ΦΑΚΙΝΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ


ΦΑΚΙΝΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ

Σπούδασε Γραφικές τέχνες και αρχαιολογική ξενάγηση.
Εργάστηκε μερικά χρόνια σε περιοδικά ως γραφίστας.

Το 1975 δημιούργησε το "αντικειμενοθέατρο" Ντενεκεδούπολη (ένα πρωτότυπο κουκλοθέατρο από πεταμένα αντικείμενα, κυρίως ντενεκεδάκια), που αγαπήθηκε πολύ από τα παιδιά και εξακολουθεί να παίζεται από θιάσους και σχολεία.

Διατέλεσε αντιπρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΕΥΓΕΝΙΑ
Επίθετο:  ΦΑΚΙΝΟΥ
Εργογραφία: 

Μυθιστορήματα:


Το 1982 έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα "ΑΣΤΡΑΔΕΝΗ", που γνώρισε μεγάλη επιτυχία και από το 1990 γράφει μόνο για ενήλικες. Τα μυθιστορήματά της κάνουν πολλές επανεκδόσεις (400.000) αντίτυπα και έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν σε αρκετές ξένες γλώσσες.

Αστραδενή, Κέδρος 1982
Το Έβδομο Ρούχο, Καστανιώτης 1983
Η μεγάλη πράσινη, Καστανιώτης 1983
Γάτα με πέταλα, Κέδρος 1990
Ζάχαρη στην άκρη, Καστανιώτης 1991
Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα, Καστανιώτης 1994, ΙSBN 960-03-1179-Χ
Εκατό δρόμοι και μία νύχτα, Καστανιώτης 1997, ISBN 960-03-1835-2
Τυφλόμυγα, Καστανιώτης 2000, ISBN 960-03-2678-9
Ποιος σκότωσε τον Μόμπυ Ντικ, Καστανιώτης 2001, ISBN 960-03-3097-2
Έρως, Θέρος, Πόλεμος, Καστανιώτης 2003
Η μέθοδος της Ορλεάνης, Καστανιώτης 2005 ISBN 960-03-3978-3

Μια θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος Το Έβδομο Ρούχο, ανέβηκε το Μάρτιο του 2001 σε κεντρικό θέατρο της Αθήνας, με εξαιρετικούς συντελεστές.

Παιδικά:


Έγραψε και εικονογράφησε 17 παιδικά βιβλία, που έχουν κυκλοφορήσει σε 300.000 αντίτυπα.
 

Ντενεκεδούπολη, Κέδρος 1976
Στο Κουρδιστάν, Κέδρος 1978
Ξύπνα Ντενεκεδούπουλη, Καστανιώτης 1979
Το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου, Καστανιώτης 1979
Ο κύριος Ουλτραμέρ, Καστανιώτης 1980
Οι τέσσερις εποχές, Κέδρος 1986
Μια μικρή καλοκαιρινή ιστορία, Κέδρος 1986
Λαχανικά, φρούτα, λουλούδια, αγριολούλουδα, Κέδρος 1986
Το αστέρι των Χριστουγέννων, Κέδρος 1989

Αλμπουμ:


Ελληνικό πανόραμα, Κέδρος 1995

Μεταφράσεις:

Αγγλικά
Astradeni, H.E.Criton, KEDROS 1991, ISBN 960-04-0483-6
The seventh garment, Ed Emery, SERPENT'S TAIL 1991 London, ISBN 1-8524186-X
 

Γερμανικά
Astradeni, Niki Eideneier & Ursula Wuckel, Koln, Romiosini,1988, ISBN 3-923728-26-3
Das siebte gewand, Karin Wilfling, Koln, Romiosini 1988, ISBN 3-923728-37-9

Ρωσικά
Astradeni, Moscou 1987

Ουγγρικά
Csillaghullas Athenban, Antigoni Szabo, Budapest, More Konyvkiado 1990, ISBN 963-11-6562-0

Ολλανδικά
De grote groene, Hero Hokwerda, Groningen, STYX 1995, ISBN 90-72371-95-X
Het zevende kleed, Hero Hokverda, Groningen, STYX 1996, ISBN 90-5693-004-4
Meropi was het voorwendsel, Julia Happel, Groningen, STYX 1998, ISBN 90-5693-004-4

Γαλλικά
La septieme depouille, Marie-Claude Cayla, Paris, editions Clima 1991, ISBN 2-907563-32-7
 

Δανικά
Asradeni, Sysse Engberg, Forlaget Gionis 1998, ISBN 87-90713-00-1
 

Ιταλικά
Cento strade e una note, Gabriella Μacri, Crossetti 2000, ISBN 88-8306-031-8


Διεύθυνση: 

Φιλικής Εταιρείας 9,
152 32 Χαλάνδρι


Έτος γέννησης:  1945
Τόπος γέννησης:  Αλεξάνδρεια
Τίτλος αποσπάσματος:  ΕΒΔΟΜΟ ΡΟΥΧΟ
Κείμενο αποσπάσματος: 

