2η ομιλία Γιάννη Ζέρβα στο Επιγραφικό Μουσείο
Ομιλία δευτερη
Καλλιτεχνική δημιουργία και ψυχοπαθολογία
Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω οριοθετώντας το θέμα μου με ένα τρόπο που να μπορώ να το διαχειριστώ, ώστε το επιχείρημα μου να γίνει όσο το δυνατόν πιο κατανοητό.
Είναι πεποίθησή μου ότι η Δημιουργικότητα και η Τέχνη είναι δύο κόσμοι που τέμνονται, αλλά είναι κατά τα άλλα πολύ ξεχωριστοί.
Την Δημιουργικότητα την καταλαβαίνω ως μια ατομική εσωτερική ανάγκη, μια βιο-ψυχική τάση που μπορεί να οδηγήσει σε διάφορες μορφές δημιουργίας. Την καλλιτεχνική δημιουργία, την επιχειρηματική δραστηριότητα, τις εφευρέσεις, τις επιστημονικές ανακαλύψεις, αλλά βέβαια και διάφορες καθημερινές δημιουργικές δραστηριότητες, τη μαγειρική, τη διακόσμηση του σπιτιού μας, τα όνειρα που βλέπουμε στον ύπνο μας, κλπ. Αλλά και την πρωτογενή δημιουργία, την βιολογική αναπαραγωγή. Όλες αυτές προκύπτουν από την ίδια δημιουργική τάση, είναι κατά κάποιο τρόπο τα πεδία έκφρασης μιας εσωτερικής ώθησης που βιώνεται σαν ψυχική ανάγκη, ενός «δημιουργικού ενστίκτου» θα μπορούσα να πω, και οργανώνει την συμπεριφορά στην κατεύθυνση της πλήρωσης αυτή της ανάγκης μέσα από τη δημιουργία.
Από την άλλη, η Τέχνη (με κεφαλαίο Τ) αποτελεί κυρίως κοινωνικό μόρφωμα. Υπάρχει μόνο σε συνάρτηση με το κοινό ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού περιβάλλοντος (τοπικού ή διεθνούς δεν έχει σημασία), και αφού επικυρωθεί από κάποιο είδος επαϊόντων και από μια κοινότητα καλλιτεχνών (τοπικών ή διεθνών, πάλι δεν έχει σημασία). Αφού το κοινωνικό σύνολο, ή κάποιες ομάδες του, ορίζουν το τι θεωρείται Τέχνη, άρα, η Τέχνη oρίζεται από την αισθητική αντίληψη μιας κοινωνικής κατηγορίας, μιας κοινότητας με μέλη, μιας «λέσχης» με την ευρεία έννοια. Η ανάγκη να συμπεριληφθείς σε αυτή την ομάδα ως καλλιτέχνης, δεν συμβαδίζει αναγκαστικά με τη δημιουργική σου ανάγκη. Πιο πολύ συμπορεύεται με την ανάγκη μια κοινωνικής ταυτότητας που είναι ζήτημα υπαρξιακό, ανεξάρτητο της τέχνης.
Αν τα αναπαραστήσουμε ως μαθηματικά σύνολα, το σύνολο Τέχνη έχει μόνο έναν κοινό τόπο με το σύνολο της Δημιουργικότητας, επικαλύπτονται σε μια μόνο περιοχή που ονομάζουμε καλλιτεχνική δημιουργία. Και εκεί ακόμα βέβαια, η τέχνη κάνει διαρκώς διακρίσεις, δημιουργεί κατηγορίες, κάστες μου έρχεται να πώ: υψηλή τέχνη (art), τεχνούργημα (craft), κλασσική, μοντέρνα, λαϊκή, αφηρημένη, και πάει λέγοντας, υπάγοντας το καλλιτεχνικό δημιούργημα διαρκώς σε κανόνες και αξιολογήσεις. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί, φυσικά, μια Τέχνη που να δέχεται αδιάκριτα κάθε μορφής δημιουργία. Και είναι βέβαια προφανές, ότι κάθε μορφής δημιουργία δεν ταυτίζεται με την καλλιτεχνική δημιουργία.
