Δανιήλ Ανθούλα


Δανιήλ Ανθούλα

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι παιδί της Αθήνας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
και είναι  διδάκτωρ Φιλολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Υπηρέτησε στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση, μετεκπαιδεύτηκε στη ΣΕΛΜΕ Αθήνας
και αποσπάστηκε στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο  για: τη συγγραφή και κρίση βιβλίων και για τη δημιουργία C.D. ROM, με θέμα Δώδεκα  Νεοέλληνες Λογοτέχνες  και το ντοκιμαντέρ για τον Στρατή Μυριβήλη.
Παρακολούθησε μαθήματα θεάτρου στο Κέντρο Έρευνας και Πρακτικών Εφαρμογών του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος «Δεσμοί» της Ασπασίας Παπαθανασίου, διηύθυνε στο Υπουργείο Παιδείας, το λογοτεχνικό περιοδικό ΑΕΡΟΣΤΑΤΟ, το οποίο απευθυνόταν στα Ελληνόπουλα όλου του κόσμου. Έχει πάρει μέρος σε πολλά Σεμινάρια, Συνέδρια, Ημερίδες, Αφιερώματα με θέμα τη Γλώσσα και τη Λογοτεχνία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Δημοσιεύει άρθρα, μελέτες και κριτικά κείμενα (βιβλίο, θέατρο, μουσική χορό) σε έντυπα, εφημερίδες και  ηλεκτρονικά περιοδικά.
Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της  Εταιρείας Συγγραφέων και της Διεθνούς Ένωσης Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου,  
Μουσικής και Χορού.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  Ανθούλα
Επίθετο:  Δανιήλ
Εργογραφία: 

Έχει γράψει βιβλία- μελέτες για τον Οδυσσέα Ελύτη Μια αντίστροφη πορεία, από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου στους Προσανατολισμούς


Διεύθυνση: 

Πρατίνου 85, 11634 Αθήνα
210-7223437 και 6947845487


Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Τίτλος αποσπάσματος:  Σελίδες από το έργο της
Κείμενο αποσπάσματος: 

Από το βιβλίο για το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Οδυσσέα Ελύτη (εκδ. Επικαιρότητα 1986)

«…Το αθέατο αποτελεί το ολοκλήρωμα του ορατού. Ο ποιητής αναλαμβάνει το έργο να μας δείξει το σώμα αυτού του «αθέατου», που ξεπερνάει τα προσιτά της συμβατικής πραγματικότητας και προσπελάζει τα απρόσιτα ανιχνεύοντας την υπερπραγματικότητα. Ακόμη, η απόλυτη αλήθεια μόνο νύξεις μας δίνει μέσα από τις λάμψεις και τις αστραπές που ο ποιητής μόνος μέρα και νύχτα παραφυλάει για να συλλάβει και για να κερδίσει τελικά το Κάτι, το Τίποτα και το Ασήμαντο, σαν αποσπάσματα της Τελειότητας που κάπου κείται συντελεσμένη. Κι έχει όλους τους τρόπους για να το επιτύχει· τους ήχους της βροχής, του αέρα, της μουσικής και μια υπερλειτουργική όραση για να συνθέσει τον καμβά των ημερών και των νυκτών του» (Από τα Εισαγωγικά).  

« Κι ο θάνατος ένας αρχάγγελος με ρομφαία. Όχι κακός, όχι άσχημος, τίποτα που να τον διαβάλλει, που να στερεί την αγγελοσύνη του. Άγγελος όμορφος, ωραίος, φωτεινός, κυρίαρχος. Αυτός που θα κάνει τη φύση να λειτουργήσει μεταγγίζοντάς της την κάθε ανθρώπινη ζωή. Τίποτ’  άλλο. Καμιά  κακία. Υπομονετικός πίσω από τη ράχη του ανθρώπου περιμένει ν’ αναλάβει το έργο του, να συμπληρώσει τα κενά της γης, να φέρει πίσω τα παιδιά της, να τα εντάξει στο αιώνιο για να συνεχίσουν τη ζωή πέρα από την αθέατη όψη του Απριλίου τους στον άγνωστο ζωδιακό, ακολουθώντας τη δική τρου Ερυθρά θάλασσα ερήμην τους “αλλού”» (Από τον Επίλογο).

