ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ


ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο το 1962.
Εκπαιδεύτηκε στον Τομέα Σκηνοθεσίας στο Hochschule fur Fernsehen στο Μόναχο και παρακολούθησε σεμινάρια τηλεοπτικής παραγωγής του Tomson Foundation Γλασκώβης.
Εργάστηκε στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ) ως σκηνοθέτης μέχρι το 1981.

1993-σήμερα ΝΕΤ και ΕΤ1
Σκηνοθέτης στην Τηλεόραση

1989-1993 ΕΡΤ1
Σύμβουλος Προγράμματος
Μέλος Επιτροπών Προγραμμάτων
Προϊστάμενος Ξένου Προγράμματος
Μέλος Κριτικών Επιτροπών σε Διεθνείς Τηλεοπτικούς Διαγωνισμούς

1990 ΕΡΤ
Εισηγητής με την Εύη Δεμίρη, για τη δημιουργία τμήματος Δορυφορικής Εκπομπής ΕΡΤ, του οποίου προΐσταται μέχρι το 1991

1988-1989 ΕΡΤ
Συντονιστής Προγραμμάτων ΕΤ1 και ΕΤ2

1985-1988 ΕΡΤ2
Διευθυντής Προγράμματος
Πρόεδρος Επιτροπής Προγράμματος και Προγραμματισμού

1984-1985 ΕΡΤ2
Με εισήγηση του, δημιουργείται στην ΕΡΤ2 το Τμήμα Συμπαραγωγών και Πωλήσεων, του οποίου προΐσταται- Το κανάλι εκπροσωπείται με περίπτερο για πρώτη φορά στη MIP-TV- Κάννες και στο Μόντε Κάρλο

1982-1984 ΕΡΤ2
Διευθυντής Τηλεόρασης

1982 ΕΡΤ2
Εισηγητής με την Αθηνά Γληνού και τον Κώστα Σκανδαλίδη για τη φυσιογνωμία προγράμματος της ΕΡΤ2

 Πληροφορίες: 
Όνομα:  ΑΝΔΡΕΑΣ
Επίθετο:  ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
Εργογραφία: 

Ποίηση
1997 Ήχοι Οικείοι, Καστανιώτης
1986 Ημερομηνίες, Παλίμψηστος (2η έκδοση)
1982 Ημερομηνίες, Λευκωσία: Εκδόσεις Κοχλίας (1η έκδοση)
1987 Ημερομηνίες, 2η έκδοση Παλίμψηστος
1997 Ήχοι Οικείοι, Καστανιώτης
2018 Τανγκό στον βυθό ή Λευκωσία, Βακχικόν

Διηγήματα
1993 Τα πληγωμένα ’Αλογα", Εστία (3η έκδοση)
1980 Τα πληγωμένα ’Αλογα, Λευκωσία (2η έκδοση)
1972 Τα πληγωμένα ’Αλογα, Λευκωσία (1η έκδοση) (Βραβείο Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου)
1986 Τα πληγωμένα άλογα, διηγήματα-3η έκδοση, Εστία,
2016Εκτός έδρας, μυθιστόρημα, Εστία
2021 Ο θείος Κωστάκης  και η Ρίτα Χέιγουορθ, μυθιστόρημα, Βακχικόν

Μονόπρακτα
1973 Θεατρικά, Λευκωσία
1973 3 Θεατρικά ( Άνταμ και Βανέσσα, μονόπρακτο, Δώρο για γενέθλια, μονόπρακτο, Φόβος αδικαιλόγητος, τρίπρακτο), Αυγή .
2011 Το πλοίο-1974, The ship 1974, σπονδυλωτό θεατρικό έργο σε δίγλωσση έκδοση του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου Κύπρου


Διεύθυνση: 

28ης Οκτωβρίου 14,
152 35 Βριλήσσια
τηλ. 6945-415953


Έτος γέννησης:  1944
Τόπος γέννησης:  Λευκωσία
Τίτλος αποσπάσματος:  ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
Κείμενο αποσπάσματος: 

Από την ποιητική συλλογή "Ήχοι Οικείοι"

