ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ ΚΩΣΤΑΣ


ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ ΚΩΣΤΑΣ

Ο Κώστας Αρκουδέας γεννήθηκε στην Αθήνα και πέρασε τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων στην Πολιάνα της αποσκιερής Μάνης, γενέτειρας των δικών του. Ακολουθώντας την καλλιτεχνική κλίση της οικογένειας άρχισε να γράφει σε νεαρή ηλικία, ενώ παράλληλα έκανε νησιώτικες και στεριανές δουλειές με σκοπό να συλλέξει εμπειρίες. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ένα παραμύθι και μια άτυπη τριλογία, στην οποία δίνει μια πολύπλευρη εικόνα για τους διαχρονικούς φραγμούς των συγγραφέων και των ελεύθερων ανθρώπων συλλήβδην.

Διατέλεσε επί μια τετραετία μέλος του ΔΣ της Εταιρείας Συγγραφέων.

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΚΩΣΤΑΣ
Επίθετο:  ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ
Εργογραφία: 
  • Άσ’ τον Μπομπ Μάρλεϊ να περιμένει. συλλογή ιστοριών, 1986, αυτοέκδοση, εξαντλημένο 
  • Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα, μίνι μυθιστορηματική τριλογία, εκδόσεις Οδυσσέας, 1987, εξαντλημένο
  • Το τραγούδι των τροπικών, μυθιστόρημα με εγκιβωτισμένα διηγήματα, εκδόσεις Οδυσσέας, 1988 – επανέκδοση 1995, εκδόσεις Λιβάνη 
  • Τα κατά Αιγαίον πάθη, μυθιστόρημα, 1994, εκδόσεις Κέδρος - επανέκδοση 2017, εκδόσεις Καστανιώτη
  • Και πρόσεχε να μην πετρώσεις, νουβέλα, εκδόσεις Λιβάνη, 1996  
  • Ποτέ τον ίδιο δρόμο, μυθιστόρημα δρόμου, εκδόσεις Κέδρος, 1999  
  • Όλες οι μέρες Κυριακή, συλλογή διηγημάτων, εκδόσεις Κέδρος, 2000  
  • Ο πειρατής, μυθιστόρημα, εκδόσεις Κέδρος, 2003  
  • Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του, ιστορικό μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2004  
  • Ο αριθμός του Θεού, επιστημονικό νουάρ, εκδόσεις Καστανιώτη, 2008  
  • Τα σιγκλάκια, ανθολογία μικρών κειμένων, εκδόσεις Απόπειρα, 2010
  • Παράφορο πάθος, ερωτική ιστορία, εκδόσεις Καστανιώτη, 2013
  • Η πολύχρωμη σβούρα, παραμύθι, εκδόσεις Άγκυρα, 2013  
  • Και τώρα δεν είναι αργά, επιστολική νουβέλα, εκδόσεις Κουκουνάρι, 2014
  • Το χαμένο Νόμπελ, Μια αληθινή ιστορία, εκδόσεις Καστανιώτη, 2015  
  • Επικίνδυνοι συγγραφείς, εκδόσεις Καστανιώτη, 2019
  • Η νόσος της αδράνειας και άλλες ιστορίες, συλλογή διηγημάτων, εκδόσεις Καστανιώτη, 2021
  • Συλλέκτης μανιταριών, φιλοσοφική νουβέλα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2023  
  • Μυστική Ιθάκη, εκδόσεις Καστανιώτη, 2024

 

ΣΗΜ. Ο συγγραφέας έχει αποσύρει δύο τίτλους, το μυθιστόρημα Το παλιό δέρμα του φιδιού, 1992, που μετεξελίχθηκε στο Ποτέ τον ίδιο δρόμο, και τη νουβέλα Αναζητώντας την ιδανική γυναίκα, 2002, που εντάχθηκε στη συλλογή Η νόσος της αδράνειας και άλλες ιστορίες


Διεύθυνση: 

Ναυπακτίας 6-8 ,
161 21 Καισαριανή


Έτος γέννησης:  1958
Τόπος γέννησης:  Αθήνα
Κείμενο αποσπάσματος: 

Τα περίχωρα μιας πόλης που δεν υπάρχει

Ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ είδε τον εαυτό του να περνάει βιαστι­κά από μπροστά του και να στρίβει στην επόμενη γωνία. Απόμεινε με το φλιτζάνι του καφέ να τρεμουλιάζει στο χέρι του και να του πιτσιλίζει το παντελόνι. Αναρωτήθηκε αν είχε δει καλά ή αν τον γελούσαν τα μάτια του.

