Αλληλεγγύη
Πάνω στην Άσφαλτο τα χέρια μου θ’ ανθίσουν
θα βλαστήσουν ρίζες στη σάρκα τους
μίσχους και φύλλα ναζιάρικα
και άνθη τρυφερά στα πεζοδρόμια
θα ξαπλώσουν πράσινα χαλιά στους δρόμους
Χλόη θ’ αγγίξει τους τοίχους των σπιτιών
και περικοκλάδες θα σκαρφαλώσουν στα μπαλκόνια
Πάνω στην πόλη τα χέρια μου θα καρπίσουν
θα καλέσουν τα περιστέρια και τα σπουργίτια
και θα γεννήσουν σπόρους όσους τ’ αστέρια τ’ ουρανού
θ’ απλωθούν χάδι στους ανθρώπους
και θα μοιράσουν στα παιδιά ζεστές ακτίνες
μπράτσα ανοιχτά μια αγκαλιά
και ήλιο στους δακρυσμένους Κήπους
Παράθυρα στην ανατολή τα χέρια μου
πανσέληνα μάτια που ομολογούν πίστη στο φως
νιότη με σημαίες ερώτων ξεδιπλωμένες στις λεωφόρους
κι όνειρα ασημιά στα βασιλεμένα μάτια
πηγή μ’ αστράγγιστο νερό
και μάνες με ψωμί, και κούπες ξέχειλες με γάλα
Καρδιά, ψυχή
και πρόσωπα μ’ ένα όνομα, τα χέρια μου: Αλληλεγγύη
Από την ποιητική συλλογή
«Για την Ιθάκη»
Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2015
*
Η άφιξη (Το χάραμα)
Μέσα στο μαύρο σκοτάδι γλίστρησα την κουρτίνα στον σιδηρόδρομο του φινιστρινιού. Και το στρογγυλό στόμα του μ’ ένα ευγενικότατο Ο μου αποκάλυψε φώτα απ’ την απέναντι στεριά, αραδιασμένα στη σειρά, κι ανάκατα σκορπισμένα πάνω στον μαύρο όγκο του βουνού, κοιμισμένα κι ανέμελα, να πλησιάζουν αργά, κυματάκι-κυματάκι καθώς η καρίνα του πλοίου μου έγλυφε τα ήρεμα νερά.
Χτυποκάρδι. Η απότομη στροφή στην κόχη του κόλπου, μου αποκάλυψε φώτα χίλια – να λαμπυρίζουν μέσα στης νύχτας την σιγαλιά, της Πόθιας της μεγάλης την πανέμορφη αγκαλιά, βυθισμένη μέσα στον αλλόκοσμο αυγουστιάτικο ύπνο της.
Μες το βαθύ το χάραμα, μες τον μπλαβί ουρανό θα δέσει το καράβι στο λιμάνι. Και θα ’ν’ οι δρόμοι αδειανοί, τα δέντρα δροσισμένα, και τα σπιτάκια χαμένα μέσα στα όνειρά τους. Φιδογυριστός ο δρόμος θα με σηκώσει απαλά απ’ το λιμάνι, και μες την νυχτερινή σιγή θα με ξεναγήσει για πολλοστή φορά στον μεγάλο του κήπο, με τα κυπαρίσσια, τις λεύκες, τους ευκαλύπτους, και τις ευγενικές βεραντούλες, τις κοιμισμένες αυλές, τους υάκινθους και τις βουκαμβίλιες.
Μαλακά θα διασχίσει όλες τις φιλόξενες γωνίτσες του νησιού, κι όταν θ’ αρχίσει να σκαρφαλώνει την πλαγιά, και θα νιώσω τους μυς μου να χαλαρώνουν επιτέλους έστω και για λίγο, θα πάρω μιαν ανάσα βαθιά, για ν’ αγκαλιάσω το σύμπαν. Πάνω ψηλά, και θα ’ναι τέσσερις τα χαράματα, ο θόλος τ’ ουρανού θα μ’ αγγίξει βαθύς-πλατύς, νανουρίζοντας εκατομμύρια αστέρια που θα με τυλίξουν, κι εγώ θ’ αναστηθώ απ’ την αθηναϊκή τέφρα μου. Θα τα φορέσω χιτώνα μου παίρνοντας μια βαθιάν ανάσα, και θα κοιτάξω την μαύρη ακατάστατη σκιά της δυτικής Καλύμνου και της Τελέντου έτσι όπως θα διαγράφεται στον ουρανό κόβοντάς τον επιλεκτικά, και θα ξαπλώνεται νωχελικά πάνω στους όρμους και τα ποταμάκια του πελάγου – πόσο γενναιόδωρο είναι στ’ αλήθεια το πέλαγο σαν πλησιάζει την ξηρά.
Αργά θα πάρω την κατηφόρα, και το αμάξι μου θα χαιρετά ένα-ένα τα δαμάκια1 της πλαγιάς κατηφορίζοντας την στενή άσφαλτο. Ξέρω, τώρα θα μ’ αγκαλιάσει η αύρα η πρωινή, ανάκατη με τις μυρωδιές τις θυμαρίσιες, και το δέρμα μου σιγά-σιγά θ’ αρχίσει να ξαναθυμάται… Τα παιχνίδια, τα νερά, τα ψάρια και τις χαρούμενες συντροφιές. Τις γοργόνες και τα πλεούμενα στις θάλασσες απλωμένα, και τα εκκλησάκια με τα γλυκά καμπαναριά.
