνα
|
| Τίτλος αποσπάσματος: |
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα«Ο μικρός Γκοντάρ», Πόλις, 2022
|
| Κείμενο αποσπάσματος: |
Ούτε ο Ζακό ούτε η Φατιμά γνώριζαν οτιδήποτε ώστε να μου δώσουν την ελάχιστη πληροφορία για το τι είχε συμβεί στον Γκασπάρ. «Δεν τρέχει στις καθιστικές διαμαρτυρίες για την Μπιάφρα;» με ρώτησε η Φατιμά, εκφράζοντας και τη δική της έκπληξη. «Ναι, αλλά δεν θα γύριζε στο δωμάτιό του για να κοιμηθεί ή να ξεκουραστεί λιγάκι;» απόρησα. Είχα κλειδί της σοφίτας του, ο ίδιος μου το είχε δώσει για να μπορώ να μπαινοβγαίνω στο δωμάτιό του, όποτε ήθελα. Καθημερινά περνούσα και έριχνα μια ματιά. Ο χώρος ήταν πάντα άδειος σαν ακατοίκητος. Το κρεβάτι άστρωτο, τα σκεπάσματα κουβάρι, τα ίδια πάντα βαθουλώματα και ίχνη από ιδρώτα στο μαξιλάρι, τα πεταμένα από δω κι από κει ρούχα και μικροπράγματα στις ίδιες πάντα θέσεις. Βρώμικες κάλτσες ριγμένες σε μια γωνιά του δωματίου, κάτω από τον πάγκο με το καμινέτο, άπλυτα φλιτζάνια του καφέ, λαδωμένα χαρτιά και αποφάγια στον νιπτήρα, άφαντα όμως τα προσωπικά αντικείμενα του Γκασπάρ – λογικό αφού χωρίς αυτά δεν έκανε βήμα. Εκτός από μένα, κανείς άλλος δεν πρέπει να επισκεπτόταν το δωμάτιο. Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν άθικτα όλα τα σημειώματα που άφηνα, προτρέποντας ή παρακαλώντας τον Γκασπάρ να δώσει ένα σημάδι ζωής· ο ένοικος του δωματίου δεν πατούσε το πόδι του εκεί μέσα ούτε για να αλλάξει σώβρακο. Τόσο παράδοξη ήταν η εξαφάνισή του, η απουσία του, ώστε αμέσως μου χτύπησε καμπανάκι ότι του συνέβαινε κάτι σοβαρό. Μπορεί να τον είχαν συλλάβει ενώ κινηματογραφούσε τις καθιστικές διαμαρτυρίες έξω από την πρεσβεία της Νιγηρίας. Η Φατιμά με πήρε παράμερα και με συμβούλεψε: «κοιμήσου απόψε το βράδυ εκεί, κι αν δεις μέχρι το πρωί να μην εμφανίζεται κανείς, πάρε με τηλέφωνο, ίσως καταφέρω στο μεταξύ να μάθω και να σου πω κάποια πράγματα». «Τι μυστήρια είναι όλα τούτα;» ήταν το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω διότι, αμέσως μετά, εκείνη με παράτησε για να γυρίσει στον πάγκο της και σε αυτά που σημείωνε σ’ ένα σχολικό τετράδιο, σχετικά με την παραλαβή και παράδοση των άπλυτων και πλυμένων ρούχων.