ΔΕΝΤΡΟ
Αγαπώ τις γυναίκες. Τις γυναίκες και τ'αγριολούλουδα. Τ'αγριολούλουδα έχουν τα χρώματα που μου αρέσουν. Το λευκό,το κίτρινο και το ιώδες. Είναι τα χρώματα του τόπου.Μ'αυτά ζωγράφιζαν οι αρχαίοι τ'αγάλματα και οι παλιότεροι τα παράθυρά τους. Τώρα δε βάζουν πια χρώματα στα παράθυρα. 'Ομως οι κρόκοι, οι ίριδες κι οι ασφόδελοι έχουν αυτά τα χρώματα. Το λευκό, το κίτρινο και το ιώδες.
Οι γυναίκες πάλι έχουν τα μεγάλα πάθη. Αυτές είναι που γράφουν την Ιστορία. Που σηκώνουν στους ώμους τους τις σημαδιακές στιγμές.
Τότε ερχόντουσαν οι υπερβόρειες παρθένες και κουβεντιάζαμε. Μετά οι ασπροντυμένες ιέρειες με τους κισσούς στα μαλλιά και τα χάλκινα σήμαντρα. Ξαπλωνόντουσαν οι ασπροντυμένες και περίμεναν ν'ακούσουν το ψιθύρισμα των φύλλων μου.
Και για τα μικρά με ρώταγαν και για τα μεγάλα. Κι εγώ τους έλεγα. Γιατί ήξερα. Μου τα λέγανε τα πουλιά απ'τη Λιβύη, τα φίδια απ'την Αχερουσία, ο 'Ηλιος ο μεγάλος εραστής, τ'αόρατα λουλούδια και οι μακρινοί αστεροειδείς και τα νεφελώματα.


ΜάναΕ
Θα θυμάται το δρόμο η Αρχοντούλα μου; Το σπίτι;...Θα θυμηθεί να στρίψει στο τρίστρατο; Να πάρει το σωστό μονοπάτι;...

