ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ ΗΡΩ


20/03/21

Ο κα­πνός

 

Σκοι­νί σε­ντό­νι τυ­λιγ­μέ­νο στο λαι­μό του. Έ­να κου­βά­ρι υ­γρό που του πνί­γει  την α­νά­σα. Πα­λεύ­ει να ξε­φύγει. Έ­να σε­ντό­νι σύν­νε­φο τον παίρ­νει σε α­θέ­λη­τη α­νά­λη­ψη. Σκό­νη λευ­κή ψι­χαλί­ζει στα βλέ­φα­ρα. Μα­ντή­λι που α­νε­μί­ζει. Λευ­κό πα­νί τον τα­ξι­δεύ­ει, θη­λιά ολο­στρόγ­γυ­λη. Κου­λού­ρα μα­γι­κή φω­σφο­ρί­ζει α­πό πέ­ρα. Το σώ­μα της πε­λώ­ριο σωσί­βιο φου­σκω­τό, κολ­λά­ει πά­νω της, κρα­τιέ­ται, μι­κρός, ε­λά­χι­στος ελ­πί­ζο­ντας να ξυ­πνή­σει.

Πε­τά­γε­ται α­πό­το­μα απ’ το κρε­βά­τι. Τα μαλ­λιά του μού­σκε­μα στά­ζουν, τα μάτια του τσού­ζουν, α­λά­τι, φέρ­νει το χέ­ρι στο στό­μα, αγ­γί­ζει τα δό­ντια με τη γλώσ­σα. Μοιά­ζει σω­σμέ­νος. Μη­χα­νι­κά γυ­ρεύ­ει  τσι­γά­ρο, ό­πως άλ­λο­τε πι­πί­λα μυ­ρω­δά­τη. Την κου­λού­ρα σου, μην ξε­χά­σεις την κου­λού­ρα σου… τα νε­ρά ε­δώ εί­ναι βα­θιά… κρα­τή­σου. Πή­ρες το κου­λού­ρι σου για το σχο­λεί­ο; Αν μου ξα­να­φέ­ρεις κου­λού­ρι α­ντί δε­κά­ρι α­λί­μο­νό σου… Το δά­χτυ­λό της τε­ντω­μέ­νο ε­πι­ση­μαί­νει. Ση­μαί­νει. Τα πά­ντα και τί­πο­τα ε­ντέ­λει. Δεν εί­ναι α­κό­μα και­ρός για να βά­λεις κου­λού­ρα, αυ­τή έ­χει το σκο­πό της ε­σύ έ­χεις άλ­λον, ας πε­ρι­μέ­νουν οι έ­ρω­τες.

Τί­πο­τα που να έ­χει ση­μα­σί­α τώ­ρα πια. Τη βλέ­πει να πάλ­λε­ται α­νά­με­σα στους γκρί­ζους κα­πνούς του τσι­γά­ρου. Το βα­ρύ της σώ­μα κυ­μα­τί­ζει α­νά­λα­φρα κρα­δαί­νο­ντας ω­στό­σο α­κό­μα το δε­ξί χέ­ρι, σαν κί­νη­ση μοιά­ζει χο­ρευ­τι­κή, και για πρώ­τη φο­ρά κα­­τα­­λα­βαί­νει πως βρί­σκε­ται στην α­να­πά­ντε­χη δι­καιο­δο­σί­α του. Αν σβή­σει το τσι­γά­ρο θα γκρε­μι­στεί ο κα­πνός, δεν θα έ­χει που να στα­θεί η α­πει­λή και το λί­κνι­σμά της. Ξε­φυ­σά δυ­να­τά τον κα­πνό, ύ­στε­ρα περ­νά θριαμ­βευ­τικά τη γλώσ­σα  α­νά­με­σα στα χεί­λη, δια­κο­ρεύ­ο­ντας την γκρί­ζα μά­ζα, του χα­λά­ει το σχή­μα. Τώ­ρα δο­κι­μά­ζει πιο α­πα­λά α­νοί­γει το στό­μα κι α­πε­λευ­θε­ρώ­νει αργά μι­κρές μπου­κιές σύν­νε­φου τρυ­πώ­ντας τες ε­λα­φριά. Γκρί­ζα ο­λο­στρόγ­γυλα δα­χτυ­λί­δια στρο­­βι­λί­ζο­νται κι α­πομα­κρύ­νο­νται νω­χε­λι­κά. Ε­πι­τέ­λους τα κα­τά­φε­ρε! Χρό­νια το προ­σπα­θού­σε.

Ά­σε που μι­κρός ή­ταν βέ­βαιος ό­τι πιά­νο­νται και κυ­νη­γού­σε τις κου­λού­ρες του κα­πνού με τα χέ­ρια.

 

Από την συλλογή διηγημάτων Ελληνιστί: ο γρίφος, (εκδ. Γαβριηλίδης, 2013).

Δείτε επίσης


Η Έρση Σωτηροπούλου υποψήφια για το βραβείο Femina

Η 'Έρση Σωτηροπούλου υποψήφια για το βραβείο Femina

20/09/16
Tο μυθιστόρημα «Ce qui reste de la nuit», η γαλλική μετάφραση (από τον Gilles Decorvet και τις εκδ. Stock) του τελευταίου βιβλίου της 'Έρσης Σωτηροπούλου με τίτλο «Τι μένει από τη νύχτα», είναι
Τιµητική εκδήλωση για τον Νάσο ∆ετζώρτζη

Τιµητική εκδήλωση για τον Νάσο ∆ετζώρτζη

08/12/16
H Τράπεζα της Ελλάδος προσκαλεί σε τιµητική εκδήλωση για τον λογοτέχνη, µεταφραστή και επιµελητή Νάσο ∆ετζώρτζη µε οµιλητές τους κ.κ. Κική ∆ηµουλά, Αντιγόνη Βλαβιανού,