Η καλλιτεχνική δημιουργία, τώρα, είναι εκείνο το μέρος της καθημερινής δημιουργίας που έχει περάσει τις εξετάσεις και έχει ορισθεί ως τέχνη. Από την στιγμή εκείνη και μετά, ορίζει και τον δημιουργό ως “καλλιτέχνη”, του δίνει δηλαδή μια κοινωνική ταυτότητα και συχνά μια εμπορική ή κοινωνική αξία.
Η Τέχνη (με κεφαλαίο Τ) αφορά το θέμα μου σήμερα μόνο στο μέτρο που ορίζει κανόνες, οι οποίοι εντάσσουν ή αποκλείουν τον καλλιτέχνη (και το δημιούργημά του) στον ή από τον χώρο της. Θα περιοριστώ λοιπόν να μιλήσω για την καλλιτεχνική δημιουργία και θα εστιάσω σήμερα στη σχέση της με την ψυχοπαθολογία, αυτό που γενικά και λαϊκά με μια ρατσιστική απόχρωση, χαρακτηρίζουμε Τρέλα. Το διευκρινίζω κάπως σχολαστικά αυτό γιατί τα δύο αυτά κεφαλαία Τ, Τέχνη και Τρέλα, είναι όροι που ατενίζουν το ζήτημα μέσα από μια αισθητικο-κοινωνική και όχι μια ψυχολογική, και σαφώς -εννοείται- ούτε καν μια επιστημονική προοπτική. Έτσι χάνουν αυτό που, κατά τη γνώμη μου, έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στον δικό μου, τουλάχιστον, προβληματισμό, το αμφίδρομο κεντρικό ερώτημα: «Πώς επιδρά η ψυχοπαθολογία στην καλλιτεχνική δημιουργία, και ειδικότερα την ποιητική δημιουργία; και αντιστρόφως : Πώς επιδρά η ποιητική δημιουργία στην ψυχοπαθολογία;». Επιπλέον, δεν θα ασχοληθώ απόψε με τις άλλες περιοχές της δημιουργικότητας, αν και αυτά που θα πω για την καλλιτεχνική δημιουργία και τη σχέση της με την ψυχοπαθολογία ίσως και να τις αφορούν σε κάποιο βαθμό. Αλλά για να πει κανείς κάτι σοβαρό γι’ αυτές πρέπει να τις μελετήσει αυτόνομα.
Σήμερα, λοιπόν, θα μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις μου για τη σχέση ψυχοπαθολογίας και ποιητικής λειτουργίας. Θα στρέψω τον φακό στο ψυχολογικό σκέλος και θα προσπαθήσω να οργανώσω τη σκέψη μου γύρω από τα ακόλουθα ερωτήματα, χωρίς να μπορώ, βέβαια, λόγω χρόνου, να αναφερθώ σε κάθε ένα διεξοδικά:
- Χρειάζεται να έχει ψυχοπαθολογία ο ποιητής για να είναι ποιητής;
- Το είδος και η ένταση της ψυχοπαθολογίας μπορεί να ενισχύει ή να υπονομεύει την ποιητική δημιουργία;
-Υπηρετεί ίδιες ανάγκες η ποιητική δημιουργία σε ποιητές με και χωρίς σοβαρή ψυχική νόσο; (μια ερώτηση που αφορά ψυχιάτρους)
-Πώς επηρεάζεται η ποιητική του ποιητή από το είδος της ψυχοπαθολογίας του; (μια ερώτηση που αφορά φιλολόγους, ή βιογράφους)
-Η ποιητική λειτουργία έχει θεραπευτική επίδραση στον ποιητή;
και τέλος,
-Έχει νόημα να κάνουμε τέτοιες ερωτήσεις;
Η σχέση της δημιουργικότητας με την ψυχοπαθολογία αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένης επιστημονικής έρευνας εδώ και αρκετές δεκαετίες. Ιστορικά το ερώτημα έχει ήδη τεθεί πριν 2.000 χρόνια από τον Αριστοτέλη και το σχόλιο αυτό αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη σύνδεση μεταξύ ψυχοπαθολογίας και ευφυΐας: «Γιατί αυτοί που διαπρέπουν στη φιλοσοφία, την πολιτική, την ποίηση και τις τέχνες είναι ξεκάθαρα μελαγχολικοί και μερικοί, σε τέτοιο βαθμό, που επηρεάζονται από ασθένειες που προκαλούνται από την μαύρη χολή;» Η θεωρία αυτή έγινε αρκετά δημοφιλής στη Δυτική ιστορία και φιλοσοφία και κατά τον 19ο αιώνα η έννοια της «τρελής ιδιοφυΐας – mad genius», ουσιαστικά εδραιώθηκε, φτάνοντας μέχρι το σημείο ο φρενίατρος Lombroso (1895), να αναφέρει ότι η ευφυΐα αποτελεί ελάττωμα, αν και αυτή η ακραία άποψη αμφισβητήθηκε στη συνέχεια.
