ΔΑΡΑΚΗ ΖΕΦΗ


ΔΑΡΑΚΗ ΖΕΦΗ

Γραμματέας στην Οικιστική Σχολή Κ. Δοξιάδη. (1959 - 1964).
Βιβλιοθηκάριος στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων (1964-1967 και 1974-1984).

 

ΒΙΝΤΕΟ (Βιντεοσκόπηση Χρήστος Κούκης)

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΖΕΦΗ
Επίθετο:  ΔΑΡΑΚΗ
Εργογραφία: 

Επιλογή Βιβλιογραφίας
(Πλήρης βιβλιογραφία, βλέπε: "Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ - Η Β΄ Μεταπολεμική Γενιά", τόμος ΣΤ΄, εκδ. Π. Σοκόλη, ISBN 960-7210-88-3 set 960-8264-04-9, σελ. 192).
Τ. Σινόπουλος: "Ζέφης Δαράκη. Εσπερινοί Περίπατοι"• περ. Σημερινά Γράμματα, τεύχ. 7, Ιαν.-Απρ. 1955, σσ. 116-118. - Κ. Κουλουφάκος: "Ζ.Δ., Φύση"• περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχ. 33, Σεπτ. 1957, σ. 226. - Α. Καραντώνης: "Ζ.Δ., Εμπλοκή"• περ. Νέα Εστία, τεύχ. 1069, 15.1.1972, σ. 136, και "Ζ.Δ., Τα αόριστα γεγονότα"• περ. Νέα Εστία, τεύχ. 1313, 15.3.1982, σσ. 413-415. - Ν. Αναγνωστάκη: "Ζ.Δ., Ο κήπος με τα εγκαύματα"• Χρονικό '73, σ. 54, τώρα και Διαδρομή. Δοκίμια κριτικής (1960-1995), "Νεφέλη", 1995, σσ. 206-207. - Βασ. Στεριάδης: "Ζ.Δ., Έκλειψη. Το ημικύκλιο αίμα"• Χρονικό '74, σ. 59, και "Ζ.Δ., Ο αρχάγγελος καθρέφτης"• εφ. "Η Καθημερινή", 23.5.1976. - Τ. Λειβαδίτης: "Ζ.Δ., Ο αρχάγγελος καθρέφτης"• εφ. "Η Αυγή", 15.8.1976. - Θ.Δ. Φραγκόπουλος: "Η γυναικεία ποίηση στην Ελλάδα"• περ. Καινούργια Εποχή, Β΄ περίοδος, Φθινόπωρο 1976, σ. 47, "Ζ.Δ., Το μοναχικό φάντασμα της Λένας Όλεμ-Θάλεια"• περ. Διαβάζω, τεύχ. 93, 2 Μαΐου 1984, σσ. 48-50, "Ζ.Δ., Η θλίψη καίει τις σκιές μας"• εφ. "Η Καθημερινή", 25.3.1977. - Αλ. Τραϊανός: "Το απόν και παρόν πάθος"• περ. Καινούργια Εποχή, Β΄ περίοδος, Χειμώνας 1976, σσ. 155-158. - Κ.Γ. Παπαγεωργίου: "Ζ.Δ., Η θλίψη καίει τις σκιές μας"• περ. Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 75, Οκτ.-Δεκ. 1995, σσ. 38-39, "Ζ.Δ., Ωσάν λέξεις"• εφ. "Η Ελευθεροτυπία", 19.2.1999, "Ζ.Δ., Το σώμα δίχως αντικλείδι"• εφ. "Ελευθεροτυπία" ("Βιβλιοθήκη"), 7.12.2001, "Ζ.Δ., Ο απέναντι χρόνος"• εφ. "Ελευθεροτυπία" ("Βιβλιοθήκη"), Αύγ. 2006. - Α. Ζήρας: "Ζ.Δ., Ο αρχάγγελος καθρέφτης"• περ. Τραμ, τεύχ. 4, 1977, "Ζ.Δ., Ωσάν λέξεις"• περ. Διαβάζω, τεύχ. 398, Ιούλ.-Αύγ. 1999, σσ. 146-147. - Χρ. Λιοντάκης: "Ζ.Δ., Ο λύκος του μεσονυχτίου"• περ. Αντί, αρ. 105, Αύγ. 1978, σ. 49. - Γ. Μαρκόπουλος: "Ζ.Δ., Ο λύκος του μεσονυχτίου"• περ. Θούριος, αρ. 101, 10.5.1979, "Ζ.Δ., Η θλίψη καίει τις σκιές μας"• περ. Ποίηση, τεύχ. 7, ’νοιξη-Καλοκαίρι 1996, σσ. 265-269. - Αλέξ. Αργυρίου: "Οι νεοτερικοί ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς"• περ. Διαβάζω, τεύχ. 22, Ιούλ. 1979, σσ. 47-52. - Ν. Ησαΐα: "Ζ.Δ., Τα αόριστα γεγονότα"• περ. Διαβάζω, τεύχ. 42, Μάιος 1981, σσ. 55-56. - Ηλ. Κεφάλας: "Ζ.Δ., Τα αόριστα γεγονότα"• περ. Τομές, τεύχ. 76, Σεπτ. 1981, σ. 45, "Ζ.