ΣΟΟΥ ΜΠΟΟΥΤ

Ανέβηκα στο ποταμόπλοιο "Νάτσεζ"
ν' αναζητήσω
την ’βα Γκάρντνερ και τον Χάουαρντ Κηλ.
Θέλησα να φτιάξω την ιστορία του "Σόου-μπόουτ"
μέσα από τον ήχο του τροχού
στα νερά του ποταμού.
Ατυχώς.
Δε μου το επέτρεψαν
τα πλαστικά ποτήρια της Κόκα-Κόλα

ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ

Πρώτα
έβαλε το δάκτυλο.
Το στριφογύρισε.
Τα χιλιάδες παγάκια κουδούνισαν
στο γυάλινο
κοντό ποτήρι.
Ύστερα
πιπίλισε το βρεγμένο δάκτυλο
και με το άλλο χέρι
έφερε στο στόμα
το ποτήρι.
Κροτάλισε τη γλώσσα του
στο παγωμένο υγρό
οι διάφανοι κύβοι του δρόσισαν το μουστάκι
ενώ το ποτήρι άρχισε ν' αχνίζει
από την παγιδευμένη του ανάσα.
Στο τέλος
ήπιε με βουλιμία.
"Πόσο θα' θελα
να 'μουν η ώρα του ουίσκυ σου"
είπες.


Από την ποιητική συλλογή "Ημερομηνίες"

ΒΕΡΟΛΙΝΟ, 27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Το πιο διάσημο απ' όλα
"τσεκ-πόιντ Τσάρλυ"
της Φρήντριχστράσσε",
λέγεται
πως πήρε τ' όνομα του
-τιμής ένεκεν!-
από κάποιο αμερικανό της εξουσίας,
τις μέρες
που πρωτοστήθηκαν τα οδοφράγματα
κι αργότερα τα τείχη.
Λες, λοιπόν, να' ναι ο ίδιος
έστω και μετά είκοσι έτη
που με θεατρική μπογιά στο πρόσωπο
να βάφτισε
-για λόγους συντομίας-
αυτό που οι ξένοι μας ζητούν
το "Νικόσια-Τσάρλυ τσεκ-πόιντ"
και που εμείς
το λέμε ακόμα φλύαρα
"κάπου στο Λήδρα-Πάλας χοτέλ,
πιο κάτω από το Ινστιτούτο Γκαίτε,
και την ελληνική πρεσβεία";


ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 7 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Το οικογενειακό σπίτι
προέκταση μιας αυλής νηπιαγωγείου
και μιας εκκλησίας
ανήκει τώρα
στον τελευταίο θείο
που κάθε βράδυ
μ' ένα μικροφώς
προσποιείται πως διαβάζει ακαταπαύστως
τις ειδήσεις της ημέρας,
ενώ από το ραγισμένο παράθυρο
είν' εύκολο να εξακριβωθεί
πως ταξιδεύει
στην ονειρική σιγουριά
ότι δεν βρίσκεται
στην ερημωμένη γειτονιά
που κολλά στα απαράδεκτα σύνορα
μα στο κέντρο
της άλλοτε ενιαίας πρωτεύουσας.

Απόσπασμα από το θεατρικό έργο "Φόβος Αδικαιολόγητος" από το βιβλίο Θεατρικά

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ:

Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, μια καλοδιατηρημένη γυναίκα που πλησιάζει τα εβδομήντα
ΜΑΙΡΗ, κόρη της, γύρω στα πενήντα. Φαίνεται σαράντα.
ΚΙΚΗ, κόρη της Μαίρης, είκοσι τριών χρονών, έγκυος εφτά μηνών.
ΑΝΤΡΕΑΣ, γιος της Μαίρης, είκοσι έξι χρονών, φοιτητής.
ΡΙΑ, στην ηλικία της Κικής.

ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ: Τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα.
Περασμένα Μεσάνυχτα
ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ: Το μεσημέρι της επόμενης μέρας
ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ: α' σκηνή: Νωρίς το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων
β' σκηνή: Το απόγευμα της ίδιας μέρας.
ΕΠΟΧΗ: Σήμερα

ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

Στο λίβινγκ-ρουμ ενός σπιτιού με ανάμικτη διακόσμηση. Μια πόρτα οδηγεί στην κουζίνα, μια άλλη στυλ "καμάρας" χωρίζει το λίβινγκ-ρουμ από το υπόλοιπο σπίτι, και μια τρίτη, η εξώπορτα.
Ο φωτισμός είναι χαμηλός. Η κα Βενιζέλου κάθεται κοντά στο παράθυρο. Η Μαίρη φυλλομετρά γυναικείο περιοδικό μόδας. Τα χρωματιστά φωτάκια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι αναμμένα.
Κάθε τόσο η κα Βενιζέλου ρίχνει ανήσυχες ματιές έξω από το παράθυρο. Για λίγο οι δυο γυναίκες είναι αμίλητες. Όταν περνά κάποιο αυτοκίνητο, πέφτουν οι προβολείς του στο παράθυρο που φωτίζουν τις κουρτίνες και το πρόσωπο της κας Βενιζέλου. Αυτό γίνεται δυο-τρεις φορές...

ΜΑΙΡΗ: Δε θα ζούμε με τα βουνά! Όλοι μας θα πεθάνουμε...κάποτε...
Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: Κάποτε... (παύση)
ΜΑΙΡΗ: (προχωρεί να βγει). Θα σου φέρω το γάλα σου. Και σταμάτα να κοιτάζεις από το παράθυρο. Είναι νωρίς ακόμα... (βγαίνει).
Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: (μένει για λίγο στη θέση της, ύστερα σηκώνεται και κοιτάζει την ώρα στο ρολόι, πάνω από το τζάκι). Μία και είκοσι... (Ένα αυτοκίνητο σταματά έξω από το σπίτι, ανοίγει μια πόρτα του, κλείνει και φεύγει αμέσως. Βήματα κι ένα χτύπημα στην πόρτα...). Μαίρη...(συγχυσμένα). Μαίρη... έλα...ήρθε...Μαίρη, πού είσαι; Έλα, ήρθε...(τρέχει ν' ανοίξει ενώ μπαίνει η Μαίρη κρατώντας ένα ποτήρι με γάλα κι ένα άλλο με κονιάκ).
ΜΑΙΡΗ: Τι φωνάζεις; Ποιος ήρθε; Είναι νωρίς; (η κα Βενιζέλου έχει ανοίξει. Στην πόρτα στέκεται η Κική με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι. Μένουν και οι τρεις άφωνες για ένα δευτερόλεπτο, κι ύστερα...). Κική μου! (αφήνει σ' ένα τραπεζάκι τα ποτήρια).
Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: Κική!
ΚΙΚΗ: Ήρθα...
ΜΑΙΡΗ: Τι συμβαίνει; Μίλα...
Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: Έπαθες τίποτε;
ΜΑΙΡΗ: Έλα μέσα... (στην κα Βενίζελου). Κλείσε την πόρτα... (η Κική προχωρεί διστακτικά. Αφήνει κάτω την βαλίτσα). Πες μας, τι σου συμβαίνει;
Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: Είναι μία και είκοσι...
ΚΙΚΗ: Ήρ..θα...
ΜΑΙΡΗ: Ναι...ναι
ΚΙΚΗ: ΦΟΒΗΘΗΚΑ
Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ και ΜΑΙΡΗ: Τι; Τι φοβήθηκες;
ΚΙΚΗ: (έτοιμη να καταρρεύσει). Ήρθα...γιατί φοβήθηκα...κι ακόμη ΦΟΒΑΜΑΙ.
Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: Κάτσε.
ΜΑΙΡΗ: ...εδώ.
Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: ...έλα...
ΜΑΙΡΗ: ...πες μας.
ΚΙΚΗ: Έβλεπα τηλεόραση...το έργο...
Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: Τελείωσε στις έντεκα... όχι στις έντεκα παρά τέταρτο...
ΚΙΚΗ: Δε νύσταζα. Κι έβαλα το ραδιόφωνο...
Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: Και μεις. Μέχρι τις δώδεκα...
ΚΙΚΗ: ...ύστερα πήγα στο δωμάτιο μου. Δεν είχα ύπνο καθόλου...Ξάπλωσα...Πήρα ένα βιβλίο και διάβασα...Πονούσα λίγο...Με κλωτσούσε...Κουράστηκα ναι διαβάζω...και...
ΜΑΙΡΗ και Κα ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: Και;
ΚΙΚΗ: Τότε ακριβώς ΦΟΒΗΘΗΚΑ!


Από τη συλλογή διηγημάτων "Τα πληγωμένα άλογα"

Ο ΦΟΙΤΗΤΗΣ

Έμενε στο ένα από τα δυο παλιά σπίτια, στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ. Όλα τα άλλα είχαν κατεδαφιστεί και στη θέση τους είχαν κτιστεί πολυκατοικίες και καταστήματα, κτίρια όμορφα, μοντέρνα και μ' ένα σωρό κόσμο να ζει σ' αυτά. Ήταν αξιοπρόσεκτη η πρόοδος που έγινε στα τελευταία πέντε χρόνια... Μα ο δρόμος είχε χάσει τη γραφικότητά του, μ' όλες εκείνες τις αριστοκρατικές μονοκατοικίες που έδιναν με το παλιό τους στυλ μια κάποια αρχοντιά.
Απέναντι από το δικό της σπίτι, στο ισόγειο δηλαδή της αντικρυνής τεράστιας πολυκατοικίας, ήταν μια καφετέρια. Κι αυτή ένα απαραίτητο στοιχείο της σύγχρονης ζωής... Της άρεσε να παρακολουθεί την κίνηση από το παράθυρο κι είχε μάθει - εξωτερικά μόνο - όλους τους τακτικούς θαμώνες της καφετέριας. Τον χειμώνα έμπαιναν όλοι μέσα και κατέφευγαν στη ζεστασιά που τους προσέφερε η καφετέρια και γνώριζε πως το βράδυ, αργά μαζεύονταν και οι καλλιτέχνες... Α, είχαν κάτι ξέχωρο αυτοί οι άνθρωποι...Μα προτιμούσε το καλοκαίρι, σαν τους έβλεπε όλους να κάθονται παρέες - παρέες στο πλατύ πεζοδρόμιο. Έτσι μπορούσε καλύτερα να τους παρατηρεί, καθώς αυτή βρισκόταν στη βεράντα του σπιτιού της, χωμένη στη βαθουλή πολυθρόνα της..., ή έστω πίσω από το παράθυρο του κεντρικού δωματίου που σύχναζε, όταν την πείραζε η καλοκαιριάτικη δροσιά...
Μα ήταν κι άλλος ένας λόγος που προτιμούσε το καλοκαίρι. Μπορούσε να τον βλέπει καθαρά, από μια απόσταση δεκαπέντε μέτρων, μια απόσταση που θεωρούσε άλλοτε μικρή κι άλλοτε απέραντη, ανάλογα με τη διάθεσή της. Πότε τον είχε δει; Κάποιο καλοκαίρι. Το περσινό, ίσως... ΄Η πάλι το φετινό...Πάντως ήταν καλοκαίρι.
Δεν του έβρισκε τίποτα το ξέχωρο από τις άλλες αρσενικές φιγούρες. Κι από τις παραγγελίες που έδινε στο γκαρσόνι και τον τρόπο που μιλούσε έδειχνε να' ταν τακτικός στην καφετέρια. Και δεν τον είχε προσέξει ως τη μέρα που εμφανίστηκε κρατώντας δυο-τρία βιβλία. Της άρεσαν τα βιβλία...Σαν κάθισε δεν είχε άλλη έννοια από το να διαβάζει, ενώ συνήθως ο κόσμος πάει στις καφετέριες για να μην κάνει αυτό, που θα μπορούσε να κάνει σπίτι του.
Ναι, ναι... ήταν το περσινό καλοκαίρι που τον πρόσεξε. Βέβαια, γιατί τότε κρατούσε δυο χοντρά βιβλία και ένα πράσινο. Ενώ φέτος είχε μαζί του το ένα μαύρο, δυο κόκκινα κι ένα καφετί. Ναι, ναι ήταν σίγουρη γι' αυτό η μις Χλόη.
Από τη συλλογή διηγημάτων "Τα πληγωμένα άλογα", 1987, Αθήνα: Εκδόσεις Εστία (3η έκδοση)

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

Λίγο πιο έξω από το στρατόπεδο, στη διασταύρωση του δημόσιου δρόμου με το δρόμο του χωριού, στα πόδια του βουνού ήταν η "Δροσιά". Ένα χαρακτηριστικά χωριάτικο καφενείο που τοποθετώντας ένα τζουκ-μποξ και μερικά μοντέρνα καθίσματα προσπαθούσε ν' αποκτήσει μια σύγχρονη μορφή. Εκεί, πηγαίναμε όλοι σαν να είχαμε έξοδο μια-δυο ώρες και δεν προφτάναμε να πάμε ως το χωριό. Και τα βράδια του καλοκαιριού έπαιρναν μια ξέχωρη ομορφιά για μας, σαν καθόμασταν κάτω από τα χρωματιστά λαμπιόνια που ήταν κρεμασμένα στο πυκνό φύλλωμα μιας κληματαριάς.
Εκεί πάλι γίνονταν οι επισκέψεις κάθε Σαββατοκύριακο ή Τετάρτη απόγευμα, από τους συγγενείς και φίλους μας. Η "Δροσιά" είχε γίνει ένα μέρος της ζωής μας.
Εδώ και μια βδομάδα δεν είχα μιλήσει καθόλου στον Φοίβο κι ο λόγος ήταν η συμπεριφορά του σε μένα.
... το βράδυ στη "Δροσιά" μπαίνοντας με τον Πάρη, τον είδαμε μοναχό ακουμπισμένο στο τζουκ-μποξ ν' ακούει ένα σιγανό σκοπό. Ο Πάρις μου έκλεισε το μάτι και προχωρήσαμε λιγάκι πιο πέρα από κοντά του, κοντά σε κάποιο ανθυπολοχαγό. Πιάσαμε κουβέντα και προσποιόμουν πως ούτε καν τον είχα δει στο τζουκ-μποξ. Ο Πάρις γύρισε την κουβέντα για αυτόν κι ο ανθυπολοχαγός βρήκε ενδιαφέρον μια κι είχε ακούσει πως υπάρχει στον λόχο ένας "τέτοιος". (Σκέφτηκα πόσο παραλλαγμένες φήμες κυκλοφορούν, που μονάχα στον αρρωστημένο νου του ανθρώπου σχηματίζονται). Και πάλι ο Πάρις είπε πως ήμουν ο πιο ειδικός στο να μιλήσω για τα καμώματα του Λίτση (ίσως να μας άκουγε μάλιστα) κι εγώ αμήχανα και πεισμωμένα απέφευγα ν' απαντήσω μ' ένα τρόπο που επιβεβαίωνε τις φήμες που άκουσε ο ανθυπολοχαγός. Γέλασε δυνατά και είπε πιο δυνατά:
- Καλό θα ήταν να γνωρίζαμε από κοντά την "αδελφή".
Γύρισα με την άκρη του ματιού μου να δω την αντίδραση του Λίτση. Πρόφτασα να τον δω ν' απομακρύνεται γοργά με τα τόσα γνωστά και που όλοι κορόιδευαν βήματά του. Κατάλαβα πως θα' χαμε φτάσει στο απροχώρητο με τ' αστείο του ανθυπολοχαγού. Μα πιο πολύ θα τον πείραξε η δική μου ανοχή. Ένοιωσα μια πικρή ευχαρίστηση να με γεμίζει...


Διακρίσεις: 

Α΄Βραβείο σε διαγωνισμό τηλεοπτικού μονόπρακτου του ΡΙΚ (1967).
Βραβείο Πεζογραφίας του Υπουργείου Παιδείας Κύπρου (1972).
Β΄Βραβείο σε διαγωνισμό του ΘΟΚ (1980).
Τα πληγωμένα άλογα- Κρατικό βραβείο Υπ. Παιδείας Κύπρου, πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, 1971
Ανταμ και Βανέσσα, μονόπρακτο, βραβείο ΡΙΚ 1967
Φόβος αδικαιλόγητος, τρίπρακτο, έπαινος ΡΙΚ 1970
Εκτός έδρας- βραχεία λίστα Υπ.Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου 2016


E-mail:  a_antoniades@yahoo.gr