Στις ημέρες μας, το στερεότυπο αυτό διατηρείται και υποστηρίζεται από πρόσφατες ιστορικές αναλύσεις και από δημοφιλή μέσα ενημέρωσης, τα οποία τροφοδοτούν το στερεότυπο του πάσχοντος καλλιτέχνη και της τρελής ιδιοφυΐας. Ως αποτέλεσμα, ακόμα και σήμερα, η θεωρία ότι «μέσα στους καλλιτεχνικούς κύκλους η τρέλα, η μελαγχολία και η αυτοκτονία είναι κάτι το συνηθισμένο και φυσιολογικό» είναι αρκετά διαδεδομένη, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει τη δημιουργικότητα δημιουργώντας στερεότυπα που περνάνε από γενιά σε γενιά.
Το στερεότυπο του «τρελού καλλιτέχνη» μειώνει το κύρος των δημιουργών και της δουλειάς τους από τη μία, κι από την άλλη δημιουργεί ένα μύθο γύρω από τον καλλιτέχνη που εξάπτει το ενδιαφέρον του κοινού. Σε μια έρευνα, γι παράδειγμα, φοιτητές πανεπιστημίου εκτίμησαν περισσότερο το έργο του Van Gogh «Τα Ηλιοτρόπια», αφού πληροφορήθηκαν την ιστορία του ζωγράφου με τον κομμένο λοβό αυτιού, σε σχέση με συμφοιτητές, τους οι οποίοι δεν γνώριζαν αυτή την πληροφορία. Αυτό έχει διττή επίδραση στους καλλιτέχνες. Από τη μια μπορεί να καλλιεργούν μια εκκεντρικότητα για να αυξήσουν την περιέργεια του κόσμου για το έργο τους αλλά επίσης, συχνά τα δημιουργικά άτομα που αντιμετωπίζουν πραγματικά ψυχικά προβλήματα, μπορεί να μην επιδιώκουν την προσφυγή σε ειδικό θεραπευτή -ή να μη συμμορφώνονται με τις συστάσεις του- από φόβο μήπως αυτό επηρεάσει αρνητικά τη δημιουργικότητά τους.
Υπάρχουν, αδρά, τρείς πιθανοί τρόποι σύνδεσης της δημιουργικότητας με την ψυχοπαθολογία.
- Η ψυχοπαθολογία επάγει δημιουργικότητα
- Η δημιουργικότητα προκαλεί ψυχοπαθολογία και
- Μια τρίτη αιτία προκαλεί και διαταραχή και ψυχοπαθολογία.
Οι παραπάνω τρεις τρόποι σύνδεσης δημιουργικότητας και ψυχοπαθολογίας οδηγούν εμπειρικά σε τρεις τρόπους διεξαγωγής μελετών
- Την μέτρηση της ψυχοπαθολογίας σε δημιουργικά άτομα
- Την μέτρηση της νδημιουργικότητας σε άτομα με ψυχοπαθολογία
- Την μέτρηση της συν-μεταβολής (covariance) της δημιουργικής ικανότητας και της έντασης των συμπτωμάτων ψυχοπαθολογίας.
Και οι τρεις προσεγγίσεις είναι χρήσιμες και τα αποτελέσματα που προκύπτουν οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα.
