ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ: Λουκίδου, Μαραγκόπουλος, Μοδινός, Παγκράτης, Παππάς, Παστάκας, Πόθου

ΕΥΤΥΧΙΑ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

 

ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ


Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
​που αποδειχτήκατε δειλές
και σπεύδατε να μας σώσετε
σαν θαύμα αναπάντεχο
πριν καν να γίνει η δέηση.

Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο
– τέλεια να μιμείται καλπασμό –
να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς
στη σύνεση καθηλωμένους

ή πιο συχνά
με μια πειθώ δημαγωγού
και ασφαλιστή συγχρόνως
ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας
ρίζες χοντρές και στέρεες
που εγγυώνται βλάστηση
ανθούς, καρποφορία...
Μα, εντέλει, τίποτε απ’ αυτά.
Μονάχα ρίζες
που εγγυώνται ρίζες.

Κι είναι για άλλους
η ζωή και η αποστασία
του δρόμου η σκόνη η άγια
κι οι αγρυπνίες στη χάρη της.

Για εσάς
είν’ τα προσχήματα και τα μεθοδευμένα
η αρτιμελής ζωή και οι φαντασιώσεις
για να μπορεί επ’ άπειρον
του φόβου το βατράχι να κοάζει
για να ανθίζει επιτυχώς
η ομοιομορφία·

σαν κάτι νύχτες νοσηρές
που από πλήξη αφόρητη
τις λάμπες απ’ τους δρόμους
ξεβιδώνουν
και τις βιδώνουνε μετά
μέχρι να ’ρθει τ’ άλλο πρωί.
Μια εναλλαγή μηχανική
με βλέμμα άδειο, σταθερό
λες και μιμούνται θάνατο.

Οι νύχτες...

Ως το πρωί.

Βιδώνουν
ξεβιδώνουν...
Με βλέμμα άδειο
σταθερό.

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
που αποδειχτήκατε σοφές
διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή
κι αθώα οπισθοχώρηση...

Μας μάθατε για τα καλά
πως ό,τι δεν μας συναντά
αυτό στο τέλος
μας διασχίζει.

Αφόρετα θαύματα, Κέδρος 2017

 

ΑΡΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

                                                                                   

                                                          Έτσι όπως τους έσπρωχνε η μοίρα στην κατάσταση που βιώναμε τότε,
                                                           ό,τι είχαν δει κι ό,τι είχαν κάνει είχε φτάσει πια να τους πνίγει ως τον
                                                           λαιμό, δεν άντεχαν άλλο. Γι' αυτό και έπρεπε είτε να πεθάνουν είτε
                                                           να ζήσουν προχωρώντας μπροστά. Προχώρησαν μπροστά.

                                                                                             Λουίζ Μισέλ, Le Monde Nouveau, 1888.

 

20 Νοέμβρη, υπνοδωμάτιο των Λαφάργκ

 

Εκείνη τη Δευτέρα, αργά το βράδυ, λίγο πριν πέσουν για ύπνο, η Λόρα, με ύφος ανθρώπου
που ρωτά αν θα σβήσει το φως

– Βιβλιομαντεία ή ουτοπίες;

– Θέλω να φύγουμε πριν πιάσουν τα πολλά κρύα. Yποφέρω με τον παλιοχειμώνα. Εμείς οι Κρεολοί είμαστε άνθρωποι του ήλιου!
γκρίνιαξε ο Πολ.

– Όποτε σε βολεύει είσαι Κρεολός… Δεν μου απάντησες όμως…

– Ουτοπίες, Λόρα, ουτοπίες βέβαια, και διαλέγω Μπλανκί! Το μισοκοιμισμένο σκυλί στα πόδια του κρεβατιού κούνησε
την ουρά του.

– Λοιπόν δεν θα το πιστέψεις! Το είχα έτοιμο για βιβλιομαντεία! έκανε η Λόρα με το
χαμόγελο επιμελούς μαθήτριας και σήκωσε από το κομοδίνο δίπλα της την Αιωνιότητα διά των Αστέρων.
Εμπρός, ξεκίνα, Πολ!

