| Κείμενο αποσπάσματος: |
ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ Η ΕΡΗΜΩΣΗ (1994)
ΤΟ ΧΙΟΝΙ
Χιονίζει πάλι σήμερα.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.
Θυμάμαι
ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά –χαράματα ήταν
κι έτσι και τότε χιόνιζε– βγαίνω στον κήπο
και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.
Είχε ανοίξει
μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει
μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.
Τι κάνεις
εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;
Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του
οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα
και μια κακία που δε θα λησμονήσω
–κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια–
για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους
για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα
παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.
Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι
κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου
ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.
Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα
πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.
Αργότερα,
όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα
να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς
της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι
πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους
παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω
τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.
Σήμερα ωστόσο,
μισό σχεδόν αιώνα απ’ το πρωί εκείνο
των πρώτων παιδικών μου χρόνων,
χιονίζει πάλι.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.
Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει
με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη
τις πράξεις και τις παραλείψεις μας
τις χαρές και τις λύπες μας
τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας
τους έρωτες
τις φιλίες
τα λάθη μας και τις εξάρσεις.
Κατευνάζει την αλαζονεία∙
διδάσκει την ισότητα∙
χορηγεί την ειρήνη.
Χιόνι της Ευσπλαχνίας –όχι της Ορφάνιας.
Χιόνι της Συγκατάβασης –όχι της Τιμωρίας.
Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.
Ο ΑΝΤΡΕΑΣ
Τα βράδια πίνω τον καφέ μου
στο καφενείο των τρελών.
Πιάνω ένα τραπεζάκι, στη γωνιά,
κι ένας ένας έρχονται οι φίλοι μου, καλά
παιδιά, αίφνης ο Αντρέας, ο καπετάνιος, με την ωραία,
κι ας έλιωσεν απάνω του, στολή, με τα χρυσά
σιρίτια του, με το κασκέτο
άψογα φορεμένο στο λευκό κεφάλι,
έχασα το συμβολισμό μου, καλέ μου
κύριε, μου λέει, και δεν είναι
ζωή πιά αυτή.
Τον άκουγα καπνίζοντας
απανωτά τσιγάρα και μιλήσαμε έτσι
πολλήν ώρα, ωσότου ενύχτωσε για τα καλά,
ο πόνος της ψυχής είναι φριχτός, κύριέ μου,
γι’ αυτό και κάθε Κυριακή πάω στο γήπεδο,
εγώ είμαι λάτρης, ξέρετε, του ποδοσφαίρου,
γιατί εκεί μαζεύονται πολλοί άνθρωποι μαζί
κι είναι μια ζεστασιά, όσο να πεις, και δεν κρυώνουμε
γιατί εγώ δεν έχω το συμβολισμό μου
κι αυτό που κάνετε τώρα, φίλτατέ μου,
για μένα τον φτωχό, τον τιποτένιο, που μ’ ακούτε
με τόση προσοχή, εγώ δεν πρόκειται ποτέ
να το ξεχάσω και να σας ευλογεί ο Χριστός—
και δάκρυα αυλάκωναν, θερμά, το γερασμένο
πρόσωπό του.
Ο Αντρέας ο καπετάνιος,
ο αδερφός μου, στο καφενείο των τρελών.