                                 *

Από το βιβλίο Τα «Τρία Κρυφά Ποιήματα» του Γιώργου Σεφέρη (εκδ. Επικαιρότητα 1988)

«…Η αποκάλυψη δεν είναι τυχαίο γεγονός αλλά αποτέλεσμα αγωνιώδους έρευνας, αυτοπαρατήρησης και εξαντλητικής προσπάθειας μέσα από τις αλλαγές του κοσμικού γίγνεσθαι που αντανακλάται πάνω στον άνθρωπο-μέρος και μοίρα του σύμπαντος …  Η αλλαγή στο γίγνεσθαι έχει τον απόηχό της στην ποιητική μεταμόρφωση. Είναι μια μεταμόρφωση όχι μόνο λεκτική, δηλαδή δεν επιτελείται  μέσα από τα επανερχόμενα, εξωτερικά διάφορα, ποιητικά μοτίβα, αλλά από τα προσωπεία που χρησιμοποιεί ο ποιητής… Η εντάφια προσωπίδα δεν είναι παρούσα στα Τρία Κρυφά Ποιήματα, έχει όμως αφήσει υποκατάστατά της, το άσπρο χαρτί, το χωματένιο σταμνί, τα στεγνά κοχύλια, ένα υπόλειμμα, μια σχεδία» (από τον Πρόλογο).   

 «… Κι έτσι φτάνουμε στο ρόδο. Το ρόδο-ζωή και το ρόδο –θάνατο. Το ρόδο –πάθος και το ρόδο-έρωτα. Το ρόδο γνώση αφανή και φανερή. Το ρόδο,  το μεγάλο τριαντάφυλλο που είναι πλάι σου δικό σου και άγνωστο. .. Είναι η ώρα της δίκαιης φωτιάς που θα κάψει το ρόδο και θα το εξακτινώσει από τον πυρήνα στην περιφέρεια, που θα  διαλύσει  το πρόσκαιρο σώμα σε τρίμματα στο σύμπαν. Τα τρίμματα αυτά  δεν είναι θάνατος· είναι μια νέα μορφή ζωής που δίνεται μέσω αυτής και για την οποία ο ποιητής προετοιμάζεται λογικά και συναισθηματικά. “Πεθαίνω” δεν σημαίνει πια  “ πεθαίνω” αλλά μεταμορφώνω το γεγονός του θανάτου,  λέει ο Mauriche Blanchot» (Από τον Επίλογο).

Από το Συνέδριο για τον Ελύτη στα Χανιά,  2-4 Σεπτεμβρίου 2016, Ο επί γης Παράδεισος στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη

«ΛΟΙΠΟΝ ΤΡΙΓΥΡΙΖΑ μέσα στη χώρα μου κι έβρισκα τόσο

  φυσική τη λιγοσύνη της, που ’λεγα πως, δε γίνεται, θα πρέπει

  να ’ναι  από σκοπού το ξύλινο τούτο τραπέζι με τις ντομάτες

  και τις ελιές μπρος στο παράθυρο. Για να μπορεί μια τέτοια

  αίσθηση βγαλμένη απ’ το τετράγωνο του σανιδιού με τα λίγα

  ζωηρά κόκκινα και τα πολλά μαύρα να βγαίνει κατευθείαν

  στην αγιογραφία. Και αυτή, αποδίδοντάς της τα ίσα, να προεχτεί-

  νεται μ’ ένα μακάριο φως πάνω απ’ τη θάλασσα εωσότου από-

  καλυφθεί της λιγοσύνης το πραγματικό μεγαλείο.

[Οδυσσέας Ελύτης, «Μυρίσαι το άριστον»,  III, Ο μικρός ναυτίλος]

Το τετράγωνο παράθυρο, κάθετο στο χώρο, το τετράγωνο τραπέζι (κύβος) οριζόντιο και κάθετο στο παράθυρο, πάνω του τα στρογγυλά (ντομάτες και ελιές). Όλα τα σχήματα και τα χρώματα, δηλαδή οι  πράξεις και τα αισθήματα, συμμετέχουν, και όλα είναι “από σκοπού”.

Το τετράγωνο με τις τέσσερεις ορθές γωνίες είναι η γη-παράδεισος και η αναλογία του ο ηθικός μέσα μας κόσμος η Αρετή, με τις τέσσερις ορθές γωνίες. Τέσσερις είναι οι γωνιακές πέτρες των ελληνικών σπιτιών  εξωκλησιών, περιστεριώνων,  τις οποίες στη συνέχεια ο ποιητής αναβαθμίζει στη Λογική, την Ορθότητα, στη Συμμετρία, στην Αρμονία. Τέσσερις είναι οι λέξεις από τις οποίες δανείζεται το «Ελ» του ονόματός του: Ελ/λάδα, Ελ/ευθερία, Ελ/ένη, Ελ/πίδα. Τέσσερα τα στοιχεία μιας  ξεχωριστής προσωπικότητας: Αντρειά, Δικαιοσύνη, Ευθύνη και Σοφία  με σαφή αναφορά στα μόρια της «Αρετής» του πλατωνικού Πρωταγόρα».

