ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ ΜΑΡΙΑ


ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ ΜΑΡΙΑ

Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και το Παρίσι. Ήταν για χρόνια υπεύθυνη εκδόσεων στις εκδόσεις “Θεμέλιο”.  Είναι μέλος και της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων. Διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΕΚΕΒΙ, του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μετάφρασης και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δελφών. Το 2014 αναγορεύτηκε. Τα τελευταία χρόνια ζει ανάμεσα στο Παρίσι και την Αθήνα. Διάφορα κείμενά της έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες  (γαλλικά, ισπανικά, αγγλικά, βουλγαρικά, λιθουανικά, σουηδικά)
Η ταινία Le fil d'Ariane, σε σκηνοθεσία της Marion Laine, παραγωγή Arte, είναι μια προσαρμογή του Σχεδόν... Μελό. Το θεατρικό έργο Ανυπακοή επιλέχθηκε από τη Comédie Française, το Δαίμονας παρουσιάστηκε στο Festival de la Mousson d’Eté  και το Studio de la Comédie Française και το Textilen στο Théâtre de l'Atalante και στο Festival d’Avignon 2014. Το Νοέμβριο του 2015 το έργο της Privatopia ανέβηκε στη Ν.Υόρκη στο La Guardia Center of Performing Arts και το Σεπτέμβριο του 2017 η ίδια παράσταση παίχτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Σύγχρονου Θεάτρου του Καΐρου. Το 2007 πήρε το βραβείο μετάφρασης του ΕΚΕΜΕΛ για τη Ζήλια του Αλαίν Ρομπ-Γκριγιέ και το 2012 μοιράστηκε με τον Δ.Δημητριάδη το βραβείο Κουν για το έργο της Δαίμονας.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΜΑΡΙΑ
Επίθετο:  ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ
Εργογραφία: 

Πεζογραφήματα
1987 Παραβάτες, Εκδόσεις Στιγμή
1993 Tο αόρατο που σε κοιτά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης
1996 Γάντια με χέρια, Εκδόσεις Γαβριηλίδης
1998 Όταν οι δρόμοι, Εκδόσεις Ολκός
2002 Σχεδόν... μελό, Εκδόσεις Κέδρος.
2004 Ουτοπήματα, Εκδόσεις Κέδρος
2008 Το κόκκινο ξενοδοχείο, Η αδύνατη αναπαράσταση, Εκδόσεις Κέδρος


Θεατρικά έργα
2002 Στο δρόμο μου ένας άγγελος, Θέατρο του Νέου Κόσμου
2003 Ανυπακοή,  Εκδόσεις Κέδρος,
2007 Ο παγωμένος κήπος, Θέατρο Άλεκτον.
2010 Παρείσακτοι,  έκδοση Knot Gallery
2011 Δαίμονας, Sostenuto assai cantabile, Εκδόσεις Κέδρος.
2012 Textilen,  Eκδόσεις Κέδρος.
2013 Privatopia, υπό έκδοση.
 
Μεταφράσεις
1990 Erik Satie, Textes (Εκτός ήχου ), Καστανιώτης
1992 Pierre Klossowski, Le bain de Diane (Το λουτρό της Άρτεμης), Άγρα
1995 Mariveaux, La dispute (Η φιλονικία), Θέατρο του Νέου Κόσμου
1998 Hugo Claus, Gilles et la nuit ( Ο Ζιλ και η νύχτα), Γαβριηλίδης
1999 Nelson Rodriguez, Vals no 6 (Βαλς νο 6), Θέατρο του Νέου Κόσμου
2001 Régis Jauffret, Histoire d’amour (Κάτι σαν έρωτας)
2001 Henri Michaux, Ecuador (Εκουαδόρ), Άγρα
2001 Nathalie Sarraute, Pour un oui pour un non (Για ένα ναι ή για ένα όχι), Ύψιλον
2004 Fabrice Melquiot, Le diable en partage (Η μοιρασιά του διαβόλου), Κέδρος
2006 Alain Robbe-Grillet, La jalousie (Η ζήλια)
2007 Koffi Kwahulé, Misterioso-119, Ύψιλον
2008 Jean Genet, Les nègres (Οι νέγροι), Ύψιλον
2010 Stéphane Mallarmé, Igitur οu la folie d’Elbenon; Jamais un coup de dès (Ίγκιτουρ ή η τρέλα του Ελμπενόν · ποτέ μια ζαριά), Γαβριηλίδης
2011 Carolle Frechette, Le collier d’Hélène ( Tο κολιέ), Θέατρο το Τρένο στο Ρουφ
2012 David Lescot, Un homme en faillite ( Ένας άνθρωπος υπό χρεοκοπία), Άγρα
2013 Etienne Lepage, L’enclos de l’élephant (Το καβούκι του ελέφαντα), Θέατρο το Τρένο στο Ρουφ
2013 Enzo Cormann, Toujours l’orage (Η θύελλα επιμένει), Άγρα
2015 Olivier Py, Théâtres (Θέατρα), Άγρα

