ΔΟΥΚΑ ΜΑΡΩ


ΔΟΥΚΑ ΜΑΡΩ

Από το 1966 ζει στην Αθήνα. Έχει τελειώσει το Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Το 2014 εκλέχτηκε δημοτική σύμβουλος Αθηναίων με τον συνδυασμό της «Ανοιχτής Πόλης» και υποψήφιο δήμαρχο τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΜΑΡΩ
Επίθετο:  ΔΟΥΚΑ
Εργογραφία: 

Μυθιστορήματα

 

Η αρχαία σκουριά, πρώτη έκδοση, Κέδρος 1979 ( 28η ανατύπωση 2005), έκδοση αναθεωρημένη, Εκδόσεις Πατάκη 2008

Βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» του Δήμου Ηρακλείου, 1982

στα αγγλικά: Maro Douka, Fool's gold, Kedros, Modern Greek writers, μτφρ. Roderick Beaton, 1991

στα γαλλικά: Maro Douka, L'or des fous, Institut Français d' Athênes - Actes Sud, μτφρ. Paule Rossetto, 1993

στα ιταλικά: Maro Duka, L’oro dei folli, Argo Editrice, μτφρ. Massimo Cazzullo, 2010

στα σερβικά: Maro Duka, Lazno zlato, Oktoih, Podgorica/ Makarije, Novi Sad, μτφρ. Simonida Argyrakou, 2012

      

Η πλωτή πόλη, πρώτη έκδοση, Κέδρος 1983 (14η ανατύπωση 2001), έκδοση αναθεωρημένη, Εκδόσεις Πατάκη 2007, ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ, Το Βήμα 2011

Β΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, 1984 (δεν το αποδέχτηκε)

στα γερμανικά: Maro Douka, Die schwimmende stadt, Insel Verlag, μτφρ. Norbert Hauser, 1991

 

Οι λεύκες ασάλευτες, πρώτη έκδοση, Κέδρος 1987 ( 5η ανατύπωση 1997), έκδοση αναθεωρημένη, Εκδόσεις Πατάκη 2008

 

Εις τον πάτο της εικόνας, πρώτη έκδοση, Κέδρος 1990 (5η ανατύπωση 1995), έκδοση αναθεωρημένη, Εκδόσεις Πατάκη 2006

στα γαλλικά: Maro Douka, Le miroir aux images, Editions Hatier, μτφρ. Jasmine Pipart, 1993

 

Ένας σκούφος από πορφύρα, πρώτη έκδοση, Κέδρος 1995 (25η ανατύπωση 2001), νέα έκδοση, Εκδόσεις Πατάκη 2007

στα ιταλικά: Maro Duka, Un berretto di porpora, Crocetti Editore, μτφρ. Massimo Cazzulo, 1999

στα αγγλικά: Maro Douka, Come Forth, King , Kedros, Modern Greek writers, μτφρ. David Connolly, 2003

 

Ουράνια μηχανική, πρώτη έκδοση, Κέδρος 1999 ( 9η ανατύπωση 2002), νέα έκδοση, Εκδόσεις Πατάκη 2009

στα ιταλικά: Maro Duka, Meccanica celeste, Crocetti Editore, μτφρ. Maurizio De Rosa, 2001

 

Αθώοι και Φταίχτες, πρώτη έκδοση, Κέδρος, 2004 (24η ανατύπωση 2007), έκδοση συμπληρωμένη, Εκδόσεις Πατάκη, 2010

Βραβείο αφηγηματικού πεζού λόγου του Ιδρύματος Ουράνη, 2005

Βραβείο πεζογραφίας του Διεθνούς Λογοτεχνικού Συνεδρίου των Θ' «Καβαφείων», 2005

Βραβείο Balkanika, 2006

στα σερβικά: Maro Duka, Nevini i Krivci, Narodna Knjiga Alfa, Biblioteka Balkanika, μτφρ. Gaga Rosić, 2006

στα τουρκικά: Maro Duka, Masumlar ve Suçlular, Doğan Kitap, μτφρ. Ferah Kunelaki, 2007

 

Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, Εκδόσεις Πατάκη 2010

 

Έλα να πούμε ψέματα, Εκδόσεις Πατάκη 2014

Βραβείο Νίκου Θέμελη – Δήμος Άνδρου, περιοδικό Ο αναγνώστης, 2015

 

Διηγήματα

 

Η πηγάδα, πρώτη έκδοση, Κέδρος, 1974 ( 5η αναττύπωση), β΄ έκδοση αναθεωρημένη, Κέδρος, 1997 (εξαντλημένη), έκδοση συμπληρωμένη, Εκδόσεις Πατάκη 2009