Μα όχι, εγώ ήμουν αυτός...

Παράτησε τον καφέ χωρίς να πληρώσει –θα το έκανε άλλη φορά– και βάλθηκε να κυνηγάει τον εαυτό του στα στενοσόκα­κα της Λισαβόνας. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Μια μυρωδιά σα­πισμένου μήλου πλανιόταν στον αέρα και του ανακάτευε το στο­μάχι. Σμάρια από κοκκινωπά σύννεφα βολόδερναν στον ουρανό· αστραπές τον αυλάκωναν. Όλοι έσπευδαν να κάνουν τις δουλειές τους προτού ξεσπάσει μπόρα.

Πρόφτασε τον εαυτό του δυο τετράγωνα παρακάτω να κα­τευθύνεται... πού; Τον ακολούθησε ασθμαίνοντας. Τώρα που τον πρόσεχε καλύτερα, έβλεπε πάνω του σημαντικές διαφορές. Το ανάστημά του ήταν μέτριο προς ψηλό. Οι ώμοι του καμπού­ριαζαν, λες κι έσερνε στην πλάτη του ένα αθέατο βάρος. Τα α­ραιά του μαλλιά ήταν ξανθωπά, η επιδερμίδα του κάπως χλομή. Για μια στιγμή ο Πεσσόα αναρωτήθηκε πώς πέρασε κάποιον με τόσο διαφορετικά χαρακτηριστικά για τον εαυτό του;

Δεν μοιάζουμε καθόλου.

Ο ίδιος είχε μουστάκι και σκούρα επιδερμίδα. Φορούσε γυα­λιά με λεπτό σκελετό, καμπαρτίνα και ρεπούμπλικα για να κρύβει τη φαλάκρα του. Τη συγκρατούσε τώρα με το ένα του χέρι γιατί φυσούσε διαβολεμένα, ενώ στο άλλο είχε ακόμα το μισοσβησμένο τσιγάρο, εκείνο που δεν πρόλαβε να καπνίσει. Το πέταξε απαυδισμένος κάτω και συνέχισε την καταδίωξη του ξανθομάλλη.

Ξέρω ποιος είναι, σκέφτηκε. Ο Αλμπέρτο Καέιρο, ο δάσκα­λός μου. Απορώ πώς τον μπέρδεψα μαζί μου.

Μυστική Ιθάκη, σελ. 133-134


Μισοτυφλωμένος από τον ήλιο, αντίκρισε μετά τη στροφή έ­να χωριό με μικρά άσπρα σπίτια. Μια μαυροφορεμένη γερόντισ­σα έγνεθε τη ρόκα της καθισμένη στο κεφαλόσκαλο. Από τη μι­σάνοιχτη θύρα μιας χαμοκέλας φάνηκε η σιλουέτα μιας νεότε­ρης γυναίκας να υφαίνει στον αργαλειό. Καμιά δεν γύρισε να τον κοιτάξει, να του ρίξει έστω μια ματιά. Αναρωτήθηκε γιατί. Στο καλντερίμι πηγαινοέρχονταν χωρικοί με τραγιάσκες, γιλέκα και φαρδιά παντελόνια, που συγκρατούσαν στη μέση με χειροποίη­τες ζώνες από σκοινί. Τα πρόσωπά τους ήταν ήρεμα, το βλέμμα τους καθαρό, χωρίς σκοτούρες.