Δ., Το ιερό κενό"• περ. Διαβάζω, τεύχ. 213, 12 Απρ. 1989, σσ. 118-119. - Βαγγ. Κάσσος: "Ζ.Δ., Τα αόριστα γεγονότα"• περ. Τομές, τεύχ. 76, Σεπτ. 1981, σσ. 45-46. - Τ. Μενδράκος: "Ζ.Δ., Τα αόριστα γεγονότα"• περ. Επίκαιρα, τεύχ. 699, 24.12.1981. - Μ. Κέντρου-Αγαθοπούλου: "Ζ.Δ., Το μοναχικό φάντασμα της Λένας Όλεμ-Θάλεια"• εφ. "Η Καθημερινή", 2.9.1982. - Γ. Βέης: "Ζ.Δ., Το μοναχικό φάντασμα της Λένας Όλεμ-Θάλεια"• περ. Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 13, Ιαν. 1983, σ. 31, "Ζ.Δ., Ποίηση (1971-1992). Εκλογή"• περ. Νέα Εστία, τεύχ. 1717, Νοέμβρ. 1999, σσ. 575-577. - Αθ. Παπαδάκη: "Ζ.Δ., Η κρεμασμένη"• περ. Διαβάζω, τεύχ. 108, 19 Δεκ. 1984, σσ. 109-110, "Ζ.Δ., Κοιμήθηκα η αχάριστη"• εφ. "Η Αυγή", 20.12.1992. - Κ. Στεργιόπουλος: Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 19, Αθήνα 1984, σ. 417. - Δημ. Κονιδάρης: "Ζ.Δ., Η κρεμασμένη"• περ. Πόρφυρας, τεύχ. 33, Φεβρ. 1986, σ. 186. - Χρ. Ηλιόπουλος: "Ζ.Δ., Το ιερό κενό" και "Ζ.Δ., Κοιμήθηκα η αχάριστη"• περ. Μανδραγόρας, τεύχ. 5, Οκτ.-Δεκ. 1994, σσ. 116-117. - Μ.Γ. Μερακλής: Πρακτικά Δεκάτου Τρίτου Συμποσίου Ποίησης, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2-4 Ιουλίου 1993, "Αχαϊκές εκδόσεις", 1995, σσ. 223-225. - Δημ. Δασκαλόπουλος: "Ζ.Δ., Η θλίψη καίει τις σκιές μας"• εφ. "Τα Νέα", 23.4.1996, και Ανισόπεδες διαβάσεις, Πατάκης, 1999, σσ. 295-297. - Στυλ. Παντελιά: "Ζ.Δ., Η θλίψη καίει τις σκιές μας"• περ. Ελί-τροχος, τεύχ. 14, ’νοιξη 1998, σσ. 171-176, "Ο ’λλος ως "αόρατος παρών" στην ποίηση της Ζέφης Δαράκη"• περ. Πόρφυρας, τεύχ. 99, Απρ.-Ιούν. 2001, σσ. 129-132, "Ζ.Δ., Το σώμα δίχως αντικλείδι"• εφ. "Η Αυγή", 30.8.2001, και Η φοβερή ακροστασία της μνήμης• περ. Κ, τεύχ. 11. - Αλ. Σταμάτης: "Ζ.Δ., Ωσάν λέξεις"• περ. Διαβάζω, τεύχ. 394, Μάρτ. 1999, σ. 63, "Zefis Daraki. The body without a passkey"• περ. Ithaca, Νο 10, July-August 2001, σ. 42. - Βαγγ. Χατζηβασιλείου: "Ζ.Δ., Ωσάν λέξεις"• περ. Ποίηση, τεύχ. 13, ’νοιξη-Καλοκαίρι 1999, σσ. 260-262. - Ευγ. Αρανίτσης: "Ζ.Δ., Ποίηση (1971-1992). Εκλογή"• εφ. "Ελευθεροτυπία", 18.6.1999. - Ελ. Χουζούρη: "Ζ.Δ., Ποίηση (1971-1992). Εκλογή"• εφ. "Η Καθημερινή", 3.10.1999. - Νατ. Κεσμέτη: "Ζ.Δ., Το σώμα δίχως αντικλείδι"• περ. Ευθύνη, τεύχ. 352, Απρ. 2001. - Μ. Μαρκίδης: "Ζ.Δ., Το σώμα δίχως αντικλείδι"• περ. Ποίηση, τεύχ. 17, ’νοιξη-Καλοκαίρι 2001, σσ. 280-282. - Τ. Πορφύρης: "Ζ.Δ., Το σώμα δίχως αντικλείδι"• περ. Σημειώσεις, τεύχ. 55, Νοέμβρ. 2001. - Ελ. Αρσενίου: "Ζ.Δ., Το σώμα δίχως αντικλείδι"• περ. Πόρφυρας, τεύχ. 103, Απρ. 2002. - Απ. Αποστόλου: "Ζ.Δ., Τα ποιήματα 1984-2004"• περ. Ποίηση, τεύχ. 26 και Ο απέναντι χρόνος• περ. Ποίηση, τεύχ. 28, 2006. - Παρασχάς: "Ζ.Δ., Τα ποιήματα 1984-2004"• περ. Νέα Πορεία, τεύχ. 605-607, 2005.