ARS POETICA
Όχι στη μαγεία των λέξεων
στη λάμψη και στα κουδουνίσματα που βγάζουν
όταν χτυπά η μια στην άλλη—
όχι στην αλχημεία της γλώσσας
όχι στο λαβύρινθο των πολλαπλών παραπομπών
στην αναιμική ποίηση των σοφών εργαστηρίων
που βγάζουν δεκαπέντε στίχους
και τρεις σελίδες σημειώσεις για να τους στηρίξουν
ναι στις υπέροχες
στρογγυλές
πολυδύναμες
τέλεια σμιλεμένες από τον καιρό
λέξεις της γλώσσας μας
καθώς κροκάλες μαύρες στο Εμπόριό
που βγήκαν λάβα φλογερή απ’ τα σπλάχνα
της γης μας και τις ελείανε το κύμα
χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια
όσο να ’ρθούν να λάμψουν από μέσα τους
και να δοξάσουν πάλι την τρομερή καταγωγή τους
όχι στη μεταφυσική με τη γραβάτα
στην ’Αγωνία της “Ύπαρξης με κεφαλαία
στα μεγάλα συνθετικά ποιήματα
που γράφονται στις διακοπές τα καλοκαίρια
όχι στις ιδέες κοινής χρήσεως
στη ρητορεία της αδελφοσύνης
στα γλυκερά αισθήματα
στα φουσκωμένα λόγια
όχι στον ανώδυνο λυρισμό
ναι στα αιχμηρά πράγματα
στην απαράμιλλη λάμψη της απόλυτης γύμνιας
στους αδάμαντες των δακρύων
ναι στο ζεστό
παντοδύναμο
κατακόκκινο αίμα.
ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Τηλέφωνο —άπιστο σκυλί
σε φροντίζω κάθε μέρα
σε ξεσκονίζω
να λάμπεις, να ’σαι ωραίο
στην πιο περίοπτη θέση
σε θρόνιασα του σαλονιού
στην πιο ακριβή κονσόλα
πληρώνω ανελλιπώς τα τέλη σου
βρέξει-χιονίσει
μη και σου λείψει τίποτα
κι εσύ εκεί
μαύρη κατάμαυρή μου σφίγγα
αχάριστη
υποκρίτρια
πεισματικά σωπαίνεις χρόνια τώρα.
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Α, τα ποιήματα
που έπαψαν να σαλεύουν στην ψυχή
σ’ έκπαγλη νιότη
που γράφτηκαν
που τέλειωσαν
που κρυσταλλώθηκαν σε λέξεις
που κάποτε
–σπανίως–
αγγίζει την ακινησία τους μια αληθινή καρδιά.
Σαν τους ωραίους, απαρηγόρητους νεκρούς,
όταν, καμιά φορά, αναδύονται στον ύπνο μας
με λίγη γύρη αθανασίας στα χείλη.
ΕΡΗΜΩΣΗ (1989-1993)
ΚΑΘΙΖΗΣΗ
Αυτός ο δρόμος έπαθε καθίζηση.
Ήταν που ήταν πρόχειρα φτιαγμένος
απ’ την αρχή
ήταν που κλέψαν οι εργοδηγοί
και οι εργολάβοι
που βάλανε λειψό χαρμάνι
οι αχρείοι
ήρθε από πάνω και η βροχή
κι ανοίξανε τα ουράνια
και κάθισε
και βούλιαξε
και γέμισε ρωγμές βαθιές
ωσάν πληγές
κι ωσάν κραυγή διαμαρτυρίας προς τα άστρα.
Αυτός ο δρόμος έπαθε καθίζηση.
Σαν τη ζωή μου.
ΜΕ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΠΡΙΟΝΙ
Έκανες καλά τη δουλειά σου.
Χωρίς βιασύνες κι επιπολαιότητες
και τις γελοίες αναστολές των αρχαρίων
αργά
μεθοδικά
με άψογο στυλ
μου πήρες ένα μεγάλο κομμάτι
απ’ την ψυχή μου.
Με σκουριασμένο πριόνι
με πετσόκοψες.
Βασιλιά Παντοκράτορα
Ύψιστε Νομοθέτη
έκανες καλά τη δουλειά σου.
ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΝΕΟΠΛΑΣΜΑ
Προσηλωμένος πάντα
στους δρόμους όπου μ’ έταξε
η θέλησή Σου,
κοιτώντας χαμηλά
μην τύχει και πατήσω
από τα ταπεινά Σου πλάσματα ούτε ένα,
γυμνόν, ανυπεράσπιστο κοχλία,
μυρμήγκι, σκουληκάκι, κάμπια,
πάντα με αγαθές προθέσεις, με καλό ήθος-
γιατί με κακοήθεια μ’ ανταμείβεις;
ΕΡΗΜΩΣΗ
Είμαι ένας φτωχός και έρημος άνθρωπος πιά
όμως με κρατάει ορθό η αγάπη του Θεού.