Περνώντας από την πλατεία είδε κάποιους να κουβεντιάζουν στην άκρη. Ανάμεσά τους διέκρινε έναν ψηλό λεπτό άντρα με λαδί δέρμα, μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά με φουντωτά κόκ­κινα μαλλιά και κάποιον με μουστάκι και γυαλιά, που φορούσε καμπαρτίνα και ρεπούμπλικα. Τους άκουγε, παρότι συζητού­σαν χαμηλόφωνα. Κάτι έλεγαν για τη διαδικασία εκτροπής από το οικείο και το ασφαλές, για το άνομο που στροβιλίζεται μπρος στα μάτια του κόσμου χωρίς κανείς να το αντιλαμβάνεται. Σαν να παραβιάζεις μια πόρτα και να μπαίνεις κάπου όπου όλα επι­τρέπονται.

«Δεν υπάρχει υψηλότερη τέχνη από τη σιωπή», άκουσε κάποιον να λέει.

«Πολλά τα είδη της», είπε ένας άλλος. «Κάθε είδος έχει διαφορετικές αιτίες αλλά και διαφορετικές απαιτήσεις».

Ήθελε να πάρει μέρος στη συζήτηση, μα ένιωθε ότι δεν του επιτρεπόταν. Μια κηλίδα αίματος, μαύρο, σκοτωμένο αίμα, έτρεξε πάνω στο χωριό και το εξαφάνισε.

Μυστική Ιθάκη, σελ. 387-388


Τι το ιδιαίτερο είχε ο Βαν Γκογκ; Η εμφάνισή του δεν προϊ­δέαζε για κάτι ξεχωριστό. Μέτριο ύψος, ελαφρά καμπούρα εξαι­τίας της δουλειάς του κοκκινοτρίχης όπως και πάμπολλοι Ολ­λανδοί, χρησιμοποιούσε, όπως όλοι οι ζωγράφοι, τα εφτά χρώμα­τα της ίριδας και τους δύο τόνους του φωτός και της σκιάς. Για­τί τότε οι πίνακές του άγγιζαν όποιον τους έβλεπε; Γιατί ζω­γράφοι με διακεκριμένες σπουδές και εκλεπτυσμένη τεχνική περ­νούσαν απαρατήρητοι, ενώ αυτός ο αδέξιος, ο μπουνταλάς, τους συγκινούσε μέχρι δακρύων; Τι ήταν αυτό που έβλεπαν άτομα διαφορετικής προέλευσης και νοοτροπίας να καθρεφτίζεται στους πίνακές του; Κατ’ επέκταση, ποια είναι η πνοή που κάνει ένα έργο κατά τ’ άλλα εφήμερο, άφθαρτο; Πώς γίνεται ο διαχωρισμός του απλού καλλιτέχνη από τον αληθινό καλλιτέχνη, του συνηθι­σμένου έργου από το αριστούργημα;

Ο Αρτώ ήξερε πως το ωραιότερο σημείο της ομιλίας του ήταν εκείνο όπου αναφερόταν στο υστερόγραφο του μεγάλου Ολλαν­δού προτού αυτοκτονήσει. Τον πίνακα «Σταροχώραφο με κορά­κια», ζωγραφισμένο στην Ωβέρ τον Ιούλιο του 1890.

[…]

»Ένας πίνακας πλούσιος, επιβλητικός και γαλήνιος. Άξια προπομπή στον θάνατο εκείνου που κατά τη διάρκεια της ζωής του έκανε να γυρίσουν τόσοι μεθυσμένοι ήλιοι πάνω από ατίθασες θημωνιές, και που μέσα στην απελπισία του, με την έμ­μονη ιδέα μιας πιστολιάς, δεν βάσταξε να μην πλημμυρίσει με αίμα και κρασί ένα τοπίο, να ποτίσει τη γη μ’ ένα τελευταίο γα­λακτώδες υγρό, χαρμόσυνο και μελαγχολικό συνάμα, με μια γεύ­ση ξινισμένου κρασιού και χαλασμένου ξιδιού».

Μυστική Ιθάκη, σελ. 453-454


E-mail:  k-ark@otenet.gr