Διεύθυνση: 

Ιοφώντος 29, 11634 Αθήνα


Έτος γέννησης:  1939
Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Κείμενο αποσπάσματος: 

... Γιατί τα χρώματα της ζωής φιμωμένοι καθρέφτες
Γιατί τα αισθήματα - τσακισμένα φρένα
Τρέχα τώρα να βρεις την ερμηνεία μιας θάλασσας
που έπαψε να υπάρχει
Τα κουφώματα των άλλοτε μορφών
Την ασύστολη αλήθεια της ζωής
... εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης
Γιατί το φως αιώνιο των λουλουδιών
Από κάτω, σαύρα καθηλωμένη η αγριότητα τόσης θλίψης
Το αειθαλές του θανάτου - αυτό που διακλαδώνεται
σε χώμα και κελαηδισμό
Γιατί το σώμα μου ανώνυμο
Και ρημαγμένοι όλοι οι σταθμοί των απαντήσεων
Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες ...
Στο κέντρο του ονείρου,
ως το βυθό σαλεύοντας η χλόη του άλλοτε
Κι ο χρόνος κάτοπτρο αναστραμμένο
Γιορτές ποτάμια εξαφανισμένα
με τον άγγελο βρώμικο και δύσπιστο
να εποπτεύει ένα κενό ...
Γιατί τα λόγια κατακίτρινα
καθώς το φως ανεμίζοντας ένα άδειο δωμάτιο και
λησμονώντας τις ρωτήσεις του σώματος
Τις απαντήσεις του μύθου

(Από τη συλλογή Ο απέναντι χρόνος, Νεφέλη 2006)