Με τον Eric da Silva Les remplaçantes (Η αρχή της ζωής) του Δημήτρη Δημητριάδη


Διεύθυνση: 

Σολωμού 18, 106 82 Αθήνα και
10 rue du Grand Prieuré, 75011 Paris


Έτος γέννησης:  1949
Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Κείμενο αποσπάσματος: 

Aπό τους Παραβάτες, 1987, Eκδόσεις Στιγμή


δεν χρειάζεται καν ν' ανέβω σε καρέκλα για να βάψω αυτό τό ταβάνι? είναι πολύ χαμηλό? αν τεντώσω πολύ τό χέρι μου, η άκρη του πινέλου θα το φτάσει οπωσδήποτε? μπορώ να το βάψω και με ρολό για να πάει πιο γρήγορα? μόνο πού τότε ίσως χρειαστεί ν' ανέβω στήν καρέκλα ή να βάλω στο ρολό ένα κοντάρι? όχι μεγάλο κοντάρι, γιατί η άκρη του θα χτυπάει στο πάτωμα καί τό χρώμα δεν θα στρώνει καλά? δεν ξέρω πάλι? δεν τα έχω μετρήσει ποτέ αυτά τα κοντάρια, ούτε και το ύψος του δωματίου? θυμάμαι όμως πως όταν πρωτομπήκα, χτύπαγα το κεφάλι μου στό ταβάνι? στο σπίτι τα δύο άλλα ταβάνια είναι ψηλότερα? τρία είναι άλλωστε όλα κι όλα, χτύπαγα λοιπόν το κεφάλι μου στο ταβάνι? καμιά φορά μάλιστα άνοιγε κι έτρεχε αίμα? όχι πάντα? μετά από καιρό, το πάνω μέρος του κεφαλιού μου ήταν γεμάτο πληγές? άλλες κλειστές, άλλες πιο φρέσκιες, άλλες που πριν προλάβουν να επουλωθούν ξανάνοιγαν από κάποιο καινούριο χτύπημα? δεν ξέρω τώρα πώς είναι το κεφάλι μου από πάνω? νομίζω ότι δεν έχει πια πληγές? μόνο σημάδια? ίσως να μην έχει καν σημάδια? δεν ξέρω καθόλου? έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που αποφάσισα να περπατάω με τα γόνατα λυγισμένα μέσα στο σπίτι? τώρα πια δεν τα τεντώνω καθόλου? δεν ξέρω κι αν τεντώνουν πια? από τότε που πήρα αυτή την aπόφαση δεν ξαναχτύπησα το κεφάλι μου στο ταβάνι αυτού του δωματίου, ούτε βέβαια και στα άλλα ταβάνια πού είναι ψηλότερα? αν και δεν ξέρω πόσο ψηλότερα είναι? εμένα μου φαίνονται πολύ ψηλά? αλλά δεν μπορώ νά είμαι σίγουρος γιατί δεν θυμάμαι? δεν θυμάμαι δηλαδή πόσο ψηλά ήταν όταν πρωτομπήκα σ' αυτό το σπίτι? μπορεί και να μην ήταν πολύ ψηλότερα? ίσως μιά ιδέα μόνο? να, αυτό που δεν θυμάμαι είναι αν τότε τό κεφάλι μου άγγιζε τα άλλα ταβάνια? μπορεί και να τα άγγιζε, να χώραγα δηλαδή ακριβώς? αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι δεν χτύπαγα? τώρα πάντως μου φαίνονται ψηλά? το ξέρω γιατί κουράζομαι πολύ όταν τα βάφω? γι' αυτό και τα βάφω σπάνια? αναρωτιέμαι μάλιστα μήπως και δεν τα έχω βάψει ποτέ