 

Από το δοκίμιο «Είκοσι χρόνια από την εκδημία του Οδυσσέα Ελύτη» (ηλ. περ. Παραθέματα Λόγου)

«Τοπίο πλάι στη θάλασσα με άνεμο που λυσσομανά, σηκώνει τους αφρούς από τα νερά ψηλά, και η «αφρόσκονη» απλώνεται σε όλο το μήκος της παραλίας σαν μια άλλη διάσταση του φωτός. Σε λίγο θα το αποκαλέσει “αφάνες φως” που “χρησμολογούσε” και “σισύριζε”. Σ’ αυτή την αναστατωμένη φύση, με αρχιερέα τον άνεμο, τελείται ένα μυστήριο. Στο τελετουργικό συμμετέχουν τα  λουλουδάκια και τα εντομάκια της πλαγιάς σαν χερουβικά. Αέρας, μυρωδιές, φως, νερά,  ήχοι, όλα σε γόνιμη ανταπόκριση. Κι εδώ βρίσκει την εφαρμογή του ο στίχος του Baudelaire “les parfums les couleurs et les sons se respondent”. Η φύση όλη περιμένει, με μοναδικό θεατή και μύστη τον ποιητή».

Από το δοκίμιο «Από το δνοφερόν στο αείφωτο» (ηλ. περ. Παραθέματα Λόγου)

Στην Παλαιά Διαθήκη παραδίδεται πως η Εύα γεννήθηκε από το πλευρό του Αδάμ. Ο Ελύτης ακολουθεί, τη «σπουδή» του,  μια αντίστροφη πορεία ή, με δική του ορολογία, πορεύεται «βουστροφηδόν». Ξεκινάει  από το πλευρό της Εύας, κάνοντας τον περίπλου του  σώματός της, σαν καραβοκύρης, «από την υψηλή μασχάλη έως τα πέλματα», κι  αυτός ο περίπλους «γύρω από ένα σώμα λείο νέο γυμνό» τον φέρνει  στην αρχή του άλλου σώματος, στο πλευρό του Αδάμ. Η καμπύλη του ενός σώματος γίνεται καμπύλη του  άλλου, όπως στους πίνακες του Πικασό.  Κι αυτός, ο Αδάμ, πρέπει να αποκαλύψει το μυστικό που είναι κρυμμένο βαθιά, πίσω από τα φύλλα του «τριαντάφυλλου». Φύλλο το φύλλο θα εισχωρήσει, θα οσφρανθεί τα αρώματα και θα βρει την «παρθένα» πηγή, μέσα από μια αίσθηση ιερότητας, στην οποία παραπέμπει η πράξη που γεννά και αναγεννά τη ζωή. «Έτσι συμβαίνει να κάνω έρωτα και να γίνομαι θρησκευόμενος από τους λίγους», λέει, χωρίς να μας ξαφνιάζει.

Από την κριτική του βιβλίου του  E.M. Forster Ένα δωμάτιο με θέα (ηλ. περ. Διάστιχο)

«ο Φόρστερ θα πλάσει  μια ηρωίδα που θα της δώσει την ευκαιρία να ζήσει, και να ζήσει ευτυχισμένη, αφού πρώτα μπερδευτεί, σοκαριστεί, παλέψει μέσα της, μέχρι να σιγουρευτεί. Διότι ο συγγραφέας έχει συλλάβει το μήνυμα των καιρών και την ανάγκη των στοχαστικών προσαρμογών, όπως πολύ καλά παρατηρεί και ο Κ.Π. Καβάφης στο ποίημα «Στα 200 π.Χ.». Ο Καβάφης είχε ζήσει στην Αγγλία και την υπόλοιπη ζωή του στην αγγλοκρατούμενη Αλεξάνδρεια και αλληλογραφούσε με τον Φόρστερ από το 1917-1932, ο οποίος πάλι ταξίδευε ως τα πέρατα, της αγγλικής αυτοκρατορίας, παρατηρώντας και καταγράφοντας τις κοσμογονικές αλλαγές που συγκλόνισαν την αυτοκρατορία.