Σήμανε μεσημέρι

Σήμανε μεσημέρι το σπίτι καιγότανε
με ψηλά κίτρινα δέντρα
και θορύβους από πιάτα
’νοιξε και μυρίζανε τα πλακάκια σάπια λουλούδια
Στην κουζίνα χέρια -
άσπρα παμφάγα πουλιά
Και κρέατα κομμένα από βαθιές κραυγές ζώων
Εδώ υπάρχουν τρωκτικά το ξέρεις
φαντάσματα και τρέχουν τα νερά
Κι αυτή η παλιωμένη στέγη
σα μια γυναίκα που γερνάει στον ήλιο
δίχως ελπίδα
Μα τι ξαφνικές λάμψεις έρχονται απ'τα δέντρα
και τα μπλε φύλλα
Και τα λουλούδια να κολλάνε τρέμοντας φιλιά
στα κατακόκκινα τζάμια
Κι ας τρίζουνε κάτω τα παλιά φορτηγά
Έτσι κλεισμένη έχω να δω ανθρώπινη μορφή
από τότε που είπα
θα ζήσω μόνη
Ποιος θα σου πλένει ποιος θα σου μπαλώνει
Εγώ και τα πλαγιασμένα μου πιάτα
Δες τι ήρεμα που τρώνε τη ζωή

(Από τη συλλογή Ο άνεμος και τα ρολόγια, βλ.: Ποίηση 1971-1992, Εκλογή, Ελληνικά Γράμματα 1999)

Έπειτα χιόνισε

Έπειτα χιόνισε αποκλειστήκανε χωριά
ληστεύανε το χιόνι
τρώγαν τα ωδικά πουλιά
Ο άλλος δεν ήθελε να τους βάλει
μέσα στο σπίτι του σκονισμένα βάζα
σκονισμένα καθίσματα στημένα σαν δράκοι
στις γωνιές
Κι απ'έξω ας βράχνιαζε ο ουρανός
απ'το τραγούδι
μεθυσμένος ο αέρας δεν έπαιρνε ανάσα
το χιόνι έξω απ'τις σκηνές άρχισε να παγώνει
Στα σεντόνια της φυτρώνανε
γαλάζιες εξοχές
έπειτα πέθαιναν - πρόωρα παιδιά

Αλίμονο στους γέρους
Φορτώθηκαν κάτι παλιά ρολόγια
και τρέχανε στα παζάρια
με πρόσωπα μαύρα απ'το χρόνο
Κι ο χάροντας πηδούσε διψασμένος
από κλώνο σε κλώνο

(Από τη συλλογή Ο άνεμος και τα ρολόγια)

Παντοδύναμο σώμα

Παντοδύναμο σώμα σε ανέχομαι ακόμα
Αν και φοράω κάτι ρούχα μόλις καρφιτσωμένα
στη χάρη των ώμων και γλιστράω
ανάμεσα στο πλήθος και σε σένα
Διαφορετικά
να παίζω με τα τροχοφόρα
Βλαστημάνε και κάνουν κάτι τρελούς ελιγμούς
γύρω απ'το μέλλον μου
σα να θέλουνε να μ'αποφύγουν
Αλλά γιατί
χειρονομώ και κλαίω
Ή δεν χειρονομώ και ούτε κλαίω
όμως είναι σα να τους λέω
Μη με αφήνετε σε τόση μοναξιά η αυτοκτονία
είναι η πιο βαθιά επικοινωνία

(Από τη συλλογή Ο λύκος του μεσονυχτίου, βλ.: Ποίηση 1971-1992, Εκλογή, Ελληνικά Γράμματα 1999)

Παραμιλητό

Μάτια στραμμένα στο πείσμα των νερών σκοτάδι
των χεριών μην ξημερώνεις
Σκοτάδι της φωνής ζαρώνεις δεν ξεκολλάς
απ'το καλώδιο του τοίχου
βαθιά υγρασία που απλώνεσαι ως ψηλά
στη θλίψη της καρδιάς
Μα έχω χρόνια να τον δω μη μου μιλάτε
γι'άγνωστα μέρη των ματιών άγνωστα χείλη
Θαμπώνει στα ρούχα μου το φως
όπως τον ονειρεύομαι
κρατώντας σαν παλιό πλεχτό το χρόνο
Τι ρούχα σε χρώματα υπεροπτικά μα
έχω χρόνια να τον δω
Τα χέρια της τριβόντουσαν το ένα μέσα στ'άλλο
κατάξερα φύλλα