Πού ’ναι τα φτερά; πρώτη έκδοση, Κέδρος, 1975, έκδοση αναθεωρημένη, Κέδρος, 1982  (3η ανατύπωση), β΄ έκδοση αναθεωρημένη, μαζί με την Πηγάδα, Κέδρος, 1997 (εξαντλημένη), νέα έκδοση, Εκδόσεις Πατάκη 2009

Καρέ Φιξ,  πρώτη έκδοση, Κέδρος, 1976 {τίτλος: Καρρέ Φιξ}  ( 5η ανατύπωση), έκδοση αναθεωρημένη, Κέδρος, 1990, β΄ έκδοση αναθεωρημένη, Εκδόσεις Πατάκη 2007

Γιατί εμένα η ψυχή μου, Εκδόσεις Πατάκη 2012

 

Άλλα πεζογραφήματα

 

Ο πεζογράφος και το πιθάρι του, Εκδόσεις Καστανιώτη, Σειρά: «Σκέψη, Χρόνος και Δημιουργοί» 1992, β΄ έκδοση, Εκδόσεις Πατάκη 2013

Τα μαύρα λουστρίνια, Εκδόσεις Πατάκη, Σειρά: «Η κουζίνα του συγγραφέα» 2005

 
Θέατρο

 

«Σας αρέσει ο Μπραμς;» στο Κατζουράκης Κυριάκος, Ο δρόμος προς τη Δύση. Η περιπέτεια της μετανάστευσης με ζωγραφική, κείμενα και ντοκουμέντα, Μεταίχμιο 2001. Παραστάσεις: Κάτια Γέρου, «Ο Δρόμος προς τη Δύση», 2001-02,

Λουκία Μιχαλοπούλου, «Μπλε μελαγχολία» 2007

 
Ανθολογίες

 

Μεταξύ λόγου και πάθους. Η Μάρω Δούκα ανθολογεί Γεώργιο Βιζυηνό, Εκδόσεις Μπάστας-Πλέσσας, Σειρά: «Η μικρή κιβωτός» 1995

Η Μάρω Δούκα διαβάζει Γεώργιο Μ. Βιζυηνό, Ελληνικά Γράμματα, Σειρά: «Νεοέλληνες Κλασικοί / Οδηγίες Χρήσης» 2005


Διεύθυνση: 

Θεμιστοκλέους 49,
154 51 Ν. Ψυχικό


Έτος γέννησης:  1947
Τόπος γέννησης:  Χανιά
Τίτλος αποσπάσματος:  Ουράνια μηχανική
Κείμενο αποσπάσματος: 

Βλάστηση, ελληνική βλάστηση, και μυρωδιές και γλίτσα.
Μην ανοίξεις τα μάτια σου, το τρένο τρέχει μ' εσένα
κι η Γη με το τρένο κι οι πλανήτες ανήμποροι στο χάος.