Ας συνοψίσουμε, χωρίς τεχνικές λεπτομέρειες, τι ξέρουμε από όλες αυτές τις μελέτες για το ψυχολογικό προφίλ των ποιητών. Έχουν:
- Πολύ υψηλή δεκτικότητα σε νέες εμπειρίες (φαντασία, αισθητική, πολυπλοκότητα)
- Έντονη συναισθηματική ευαισθησία και ένταση συναισθημάτων
- Ελαφρώς αυξημένο Νευρωτισμό / τάση για υπερβολική σκέψη· μικτή Εξωστρέφεια (πολλοί είναι αμφιβερτικοί ή εσωστρεφείς)
- Ανεπτυγμένη αποκλίνουσα σκέψη· μεταφορική και συνειρμική επεξεργασία
- Ήπια χαρακτηριστικά “θετικής σχιζοτυπίας” (ασυνήθιστες εμπειρίες, αναζήτηση μοτίβων)
Και ως προς το ψυχοπαθολογικό προφίλ των ποιητών, βρίσκουμε:
- Αυξημένη συχνότητα διαταραχών διάθεσης σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό: φάσμα διπολικής διαταραχής (κυκλοθυμία / υπομανία), μείζονα κατάθλιψη
- Υψηλότερα ποσοστά αγχωδών διαταραχών· ορισμένα στοιχεία ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής (τελειομανία), αϋπνία, (κοινωνική αποφυγή, αγοραφοβία)
- Μεγαλύτερη ευαλωτότητα σε χρήση ουσιών σε ορισμένες ομάδες
- Ήπια θετική σχιζοτυπία (ασυνήθιστες εμπειρίες, συνειρμική σκέψη) χωρίς ψύχωση
Κάναμε μια μελέτη (διδακτορική διατριβή Α. Κανδαράκη, 2019) στο ΕΚΠΑ όπου διερευνήσαμε τις ενδοψυχικές διαφορές μεταξύ λογοτεχνών, με και χωρίς σοβαρό ιστορικό ψυχοπαθολογίας, αναλύοντας σ’ ένα ευρύτερο φάσμα τις παραμέτρους που επηρεάζουν τη δημιουργικότητα. Δεν θα σας κουράσω με τις μεθοδολογικές λεπτομέρειες, απλώς θα αναφέρω ότι χρησιμοποιήθηκαν τέσσερα ανεξάρτητα ερωτηματολόγια σ’ ένα σημαντικό αριθμό ατόμων, με παρόμοια κοινωνικό-δημογραφικά χαρακτηριστικά, προκειμένου να γίνει ασφαλής διεξαγωγή συμπερασμάτων στις συγκεκριμένες ψυχολογικές παραμέτρους. Το δείγμα που χρησιμοποιήθηκε στην μελέτη ήταν αρκετά μεγάλο ( > 100 ατόμων) με περίπου ίση κατανομή ατόμων μεταξύ των δύο ομάδων μελέτης. Τόσο η κατανομή ηλικίας και φύλου όσο και μορφωτικού επιπέδου, ήταν παρόμοια μεταξύ των δυο ομάδων.
Συνολικά, τα αποτελέσματα της διατριβής έδειξαν ότι οι λογοτέχνες με ιστορικό επίσημης ψυχοπαθολογίας παρουσιάζουν αυξημένη συχνότητα παιδικού τραύματος, λεπτότερα (πιο διαπερατά) όρια προσωπικότητας και έτειναν να χρησιμοποιούν σε μεγαλύτερη συχνότητα πρώιμους μηχανισμούς άμυνας σε σχέση με την ομάδα χωρίς ιστορικό ψυχοπαθολογίας. Επιπλέον, φάνηκαν να εκφράζουν την εσωτερική σχέση τους με τη δημιουργικότητα υπό το πρίσμα της «ανάγκης» και όχι της «επιθυμίας», ενώ συχνότερα χρησιμοποιούν το δημιουργικό τους έργο ως το μοναδικό μέσο διαβίωσης.