Μύριζε κιόλας φωτιά όταν
σαν ελάφι χύθηκε το φως στο βάθος τ'ουρανού
καρφώνοντας μ'ένα γρήγορο κύμα στους βράχους
το ύψος της μνήμης
Στα τζάμια κάπνιζε το δειλινό
μακρινή φυτεία που καιγόταν

(Από τη συλλογή Κρεμασμένη, βλ.: Ποίηση 1971-1992, Εκλογή,  Ελληνικά Γράμματα 1999)

Κρεμασμένη

Και ξαφνικά την είδε
εκείνος με το τρυφερό καστανόφυλλο βλέμμα
Μα σα να μην είδε τίποτε ακόμη στάθηκε
μήτε πλησίαζε μήτε έφευγε
παρά κοιτούσε που σιγά-σιγά
σα να σηκωνόταν κατάμαυρος
από τα μάτια του ο κόσμος

Φύλαγέ μας Θεέ μου τίποτα δεν είμαστε
Γιατί εκείνη κρεμότανε τώρα απ'το σκοινί
στο πίσω μέρος του σπιτιού
Εκεί που στενεύει γκρίζο το φως
και κανείς κρυώνει στην αυλή
μετά τη δύση του ήλιου - εκεί κρεμότανε
Και το κεφάλι της στο πλάι
Και τα μαλλιά της νωπά από τη νύχτα
να τα φυσάει το φεγγάρι
Τόσο διψούσαν ακόμη για ζωή

Μα γύρω από το σώμα της
περασμένα σφιχτά δαχτυλίδια θανάτου
Και το βλέμμα της ριγμένο στο χώμα
σα να τον αναζητούσε

Με μια στεγνή απελπισία αδειασμένο
πάνω στο θέαμα του κόσμου
Τα χείλη αμίλητα κι η ξεχασμένη λέξη της αγάπης να κατατρώει το σκοινί
Σαν πουλί που ξέκοψε από τ'άλλα

Φύλαγέ μας Θεέ μου τίποτα δεν είμαστε
Γιατί κάτω απ'το παράλυτο σύννεφο
κρεμότανε το ακίνητο χρώμα
σαν κάτι που άλλοτε ήταν το κορμί μιας νεκρής
μα τώρα μήτε αυτό πια
Και σ'ένα βαθύ χαντάκι άχρηστου κρύου
Και ο άνεμος το πηγαινόφερνε
μυρίζοντας ξερό βοτανισμένο χώμα
και σωρούς καμένα χόρτα

Αλλά ας πούμε πως την έλεγαν Ραχήλ
Πόσο θα ήθελε να ψιθυρίσει
Υπάρχουν λογής-λογής σκοτάδια της καρδιάς
Μα του θανάτου το σκοτάδι τίποτε δε μου επιτρέπει πια
Και η ζωή αυτό το σιγαλοπερπάτητο χλιαρό φως
Το άλλοτε τόσο τρυφερό για μένα νεκρώσιμο στεφάνι
στην ακαταστασία των ακόμη θερμών μου μαλλιών

Και μόνο η ξεχασμένη λέξη της αγάπης να κατατρώει το σκοινί
Σαν πουλί που ξέκοψε από τ'άλλα

(Από τη συλλογή Κρεμασμένη, βλ.: Ποίηση 1971-1992, Εκλογή, Ελληνικά Γράμματα 1999)

Μαύρη Βεντάλια του Χρόνου

Μα λες και ήταν πέρασμα δρόμου το δωμάτιο
η πόρτα ανοίγει και
μπαίνει μέσα εκείνη η γριά κοπέλα
με τις πυκνές ρυτίδες γύρω απ'τα μάτια σε κοιτάζει γελώντας
με μιαν ειρωνικότητα
που παρατείνεται για ώρα
Και όλο ψαχουλεύει το πρόσωπό της
και αγριεύεται γύρω σου ο αέρας
Της ψιθυρίζεις να φύγει μα δεν ακούει
μήτε κουνιέται παρά σιγά-σιγά
χάνονται οι ρυτίδες απ'το πρόσωπό της
Κι ομορφαίνει απέραντα σαν παιδούλα
χρυσάνθεμο που ανοίγει στο δωμάτιο
Κι ανθίζουνε οι τοίχοι
Κι αρχίζουνε τα έπιπλα να μετακινούνται
καθώς κατεβάζει και χαϊδεύει ντροπαλά τα ουράνια
επάνω στα φουστάνια της
Και μια δαιμονισμένη αθωότητα αχνίζει από τα μάτια της
Και πάλι αρχίζει να σουρώνει και ν'ασχημίζει
και απότομα επάνω σου κλείνει
Μαύρη βεντάλια το χρόνο