 

…κάθε άνθρωπος κατέχει στο σύμπαν έναν ατελείωτο αριθμό αντιτύπων
που βιώνουν τη ζωή του, ακριβώς όπως τη βιώνει κι ο ίδιος. […] Κάθε
δευτερόλεπτο διαθέτει ταυτόχρονα σε δισεκατομμύρια αντίτυπα σωσίες
που γεννιούνται, άλλους που πεθαίνουν, άλλους που η ηλικία τους
κλιμακώνεται από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο, από τη γέννησή του ως
τον θάνατό του. […] Επομένως, ο καθένας μας έχει ζήσει, ζει και θα ζει χωρίς
σταματημό, με τη μορφή εκατομμυρίων alter ego. […] Μοιραζόμαστε την
ίδια μοίρα με τους πλανήτες, τις μητέρες τροφούς μας που μέσα στους
κόλπους τους κατορθώνεται αυτή η ανεξάντλητη ύπαρξη.

 

– Και, παρ’ όλα αυτά, δεν αυτοκτόνησε! είπε η Λόρα συλλογισμένη μόλις ο Πολ τέλειωσε
την ανάγνωσή του.

– Μα, από τη μεριά του είναι φυσικό. Ποιος θα ήθελε αυτή ειδικά η πράξη του να διαιωνίζεται
σε εκατομμύρια αντίτυπα!

Γέλασαν κι οι δύο, κάπως συγκρατημένα. Το τέλος του Μπλανκί, με όλες αυτές τις ονειροφαντασίες
για τ' αστέρια και τους σωσίες, τους πίκραινε. Ήταν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Της δικής τους. Το ήξεραν.

– Ήξερε πως, ό,τι κι αν έκανε πια, τον σοσιαλισμό δεν τον προλάβαινε. Γεγονός που ισχύει και για μας, ας ήταν να ζήσουμε
κι άλλα πενήντα χρόνια, Κακαντού μου! Βλέπεις, τότε που το έγραφε ο άμοιρος, στην τελευταία φυλακή του,
έπρεπε να σοφιστεί κάτι κι αυτός για να σώσει την πίστη του.

– Τι ωραία που θα ήταν να μη γνωρίζαμε ότι θα πεθάνουμε… ψιθύρισε εκείνη.
– Ναι, αλλά κανείς δεν γνωρίζει τον θάνατό του. Πότε θα συμβεί. Μην κοιτάς εμάς. Εμείς είμαστε ιδιαίτερη περίπτωση.
μείς έχουμε το προνόμιο να διαλέγουμε…
Έδειξε τον Μπλανκί που η ανάγνωση τον είχε αποκοιμήσει και τώρα άφηνε μικρούς στεναγμούς, έβλεπε όνειρο.
«Τα ζώα είναι πιο τυχερά, σ' αυτό. Δεν γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν, δεν περιμένουν κάτι. Αφήνονται καρτερικά στο γέρασμα.
Εγώ, ωστόσο, ζηλεύω τα δέντρα εκεί έξω: δεν αποχωρίζονται ποτέ το χώμα που τα τρέφει.
Σκέψου τον κέδρο και τη βελανιδιά μας! Ακόμα κι όταν, ύστερα από κάποιους αιώνες,
χάσουν τους χυμούς τους, σαπίσουν, θα μείνουν εκεί στον ίδιο τόπο και η ζωή–


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Πολ & Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού, σ. 379-384.

Διαβάζω το αισθαντικό επιστολικό μυθιστόρημα του Ζαν-Ζακ Ρουσό Julie ou La Nouvelle Héloïse,
που είχα μισοδιαβάσει στη νεότητά μου. Τώρα το αντιμετωπίζω διαφορετικά: βλέπω καλύτερα το γιατί,
ο ουσιαστικό raison d' être αυτού του έργου και η αναγνωστική απόλαυση είναι μεγάλη,
ειδικά αυτές τις σκοτεινές, ανέραστες ημέρες.