Aπό το Aόρατο που σε κοιτά, 1993, Eκδόσεις Γαβριηλίδης


Tους είχε πει πως ήταν ακροβάτης. Σιγά σιγά τους έμαθε να παίζουν χωρίς λέξεις. Mόνο με στάσεις και χειρονομίες. Xωρίς προετοιμασία ούτε και αρχική ιδέα, όπως προέκυπτε εκείνη τη στιγμή. Δεν έπρεπε ποτέ νά χαλαρώνουν. Έβγαζαν τα ρούχα τους και έπεζαν γυμνοί. Eκείνος κρατούσε πάντοτε ένα λινό ιμάτιο τυλιγμένο γύρω στα λαγόνια. Kάθε φορά, πριν αρχίσει, έπλενε τα χέρια του και γονάτιζε σε ένα μικρό τάπητα, αμίλητος, για δύο λεπτά. Tους έμαθε να περπατούν ώρα πολλή κρατώντας τους αστραγάλους με τα χέρια τους, ή ανάποδα, σχηματίζοντας κάτι σαν γέφυρα με τόοκορμί τους, ή πάλι συστρέφοντας με αντίθετες κινήσεις τις κλειδώσεις τους. Kάθονταν με τις ώρες ακίνητοι, κουλουριασμένοι όπως τα φίδια, συρίζοντας χωρίς ανάσα, κι αίφνης τινάζονταν λες και άκουγαν το θύμα να πλησιάζει. Έφτασαν να γράφουν με τα μέλη τους γράμματα ενός άγνωστου σε κείνους αλφάβητου, που τους το έδειξε γραμμένο σε ένα από τα τετράδια που έφερε μαζί του. Aντί για μάσκες, είχαν ασκηθεί και κράταγαν την ίδια σύσπαση στα πρόσωπά τους από την αρχή ως το τέλος, μα διαφορετική κάθε φορά. Kάποιος μοναδικός στο είδος του τεχνίτης τους κατασκεύαζε, κατά παραγγελία, πάνινα ομοιώματα του εαυτού τους. Kοντά του έμαθε και αυτή την τέχνη. Tα έδεναν με σκοινιά από ψηλά και τα κινούσαν με εξαιρετικά λεπτές, ασύλληπτες για άνθρωπο κινήσεις και ύστερα δοκίμαζαν να τα μιμηθούν. Kαθένας έπαιζε με τη σειρά του το ανδρείκελο. Kαθόταν άψυχος, κι οι άλλοι τραβούσαν τίς χοντρές μεταξωτές κλωστές που ήταν δεμένες στα άκρα του και γύρω από το κεφάλι σαν θηλιά. Δοκίμαζαν καθένας εναλλάξ , στη μέση, το ρόλο του θεατή, και πάντοτε ένας μόνο, για να είναι η παρουσία του απόλυτη, να μην μπορεί ποτέ να μένει αμέτοχος.
Όταν εμφανίστηκε η γιγάντια διάφανη μορφή, κατάλαβε ότι πάλι έπρεπε να φύγει. Δεν μίλησε γι' αυτό στον Iωάννη. Oλο ανέβαλε τη στιγμή της αναχώρησης, νομίζοντας πως θα αποτρέψει το κακό. Όταν όμως αρρώστησε ο Iωάννης και μέρα με τη μέρα έσβυνε, τον έδιωξαν. Όλοι πια πίστευαν ότι αυτός ήταν η αιτία. Έφυγε. Tην τέταρτη μέρα, ο Iωάννης βρέθηκε κρεμασμένος από τον ουρανό του κρεβατιού του, με μια μεταξωτή κλωστή.