Το βράδυ έκανα αυτό ακριβώς που με συμβούλευσε η Φατιμά. Πήγα στο δωμάτιο του Γκασπάρ κι έστησα καρτέρι. Όσο περίμενα, έπλυνα τα φλιτζάνια στον νιπτήρα, μάζεψα τα σκουπίδια που βρήκα πεταμένα δεξιά αριστερά, σκούπισα και ξεσκόνισα. Κατόπιν προσπάθησα να κοιμηθώ λίγες ώρες, στριφογυρίζοντας ανήσυχα στο στρώμα, στήνοντας αυτί για να πιάνω τους ήχους στη σκάλα ή στον διάδρομο και μετρώντας τα ανοίγματα-κλεισίματα της πόρτας της κοινόχρηστης τουαλέτας. Όλοι αυτοί οι κρότοι συνέβαλλαν στο τσίτωμα των νεύρων μου, ενώ οι απορίες και η αγωνία μου δεν μου επέτρεψαν παρά ελάχιστη διάρκεια πραγματικής ανάπαυσης. Μόνο λίγο πριν τα χαράματα βυθίστηκα σ’ έναν βαθύ ύπνο λόγω εξάντλησης. Μάλλον είχα κάνει λάθος που ακολούθησα τη συμβουλή της Φατιμά. Όμως, από τη στιγμή που απαιτούσα εξηγήσεις και μια ελάφρυνση του άγχους μου, δεν είχα άλλη επιλογή. Πάντως, όλες αυτές τις αργοκίνητες ώρες της νύχτας, ούτε φτερούγα ούτε μυρωδιά άλλου όντος, εκτός από μένα, ήρθε να επισκεφθεί τη σοφίτα. Ήμουν η μοναδική κινούμενη σκιά αυτού του παράξενου, του βυθισμένου σχεδόν στην ανυπαρξία κόσμου, στο ψηλότερο σημείο ενός κτιρίου με ενοίκους από κάθε γωνιά της γης, ριγμένους σαν τυφλά έντομα πάνω σε έναν μυστηριώδη ομφαλό της γης. Κάποια στιγμή μας φαντάστηκα συγκεντρωμένους στη στέγη, να αρχίζουμε ένα κουβεντολόι, μιλώντας ο καθένας τη γλώσσα του, με το βλέμμα του καρφωμένο στο βλέμμα του κοντινότερου γείτονα, σουβλερό, επίμονο, αχνιστό, ενώ η γλώσσα έτρεχε ροδάνι, για να προλάβει να διηγηθεί περιληπτικά, ξεφορτώνοντας ένα ασήκωτο βάρος, ιστορίες, πράγματα και θαύματα από την παιδική μας ηλικία, από τη μακρινή μας πατρίδα, από τις ζωές μας. Είχε κάτι το κωμικοτραγικό αυτή η Βαβέλ, με εναλλαγές τρομακτικού και καθησυχαστικού, προσδίδοντας ενδιαφέρον στη μονότονη ζωή του κτιρίου, όπου τα μόνα που ξεχώριζαν ήταν το τρίξιμο της ετοιμόρροπης σκάλας καθώς την ανεβοκατέβαιναν οι ένοικοι, οι σταγόνες μιας βρύσης σε κάποιο ραγισμένο νεροχύτη ή το ξεψυχισμένο νιαούρισμα μιας αιχμάλωτης γάτας. Ανασκαλεύοντας τα ντουλάπια είχα βρει ένα μπουκάλι Martell, με τρία τέσσερα δάχτυλα κονιάκ στον πάτο του. Πιθανόν ο Γκασπάρ το φυλούσε για ώρα ανάγκης. Κατέβασα δυο γεμάτες γουλιές, φροντίζοντας να αφήσω αρκετό και για όποιον άλλον θα το χρειαζόταν μελλοντικά ώστε να θερμάνει τα σωθικά του και να καθησυχάσει το αναστατωμένο του μυαλό. Μια ζεστή, ήρεμη, θάλασσα ήρθε να σκεπάσει το στομάχι και το στήθος μου. Ποτέ δεν είχα νιώσει τέτοια ευγνωμοσύνη για το αλκοόλ.
Το πρωί στάθηκα μπροστά στο κάγκελο της μπαλκονόπορτας και βύθισα το βλέμμα μου στην γκρίζα και υγρή εικόνα της πόλης. Η βροχή της νύχτας είχε αφήσει παντού στάμπες από το θυμωμένο πέρασμά της. Χοντρές σταγόνες έπεφταν, μία μία, από τη στέγη στο κάγκελο, γλείφοντας την ξεφλουδισμένη μπογιά, οι προσόψεις των σπιτιών βάλτωναν στην υγρασία και στο γκρίζο φως, ο ουρανός δεν έδειχνε να έχει ξεθυμάνει, έτοιμος ήταν να ανοίξει τα στόμιά του και να ξεράσει μπόρα. Και το Παρίσι, ποτέ άλλοτε δεν μου είχε δώσει την