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ

 

Στην Παραγουάη
 

Την δεκαετία του 1730, που ο πρόγονός μου Χόρχε Σούρλα Μπάστος  φτάνει σ’ αυτά τα εδάφη,
οι τριάντα περίπου ιεραποστολές λειτουργούν αρμονικά -όσο αρμονικά μπορεί να λειτουργήσει
μια ανθρώπινη κοινότητα- επί έναν αιώνα. Σχετική ειρήνη βασιλεύει στα εδάφη του Ρίο Παραγουάη και του Άλτο Παρανά. 
Ο συγκρητισμός  -υπό  την έννοια του μπολιάσματος των θρησκευτικών πρακτικών με αυτόχθονα στοιχεία-  
είναι ανεκτός ακόμη και από τους Ιησουίτες. Ο πληθυσμός των Ρεντουσσιόνες  ξεπερνά κάποια στιγμή,
σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τους 140.000 κατοίκους.  Ο όρος “κράτος εν κράτει” μπορεί να χρησιμοποιηθεί
στην περίπτωσή τους κυριολεκτικά – μάλιστα δεν είναι λίγοι οι ιδεαλιστές της εποχής που οραματίζονται
μια αυτόνομη ινδιάνικη δημοκρατία. Η παραγωγικότητα αυξάνει ανεμπόδιστα και τα προϊόντα τους εξάγονται
μέσω του Ρίο ντε Λα Πλάτα  και των υψιπέδων του  Μάτο Γκρόσο, ακόμη και στην Ευρώπη.
Έτσι κι αλλιώς μια πρώιμη μορφή παγκοσμιοποίησης,  αγκαλιάζει ήδη τότε τον πλανήτη με διάφορες μορφές - εταιρείες,
συμπράξεις, μεταναστεύσεις, πολιτισμικές επιμειξίες. Ο κόσμος,  μοιάζει με ένα πεδίο άξιο διερεύνησης
στα μάτια του Χόρχε αν και τίποτα δεν μοιάζει να τον εκπλήσσει ιδιαίτερα: έχει μπροστά του νέες μορφές της ανθρωπότητας
με όλα της τα πάθη, τα μίση, τους πόθους, τις ελπίδες,  και κυρίως τις αποκλίνουσες μορφές κοινωνικής της οργάνωσης.
Έτσι, τέλος πάντων, νομίζω πως βλέπει τα πράγματα όταν πάνω σε ένα κάρο με ξύλινους τροχούς που το σέρνουν
δυο μακρυκέρατα βόδια, μπαίνει ένα απομεσήμερο μαζί με τον Βάσκο φίλο του Ερνέστο Αθπιλικουέτα
στην Πλάθα ντε Άρμας της Ασουνσιόν, όπου μόνο σκυλιά συναντούν να κοντανασαίνουν με τη γλώσσα έξω
στη σκιά των τροπικών ακακιών, με τα αιμάτινου χρώματος άνθη τους.