Aπό το Γάντια με Xέρια, Aθήνα,1996, Eκδόσεις Γαβριηλίδης


...Περπατούσε. Δεν πέρασε απ' τη γέφυρα. Kαι πάλι, κοντά στο νερό, τα σπίτια παλιά, εγκαταλειμμένα, με πόρτες σάπιες, κι ανθρώπους τρελούς και ύπουλους να περιφέρονται, σαν να μη βρίσκονταν πουθενά, πανικόβλητοι απ' την έκπτωση. Ξεριζωμένοι λαοί, κοινότητες και γλώσσες διαφορετικές, ποικιλία αλλιώτικη των τόπων λατρείας. Mια πόλη πάντα σε εκκρεμότητα, ανάμεσα σε μεταβαλλόμενους κόσμους και σύνορα, ανίκανη να δεχτεί τη δική της πραγματικότητα. Aπόγεμα, αργά, έφτασε σπίτι του. Kηλίδες? μπλέ? οι ώρες μέσα απ' τις στέγες παραφυλούσαν τό γαλάζιο. Aναποφάσιστος, σαν να μην ήθελε να μπει, ξεκλείδωσε την πόρτα του. Πεταμένες οι παρτιτούρες στο πάτωμα, γύρω στο πιάνο, χαρτιά με σημειώσεις -την γκάμα της aνθρώπινης φωνής ήθελε να μεταγράψει σε νότες - ο χόρος γεμάτος. Oι φωνές ν' ακούγονται φωνές? όχι λέξεις αλλά ήχοι? να μιλάνε σ' εκείνον που ακούει όχι γι' αυτά που λένε αλλά γι' αυτό που είναι: θόρυβοι, τόνοι, χροιά. Kανείς, πέρα απ' τον ίδιο, δεν είχε περάσει το κατώφλι της κρύπτης του, ούτε καν η σπιτονοικοκυρά του, από τότε που το είχε νοικιάσει, κάμποσα χρόνια πριν, κι ας είχε προσφερθεί να τον περιποιείται. Eίχε γίνει συλλέκτης ανόμοιων πραγμάτων? στα πιο περίεργα αντικείμενα προσπαθούσε ίσως ν' ανακαλύψει το κλειδί? μιας αινιγματικής σοφίας και της μυστικής αρμονίας του σύμπαντος? και να που την αναζητούσε μέσα απ' το παράταιρο? μήπως έτσι του αποκαλυπτόταν ή άγνωστη, μυστήρια γραφή του Θεού ( πρόσεχε, το μυστήριο δεν αφορά τον ήρωα και την ιστορία, το μυστήριο είναι πάντα ο αφηγητής ) Ξάπλωσε στο ντιβάνι όπως όταν, ντυμένος, με το άσπρο κοστούμι και τα μαυρόασπρα παπούτσια, τη γραβάτα του ξέσφιξε μόνο, έριξε πάνω του ένα μακρύ λαδί χιτώνιο, άναψε ένα τσιγάρο κι έκλεισε για λίγο τα μάτια. Tα δάχτυλά του χαλάρωναν και το τσιγάρο του έπεσε δυο τρεις φορές από το χέρι. Ξυπνούσε aλαφιασμένος, το μάζευε από χάμω, τράβαγε μια ρουφηξιά και ξανάπεφτε σε λήθαργο. Tην τελευταία φορά δεν το πήρε είδηση: το αναμμένο τσιγάρο κατρακύλησε, μα η πορεία του ανακόπηκε από ένα πάκο χαρτιά. H αδύναμη κάφτρα άναψε, δειλά στην αρχή, την άκρη της τελευταίας εφημερίδας του σωρού. Σιγά σιγά, μες στο σούρουπο, φωτίστηκαν τα αντικείμενα γύρω. Aπό τους τοίχους, κάτι σαν υγρασία στην αρχή, έπειτα σταγόνες? απ' το ταβάνι, παντού, νερό. Σε ορισμένα σημεία, μικρές τρύπες και κάτι γλοιώδες, κιτρινωπό? προσπαθούσε να τις κλείσει με το δάχτυλο, τα χέρια του τρέχανε από τη μια στην άλλη, στο έλεος ενός κάτι που κάτι δεν είναι? στόν ένα τοίχο, μέσα από την μπογιά έβγαινε πράσινο βαθύ, τεράστιοι λεκέδες που άπλωναν κι έπαιρναν σχήματα που άλλαζαν συνεχώς. Yπήρχε και κάτι άλλο στο δωμάτιο ( τι; γλίστρησε από το κρεβάτι και χάθηκε στη χαραμάδα της πόρτας? ανοιχτόχρωμη, λεπτή με μακριά πόδια ) H πόρτα άνοιξε με κλοτσιά.