Ας προσπαθήσω τώρα, λοιπόν, να παρουσιάσω την δική μου κατανόηση ή καλύτερα σύνθεση, ή ακόμα ορθότερα την δική μου πρόταση για αυτά που συζητάμε.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χωρίς συναισθήματα και χωρίς αντιληπτικές εντυπώσεις, καλλιτεχνική δημιουργία δεν προκύπτει. Κατά τον Προυστ, η συναισθηματική βάση της δημιουργίας είναι η οδύνη, αλλά θα πρόσθετα, με όλο το σεβασμό αλλά χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, αρκετά συναισθήματα ακόμη: τον θαυμασμό, την περιέργεια, τον εντυπωσιασμό, τον έρωτα, την ανία. Η ανία, θα μπορούσε μέσα από συνιστώσες της, τη στέρηση περιεχομένου, το αίσθημα κενού και την έλλειψη νοήματος να χαρακτηρισθεί κι αυτή ως μια μορφή οδύνης, τα άλλα όμως όχι. Νομίζω θα ήταν λάθος να διανύσουμε μια περίπλοκη συλλογιστική για να αμαυρώσουμε την θετική τους ποιότητα, ακόμη κι αν μερικές φορές αυτά τα θετικά συναισθήματα δεν αποτελούν παρά άμυνες απέναντι σε μια πολύ βαθιά οδύνη. Ποιος θα αρνιόταν ότι ο έρωτας είναι εξίσου υπεύθυνος για την ποιητική δημιουργία όσο και ο θάνατος; Και είμαι βέβαιος ότι ο έρωτας δεν χρειάζεται τον θάνατο για να είναι έντονος και για να έχει την ανάγκη να εκφραστεί και να οδηγήσει σε ποιητική δημιουργία, που μερικές φορές μπορεί να ορισθεί σαν αριστούργημα. Πρέπει να παραδεχτώ βέβαια ότι ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι ισχυρότερο ποιητικό ερέθισμα από τον εκπληρωμένο. Μόνο και μόνο γιατί η ψυχική πίεση που ασκεί είναι πολύ εντονότερη από τον εκπληρωμένο. Αν καταφέρεις να πας στο κρεβάτι τη μούσα σου χάνει με τον καιρό κάποιες από τις μαγικές της ιδιότητες ...
Αν επιμείνουμε στον ορισμό της δημιουργίας ως μιας βιο-ψυχικής ανάγκης - όπως έχω φτάσει να πιστεύω ότι είναι - θα πρέπει να είμαι και λίγο πιο βιολογιστής στη σκέψη μου: ίσως είναι η εκτροπή του συναισθήματος προς μια κατάσταση ανισορροπίας που είναι απαραίτητη για να βάλει μπροστά τη δημιουργική διαδικασία. Έτσι που να χρειάζεται κάτι να εκτονώσει την ανάγκη αυτή, σε βιολογικό επίπεδο, και να επαναφέρει μια ισορροπία. Όπως αντιλαμβάνεσθε προτείνω έναν βιολογικά ομοιοστατικό ρόλο για τη δημιουργία, και κατά συνέπεια και για την καλλιτεχνική δημιουργία.
Γιατί λοιπόν νομίζει ο κόσμος ότι οι ποιητές είναι ανισόρροποι; Είναι; Αυτό είναι το ερώτημα νούμερο ένα. Χρειάζεται να έχει ψυχοπαθολογία ο καλλιτέχνης για να είναι καλλιτέχνης; Η ανάγκη για καλλιτεχνική δημιουργία σου συμβαίνει νωρίς. Δεν την διαλέγεις, αναφύεται. Οι έρευνες στην κληρονομικότητα δείχνουν πως υπάρχουν γονιδιακά και οικογενειακά χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν αυτούς που η φύση έχει προικίσει με το γονίδιο της καλλιτεχνικής ανάγκης. Και στο οικογενειακό τους δέντρο βρίσκει κανείς συχνά άτομα με καλλιτεχνική ενασχόληση. Αντίστοιχα ευρήματα υπάρχουν και για τους ανθρώπους με σοβαρή ψυχοπαθολογία. Φέρει κανείς μέσα του τα σπέρματα της δυνατότητας για ψυχική νόσο, και όσο πιο χαρακτηριστική και σοβαρή είναι η ψυχική διαταραχή, τόσο πιο γενετικά καθορισμένη είναι. Και βρίσκεται συχνά και στον οικογενειακό ιστό. Και τα δύο – και η δημιουργικότητα και η τάση για ψυχική διαταραχή είναι φαινόμενα συχνά στον γενικά πληθυσμό, ειδικά αν εντάξουμε στην ψυχοπαθολογία την κατάθλιψη και την κατάχρηση ουσιών, μαζί με το αλκοόλ. Έτσι, και μόνο στατιστικά αν το δούμε, η πιθανότητα να συνυπάρχουν είναι μεγάλη. Η συνύπαρξη τους όμως δεν σημαίνει αιτιολογική συσχέτιση. Το ξαναλέω. Η συνύπαρξη τους δεν σημαίνει αιτιολογική συσχέτιση. Υπάρχουν καλλιτέχνες που έχουν το πάθος της δημιουργίας και δεν είναι «τρελοί» με κανένα τρόπο. Μπορεί να έχουν κάποια πάθη ή κάποιες προσωπικές παραξενιές, αλλά αυτά δεν νομιμοποιείται κανείς να τα χαρακτηρίσει τρέλα και είναι βέβαιο πως αντίστοιχα πάθη και παραξενιές έχουν και πολλοί μη-καλλιτέχνες.