Ένα αερικό θα αρπάξει το αυτοκίνητό μου μες το μαβί το χάραμα, για να φτάσω όσο γίνεται πιο γρήγορα στο σπίτι. Θα σκορπίσει νεραϊδόφυλλα στο κατώφλι της πόρτας, θα μου κλείσει το μάτι, και θα κυλήσει να βυθιστεί πάλι μέσα στους δεκάδες θησαυρούς που κοιμούνται στο νησί μέρες, μήνες, χρόνια κι αιώνες, χωρίς ποτέ κανείς να τους έχει ανακαλύψει.
Κι ύστερα… ν’ ανοίγεις το παράθυρο μ’ εκείνη την αδημονία! Ξάγρυπνη, με την βαλίτσα ακόμα ανοιχτή και τα ρούχα πεταμένα πάνω στο κρεβάτι, ν’ ανοίγεις τα ξύλινα παντζούρια για ν’ αντικρίσεις εκείνο το άνοιγμα στο φως…
Αποκαμωμένος να καθίσεις, κι όμως, να καθίσεις, στην καρέκλα στην βεράντα, και να περιμένεις να φέξει… Να ’ρθει ανοιχτό γαλάζιο στην αυλή, να σε καλωσορίσει το άγουρο πρωινό, να σε κοιτάξουν ευλαβικά αμίλητα τα δέντρα, τ’ αγουροξυπνημένα πουλιά που θα συγυρίζουν σαν τις καλές νοικοκυρές τις φωλιές τους, κι απέναντι, μπροστά σου, εκείνο το άνοιγμα του παραδείσου, με τις γαλανές πεταλούδες στον ορίζοντα… Το δροσερό αεράκι, το ρεύμα της ζωής, το πέλαγος με τα κύματά του, μια πνοή πλατιά κι απέραντη… Πουλιά, φτερούγες, απέραντη αλμύρα, λευκά πλεούμενα, ένα μωσαϊκό από διαμάντια που απλώνονται μακριά, μακριά, η θάλασσα που ενώνεται με τον ουρανό, το άνοιγμα που περίμενες όλο το χειμώνα μέσα στην σκοτεινή αχλύ της πόλης σου για να το ξαναζήσεις… Μπροστά σου, τώρα θα μιλήσει το σκαλιστό, καφεπράσινο βουνό της Τελέντου, και το πέλαγος παραδίπλα. Η νύχτα φεύγει με χλωμή ασημόσκονη στην βεράντα σου κι έναν ελαφρύ αποχαιρετισμό, και το λευκό, γαλάζιο άνοιγμα στο διάφανο πρωινό, αρθρώνει ‘καλημέρα’…
Ένας βράχος με αχαμνή πρασινάδα κυλά από την βεράντα σου ως την άκρη του νερού, και τα κυματάκια παίζουν το πιάνο τους πάνω του λίγο πιο κάτω, φλοισβίζοντας σαν τις σειρήνες. Αριστερά σου μια ευθεία οι καταπράσινες, μυρωδάτες Μυρτιές, και πίσω τους το βουνό που σε χωρίζει από την βαθύτερη και πλατύτερη ανάσα της θάλασσας, τον Πλατύ Γιαλό. Και δεξιά σου, δαντελένιοι όρμοι και η μικρή χερσόνησος του Καστελιού, να τραγουδούν.
Κι αν δεν αντέχεις άλλο και θέλεις να πας να κοιμηθείς πια, καθώς έχει ήδη ξημερώσει, προτού αρχίσουν να βροντούν τα τύμπανα τα λαμπερά του ήλιου, ξέρεις ότι θα σε περιμένει εκεί, μόλις ξυπνήσεις, με την εκτυφλωτική λαμπράδα της, αυτή η υπέροχη θάλασσα για να την πίνεις και να μην την χορταίνεις, να σε λούζει με χρυσά και γαλανά νομίσματα όλη μέρα, για να πας να παίξεις μαζί της, και μαζί με τα λευκά πανάκια που κυματίζουν περήφανα στον ορίζοντα…
Νότες, κιθάρες και βιολιά, και βότσαλα στις τριζάτες παραλίες…
Από το βιβλίο
«Της Κάλυμνος Κύματα και Παραμύθια»
Εκδόσεις Κοράλλι 2017
*
Eternal
«Έρχου,» φωνάζω
«Έρχου,» με προτεταμένα χέρια
κι εκείνη έρχεται ξανά
η αίσθηση, η καμωμένη από φως
το τόπι το φωτεινό που πάλλεται
η καρδιά του ήλιου πάνω απ’ τα νερά
πάνω από τον βυθό
πάνω απ’ τα δάκρυα
Έρχεται ξανά
με τα κλαριά της ματωμένα από το πάθος
από τα ρήματα που τρέχουν μέσα στις φλέβες της
Πάσχω
Πασχίζω
Παλεύω
Πονώ
Αγωνίζομαι μέχρι τελευταίας ρανίδας της οργισμένης βροχής
Γεννώ άχρονα βρέφη μετά τον κεραυνό
και γεννιέμαι μέσα στις βαθιές τις λίμνες των ματιών τους
Έρχου, ανθρώπινη ελπίδα
τα σπλάχνα μου κάτω στη γη κραυγάζουν πάντα.
Από την ποιητική συλλογή
«Κόκκινο στο χώμα»
Εκδόσεις Εύμαρος, 2024
|