ΜΙΑ ΜΥΓΑ ΠΕΤΑΕΙ ΚΑΙ ΓΥΡΟΦΕΡΝΕΙ ένα καρπουζόφλουδο στη δεξιά λωρίδα της Εθνικής. Κάθεται στο καρπουζόφλουδο, πετάει για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου κι ύστερα ξανακάθεται. Τι θα κάνει η μύγα, θα πετάει ή θα κάθεται, όταν το διωκτικό θα περνάει επάνω απ' το καρπουζόφλουδο; Θα την κάνει δηλαδή πίτα τη μύγα ή όχι; ’κουγαν οι μπάτσοι τραγούδια στο ραδιόφωνο. Με κλειστά μάτια ο Ιάκωβος έβλεπε τη μύγα που πετούσε, κάθιζε στο καρπουζόφλουδο, ρουφούσε το ζουμί της και ξαναπετούσε. Το διωκτικό πλησίαζε. Ο Patrick Doyle στη διαπασών μέσα του για να σκεπάζει τα σκατοτράγουδα. Και ο Καρλίτο Μπριγκάντε: κάποιος με τραβάει στο χώμα! Τσάρλι, φίλε μου, την πάτησες, ένα βήμα πριν απ' το σάλτο σου στις Μπαχάμες. Και η Γκέιλ, ο ξανθός κόμματος, απαρηγόρητη. Κάμανε κι οι μύγες κώλο, είπε ο ένας μπάτσος. Υπομονή, είπε ο άλλος μπάτσος. Εδώ σε θέλω, να υπολογίσεις επακριβώς τι γίνεται, μονολογούσε μέσα του ο Ιάκωβος. Θα την κάνει πίτα τη μύγα το αυτοκίνητο ή όχι; Υπάρχει άλλη εκδοχή; Όπου να 'ναι φτάνουμε, γύρισε και του είπε ο μπάτσος που τα 'χε με τον προϊστάμενο. Αλλά δεν ήτανε πια ο Ιάκωβος που έτρεχε. Τετάρτη μεσημέρι, από Αθήνα. Καρφί για τον Αλμυρό, κι από 'κεί πιο ψηλά στ' Αϊδίνι. Κι έκανε, λέει, την τύχη του, που γλίτωσε απ' το Σ.Κ.Α. Κορυδαλλού. Μόνο χάρη στο μέσον και στον μεγαλοδικηγόρο που χρύσωσε ο πατέρας του. Αν ήταν άλλος, θα τον άφηναν υπόδικο, ένας Θεός ξέρει για πόσους μήνες, μπορεί και χρόνια. Αλλά έβαλε τα δυνατά του ο Νέστωρ, έκανε ό,τι μπορούσε και τον δικάσανε μάνι-μάνι και με πολλά ελαφρυντικά. Τι καταλαβαίνεις, εσύ; Κατουρημένες ποδιές φιλήσαμε για να σε δικάσουν ως ανήλικο, στ' όριο ήσουν. Ξέρεις τι θα γινόταν αλλιώς; Και τώρα διακοπές στ' Αϊδίνι, τι είναι πέντε χρόνια, θα μπορούσαν να σου ρίξουν και δέκα, έπειτα απ' τα τόσα κατορθώματά σου, του 'χε πει η Αντιγόνη, σενιαρισμένη, κούκλα. Πώς αδυνάτισες έτσι; τη ρώτησε, στυλάκι έγινες, το ξέρεις;
Σε όλη τη διαδρομή άκουγε τα καλύτερα λόγια για τον διευθυντή. Κάθε Κυριακή, θα σας βάνει σ' ένα εκδρομικό και θα σας πηγαίνει στη θάλασσα να κολυμπήσετε, χρυσός άνθρωπος. Κοιτούσε έξω απ' το παράθυρο. Για λίγο αποξεχνιόταν, βούλιαζε σ' ένα χλιαρό κενό, στη θολούρα του. Έπειτα ξανάρχιζε να δουλεύει το μυαλό του. Να μη σταματά. Απ' την αρχή είχε αποφασίσει ν' αρνηθεί ότι έκανε τη μεγάλη ληστεία. Ακόμη και να τον σούβλιζαν, δεν θα μιλούσε. Ας υπήρχανε μάρτυρες. Ποιοι μάρτυρες; έτσι του το 'λεγαν για να του σπάσουνε το ηθικό. Σαρδόνια χαμόγελα, τσιγαράκι, πειράγματα. Να τους λέει για τον Πίπη, για τον Αρίστο, για την κουφάλα τη Βίκη, για τη Μάντω, για τον Τέλη, αυτοί να μην του δίνουνε σημασία. Να τους δείχνει τη μύτη του, να τους περιγράφει τα βασανιστήρια που του κάνανε. Χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι, αν ο ζαβός κλαψουρίζει. Ο ανακριτής τον κοιτούσε ανέκφραστος. Τον έλεγε παιδί μου και τον έφτυνε. Και μη νομίζεις, παιδί μου, ότι θα γλυτώσεις, εγώ δεν λαδώνομαι! Κοντά έξι μήνες θαμμένος. Τον είχανε θάψει και τον ξεθάψανε τα καθάρματα κι από πάνω κανείς δεν τον πίστευε. Τον είχαν αδειάσει έξω από μια Τράπεζα και τον περίμεναν οι πουλημένοι για να τον συλλάβουν. Ούτε η θεια του, ούτε ο δικηγόρος, ο σκατάς, τον πίστεψαν. Αυτά που λες, νεαρέ μου, ούτε στις πιο τολμηρές αμερικάνικες ταινίες δεν συμβαίνουνε, φαντασία