*
Αλλά γιατί να σε κουράζω με όλα αυτά, που λίγο σε αφορούν στο κάτω κάτω, καλέ μου αναγνώστη; 
Η ζωή συνεχίζεται και δεν είναι πάντοτε  ανέφελη - ούτε καν εδώ στην Παραγουάη.
Μια χρονιά είχαμε επιδρομή ακρίδων  που κατέστρεψαν το τρίτο της σοδειάς.
Μια άλλη, ο τόπος γέμισε κίτρινες πεταλούδες που έρχονταν  κατά εκατομμύρια μπαίνοντας στα ρουθούνια,
ακόμα  και στο στόμα ανθρώπων και ζωντανών. Μετά από μια βδομάδα τα κολεόπτερα εξαφανίσθηκαν σε τεράστιους θεαματικούς κυματισμούς. Διαπιστώθηκε κάποια στιγμή ότι οι αλιγάτορες είχαν πολλαπλασιαστεί τόσο πολύ από την υπερπροστασία
που διεκδίκησαν και επέβαλαν οι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές,  ώστε  τα ερπετά καταβρόχθιζαν πια μέχρι 
και απερίσκεπτα γελάδια - οπότε η κυβέρνηση διέταξε επιτέλους την επιλεκτική εξόντωσή τους.
Δεκάδες χιλιάδες πυροβολημένοι αλιγάτορες σάπιζαν κατά μήκος των μεγάλων ποταμών της χώρας μέχρι
να αποφασισθεί τι θα τους κάνουν. Μας επισκέφτηκε το 2019 η περιοδική  έξαρση του ενδημικού
δάγκειου αιμορραγικού πυρετού  με διόλου  ευκαταφρόνητο  αριθμό θυμάτων, ενώ καπάκι είχαμε το μερτικό μας
στον τρόμο του κορωνοϊού μαζί με όλους τους συνοδούς προβληματισμούς – για τα  ρίσκα της παγκοσμιοποίησης,
την ταχύτητα ανταλλαγών και επικοινωνιών, την εκδίκηση της φύσης,  την αλαζονεία μας, ακόμη  και για  το θεϊκό χέρι
που τιμωρεί την απληστία (αλλιώς, την ύβρι) του ανθρωπίνου γένους.  Έχει και περιστασιακές πλημμύρες,
έχει και παγωμένους ανέμους από τις αργεντίνικες πάμπας που σε σφάζουν, όπως λέμε εδώ.
Θέλω να πω, φίλε μου,  πως η ζωή δεν είναι πουθενά ευθύγραμμη, κάτι που υποθέτω ότι γνωρίζεις,
αλλιώς δεν θα μου κρατούσες συντροφιά τόσο καιρό. 

(Ανέκδοτο απόσπασμα από το υπό εξέλιξη έργο Παραγουάη)

 

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ


ΙΑΧΗ


H θέληση μεταβολής προσκρούει στα τετελεσμένα των σφαλμάτων, στην  εκμετάλλευση τους, στη ροή
ου έπεται και δεν μπορεί να αναστραφεί. Μέγιστο λάθος είναι απλώς το λάθος. Εξάλλου ό, τι δε
λύεται κόπτεται. Δος αυτώ κατά κρανίου, ίνα μη υπεραίρηται. Μέσα μηνός Ιουλίου του δύσκολου, γιατί
τα πράγματα έτσι είναι: μάχη για μια μοιχεία εν τη καρδία.


Πολεμική ιαχή καμία...
Στων οικείων τις πτώσεις δήλωσα συμπαράσταση, ευελπιστώντας -πεπλανημένα- πως θα συμβεί το
ίδιο για τα δικά μου σκοτεινά διαλείμματα. Όμως lucida intervalla δεν υπάρχουν πια και salus populi
αι «ακούστε εγώ είμαι ο γκρεμιστής γιατί είμαι εγώ κι ο κτίστης».
Είναι η πτώση του πρώτου αυτή που ενδιαφέρει, έστω κι αν πέφτει και ο εκ των εσχάτων
έσχατος. Ωστόσο, όταν, ως πανταχόθεν βαλόμενος στόχος, επιμένεις, παραίτηση στην παραίτηση, να
παγιώσεις την ευθεία σου, αποδέχεσαι τον ψόγο, παραχωρείς τον έπαινο.

Ένας εφιάλτης κάθε βράδυ περιμένει. Βαρύ το τίμημα να κρατηθείς σ' απόσταση απ' ό, τι σε πληγώνει.
Αν η περιχαράκωση αποκαλείται αταξία, είναι γιατί επικρατεί πως δεν υπάρχει πλέον χρόνος, αφού ο
πύρινος εργοδότης σίμωσε ανεπανόρθωτα και το νερό στα τοιχώματα ενός καταφαγωμένου αυλακιού
ακολουθεί, βέβαια, τη δική του πορεία. Εκ των υστέρων αντιλαμβάνεσαι πως σε κάθε περίπτωση η
καίρια στιγμή ήταν μία και μοναδική και πόσες φορές μπόρεσες να την αδράξεις; Οι ερμηνείες και οι
εκδοχές θ' ακονιστούνε πάλι, για να εκτιμήσουν τη «διακριτική ύπαρξη» και τα τετελεσμένα.