Το σώμα μου το κόψαν και το ράψαν
το φαρμακώσανε πολλές φορές
το έκαψαν
το τρύπησαν με μεγάλες βελόνες.
Άγγελος του Θανάτου με κεραύνωσε
σύντριψε την αλαζονεία μου
πήρε κομμάτια από σώμα και ψυχή.
Κύριε, εσύ που δέχτηκες
φτωχούς, τυφλούς και ανάπηρους
στον οίκο Σου
δέξου κι εμένα τώρα που το αξίζω.
ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ,
ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ, ΚΥΡΙΕ
Αν πρέπει να τελειώνει, να τελειώνει, Κύριε—
δεν διαφωνώ επί της ουσίας πιά
δεν διαμαρτύρομαι.
Όμως αλλού
υπέροχα, με μιαν ανακοπή, συνοπτικός
—πού τέτοια τύχη για μας τους παρακατιανούς,
για τη φτωχολογιά Σου— κι αλλού
να τον αφήνεις να εκτραχηλίζεται
να αμαυρώνει τη φήμη Σου στους αιώνες
εξαντλώντας όλες τις διαδικασίες
περιφέροντας την απόφαση από γραφείο σε γραφείο
μη και λείψει καμιά υπογραφή οιμωγής
καμιά σφραγίδα πόνου—
ο Λιγδιάρης;
ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Αυτά, στο προηγούμενο ποίημα.
Ευθύς αμέσως όμως, συντριμμένος,
ήμαρτον Χριστέ μου, απολογούμαι,
εσύ μονάχα ξέρεις για τα βάσανα
του κόσμου και για τις συμφορές που πέφτουν
στο κεφάλι μας.
Εσύ μόνο κατέχεις το χρυσό
κλειδί, που ξεκλειδώνει ένα ένα όλα τα μυστήρια
όπου παραπατάει ζαλισμένο το φτωχό μυαλό μας.
Φώτισέ με.
Δωσ’ μου τη δύναμη ν’ αντέχω,
να τα δέχομαι όλα.
Αγόγγυστα·
γαλήνια·
εν ειρήνη.
.
ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΕΖΑ (2001)
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Δυο ελάχιστοι χώροι, σχεδόν κελιά, ήταν όλο κι όλο το σπίτι. Διάδρομο δεν είχε: ή εξώπορτα άνοιγε κατευθείαν στο μοναδικό δωμάτιο, όπου δεξιά, σου, μια άλλη μικρότερη οδηγούσε στην κουζίνα. ’Αντικριστά της εισόδου, κατά
μήκος του τοίχου, υπήρχε ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι και, αριστερά, εάν παλιό, μικρό ανάκλιντρο. Την όλη επίπλωση συμπλήρωνε μια αρχαία καρέκλα, βοηθώντας, μαζί με τ’ άλλα δυο έπιπλα που ανάφερα, στο να γεμίζει ό περισσότερος χώρος του δωματίου. Πάνω από το ανάκλιντρο, ένα μικρό, τετράγωνο άνοιγμα στον τοίχο, χρησίμευε για παράθυρο. Από κει εισχωρούσε ένα σκοτεινό φως τα καλοκαίρια κι ακόμα σκοτεινότερο το χειμώνα, γιατί ήταν βορινό και δεν το ’βρίσκε ήλιος. Μόνο τ’ απογεύματα, απ’ την εξώθυρα, που την αφήναν ανοιχτή στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, έμπαινε λίγο φως ήλιου, φτάνοντας ως τη μέση, επειδή το σπίτι ήταν χαμηλό, και για λίγην ώρα, το σιδερένιο κρεβάτι. Τον περισσότερο χρόνο όμως η πόρτα έμενε κλειστή κι έτσι το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο απ’ το μελαχρινό φως που εισέδυε απ’ το βορινό παράθυρο.
Στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος, κατάκοιτος, ένας άνθρωπος περίπου πενήντα χρονών, μάλλον ψηλός, αποστεωμένος τελείως, γεμάτος πληγές. ’Έμενε μονίμους σχεδόν ανάσκελα, με τα χέρια και τα πόδια τεντωμένα πάνω στα σεντόνια, μακριά, κοκαλιάρικα, δίχως σάρκα. Το δέρμα είχε κολλήσει πάνω στα οστά, που ξεχώριζαν καθαρά, και οι πλευρές μετριούνταν όπως στα σφαγμένα ζώα. Όλο το σώμα του πρόβαλλε κατάσπαρτο από τρύπες, το πρόσωπο, ο λαιμός, το στήθος, τα χέρια, μέχρι κάτω στα δάχτυλα των ποδιών, απ’ όπου, κάθε λίγο, έβγαινε πύο και αίμα και κυλούσε πάνω σε απλωμένα, πάνω από τα λερωμένα, άπλυτα από καιρό σεντόνια, χαρτιά κι εφημερίδες.
Ο άνθρωπος ήταν αναγκασμένος να μένει συνεχώς σχεδόν ακίνητος, γιατί και η παραμικρότερη κίνηση προκαλούσε τρομερούς πόνους στις πληγές. Κάθε μέρα, έστρεφε για λίγα λεπτά μόνο στο ένα πλευρό για να ξεμουδιάσει και μετά γυρνούσε πάλι στην ίδια θέση. Ωστόσο, παρ’ όλη τη συνεχή αυτή ακινησία, δεν κατόρθωνε ν’ απαλλαγεί απ’ τους πόνους. Έπασχε από μιάν άγνωστη αρρώστια, που τον βρήκε πολλά χρόνια πριν, όταν ακόμα ήταν παιδί. Εκεί που δεν είχε τίποτα, άρχισε ξαφνικά ν’ αδυνατίζει χωρίς λόγο, ενώ συγχρόνως φάνηκαν κάτι σπυριά στην αρχή που, με τον καιρό, μεγάλωσαν κι έγιναν πληγές που δεν έκλειναν. Έκτοτε δοκίμασε όλα τα γνωστά φάρμακα δίχως αποτέλεσμα και οι γιατροί, που επανειλημμένα τον εξέτασαν, στάθηκε αδύνατο να διαγνώσουν από τι έπασχε.
Ο άνθρωπος στην αρχή έλπιζε, ήταν και η ηλικία που μπορεί να ελπίζει κανείς, σιγά σιγά όμως άρχισε να το καταλαβαίνει, να συνηθίζει στην ιδέα της αρρώστιας, στο τέλος το πήρε απόφαση πως δεν επρόκειτο να γιατρευτεί. Σ’
αυτό το κρεβάτι έμενε ξαπλωμένος από τότε, σαράντα χρόνια, στην ίδια τον περισσότερό καιρό στάση, βλέποντας το ταβάνι. Κάθε τόσο τιναζόταν από φρικτούς πόνους ουρλιάζοντας και νέο αίμα έτρεχε τότε απ’ τις πληγές. Οι γείτονες είχαν συνηθίσει πιά τις φωνές, δεν διαμαρτύρονταν κι όταν ακόμα ξύπναγαν τρομαγμένοι τη νύχτα: είχαν μπει, κατά κάποιον τρόπο, στη ζωή τους οι φωνές αυτές. Ωστόσο, είχε στιγμές που ηρεμούσε μίση, μία, ακόμα και δύο ώρες, και τότε ήταν σχεδόν ευτυχισμένος, αγαπούσε τα πάντα εκείνη την ούρα: το λερωμένο κρεβάτι, τα παλιά έπιπλα, τη σκόνη, και προπαντός το λίγο, το μετρημένο φως του ήλιου, που έμπαινε απ’ την ανοιχτή πόρτα τα καλοκαίρια. Δεν τον άγγιζε το φως, δεν έφτανε. Κρεμούσε όμως το ένα χέρι κάτω, από τη μια πλευρά του κρεβατιού, και το έψαυε. Είχε μια περίεργη αίσθηση για το φως, αίσθηση που ασφαλώς στερούνται οι υγιείς: όταν άγγιζε τον ήλιο αισθανόταν ν’ αγγίζει κάτι ζωντανό, το ’πιάνε και το χάιδευε όπως χαϊδεύουμε αγαπημένο ζώο.