Στο Δωμάτιο με θέα, ο έρωτας, που ενσκήπτει σαν θύελλα, είναι ο καταλύτης – μια λεπτομέρεια μέσα στη μεγάλη κοινωνία, όπως και το παράθυρο είναι μια λεπτομέρεια στο δωμάτιο, σημαντική όμως γιατί ανοίγει πάνω από τον Άρνο που ρέει σαν τον χρόνο-ποταμό και παρασύρει ιδέες, προκαταλήψεις και συμπεριφορές και όλα τα αλλάζει»

Από το διήγημα «Στη Σκόπελο όπως τα πεύκα…» (ηλ.περ. Διάστιχο)

«Η Μαρία με πήρε με το αυτοκίνητό της και με ξενάγησε στις παραλίες. Δεν είχα ετοιμαστεί για παραλίες. Έτσι σήκωσα τα μπατζάκια, έβγαλα τα παπούτσια και περπάτησα για να συνάξει η πατούσα μου σοφία στην άμμο∙ κάτι ξέρει ο Ποιητής και Άξιον Εστί το έργο του. Κάηκα, όμως, και μπήκα στα νερά και, πλατσουρίζοντας, εγώ διά θαλάσσης και η Μαρία διά άμμου, φτάσαμε στο μνήμα του Στάφυλου, του γιου του Διόνυσου και πρώτου οικιστή του νησιού. Σκαρφάλωσα και είδα από ψηλά την άλλη παραλία γεμάτη με κοπέλες με μαγιό και με ομπρέλες, αλλά και η αποδώ ήταν ωραία, αλλιώς ωραία, και ακόμη πιο ωραία για δύο λόγους. Ο ένας ήταν ένα τεράστιο πεύκο που από χρόνια αποκόπηκε από τις ρίζες του και ξάπλωσε σαν εκείνον τον Κούρο Απόλλωνα στη Νάξο ή σαν μυθικής εποχής, τεραστίων διαστάσεων θηρίο, που είχε ξεβραστεί στην ακτή ή είχε βγει σαν αρχαιολογικό εύρημα μέσα από τα σπλάχνα της γης και έλεγε ιδού εγώ λοιπόν. Μου θύμισε εκείνο το κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη που το λέει «Ιερό δέντρο». Το άγγιξα, το χάιδεψα και ήταν λείο και ασημί από την αλισάχνη. Ήταν σαν σώμα που του ’φυγε η ψυχή, αλλά και που κάπου εκεί γύρω πετούσε … Το άλλο που πολύ με συγκίνησε ήταν τρεις Ιταλοί. Όρθιοι. Ο ένας στην ηλικία μου, ή πιο κάτω, με το ένα χέρι στον βράχο, μιλούσε στους άλλους δύο για ελληνική φιλοσοφία, στα Ιταλικά, από τα οποία άγρευσα σαν από σπασμένη αρχαία επιγραφή μερικές λέξεις, ελληνικές, και ονόματα, και κατάλαβα πως ο Ιταλός δεν ήταν εκεί με το μαγιό του για να λουστεί και να μεθύσει στα πεντακάθαρα νερά του Στάφυλου, αλλά για να λουστεί και να μεθύσει από το φως το ελληνικό, τον μύθο και τη φιλοσοφία που ένα τέτοιο τοπίο μπορούσε να εμπνεύσει και να κάνει τον ποιητή και τον φιλόσοφο να συλλάβει τις Μεγάλες Ουσίες, όπως λέει και ο Σολωμός.

Από το διήγημα «Η παραλία μου» (ηλ. περ. Διάστιχο)

Προχθές καθόμουν, ως συνήθως, κάτω από την ομπρέλα μου. Κοιτάζω δεξιά και βλέπω… Θεέ μου, τι άλλο, εκτός από τον όφι τον πονηρό, έβαλες στον παράδεισο που μας παραχώρησες! Εκεί στα «σγουρά» και παγωμένα νερά, σαν από το πουθενά, σαν από θαύμα, εμφανίστηκε μια ανθοδέσμη από παιδιά. Περισσότερα από δέκα. Δωδεκάχρονα, σχεδόν ή περίπου. Με χρωματιστά σορτσάκια, κουρεμένα κεφαλάκια, ακούρευτα όνειρα, αγρατσούνιστα γόνατα, αλλιώς μορτάκια. Και κορίτσια. Με λιγνά, φωνήεντα κορμάκια και αλογοουρίτσες, ποικιλόχρωμα μπικινάκια, φουσκωτές πλαστικές ρόδες, χρωματιστές σαγιονάρες, καπελάκια. Μερικά παιδιά φορούν τις σαγιονάρες στα χέρια σαν αρχαίοι αθλητές που κρατούν αλτήρες, έτοιμοι για το άλμα. Κολυμπούν επιδέξια και δεν φοβούνται ούτε κρυώνουν στα παγωμένα. Άλλα αφημένα στο πάει του ποταμού παρασύρονται στα «σγουρά». Άλλα πετούν τις παντόφλες μακριά, άλλα τρέχουν να τις πιάσουν, άλλα κάνουν βουτιές. Στα αγγίγματα του νερού, στα πιτσιλίσματα και στα παιχνίδια με τα «σγουρά», αφήνουν διαπεραστικές, λεπτές, χαρούμενες φωνές, σε ρε ματζόρε, και νιώθω σιγουριά πως