Όταν μελετήσουμε επίσημες και σοβαρές ψυχιατρικές παθήσεις, όπως η σχιζοφρένεια, οι ερευνητικές εργασίες δεν δείχνουν σπουδαίες συσχετίσεις με την καλλιτεχνική δημιουργία. Ένας ασθενής που ζωγραφίζει δεν είναι αναγκαστικά καλλιτέχνης και ένας καλλιτέχνης που εμφανίζει κάποια στιγμή στη ζωή του σχιζοφρένεια δεν θα περίμενε κανείς να σταματήσει να δημιουργεί, εφόσον η αρρώστια του δεν καταργήσει τελείως την ικανότητα του για δημιουργία. Θα περιμέναμε όμως να αυξηθεί η ανάγκη του να εκτονώσει την ψυχική του πίεση μέσα από την τέχνη του και η μορφή της καλλιτεχνικής του δημιουργίας θα επηρεαζόταν, αφού αυτή η μορφή αναπαριστά την κατάσταση της ψυχής του. Αυτό είναι ευδιάκριτο στις φάσεις της ζωής του Βαν Γκογκ που αναφέραμε, όταν ήταν κι όταν δεν ήταν άρρωστος.
Αντίθετα με την επίσημη σχιζοφρένεια, η σχιζοειδικότητα, εκείνη η τάση δηλαδή που έχουν κάποιοι άνθρωποι να είναι μοναχικοί εκ πεποιθήσεως, με ιδιαίτερη απομάκρυνση από τις κοινωνικές σχέσεις, παράξενοι και εκκεντρικοί θα έλεγε κανείς, αλλά όχι τρελοί με την κραυγαλέα έννοια, αυτή η «παραξενιά», φαίνεται από έρευνες πως έχει μια σχέση με την δημιουργικότητα, ίσως γιατί, όπως είναι προφανές, έχει την ιδιότητα να παράγει καινοφανείς σχηματισμούς και ιδιαίτερες διαμορφώσεις, ψυχικές και καλλιτεχνικές, και λόγω της μοναχικής ζωής δίνει ιδιαίτερο χρόνο στον καλλιτέχνη να τα επεξεργαστεί ανεπηρέαστος, με τον δικό του τρόπο.
Η πιο συχνή όμως ψυχοπαθολογική οντότητα στους καλλιτέχνες, μας λέει η επιστήμη, είναι η διπολική διαταραχή, η μανιοκατάθλιψη δηλαδή. Και ειδικά στους ποιητές και στους συγγραφείς η κατάθλιψη και ο αλκοολισμός είναι τα πιο συχνά απ’ όλα. Δεδομένου δε, ότι και ο αλκοολισμός θεωρείται στην ψυχιατρική ισοδύναμο συναισθηματικής διαταραχής, ο κεντρικός αγωγός της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι το συναίσθημα, όχι η τρέλα, με την κοινή τουλάχιστον έννοια. Ο Schumann όταν ήταν σε μανιακή φάση έγραφε εύκολα πολλές συμφωνίες, όταν ήταν σε καταθλιπτική φάση έγραφε ελάχιστες και με δυσκολία. Σε καλλιτέχνες όπου η πάθηση επηρεάζει τις αντιληπτικές εμπειρίες η ψυχοπαθολογία μπορεί να αποτελεί και πηγή έμπνευσης: δίνει τον εντυπωσιασμό που απαιτείται, κινεί την περιέργεια, προκαλεί το νόημα, ανατρέπει την τάξη του κόσμου, εισάγει το καινοφανές. Η επιληψία του Ντοστογιέφσκι, οι ημικρανικές αύρες του Ντε Κίρικο οι ψευδαισθήσεις του Σοστακόβιτς, βρίσκουν τον τρόπο να μπουν στις συγγραφικές εικαστικές και μουσικές εικόνες τους. Σε περιπτώσεις καλλιτεχνών που υπέφεραν από χρόνιο σωματικό πόνο, όπως η Φρίντα Κάλο, βλέπουμε πόσο συχνές είναι οι προσωπογραφίες και πώς εικονοποιείται η διάσπαση του σώματος από αυτή την διαρκή οδύνη. “Δεν υπήρξα ποτέ τρελός. Εκτός από περιπτώσεις που κάτι άγγιξε την καρδιά μου !” γράφει ο Έντγκαρ Άλαν Πόε. Και ο TS Eliot: “Ο σκοπός της ποίησης είναι να μετατρέψει το αίμα σε μελάνι”