εντύπωση μιας πόλης τόσο ερμητικά κλειστής. Πώς δεν το είχα καταλάβει όλον αυτόν τον καιρό που ζούσα εδωπέρα, θυμίζοντας σχεδία ξεβρασμένη από τον ωκεανό σε μια έρημη ακτή, παρά τα λαμπερά φώτα των δρόμων και την ένταση στις κινήσεις των ανθρώπων; Τώρα μόνο ένιωθα πόσο ξένη ήμουν, προερχόμενη από μια χώρα που κρεμόταν από την αδιάσπαστη ενότητα της ηπείρου σαν διαμελισμένο κορμί, τρέμοντας από αγωνία μην καταποντιστεί, με τα μέλη του ήδη ξεκολλημένα, σπασμένα και χυμένα δυτικά-ανατολικά, κροκάλες στο πέλαγος, ενώ τα βάσανα αυτού του κορμιού, τα δικά μου βάσανα, οι δικοί μου καημοί, δεν θα συναντούσαν ποτέ τα μυστικά και τα μυστήρια τούτης εδώ της απόρθητης μεγαλούπολης. Τι δουλειά είχε στην καρδιά της Ευρώπης μια κακοπαθημένη βαλκάνια σαν και μένα, κατασκοπεύοντας τις κινήσεις ενός ακριβοθώρητου εραστή, ενός προσώπου που πλησίαζε να γίνει εντελώς πλασματικό, ένα αποκύημα της φαντασίας μου και μόνον;
Όταν φώτισε αρκετά, ντύθηκα, άφησα στο τραπέζι ένα σύντομο γράμμα για τον Γκασπάρ, γράφοντάς του πού μπορούσε να με βρει αν ήθελε να με βρει, και με την ψυχή βυθισμένη στη θλίψη του εγκαταλελειμμένου αποφάσισα να γυρίσω στην εστία μου, όπου η πρώτη μου κίνηση θα ήταν να πάρω τηλέφωνο τη Φατιμά. Φτάνοντας, της τηλεφώνησα αμέσως και ζήτησα να μάθω νεώτερα του Γκασπάρ. Εκείνη με πληροφόρησε πως έκανε μερικά τηλεφωνήματα στον Τομά, τον γνωστό ως «τυπογράφο», αυτόν που τον φώναζαν επίσης Τετ ντε λου και έμαθε τι συνέβαινε, στο περίπου δηλαδή, όπως τόνισε με σημασία. Το μόνο σίγουρο ήταν πως ο Γκασπάρ, ενώ έτρεχε στις κινητοποιήσεις για τη γενοκτονία στην Μπιάφρα και τραβούσε στιγμιότυπα από την καθιστική διαμαρτυρία, ένιωσε μια ξαφνική αδιαθεσία πάνω στο δέντρο όπου ήταν σκαρφαλωμένος για να κινηματογραφεί καλύτερα τον κόσμο, έπαθε σκοτοδίνη, γλίστρησε κι έπεσε. Κάποιοι από τους συγκεντρωμένους τον σήκωσαν και τον βοήθησαν να βγει έξω από τον κύκλο των διαδηλωτών. Επειδή είχε χτυπήσει το κεφάλι και ήταν μες στα αίματα, τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Εκεί διαπιστώθηκε και μια σοβαρή θλάση, στη δεξιά κνήμη. Η αστυνομία δεν ανακατεύτηκε ιδιαιτέρως, μιας κι έγινε αμέσως σαφές πως ο τραυματισμός ήταν καθαρό ατύχημα. Οι διαμαρτυρίες άλλωστε ήταν ειρηνικές. Κανείς δεν επιτέθηκε στον παθόντα, ό,τι τραύμα υπήρχε ήταν από το πέσιμο. «Και τώρα πού είναι;» ρώτησα. «Το ’χω σημειώσει σ’ ένα χαρτί. Περίμενε να στο διαβάσω». Διέκοψε τη συνομιλία για να βρει το χαρτί, ενώ εγώ συνέχιζα να τρώω τα νύχια μου και να διπλώνομαι στα δύο από σφάχτες στην κοιλιά. «Στο Μοντρέιγ-σου-Μπουά, οδός Βικτόρ Μπος, αριθμός 8c, ένα μικρό διώροφο στο τέλος του δρόμου, σε μια γειτονιά κοντά στα συγκροτήματα των κοινωνικών πολυκατοικιών. Κριστιάν και Ζανέτ Καλμέτ τα ονόματα στην πόρτα». «Τι είναι αυτοί; Συγγενείς του;» «Νομίζω η τελευταία ανάδοχη οικογένεια που τον ανέλαβε όσο ήταν ακόμα ανήλικος. Τον φροντίζει η μαμά Ζανέτ. Έμαθα πως είναι καλή γυναίκα».
|
| E-mail: |
mariasgavala@yahoo.com
|
| Website: |
https://mariagavala.com/
|
|