είναι η τρελή ροδιά που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει.

Τα ονόματά τους κελαηδισμός. Η Δανάη και η Άννα, να, μπρούμυτα, η κάθε μια στη ροζ και κίτρινη ρόδα της, κάνουν κουπιά τα χέρια τους και πάνε. Από πέρα μια φωνή: «Δανάη, δώσε μου τη ρόδα!». «Όχι!» απαντά η Δανάη, αλλά τη δίνει. Κι όταν ύστερα από λίγο περνάει δίπλα μου, στρέφει στον ήλιο ένα πανέμορφο πρόσωπο με δυο μαγνητικά, διαμαντένια μάτια, ενώ τα μακριά βρεγμένα μαλλιά της χύνονται στην πλάτη και στους στρογγυλούς της ώμους σαν χρυσή βροχή. Τώρα θυμήθηκα πως εκτός από τον Πάρι, ήταν και ο Δίας ικανότατος εκτιμητής της γυναικείας καλλονής!

Από μακριά ο Γιάννης, ο Αντρέας, ο Κωνσταντίνος. Ονόματα που ηχούν με τα «νι» κουδουνιστά και τα «ντ» καμπανιστά. Σε λίγο, όλα τα παιδιά μαζί σκαρφαλώνουν τον βράχο, απλώνονται κατά μήκος, σαν νότες σε πεντάγραμμο. Εξερευνούν το στεριανό τοπίο, μετά μαζεύονται, σαν μπουκέτο, σε κύκλο. Θα χορέψουν Διθύραμβο; Όχι, συνεδριάζουν και στη συνέχεια αποφασίζουν να επιστρέψουν στο νερό. Μου έφερε δάκρυα η ομορφιά. Διαβάζω έναν νέο ποιητή: «Ο έρωτας […] που επιστρέφει»[9]. Κι έπειτα, τα δελφινάκια μαζεύουν τα σύνεργά τους. Προηγούνται τα αγόρια. Παίρνουν τα ποδήλατά τους και ξεκινούν σαν λιλιπούτειες φιγούρες Προηγούνται τα αγόρια. Παίρνουν τα ποδήλατά τους και ξεκινούν σαν λιλιπούτειες φιγούρες σε πίνακα … το ένα πίσω από το άλλο, διασχίζουν το ποτάμι –πάνω νερά– άλλη τυλιγμένη στην πετσέτα της, μικρή Αφροδίτη που κρατάει σφιχτά το ιμάτιο μην της πέσει, άλλη κρατάει τη ρόδα της, άλλη μια τσάντα, και όλες με τα πολύχρωμα καπελάκια τους, μικρές γόησσες νεραϊδούλες, μισοντυμένες-μισογδυμένες, στα χρώματα της ίριδας όλες, παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα,

φεύγουν…

Ο θίασος των μουσικών φωνών απομακρύνθηκε. Η «παραλία μου» άδειασε και ευθύς ξαναπήρε τις αληθινές της διαστάσεις με ό,τι διαθέτει πιο πρόχειρο, ως συνήθως. Ένας ψαράς, μέσα στο κόκκινο βαρκάκι του, εξακολουθεί να γεμίζει το δίχτυ του με μικρά ψαράκια για το τηγάνι. Μια μαμά με το παιδάκι της, μια κοπέλα, δυο κοπέλες, δύο τρεις άντρες κι η θάλασσα απέραντη μπροστά μου κυματίζει. Κι εγώ πολιορκημένη από τα μπλε του ουρανού και της θάλασσας διερωτώμαι, Θεέ μου, ήσουν στ’ αλήθεια εκεί κρυμμένος ή το φαντάστηκα;


E-mail:  anthdaniil@yahoo.gr