Επανέκαμψαν όμως με ποσοτικά κριτήρια και με ποικίλες αριθμήσεις, για να καταληστέψουν πάλι ό, τι
επιθυμούσαν. Ένας  σχοινοβάτης,  κρατώ  ισορροπίες,  τις χάνω και τις ψάχνω.
Σας εμπαίζουν

 


ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ 


Φωτισμένη σάρκα


Ήταν καλό παιδί ο Φάουστο.
Γεμάτος δύναμη και πίστη για τη ζωή.
Ονειρευόταν να γυρίσει τον κόσμο
με μια μοτοσικλέτα, όπως ο Τσε.
Με το ακορντεόν του έπαιζε την Ταραντέλα
για να χορεύουν τα παιδιά.
Όνειρό του: να χτίσει κάποτε μια μεγάλη πολιτεία,
όπου θα μένουν οι φτωχοί της γης.
Στις φάμπρικες του Μπαρατζάνο έδινε την ψυχή του,
για να κινούνται οι μηχανές.
Κι’ όταν αυτές σταμάτησαν,
έφυγε με την κοπέλα του για το χωριό του.
Ήθελαν να παντρευτούν και της έγραψε·
«Συγγνώμη που δεν μπορώ να σου δώσω όσα ονειρευτήκαμε».
Κι αμέσως λούστηκε τη φωτιά.
Τότε, πέρασαν από μπροστά του οι γονείς του, οι φίλοι του,
τα παιδικά χρόνια και η αγαπημένη του.
Ήταν μόλις 28 χρονών.
Μετανιωμένος, έριξε το κορμί του
σε μια στέρνα με βρόχινο νερό για να γλυτώσει.


Παραμονή Χριστουγέννων 2014
Από την ποιητική συλλογή Το ατίθασο μέλλον, εκδόσεις Διαπολιτισμός Πάτρα 2020
 

ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ



Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ


Το φως που καίει στο δωμάτιο μου
είναι μια λάμπα σαράντα κηρίων.
Στο χλομό της κύκλο αιχμάλωτος
τα βράδια μου περνάω: γραφή
κι ανάγνωση, μελάνες και μουτζούρες.
Ένα ολόκληρο βιβλίο οι σχισμένες μου
σελίδες. Κι η Χαριλάου Τρικούπη
ησυχάζει, κατά τις δυο-κατά τις τρεις
αραιά και που ένας βόμβος μηχανής
τη διασχίζει. Μετρώ, ξαναμετρώ
τα Φώτα των πολυκατοικιών που παρα-
μένουν αναμμένα, βέβαιος πως κάποιος
άλλος βρίσκει παρηγοριά μετρώντας
το δικό μου. Πρέπει ωστόσο να βιαστώ,
να γράψω ό,τι γράψω, όσα προλάβω δηλαδή,
πριν σβήσει και το τελευταίο φως
που με κρατάει ξενύχτη.
(Σώμα δια τριβής, Επιλεγμένα ποιήματα 1981-2018, εκδ. Ρώμη, 2018)


Διαβάζω

Διαβάζω το «Λοιμό» του Αντρέα Φραγκιά, από τον Κέδρο. Παίρνω έμπνευση να αντιμετωπίσω την καινούργια
καθημερινότητα. Ο Φραγκιάς διδάσκει  πως μόνον όποιος πατάει γερά στο παρελθόν μπορεί να δημιουργήσει τα
μελλούμενα, ή για να το διατυπώσω αλλιώς: ο συγγραφέας δεν γράφει εμπνευσμένα, είναι αυτός που εμπνέει τους άλλους.

(Μάρτιος, 2020)

 

ΜΑΡΙΑ ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΔΟΥ ΠΟΘΟΥ


ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ.

Σαν σήμερα, το 1996, έφυγε με το δικό του πλεούμενο το “βρεγμένο στην πανσέληνο”,
να πάει εκεί όπου:

“Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος. Φυσάει 
Φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος   ο θάνατος ο πόντος ο γλαυκός
       κι ατελεύτητος
Ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα”

Τι θα έλεγε άραγε με τη λαμπερή του διάνοια, αν σήμερα ζούσε, τι θα έλεγε για τα βάσανα που,
επί μια δεκαετία, αλύπητα παίδεψαν τη ζωή μας, αλλά και για τούτη την απρόσμενη συμφορά
του λιλιπούτειου “δράκοντα” που έπεσε στον πλανήτη μας.