Πώς κολλάνε αυτά με την ομοιοστατική μου θεωρία για την καλλιτεχνική δημιουργία, και κατ’ επέκταση την ποιητική; Κατά τη γνώμη μου λένε ότι οι καλλιτέχνες είναι, κατ’ αρχήν, ευαίσθητα αντηχεία από βιολογική κατασκευή και από οικογενειακό περιβάλλον. Στην προσωπικότητά τους τα συναισθήματα βιώνονται έντονα, η αποσταθεροποίηση είναι εύκολη και η ανάγκη τους για μηχανισμούς αποφόρτισης που να τους επιτρέψουν να ανακουφιστούν και να νιώσουν καλά με τον εαυτό τους είναι μεγάλη. Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να οδηγήσουν εύκολα στο πάθος, και στα πάθη, πολλές φορές στη δυσκολία του χαρακτήρα, αλλά όχι στην τρέλα, εκτός αν υπάρχει τέτοιο ιδιοσυστασιακό υπόβαθρο εκ παραλλήλου. Εάν υπάρχει κάτι τέτοιο, θα βρει τρόπο να αλληλεπιδράσει με το περιεχόμενο, το ρυθμό παραγωγής, τη μορφή της τέχνης τους κλπ. Και τα δύο θα γίνουν αμάλγαμα μέσα από τον κοινό δρόμο της ψυχής.
Λόγω της ιδιοσυστασιακής τους κλίσης, οι δημιουργοί χρησιμοποιούν την καλλιτεχνική δημιουργία ως ένα εργαστήριο όπου μπορούν να μεταβολίσουν και να αδρανοποιήσουν την ένταση, αλλά και να νιώσουν ότι καταφέρνουν να κυριαρχήσουνστις δυσκολίες τους με αυτό τον τρόπο - ο τεχνικός όρος είναι mastery- , δηλαδή να προστατεύσουν και να αναπτύξουν την αυτοπεποίθησή τους. Με δύο λόγια χρησιμοποιούν την «κλίση» με την οποία τους προίκισε η φύση ως έναν ομοιοστατικό και αναπτυξιακό μηχανισμό ώστε να μπορέσουν να υπάρξουν και να αναπτυχθούν ψυχικά. Τίποτα κακό σε αυτό. Όλοι χρησιμοποιούμε τις κλίσεις και τις ευκολίες μας. Και μετά μας γίνονται συνήθεια, ταυτότητα, νέα ανάγκη. Όσο μου είναι σαφές ότι οι καλλιτέχνες είναι σε μεγάλο βαθμό έρμαια των συναισθηματικών διακυμάνσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού τους, σε άλλοτε άλλο βαθμό, εξαιτίας της ευαισθησίας τους και της ψυχοπαθολογίας τους (και δεν ξεχνώ ποτέ ότι και η διασημότητα είναι μια μορφή κοινωνικού αποκλεισμού ) όμως, άλλο τόσο μου είναι σαφές ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες την «πειράζουν» αυτή την ευαισθησία, δηλαδή προσπαθούν με διάφορους τρόπους - ουσίες, καταστάσεις που προκαλούν ιδιαίτερους τρόπους χαύνωσης, έκθεσης ή απομόνωσης- να κινητοποιήσουν την ευαισθησία τους ώστε να ξαναμπεί μπρός ο κύκλος της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Η ποιητική δημιουργία ειδικά μπορεί να έχει μορφοποιό δύναμη και συχνά αποτελεί για τους δημιουργούς ένα είδος αυτοθεραπείας. Πολλοί ποιητές το έχουν εκφράσει ρητά αυτό. Ο Τ.Σ. Έλιοτ παρομοιάζει την ψυχή του ποιητή με δοχείο που συλλαμβάνει και αποθηκεύει αμέτρητα συναισθήματα, φράσεις, εικόνες, ώσπου να συγκεντρωθούν όλα τα συστατικά από τα οποία μπορεί να συγκροτηθεί μία νέα σύνθεση, Η Τζόϊς Κάρολ Όουτς λέει: «Αυτές οι εικόνες, αυτά τα συναισθήματα, τόσο άφατα, πρέπει να μεταφερθούν σε λεκτικές στρατηγικές για να μπορεί κανείς έστω να αρχίσει να τα σκέφτεται». Και ο επίσης Αμερικανός ποιητής Γουέσλι ΜακΝέρ δίνει μια πολύτιμη προσωπική μαρτυρία για τη γραφή ως θεραπεία του τραύματος: «Βρήκα μια φράση τόσο σκοτεινή και τόσο πλήρη για αυτό που είχα ζήσει και έτσι μπόρεσα να ξορκίσω λίγο από το σκοτάδι του τραύματός μου».