Κάτι προβιές κατέβαζε. Τσιτωμένες προβιές από κατσίκια κι αρνιά. Αυτός καθότανε στο ξύλο, στον αραμπά, και οδήγαγε το ζευγάρι. Εγώ στεκόμουνα στη διχάλα του δρόμου. Μες στα μαύρα και κράταγα και το ρόδι. Είχα κάνει ό,τι μου 'πε εκείνη με τα μπακιρένια πέδιλα. Κατέβαινα στο νοτιά κι όλο ρώταγα:
"Μην είδατε ένα κοριτσάκι με γαλανό φουστάνι κι ένα σταμπωτό σταυρουλάκι στον ώμο;"
Και καθώς πέρναγα χωριά,χωριουδάκια, στάνες,ανθρώπους κι όλο ρώταγα κι όλο "όχι" μου γνέφανε, στο τέλος το μόνο που έλεγα ήτονε:
"'Ενα κορίτσι, γαλανό φουστάνι, σταυρουλάκι στον ώμο". Κι όλο "όχι".
Κι όλο κατέβαινα προς τα κάτω, νότια.
'Ημουνα πια έξω απ'τα χωριά της Λάρισας. Είδα έξω από ένα φράχτη μια ροδιά. Εγώ έκανα πια ό,τι μου είχε πει εκείνη με τα μπακιρένια πέδιλα.
Θα 'κλεβα το ρόδι.
Τέτοιο ρόδι δεν είχα ξαναδεί. Τεράστιο.Θα το 'κλεβα,κι ό,τι ήθελε ας γινότανε. 'Ο,τι το 'χα κόψει, ανοίγει ένα πορτέλι ξύλινο από δίπλα και βγαίνει μια κοπέλλα. Με κοιτάει από πάνω ως κάτω. Σκέτη γύφτισσα ήμουνα. Τα ρούχα μου κρεμόντουσαν, παπούτσια δεν είχα, ξυπόλυτη περπάταγα. Σκλήρυναν οι πατούσες μου. Οι πατούσες που τις πέρναγα με "χένα" να γίνονται ρόδινες, όπως αρέζανε τ'Ανδρόνικου. Τα μαλλιά μου κρεμόντουσαν άπλυτα, αχτένιστα...
"Θεια, θέλεις να πιεις μια γουλιά κρασί να συνεφέρεις;"
Εμένα έλεγε "θεια"...Πού κατάντησες, Δήμητρα!... Από θεά έγινες θεια... Πού 'σαι Ανδρόνικε, ν'ακούσεις... Στα εικοσι τρία μου να με λένε "θεια"...
Μ'έμπασε στο καλυβάκι της. Μου 'δωσε μια γουλιά ρακί και φασολάδα." Απ'τα μέρη μας είσαι;", με ρώτησε. 'Εγνεψα "όχι" κι αμέσως ρώτησα:
"'Ενα κορίτσι με γαλανό φουστάνι και ένα σταυρουλάκι στον ώμο, πέρασε αποδώ;"
Δε μου απάντησε.
"Πρόσφυγα είσαι;", με ρώτησε. Και πριν απαντήσω,μου 'πε:" Πολλές γυρνάνε και ρωτάνε για παιδιά και για κορίτσια χαμένα. Ακόμα κι άντρες ψάχνουνε..." Δε μιλάγαμε πια. Τι να της πω... τι να μου πει... Μόνο σηκώθηκε κι έβγαλε από μια κασέλα κάτι μαυρα ρούχα.
"Παρ'τα", μου 'Πε," της βάβως μου ήτανε που πέθανε. Καθαρά ρούχα, εκείνη από γεράματα πήγε. Φόρα τα,μην περπατάς έτσι... Μόνο παπούτσια δεν έχω να σου δώσω".
Τη σταύρωσα κι έφυγα.Είχα το ρόδι. Είχα και τα μαύρα ρούχα. Φορεσιά ολόκληρη. Μεσοφόρι, φούστα, ποκάμισο, μεγάλη μαντίλα για το κεφάλι και μπόλια πλεχτή.
Σε μια ερημιά, ανάμεσα στα καλάμια του ποταμού, στάθηκα. 'Εβγαλα τα βρωμισμένα ρούχα μου, τα σκισμένα μου, και μπήκα στο ποτάμι. Πλύθηκα, πλύθηκα κι ένιωσα άλλος άνθρωπος. 'Ελουσα τα μαλλιά μου μέχρι που ξεπλύθηκαν απ'τη βρώμα. Σηκώθηκα να ντυθώ. Κι εκεί που τα νερά του ποταμού δεν είχαν γίνει λάσπη, είδα αυτή που ο Ανδρόνικος έλεγε "θεά". Μόνο που ήμουνα πιο λιγνή απ'το περπάτημα και την κούραση. Η ζωγραφιά του Ανδρόνικου στο κορμί μου ήτονε κάτι το παραλοϊκό στην κατάσταση που ήμουνα. Και τότε είδα πάνω στο ποτάμι να κυλάει ήσυχα ήσυχα το ωραίο κεφάλι του Ανδρόνικου. 'Ητονε η πρώτη φορά που μου φανερωνόταν. 'Ορμησα να το πιάσω. Ούτε που σκέφτηκα η χαζή, πώς μπορεί να 'φτασε απ'τα Βουρλά εδώ, στης Λάρισας το ποτάμι, το κεφάλι του Ανδρόνικου. 'Ολο έτρεχα να το πιάσω κι όλο μου χανόταν. Θα ΄κανα φαίνεται φασαρία -σ'ιγουρα- καθώς πλατσούριζα στα νερά και φώναζα "στάσου, Ανδρόνικε, στάσου να σε πιάσω"... Οι γυναίκες φαίνεται, που πλένανε πάρακάτω, ακούσανε τις φωνές κι ήρθανε. Μόλις μ'είδανε, παγώσανε. Πάγωσα κι εγώ. Γυμνή και με τη ζωγραφιά του Ανδρόνικου απλωτή απ'τα βυζιά ως κάτω... πώς θα τους φαινόμουνα.
"Φεύγετε να φεύγουμε", τσίριξε μια γυναίκα." Δεν τη βλέπετε τη νεράιδα; Θα μας πάρει τη φωνή".
Και πριν προλάβω να κουνηθώ και να τους πω "όχι, δεν είμαι νεράιδα", φύγανε τρομαγμένες.
Ντύθηκα στα γρήγορα, τα δικά μου ρούχα τα σκέπασα με μια πέτρα. Μόνο το άσπρο μου μεσοφόρι φόρεσα. Παλιά, δηλαδή ήτονε άσπρο και με δαντελένια μπιμπίλα και κοφτό κέντημα στην άκρη. Τώρα ήτονε γκρίζο από τη βρώμα κι όλο μπαλωματάκια. Εκεί φύλαγα τα σπόρια. 'Ολων των λογιών. Λάπατα, σέσκουλα, φακή, σπανάκι, βασιλικό, μαντζουράνα, κατιφέ κίτρινο και καφέ, γαρίφαλα όλα τα χρώματα. Μια μανία με είχε πιάσει με τα σπόρια. 'Αλλα τα γύρευα κι άλλα τα μάζευα. Τα 'ραβα σε σακουλάκια σαν μπαλώματα στο μεσοφόρι μου. Σκεφτόμουνα, "όταν βρω την Περσεφόνη μου, να φτιάξω ένα μπαξεδάκι, που όμοιό του δε θα υπάρχει στον κόσμο. Αρκεί να τη βρω..."
Ντύθηκα λοιπόν, φόρεσα και τη μαντίλα σφιχτά στο κεφάλι να μη φαίνονται τα μαλλιά μου. Τώρα ήτονε πάλι ξανθά μετά το λούσιμο. Καλύτερα να φαίνομαι "θεια" παρά είκοσι τριώ χρονώ. Είχα ακούσει κι είχα δει πολλά...


E-mail:  evgeniaf@otenet.gr