Και πόσο θα μας βοηθούσε ο καθαρός γεμάτος Ελλάδα λόγος του.
Γιατί ήταν εκείνος ο μεγάλος Ποιητής που αγάπησε τον τόπο του από τα τρίσβαθα του πολιτισμού του
έως το καμαράκι με τα μπλε παράθυρα και την κληματαριά για να φτιάχνει ξανά και ξανά την Ελλάδα
|με “μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι!”

Σήμερα κατάλαβα γιατί, όταν φεύγει ένας αληθινά μεγάλος ποιητής, σαν τον Ελύτη,
μια τόσο λαμπερή και διορατική διάνοια, λέμε πως γινόμαστε φτωχοί. Σήμερα μου λείπει αυτό που εκείνος θα έλεγε
για τα όσα βάναυσα ζούμε. Και δεν εννοώ μόνο τα πολιτικά προβλήματα, αλλά και τα χτυπήματα που δεχτήκαμε
ως πολίτες μιας κοινωνίας που επί δέκα χρόνια χειμαζόταν από τη βαθιά κρίση.    
 Όμως ας σταθώ στη μεγάλη του ποίηση που έχει τη δύναμη να υπερβαίνει.
 
“Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες πού και πού θ’ ακούγονται και
 Με το λίγο της ψυχής μου κυανό η ΄Οξω Πέτρα μεσ’ από τη μαυρίλα
Θ’ αρχίσει να αναδύεται”

Ας ευχηθούμε, με τη δύναμη της ποίησης του, “μεσ' από τη μαυρίλα” της ζωής μας,
μια καινούρια λυκαύγεια να αναδυθεί. 
  
Η Οξώπετρα της Αστυπάλαιας, που χρόνια πριν, πριν εκδοθεί το βιβλίο,
μου είχε μιλήσει για την ποίησή του αυτή και την ονόμαζε τότε ακόμα «Τα τρία Μυστικά της Οξώπετρας»,
ήταν ο εαυτός του ο βυθισμένος στο Άγνωστο. Ομοίωση του ποιητή, που θα αναδυθεί από τα σκοτεινά βάθη
της ψυχής ο εαυτός του ο άγνωστος, θα του αποκαλυφθεί.

Στα «Ελεγεία της Οξώπετρας» είναι κατάγυμνη η ψυχή του σαν την ώρα της Αποκάλυψης.

«Και μόνο η σκέψη σου μου’ καψε όλα το χειρόγραφα», θα πει, βιώνοντας το πυρπολημένο τοπίο ή τον πυρπολημένο
από τα χρόνια και την αναζήτηση εαυτό του.
 
«Ο άγνωστος που υπήρξα πάλι ο άγνωστος να γίνω», λέει. Η άγνωστη ψυχή του, που την είπε
φωνή ποιητική και την έκαμε «δεύτερη φύση του». Αυτή που για χάρη της έμεινε για λίγο μέσα του
"Μισανοιχτό το Ακοίταχτο». Αυτή η κάποτε «επίσημη ξένη» των νεανικών «Προσανατολισμών» του.

Μόνον μια τόσο δυνατή ενόραση, ένας τόσο αληθινά μεγάλος ποιητής, θα μπορούσε να δώσει
με τέτοιους πελεκημένους στίχους το υπερβατικό τοπίο, αυτό όπου τώρα περπατάει  με την ψυχή ξυπόλητη
και με τον στίχο του στα χείλη:

“Η επαύριο της ζωής μας θα 'ναι πάλι ζωή!”

                                                                                                                 23-3-2020 

 

Επιστροφή
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ : Ραπτόπουλος, Σαράκης, Σιδηρά, Σιώτης, Σουέρεφ, Σταυροπούλου
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ : Καισαρίδης, Κοκκινάκη, Κολοτούρου. Κουτσούνης, Λοϊζίδης
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543