(Από τη συλλογή Το Ιερό Κενό, βλ.: Ποίηση 1971-1992, Εκλογή, Ελληνικά Γράμματα 1999)

Το αίμα που με ζάλιζε

Μπερδεμένα πουλιά και σκοτάδια
στον ύπνο μου δίχως όνειρα
χαμηλώνω
Ξεχνιέμαι ξεχνιέμαι
στο φωνήεν σου σώμα
ψηλό υπερώο
το αίμα που με ζάλιζε
παραμιλώντας τον πυρετό του
βουλιάζοντας το νησί στους σφυγμούς του
Πανύψηλα χόρτα και αρωματικά
τα φύκια του έρωτα οι αμμουδιές
του σώματος που έλαμπαν σκοτάδι
καταργούσαν τα σύνορα του ονείρου
που ακόμη
δεν σε είχα αγγίξει που μόλις
εκείνη τη στιγμή σε άγγιζα
Και το πλήθος των ερωτημάτων
που κατέρρεε
και ανοίγανε σφυρίζοντας οι πόρτες
όλων των μυστικών
και όλων των φόβων
Που ήσουν εσύ το μυστήριο και
Δεν ήσουν εσύ

(Από τη συλλογή Το σώμα δίχως αντικλείδι, Νεφέλη 2000)

α΄
Κάθε απάντηση είναι ένα ψέμα
μήπως εκεί βρω την αλήθεια
Αυτά που συννεφιάζουν το πορτραίτο
αβέβαιο φως οι ώμοι
ρημαγμένοι κι η γυναίκα
παρατημένη στη μέση του σώματος
να ξέρει να μη
ξέρει το μυστικό της
μαντεύοντας μόνο την απάντηση
και διασχίζοντας τον πίνακα
μ'ένα τόξο φως που καταστρέφει
το υπόλοιπο της μορφής της
κι αυτό που μένει
σαν κάποιο άλλο μυστικό
τον διατρέχει
Μήπως εκεί βρω την αλήθεια
Αδιόρθωτα έμειναν στη μέση
τα μεσάνυχτα ποιήματα
Εκεί που λείπω


β΄
Αυτό που σκοτεινιάζει
είναι ορατό
μόνο μεσ'στο σκοτάδι

γ΄
Ήμουν παιδί ζούσα τότε
σ'ένα παρόν αμίλητο με περιέλουζε
ο κόσμος ανθούσε
από τους τοίχους ένα φως κατέβαινε
πότε βροχούλα του χρόνου πότε χρυσόμυγα
Και το ότι ήμουνα παιδί με μεγάλωνε
με σταματούσε τ'όνειρο
σε δεντροστοιχίες ατέλειωτες συζητήσεις αμίλητες
δεν άκουγα λόγια
μονάχα έκανα το σταυρό μου
πάνω απ'τα νερά ονειρευόμουνα
την Παναγία καβάλα στο άλογο
να με κοιτάζει μεσ'απ'τα νερά


δ΄
Σε ονομάζω θα πει σε χάνω
Σε σωπαίνω λοιπόν μεσ'στα χρόνια
αμνηστεύοντας τα εγκλήματά μου
Σιωπή και σε σωπαίνω
σε μεγαλώνω μέσα μου σαν να'σουν θαύμα
Και ψηλαφίζοντας το ανείπωτο
σαν το χέρι ενός παιδιού κάτω απ'την άμμο
σιωπή και σε σιωπαίνω ...

(Από τη συλλογή Το ακίνητο εν οδύνη, Νεφέλη 2002)


Διακρίσεις: 

Βραβείο «Διδώ Σωτηρίου» της Εταιρείας Συγγραφέων (2014)

Βραβείο ποιήσεως του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών