από τη συλλογή Πορεῖες κατάδυσης, Α΄ ενότητα Κατάδυση στό ὑγρό στοιχεῖο (7η στάση).
Πολλὲς φορὲς στὸ ὄνειρό σου πέταξες, ἄλλη ὅμως κατάδυση
δὲν ἔχεις ξαναδεῖ σὲ μιὰ ἀγκαλιὰ γαλάζιου,
κομμάτι ἔνθετο ἐσὺ στὴν ἁρμονία τοῦ νεροῦ, γείτονας
στῶν κοραλλιῶν τὴ χάρη καὶ θαυμαστής φυτῶν
ποὺ μοιάζει νὰ ‘χουνε ψυχή ἔτσι ποὺ πάλλονται
ρυθμικὰ σὰν νὰ ζητοῦν αὐτάρεσκα νὰ τὰ ἐρωτευθεῖς.
Από την Γ΄ ενότητα Κατάδυση στό ἐπέκεινα (6η στάση)
Ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὰ μεγάλα παρόντα καὶ τὰ τιποτένια,
οἱ φθαρτικές μικρότητες, τὰ παραπτώματα τῆς
γλώσσας, τὰ ὄξινα βλέμματα –στοιχειωμένα φαντάσματα-
χορεύουν ἀνεβαίνοντας μὲ τὰ λουκέτα σπασμένα καὶ
τὶς ἀλυσίδες νὰ κροταλίζουν πανηγυρικά γιατὶ τὴ
λήθη νίκησαν κι ἄνοιξαν διάπλατα τὴν ἐπίγνωση.
Κατέρχεσαι, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει οὔτε φίλος, οὔτε
ἐχθρός, μόνος μὲ τὴν ἀλήθεια κατάματα νὰ ἑτοιμάζει
τὴν ἄνοδό σου στὸ Φῶς
από την ποιητική συλλογή Της γραφής (2023)
4.
Κυκλοφοροῦν οἱ λέξεις, ἄφθαρτα φθαρμένες
ἀπό τίς ἀνάγκες τῶν πολλών, μαζί καί τόσο
φρέσκιες γιά τήν ἀνάγκη τῆς στιγμῆς.
Κι ἐσύ ἀναζητᾶς ὅπως ὁ μοναχός τό ἔλεός τους,
τότε πού στρίβεις μέ τά χέρια σου νήματα νοημάτων
εὔθραυστα.
Ἄλλοι θά ποῦν ἄν βρῆκες φωνή ἀλλότροπη, δική σου,
κι ἔκανες, ὅσα εἶπες, διαφορετικά νά ἀντηχοῦν.
5.
Μήν τίς καρφώνεις τίς λέξεις,
νά συμμερίζεσαι τόν πόνο τῆς σταύρωσης.
Ἄφηνέ τις ἐλεύθερες νά μετεωρίζονται,
νά παλινδρομοῦν ἀνάμεσα σέ σημασία κι αἴσθημα.
Μπορεῖ νά σέ ἐκπλήξουν παλλόμενες, καθώς
θά ὑπερβαίνουν τά μέτρα τους,
θά μεγαλώνουν τήν ἀπόσταση ἀπό σένα,
θά κυκλοφοροῦν αὐτόνομα ὡραῖες.
8.
Κι αὐτό πού τό εἴπαμε ποίημα
βρίσκει τόν ἑαυτό του
τότε πού ὁ Λόγος ἀδειάζει κάθε κόγχη ἀπό σκοτάδι,
τότε πού ἡ ἀνάγκη μύθος γίνεται
καί ἡ τόλμη βαραίνει ἀπό συνείδηση.
Τό ποίημα μετά ἀφήνει τόν ἑαυτό του
στήν κοίτη τοῦ χρόνου,
δέν γνωρίζει προορισμό, τοῦ ἀρκεῖ ἡ ἀφετηρία .
|