Τον άρρωστο τον υπηρετούσε μια γριά, ψηλή, ξερακιανή, με πρόσωπο τετράγωνο και σκληρά χαρακτηριστικά. Ήταν η μητέρα του. Η ομιλία της βαριά, σχεδόν αντρική, σταθερή, δίχως το παραμικρό σπάσιμο στη φωνή. Το
πρόσωπό της γεμάτο βαθιά αυλάκια, που κατέβαιναν κάθετα από τα ρουφηγμένα μήλα στο τετράγωνο πηγούνι, είχε κάτι σκληρό κι αποφασιστικό στην έκφραση. Μιλούσε σπάνια, μόνο για τ’ απαραίτητα, παραστέκοντας τον κατάκοιτο ανόρεχτα, με κινήσεις μηχανικές. Κινούνταν με δυσκολία στον λίγο χώρο ανάμεσα στο κρεβάτι, την καρέκλα και το ανάκλιντρο (που το χρησιμοποιούσε για ύπνο το βράδυ), φρόντιζε τον άρρωστο, καθάριζε τις πληγές, άλλαζε τις λερωμένες εφημερίδες με νέες, του έδινε το φαΐ μέσα στο στόμα, τον βοηθούσε να εκτελεί επί τόπου τις φυσικές του ανάγκες. Αυτό γινόταν όλη την ημέρα από τότε που εκείνος αρρώστησε: μαγείρευε το πρωί στην κουζίνα κι ύστερα, ως το βράδυ, και τις περισσότερες ώρες τη νύχτα,
ως τα χαράματα, ξαγρυπνούσε κοντά του. Ποτέ δεν επαναστατούσε μ’ αυτή την κατάσταση πιά: όπως και ο γιός της, το είχε πάρει κι αυτή απόφαση. Αυτό είναι, σκεφτόταν συχνά, και πρέπει να το κάνεις. Ο Θεός σ ’ έκανε για
ν’ αλλάζεις πληγές. Της ήταν αδιάφορο εντελώς ότι ζούσε, φρόντιζε τον κατάκοιτο μηχανικά, σαν κάτι που πρέπει να γίνει, που δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Αισθήματα δεν είχανε μείνει σ’ αυτή την ύπαρξη, μιλούσε με μετρημένες, άχρωμες, κοφτές κουβέντες, δίχως την παραμικρή σύσπαση στο πρόσωπο, σαν η φωνή να μην έβγαινε απ’ το στόμα αλλ’ από βαθιά, μεσ’ απ’ τα σπλάχνα.
Ο άνθρωπος, στην κατάσταση που βρισκόταν, δεν μπορούσε ποτέ σχεδόν να σκεφτεί, δεν του έμενε καιρός να συνειδητοποιήσει τη μοίρα του: ζούσε όπως ένα τραυματισμένο μυρμήγκι που το πάτησαν αλλά δεν το σκότωσαν η όπως τα άρρωστα, γέρικα άλογα, που πρέπει ακόμα να δουλεύουν. Ωστόσο, σ’ εκείνες τις σπάνιες στιγμές που ηρεμούσε, έφτανε στο σημείο ν’ αποδέχεται, μ’ ευγνωμοσύνη σχεδόν, πως η ζωή ωραία είναι.
ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ
Ήταν πρωί όταν κατέβηκε τη σκάλα του ξενοδοχείου και πήρε πάλι τους δρόμους. Το σπίτι το θυμόταν, βέβαια όχι μ’ όλες του τις λεπτομέρειες, αλλά μπορούμε να πούμε πως συγκροτούσε ακόμα στη μνήμη του τα κύρια χαρακτηριστικά του. Ήταν μία μεγάλη, διώροφη μονοκατοικία παλιού ρυθμού, με μεγάλα παράθυρα στον ήλιο, κήπο με οπωροφόρα, σε κάποια ήσυχη γειτονιά, μακριά απ’ το πολυθόρυβο κέντρο της πόλης. Θυμότανε το δρόμο και τον αριθμό του σπιτιού, κι ακόμα, όλους τους κοντινούς μ’ αυτόν δρόμους, αλλά απ’ τον πολύ καιρό που είχε να περάσει απ’ τα μέρη εκείνα, αμφέβαλλε αν θα το ’βρίσκε τελικά, γι’ αυτό και πήρε για κάθε ενδεχόμενο, κι αυτή τη φορά, κι έναν οδηγό πόλεως.
Συντελούσε η θαυμάσια, καλοκαιρινή μέρα, ο αέρας που ανέβαινε απ’ τη θάλασσα κι εισχωρούσε δροσερός στα πνεμόνια, και δεν το κατάλαβε πως είχε γίνει κιόλας μεσημέρι όταν έφτασε σε μια μικρή πλατεία και γύρευε να ’βρει την πινακίδα με τ’ όνομά της παίρνοντας με τη σειρά τα σπίτια; Δεν ήξερε. Γευμάτισε πρόχειρα σ’ ένα λαϊκό μαγειρείο, στο πόδι σχεδόν, για να συνεχίσει την αναζήτηση, φοβούμενος μην τον πάρει η νύχτα και δεν προλάβει.
Η πλατεία όπου είχε φτάσει ήταν τόπος αφετηρίας πολλών δρόμων, ο ένας απ’ τους οποίους διακλαδιζόταν σ’ άλλους μικρότερους όπου, σ’ έναν απ’ αυτούς, έπρεπε να υπήρχε το σπίτι. Μόλις έστριψε στη γωνία, αμέσως πέρασε σαν σε οθόνη κινηματογράφου, αστραπιαία, από τη μνήμη του, όλη η γειτονιά, ο δρόμος όπου βρισκόταν το κτίριο, τα γειτονικά οικήματα, μερικά μαγαζιά, ένας γέρος που σε μιαν άκρη επαιτούσε, παίζοντας μ’ εν’ αρχαίο ακορντεόν τραγούδια της εποχής. Χαμογελούσε καθώς βάδιζε: ήταν φανερό πως αυτή τη φορά είχε πετύχει: το σπίτι, το δίχως άλλο, θα ’ταν εκεί. Έβαλε τον οδηγό στην τσέπη του αφού δεν του χρειαζόταν πιά και περπατούσε, έτρεχε σχεδόν, σκοντάφτοντας κάθε τόσο πάνω στους έκπληκτους διαβάτες, που γυρνούσαν και τον κοίταζαν άλλοι απορώντας κι άλλοι βρίζοντας χαμηλόφωνα, μέσα στα δόντια τους.
Είχε αρκετή ακόμα απόσταση να διανύσει αλλά, καθώς επαλήθευαν μια μια οι παλιές αναμνήσεις όσο προχωρούσε, δεν σκεφτόταν τίποτ’ άλλο από το σπίτι: ούτε την κούραση που αισθανόταν στα πόδια ύστερα από τόσων ωρών συνεχές βάδισμα, ούτε τον ήλο που άρχιζε να χαμηλώνει, να κρύβεται πίσω απ’ τις οικοδομές, αφού δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος να μην προλάβει να φτάσει πριν πέσει η νύχτα: ήταν ζήτημα δέκα λεπτών δρόμου ακόμα.