Ο μετασχηματισμός των συναισθημάτων, των εμπειριών και των σωματικών αισθήσεων σε εικόνες, αφηγήσεις και συναισθηματικές απεικονίσεις με σκοπό την επεξεργασία, τον εξορκισμό, την ανακούφιση, την αποσυμφόρηση κλπ, το να πάμε παραπέρα... Και από κάτω, το δομικό στοιχείο είναι ο συγκροτημένος εαυτός, η ταυτότητα, ή η προσπάθεια να διαμορφωθεί αυτή. “Αυτό είναι τέχνη...” δήλωνε ο William Carlos Williams μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο2 , “...κάτι για να το πάρεις μαζί σου ως την επόμενη στροφή, ένα πολύ μικρό πράγμα, ασύλληπτα πουπουλένιο”.
Εν κατακλείδι, είναι πεποίθησή μου ότι ποίηση και ψυχοπαθολογία είναι δρόμοι παράλληλοι, μερικές φορές τεμνόμενοι, κάποτε αγκαλιασμένοι αλλά ποτέ ταυτισμένοι, ούτε ταυτόσημοι. Προσωπικά πιστεύω ότι αν η ποιητική δημιουργία συμπληρώνεται με κάποιας μορφής ψυχοθεραπεία, μπορεί να δώσει φτερά και στον ποιητή και στην ποίησή του. Αν δηλαδή στην απελευθέρωση και στον ιδιωτικό χώρο που προσφέρει στον ποιητή η διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, δοθεί με την ψυχοθεραπεία μια περαιτέρω δυνατότητα νοητικής επεξεργασίας, αυτό αυξάνει τη δυνατότητα για περαιτέρω δημιουργία και ψυχική ανάπτυξη. Αν κάτι διακινδυνεύει ο ποιητής, κατά τη γνώμη μου, με την ψυχοθεραπεία είναι αλλαγές στην ποιητικό εκφραστικό του ιδίωμα καθώς αλλάζει ο ψυχισμός του, όχι στην ικανότητά του να δημιουργεί.
Ας δώσω και μια βιαστική απάντηση στην τελευταία μου ερώτηση, αν αυτός ο προβληματισμός έχει κάποιο νόημα. Πιστεύω πως για τους ψυχιάτρους που φροντίζουν ποιητές, και γενικά καλλιτέχνες, έχει πολύ νόημα, γιατί τους δίνει κλινική κατεύθυνση στις θεραπευτικές τους αποφάσεις. Για τους ποιητές, είμαι σίγουρος πως δεν έχει κανένα. Το νόημα το βρίσκουν μέσα από την ίδια την τέχνη τους.
(Διαφάνεια Ελένη)
Δείτε επίσης
ΔΡΑΣΕΙΣ - ΣΧΟΛΕΙΑ - Χωριά νομού Άρτας (Μαρίζα Ντεκάστρο)
17/12/24Συναντηθήκαμε διαδικτυακά το Δημοτικό Σχολείο Σκουληκαριάς* (2 παιδιά) και το Νηπιαγωγείο Σκουληκαριάς (2 παιδιά), το Δημοτικό Σχολείο Θυάμου (21 παιδιά), το Νηπιαγωγείο Χαλκιόπουλου (19 παιδιά) και εγώ.






