Τα περίχωρα μιας πόλης που δεν υπάρχει
Ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ είδε τον εαυτό του να περνάει βιαστικά από μπροστά του και να στρίβει στην επόμενη γωνία. Απόμεινε με το φλιτζάνι του καφέ να τρεμουλιάζει στο χέρι του και να του πιτσιλίζει το παντελόνι. Αναρωτήθηκε αν είχε δει καλά ή αν τον γελούσαν τα μάτια του.
Μα όχι, εγώ ήμουν αυτός...
Παράτησε τον καφέ χωρίς να πληρώσει –θα το έκανε άλλη φορά– και βάλθηκε να κυνηγάει τον εαυτό του στα στενοσόκακα της Λισαβόνας. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Μια μυρωδιά σαπισμένου μήλου πλανιόταν στον αέρα και του ανακάτευε το στομάχι. Σμάρια από κοκκινωπά σύννεφα βολόδερναν στον ουρανό· αστραπές τον αυλάκωναν. Όλοι έσπευδαν να κάνουν τις δουλειές τους προτού ξεσπάσει μπόρα.
Πρόφτασε τον εαυτό του δυο τετράγωνα παρακάτω να κατευθύνεται... πού; Τον ακολούθησε ασθμαίνοντας. Τώρα που τον πρόσεχε καλύτερα, έβλεπε πάνω του σημαντικές διαφορές. Το ανάστημά του ήταν μέτριο προς ψηλό. Οι ώμοι του καμπούριαζαν, λες κι έσερνε στην πλάτη του ένα αθέατο βάρος. Τα αραιά του μαλλιά ήταν ξανθωπά, η επιδερμίδα του κάπως χλομή. Για μια στιγμή ο Πεσσόα αναρωτήθηκε πώς πέρασε κάποιον με τόσο διαφορετικά χαρακτηριστικά για τον εαυτό του;
Δεν μοιάζουμε καθόλου.
Ο ίδιος είχε μουστάκι και σκούρα επιδερμίδα. Φορούσε γυαλιά με λεπτό σκελετό, καμπαρτίνα και ρεπούμπλικα για να κρύβει τη φαλάκρα του. Τη συγκρατούσε τώρα με το ένα του χέρι γιατί φυσούσε διαβολεμένα, ενώ στο άλλο είχε ακόμα το μισοσβησμένο τσιγάρο, εκείνο που δεν πρόλαβε να καπνίσει. Το πέταξε απαυδισμένος κάτω και συνέχισε την καταδίωξη του ξανθομάλλη.
Ξέρω ποιος είναι, σκέφτηκε. Ο Αλμπέρτο Καέιρο, ο δάσκαλός μου. Απορώ πώς τον μπέρδεψα μαζί μου.
Μυστική Ιθάκη, σελ. 133-134
Μισοτυφλωμένος από τον ήλιο, αντίκρισε μετά τη στροφή ένα χωριό με μικρά άσπρα σπίτια. Μια μαυροφορεμένη γερόντισσα έγνεθε τη ρόκα της καθισμένη στο κεφαλόσκαλο. Από τη μισάνοιχτη θύρα μιας χαμοκέλας φάνηκε η σιλουέτα μιας νεότερης γυναίκας να υφαίνει στον αργαλειό. Καμιά δεν γύρισε να τον κοιτάξει, να του ρίξει έστω μια ματιά. Αναρωτήθηκε γιατί. Στο καλντερίμι πηγαινοέρχονταν χωρικοί με τραγιάσκες, γιλέκα και φαρδιά παντελόνια, που συγκρατούσαν στη μέση με χειροποίητες ζώνες από σκοινί. Τα πρόσωπά τους ήταν ήρεμα, το βλέμμα τους καθαρό, χωρίς σκοτούρες.
Περνώντας από την πλατεία είδε κάποιους να κουβεντιάζουν στην άκρη. Ανάμεσά τους διέκρινε έναν ψηλό λεπτό άντρα με λαδί δέρμα, μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά με φουντωτά κόκκινα μαλλιά και κάποιον με μουστάκι και γυαλιά, που φορούσε καμπαρτίνα και ρεπούμπλικα. Τους άκουγε, παρότι συζητούσαν χαμηλόφωνα. Κάτι έλεγαν για τη διαδικασία εκτροπής από το οικείο και το ασφαλές, για το άνομο που στροβιλίζεται μπρος στα μάτια του κόσμου χωρίς κανείς να το αντιλαμβάνεται. Σαν να παραβιάζεις μια πόρτα και να μπαίνεις κάπου όπου όλα επιτρέπονται.
«Δεν υπάρχει υψηλότερη τέχνη από τη σιωπή», άκουσε κάποιον να λέει.
«Πολλά τα είδη της», είπε ένας άλλος. «Κάθε είδος έχει διαφορετικές αιτίες αλλά και διαφορετικές απαιτήσεις».
Ήθελε να πάρει μέρος στη συζήτηση, μα ένιωθε ότι δεν του επιτρεπόταν. Μια κηλίδα αίματος, μαύρο, σκοτωμένο αίμα, έτρεξε πάνω στο χωριό και το εξαφάνισε.
Μυστική Ιθάκη, σελ. 387-388
Τι το ιδιαίτερο είχε ο Βαν Γκογκ; Η εμφάνισή του δεν προϊδέαζε για κάτι ξεχωριστό. Μέτριο ύψος, ελαφρά καμπούρα εξαιτίας της δουλειάς του κοκκινοτρίχης όπως και πάμπολλοι Ολλανδοί, χρησιμοποιούσε, όπως όλοι οι ζωγράφοι, τα εφτά χρώματα της ίριδας και τους δύο τόνους του φωτός και της σκιάς. Γιατί τότε οι πίνακές του άγγιζαν όποιον τους έβλεπε; Γιατί ζωγράφοι με διακεκριμένες σπουδές και εκλεπτυσμένη τεχνική περνούσαν απαρατήρητοι, ενώ αυτός ο αδέξιος, ο μπουνταλάς, τους συγκινούσε μέχρι δακρύων; Τι ήταν αυτό που έβλεπαν άτομα διαφορετικής προέλευσης και νοοτροπίας να καθρεφτίζεται στους πίνακές του; Κατ’ επέκταση, ποια είναι η πνοή που κάνει ένα έργο κατά τ’ άλλα εφήμερο, άφθαρτο; Πώς γίνεται ο διαχωρισμός του απλού καλλιτέχνη από τον αληθινό καλλιτέχνη, του συνηθισμένου έργου από το αριστούργημα;
Ο Αρτώ ήξερε πως το ωραιότερο σημείο της ομιλίας του ήταν εκείνο όπου αναφερόταν στο υστερόγραφο του μεγάλου Ολλανδού προτού αυτοκτονήσει. Τον πίνακα «Σταροχώραφο με κοράκια», ζωγραφισμένο στην Ωβέρ τον Ιούλιο του 1890.
[…]
»Ένας πίνακας πλούσιος, επιβλητικός και γαλήνιος. Άξια προπομπή στον θάνατο εκείνου που κατά τη διάρκεια της ζωής του έκανε να γυρίσουν τόσοι μεθυσμένοι ήλιοι πάνω από ατίθασες θημωνιές, και που μέσα στην απελπισία του, με την έμμονη ιδέα μιας πιστολιάς, δεν βάσταξε να μην πλημμυρίσει με αίμα και κρασί ένα τοπίο, να ποτίσει τη γη μ’ ένα τελευταίο γαλακτώδες υγρό, χαρμόσυνο και μελαγχολικό συνάμα, με μια γεύση ξινισμένου κρασιού και χαλασμένου ξιδιού».
Μυστική Ιθάκη, σελ. 453-454
|