Από το διήγημα «Στο φως» [Περιττή ομορφιά]
Ἔγειρα τότε στὸ χῶμα. Μὲ ἀνοιχτὰ τὰ πόδια, ἀνοιχτὰ τὰ χέρια, ἀνοιχτὰ τὰ δάχτυλα, στὸ χῶμα, σὰν πάνω σὲ σταυρό. Ἀνέπνεα. Κι εἶδα τὸ κορμί μου στὸ φῶς. Καὶ δὲν ἦταν μόνο ἕνα κομμάτι πλευρό, ἕνα κομμάτι, ἀγαπημένε μου, ἔστω ἀπὸ τὸ πλευρό σου.
Στὸ φῶς εἶδα τὸ κορμί μου· κι ἦταν καλό.
Δέντρο μὲ κουφάλες γεμάτες μέλι καὶ γάλα καὶ καρποὺς μεστωμένους. Μὲ κρυψῶνες γιὰ πληγωμένες σαῦρες, καὶ τόσα, τόσα τερετίσματα. Μὲ ρίζες βαθιὲς ποὺ πλέκονταν στέρια. Μὲ γερὰ κλαδιὰ καὶ ἁπαλὰ φύλλα, ὁλάνοιχτες παλάμες, νὰ γέρνει ἐπάνω τους τὸ στερέωμα.
Νὰ γέρνει ἐπάνω τους τὸ στερέωμα.
Ἀνέπνεα. Μέσα στὴν κοιλιά μου πλάθονταν οἱ νέοι ὠκεανοὶ καὶ μὲ κατέκλυζαν, στὰ
πέλματά μου στεκόταν τὸ σύμπαν, χωροῦσα τὰ μουρμουρητὰ καὶ τὶς ἐκρήξεις του, τὰ νανούριζα. Κι ὅταν ξεσποῦσαν οἱ πόνοι τῆς γέννας μου καὶ μὲ σάρωναν, βράχοι ποὺ ξεκολλοῦσαν καὶ γκρεμίζονταν, μιὰ τρομερὴ κραυγὴ ἀπὸ στόματα ἄγνωστα σ’ ὅλα τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη: ἐγὼ ὁ σεισμός, ἐγὼ ἡ λάβα, ἐγὼ ἡ πράσινη χλόη.
Από το «Τι είναι κάμπος»
Τότε ήταν που πλησίασαν και τα παιδιά. «Τι κάνει;» τα άκουσα να ρωτάνε. Στην έξω πλευρά του φράχτη άντρες των στρατοπέδων ζύμωναν τσιμέντο, μάλλον για
επισκευές στη δεξαμενή του νερού· καταλάβαινα απ’ τα ρούχα πως ανάμεσά τους
ήταν Εγγλέζοι και Γερμανοί και δικοί μας. Κάποιος απ’ αυτούς κοίταξε προς το μέρος μας κι έτσι όπως ήταν, με το φτυάρι στα χέρια, το σήκωσε στον ώμο κι άρχισε να προχωρά προς τον φράχτη. Τον έβλεπα ήδη να φτάνει στη μικρή πύλη, να την ξεκλειδώνει, να τη σπρώχνει ώσπου ν’ ανοίξει διάπλατα, να περνά από μέσα, να φτάνει εκεί που ήμασταν σκυμμένοι, ο άντρας κι εγώ. Ένιωσα τότε τη σκιά του να πέφτει επάνω μας, ένιωσα τα χέρια του να σφίγγουν το φτυάρι, να σηκώνονται κι αμέσως να κατεβαίνουν με φόρα. Το φτυάρι πέρασε ξυστά από τα κεφάλια μας και μπήχτηκε στη γη, σ’ εκείνον τον μικρό λάκκο που είχαμε στο μεταξύ σχηματίσει, πετώντας έξω πολύ χώμα, μεγάλες φτυαριές από χώμα. Έπειτα κι οι υπόλοιποι άντρες πέρασαν μέσα απ’ τον φράχτη, όρμησαν μαζί και τα παιδιά, κι αρχίσαν όλοι να δουλεύουν δίπλα μας. Άλλοι σκάβαμε, άλλοι σηκώναμε τα σκυλιά προσεχτικά και τα βάζαμε απαλά, πλάι πλάι, μες στον λάκκο. Στο τέλος ρίξαμε πίσω όλο το χώμα, να προφυλαχθούν καλά τα πεθαμένα σκυλιά απ’ τα όρνια, ν’ αναπαυθούν παντοτινά μες στον κάμπο. Κανείς δεν μιλούσε, όμως ολωνών οι αναπνοές αντηχούσαν λες κι ήταν μία αναπνοή. Σαν να είχε έρθει πια ο καιρός αυτό να είναι ο κάμπος, αυτό κι ο κόσμος – πλάσματα μαζί, να υπερασπίζονται τ’ ανυπεράσπιστα.
Από το «Μη γράφετε Αρθούρος»
Και μεμιάς, σάμπως ένας αόρατος φράκτης θρυμματίστηκε κι ο ποταμός άρχισε πάλι να κυλά, να κυλά σφοδρός μανιασμένος, ρεύμα από αφρισμένο χρυσό που
ξεσήκωνε τις ρίζες των βάτων κι απελευθέρωνε κατακλυσμούς τυφώ νες κομήτες
αβύσσους βροντερά ρίγη, εκτόξευε σφαίρες από ζαφείρι και φώσφορο, πυρπολούσε φλογισμένες βροχές ριπές διαμαντένιου ανέμου αστραφτερό χαλαζοβρόχι και μέσα στη χλαλοή του ξεχύνονταν μωβ αρώματα κουδουνιστά λουλούδια ζώα γεμάτα μάτια γυναίκες-Κένταυροι μάγισσες νηρηίδες τυμπανιστές, ξεσπούσε μια κυκλωτική βουή από κοχύλια αφρούς αφηνιασμένους χορούς στη φωτιά, βρυχιόνταν αρχαίοι κρατήρες και ο πηλός που κρυβόταν στη σάρκα ολοένα και πύρωνε, καθώς τα δύο σώμα τα πλησίαζαν το ένα τ’ άλλο άγγιζαν το ένα τ’ άλλο αγκάλιαζαν το ένα τ’ άλλο, μέχρι που δονούνταν πια μαζί, συνάμα ρυθμικά και άρρυθμα, χάιδευαν έσφιγγαν τραβούσαν έδιωχναν έγδερναν δάγκωναν φιλούσαν ρουφούσαν έσταζαν έγλειφαν βύζαιναν βογκούσαν μούγκριζαν ψιθύριζαν ανάσαιναν πνίγονταν λύγιζαν και πάλι υψώνονταν, συνάμα παραδομένα και πανίσχυρα, σε μια βαρβαρική έκσταση αθωότητας, άγρια άλογα που ιππεύουν τους ουρανούς και τους αποκαλύπτεται απ’ την αρχή ο κόσμος, πολλαπλός πολύπλοκος ανυπόφορος όπως ο έρωτας, μέτρο τέλειο, πιο ψηλά απ’ όλες τις λύπες κι όλες τις χαρές κι όλες τις δόξες, κόσκινο ο χρόνος, εδώ-τώρα-χάμω, όχι αύριο, όχι-επί-τέλους, εδώ-τώρα-χάμω-όλα-ενώνονται, και τα δύο σώματα σε μια γλώσσα συνάμα κοινή και απόκρυφη σαν να ρωτούσαν κι απαντούσαν μαζί, πώς, λοιπόν, πώς να μην πεθάνουμε από ευτυχία;
|