έχεις, μυαλό δεν έχεις. Είχε τολμήσει ο σκατάς να του μιλήσει και για μυαλό! Χειρότερος κι απ' το γουρούνι τον δικηγόρο στην Υπόθεση Καρλίτο, τον πρεζάκια, τον σγουρομάλλη, τον προδότη, τον Εβραίο. Εξηγούσε στην Αντιγόνη πώς έγινε. Επιστρέφοντας απ' την κηδεία της γιαγιάς τού την είχανε στημένη τρία καθάρματα. Ήθελαν, λέει, να τον ρίξουνε σε πορνείο. Παρ' όλα τα ηλεκτροσόκ και τα διάφορα, αυτός αντιστάθηκε. Αποφάσισαν τότε να σκηνοθετήσουνε τη ληστεία για να τον ξεφορτωθούνε. Μη σ' ακούω, του 'λεγε η Αντιγόνη, θλίβομαι που σ' ακούω! Δεν με πιστεύεις; αστυνομικοί μου την είχανε στήσει, σ' το ορκίζομαι! Τι να ορκιστεί όμως, τα παραμύθια τέλειωσαν. Πες πως πήγες φαντάρος κι επειδή ήσουνα στραβάδι σε κράτησαν πέντε χρονάκια για να σε στρώσουνε, πες αυτό, και κοίταξε να σοβαρευτείς. Στη φάκα, αλλά τα λεφτά του τα 'σωσε, κανείς δεν θα μπορέσει να τα πειράξει. Και σ' αυτό τον προστατεύει ο καπιταλισμός. Με το χρήμα του δανείζει το κράτος.
Έβλεπε τον κάμπο και σκεφτόταν. Εδώ θα μπορούσε να στήσει κάνας ξύπνιος μεγάλη αγελαδοτροφική μονάδα να τα κονομήσει. Πλησίαζαν. Διάσπαρτα σπιτάκια, σαν βιλίτσες, με κήπους. Έβλεπε ρούχα απλωμένα, παιδιά που κάνανε ποδήλατο. Στο βάθος είδε το κτήριο και κατάλαβε. Ως εδώ ήταν, είπε μέσα του, τέλειωσαν τα βάσανα. Τώρα θα την αράξει και θα ονειρεύεται. Σκέφτηκε τα παιδιά στο Σ.Κ.Α.. Με κανένα δεν είχε γνωριστεί καλύτερα, δεν είχε δεθεί. Διότι ήξερε ότι ήταν προσωρινός. Εδώ όμως θα πιάσει φιλίες. Θα προσπαθήσει να σταθεί στα πόδια του. Πάρκαραν κάτω απ' τα δέντρα. Εμφανίστηκε ένας με σορτσάκι, με την κοιλιά έξω. Πού τον ξέρω; πού τον ξέρω; αναρωτήθηκε ο Ιάκωβος. Ο Κοιλιάς τον κοίταξε, χωρίς να του δώσει σημασία, χαιρέτησε τους μπάτσους, τους προσκάλεσε για πορτοκαλάδα. Τον άφησαν στο αυτοκίνητο με χειροπέδες. Παύλο, ρε Παύλο, π' ανάθεμά σε, κουνήσου, βρε. Φάνηκε ένας νεαρός χοντρουλός. Φέρε δυο πορτοκαλάδες, είπε ο Κοιλιάς. Μάλιστα, έκανε ο νεαρός. Μπήκανε σ' ένα σπιτάκι. Έβλεπε στο βάθος κάτι φιγούρες. Σε κάνα τέταρτο είδε να βγαίνει απ' το σπιτάκι μια αναμαλλιάρα. Τον πλησίαζε σαν να τον γνώριζε από καιρό κι ερχότανε να του πει γεια. Τον κοίταγε καλά-καλά, είχε τρέλα στο βλέμμα της. Τον εξέταζε προτού να του ανακοινώσει ότι είναι η Μαρία Αντουανέτα! Από πού είσαι, παιδί μου; καλωσόρισες. Από Καλαμπάκα. Από Καλαμπάκα; έκανε έκπληκτη. Κώστα, Κώστα, άρχισε να φωνάζει, το παιδί είναι από Καλαμπάκα. Δεν είναι στα καλά της, σκέφτηκε ο Ιάκωβος. Φάνηκε ο Κοιλιάς στην πόρτα. Τι τρέχει; τη ρώτησε διαολισμένος. Ο νεοφερμένος μας είναι από Καλαμπάκα. Ο Κοιλιάς κοίταξε προς τον Ιάκωβο, το βλέμμα του έσταζε χολή. Ύστερα γύρισε και την κατσάδιασε: Αντωνία, μπες μέσα. Τι Αντωνία, τι Αντουανέτα, σκέφτηκε ο Ιάκωβος. Δεν είχε όρεξη για αστεία, αλλά τον είχε πιάσει νευρικό γέλιο. Σύνελθε, μαλάκα.


Διακρίσεις: 

Βραβείο Νίκου Καζαντζάκη (1982) για το μυθιστόρημα Η αρχαία σκουριά.
Β΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1984) για το βιβλίο της Η πλωτή πόλη (δεν το αποδέχτηκε).
Το βιβλίο Αθώοι και φταίχτες πήρε το βραβείο αφηγηματικού πεζού λόγου του Ιδρύματος Ουράνη (2005), βραβείο πεζογραφίας του Διεθνούς Λογοτεχνικού Συνεδρίου των Θ' «Καβαφείων» (2005) και το βραβείο Balkanika, 2006
Το βιβλίο Έλα να πούμε ψέματα, πήρε το βραβείο Νίκου Θέμελη – Δήμος Άνδρου, περιοδικό Ο αναγνώστης 2015