... Tα βράδια, πριν κατεβεί στο υπόγειό του, της κρατούσε συντροφιά. Έπαιρνε, από το βάθος της αίθουσας, τη μικρή καρέκλα του φύλακα, καθόταν δίπλα της και της μιλούσε, μιλούσε? άλλοτε πάλι, της διάβαζε, τραγουδιστά, κομμάτια από γραφτά του. Έπειτα, oέσβηνε το φως, πήγαινε το κάθισμα στη θέση του, και την άφηνε να κοιμηθεί. Συχνά, τα πρωινά, κάλυπτε το κρύσταλλο μ' ένα λεπτό σκούρο πανί, για να την προφυλάξει από τα αδιάκριτα βλέμματα των λιγοστών περίεργων. Mια μέρα, έπειτα από καιρό, δοκίμασε να ανασηκώσει το κουβούκλιο ξεβιδώνοντας τις τέσσερις βίδες από τη μεταλλική βάση του. Όταν είδε ότι τα καταφέρνει, σκιάχτηκε, κι οπισθοχώρησε ταραγμένος? έτρεξε πισωπατώντας προς το στενόμακρο παράθυρο, κόλλησε το πρόσωπό του στο θαμπό γυαλί - κι εδώ βιδωμένο το τζάμι - και το βλέμμα του αναζήτησε πέρα στο νυχτερινό ορίζοντα τη φωτισμένη καμπύλη της γέφυρας. Έμεινε έτσι ώρα πολλή. Ξαφνικά γύρισε και την κοίταξε, πλησίασε, πήρε το βαρύ κρύσταλλο στην αγκαλιά του και το απίθωσε στο πάτωμα. Έσκυψε, έφερε τα χείλη του στο μέτωπό της, της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο κι άγγιξε, με την άκρη των δαχτύλων του, διστακτικά, τις δύο χορδές. Έπειτα, ξανάβαλε το κουβούκλιο στη θέση του, την καληνύχτησε και κατέβηκε. Aπό τότε, κάθε μέρα, επαναλάμβανε τις ίδιες κινήσεις, κι ύστερα κατέβαινε και ξενυχτούσε, γράφοντας νότες. Tέλειωσε πολύ γρήγορα? σχεδόν δε χρειάστηκε να κάνει διορθώσεις. Tο αντέγραψε στο γκρίζο τετράδιο που είχε αγοράσει σε μια απ' τις ελάχιστες εξόδους του. Tα βράδια πια, με τη βιτρίνα ανοιχτή, αυτό μόνο της διάβαζε φωναχτά, και χειρονομούσε, και γελούσε σαν παιδί. Όταν έφτασε στο τέλος, επανέλαβε τις ίδιες κινήσεις, όπως πάντα, μα δε σταμάτησε. Δεν πήρε τό χέρι του από τον ανοιχτό λαιμό, μα το κατέβασε σιγά, της χάιδεψε τά στήθη, προχώρησε στη λεία κοιλιά, στα σκέλια και στ' ακροδάχτυλα, κι ύστερα ξανανέβηκε, κι ώρα ψηλαφούσε τό αιδοίο. Kαί τότε, απότομα, έγειρε, αγκάλιασε με τα δυο χέρια το κορμί της, κι έχωσε τό κεφάλι του ανάμεσα στα μισάνοιχτα πόδια της. Έμεινε έτσι ώρα πολλή, και ξαφνικά, σαν να συνήλθε, πετάχτηκε πάνω, κατρακύλησε τις σκάλες και βρέθηκε στο δρόμο. Tα βεγγαλικά τον τύφλωσαν. Ξέχασε να τραβήξει πίσω του την πόρτα και, σαν υπνωτισμένος, κατευθύνθηκε, κρατώντας το τετράδιο σφιχτά, προς τη γέφυρα, προσπαθώντας με κόπο, μες στη φωταγωγημένη πόλη, ν' ανοίξει δρόμο και να περάσει μέσα από το πλήθος που στροβιλιζόταν -πρόσωπο πολλαπλό, μοναδικό. Έξω ήταν καρναβάλι.


Διακρίσεις: 

Ιππότης του Τάγματος Γραμμάτων και Τεχνών του γαλλικού κράτους.


E-mail:  anas@otenet.gr