Βρισκόταν τώρα σε μια μεγάλη πάροδο απ’ όπου, προχωρώντας και περνώντας άλλες τρεις παρόμοιες, θα συναντούσε μια άλλη στενότερη, όπου, μπαίνοντας, θ’ αντίκριζε να φράζει την πάροδο η σιδερένια πόρτα του κήπου του παλιού δίπατου σπιτιού. Προχώρησε, πράγματι, τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πέρασε τις τρεις παρόδους και πλησίαζε στη γωνιά της τέταρτης. Εκεί, έπρεπε να ήταν ένα περίπτερο και, πλάι, ο γέρος με το ακορντεόν, που τώρα δεν θα ζούσε βέβαια. Πραγματικά, ήταν εκεί το περίπτερο και, στην άλλη γωνιά, κάτι γνώριμα μαγαζιά. ’Έσπευσε ακόμα λίγο λαχανιασμένος, πήρε τη στροφή. Μπροστά του απλωνόταν ένας ολόισιος, ασφαλτοστρωμένος δρόμος, που χανόταν στο βάθος του ορίζοντα δίχως τίποτα να τον φράζει.
Εκείνη τη στιγμή κάτι τον τσίμπησε, κανένας κοριός μάλλον η καμιά ψείρα, και ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια του και ψαχουλεύοντας στο σκοτάδι γύρισε κάποιον διακόπτη. Ένα ποντίκι, αιφνιδιασμένο απ’ το έξαφνο φως, άφησε στη μέση κάτι που ροκάνιζε κάτω από ένα τραπεζάκι στο κέντρο του δωματίου, έκανε ένα γύρο ταχύτατα στις γωνιές σαστισμένο, για να πάει να χωθεί μετά στην τρύπα του, κάτω από τα σαρακοφαγωμένα σανίδια του πατώματος. Ο άνθρωπός μας, έτριψε τα μάτια του για λίγο, με άτρεμο, σταθερό χέρι, γύρισε το διακόπτη κι έπεσε να συνεχίσει τον ύπνο του.
Έμενε, χρόνια τώρα, σ’ αυτό το ελεεινό ξενοδοχείο, μαζί με πόρνες, λαθρέμπορους και σκοτεινούς ανθρώπους του υπόκοσμου. Το σπίτι του το είχε χάσει πολλά χρόνια πριν, όταν ακόμα, ήταν έφηβος. Βολεύτηκε, από τότε, σ’ αυτό το παλιοξενοδοχείο, που, σιγά σιγά σχεδόν τ’ αγάπησε, το ’κάνε δεύτερο σπίτι του. ’Αγάπησε τις ετοιμόρροπες, ξύλινες σκάλες, που έτριζαν, τα λερωμένα σεντόνια όπου πλάγιαζε, τα δυο τρία άθλια έπιπλα, σκεπασμένα από παχύ στρώμα σκόνης και λέρας χειμώνα—καλοκαίρι, το σαρακοφαγωμένο δάπεδο όπου περιδιάβαζαν τη νύχτα, ανενόχλητα, τα τρωκτικά, αγάπησε τους μεσονύχτιους καβγάδες και τις φωνές των κοινών γυναικών, που έμεναν στα πλαϊνά δωμάτια και μάλωναν, ενίοτε, με τους δύστροπους και απαιτητικούς πελάτες, έγινε φίλος, γρήγορα, μ’ όλο τον υπόκοσμο που έμενε εκεί.
Ωστόσο, δεν έπαψε ποτέ να νοσταλγεί το παλιό, δίπατο σπίτι του, με τον κήπο του και τα πολλά του τα δέντρα. ’Αναρίθμητες φορές το γύρεψε, έκανε μέρες ολόκληρες περπατώντας, πόσα χιλιόμετρα δεν διάνυσε, αφήνοντας κατά μέρος όλες του τις δουλειές, για να το εντοπίσει. Φτάνοντας, τέλος, στη διαπίστωση, πως άμα χάσει κανείς μια φορά το σπίτι του δεν μπορεί πιά να το βρει, είχε περιοριστεί από καιρό τώρα να το αναζητεί, σπανίως βέβαια κι αυτό, στον ύπνο του.
|