ΠΙΝΔΑΡΟΥ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΙ (Μεταφρασμένοι από μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων)

Ιδέα και πρόλογος του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Εισαγωγή Γιώργη Γιατρομανωλάκη

 

Μεταφράζουν:

Ολυμπιόνικος Ι (Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου)

Ολυμπιόνικος ΙΙ (Κ.Χ. Μύρης)

Ολυμπιόνικος ΙΙΙ (Γιώργος Γεωργούσης)

Ολυμπιόνικος ΙV (Διονύσης Καψάλης)

Ολυμπιόνικος V (Νικήτας Παρίσης)

Ολυμπιόνικος VΙ (Γιώργης Γιατρομανωλάκης)

Ολυμπιόνικος VIΙ (Τασούλα Καραγεωργίου)

Ολυμπιόνικος VIIΙ (Μίμης Σουλιώτης)

Ολυμπιόνικος ΙΧ (Τάκης Καρβέλης)

Ολυμπιόνικος ΙΧ (Γιάννης Δάλλας)

Ολυμπιόνικος ΧΙ (Δημήτρης Καλοκύρης)

Ολυμπιόνικος ΧΙΙ (Παντελής Μπουκάλας)

Ολυμπιόνικος ΧΙΙΙ (Κυριάκος Χαραλαμπίδης)

Ολυμπιόνικος ΧΙV (Νίκος Γρηγοριάδης)

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Πίνδαρος είναι αναμφισβήτητα ο λαμπρότερος χορικός λυρικός ποιητής της αρχαιότητας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές της Βοιωτίας (πολύ κοντά στη Θήβα) το 518 π.Χ., επτά χρόνια περίπου μετά τη γέννηση του Αισχύλου στην Αθήνα. Δεν γνωρίζουμε πολλά για τους γονείς του αλλά ο ίδιος επαίρεται για την ένδοξη και αριστοκρατική γενιά του, τους Αιγείδες που πρέπει να είχαν δεσμούς με τη Σπάρτη, τη Θήρα και την Κυρήνη. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν διάφορα ανέκδοτα σχετικά με την ποιητική του μεγαλοφυΐα που εκδηλώθηκε από ενωρίς. Έτσι λ.χ., σε μια αρχαία βιογραφία του διαβάζουμε πως παιδί ακόμη, καθώς κυνηγούσε στον Ελικώνα, κουράστηκε και έπεσε και αποκοιμήθηκε. Τότε εκεί που κοιμόταν ένα μελίσσι κάθισε στο στόμα του και έφτιαξε μια κερήθρα, ένδειξη πως από το στόμα του Πινδάρου θα ρέει λόγος μελίρρυτος. Πάντως τα πρώτα ποιητικά μαθήματα τα πήρε από το θείο του τον Σκοπελίνο, αλλά η κύρια εκπαίδευσή του έγινε στην Αθήνα, μια πόλη με την οποία συνδέθηκε πολύ στενά, μολονότι οι σχέσεις των Αθηναίων με τους Θηβαίους δεν ήταν πάντοτε ιδανικές. Σύμφωνα με ένα άλλο ανέκδοτο, οι Θηβαίοι επέβαλαν στον Πίνδαρο ένα αρκετά υψηλό χρηματικό πρόστιμο επειδή συνέθεσε έναν επαινετικό διθύραμβο για την Αθήνα. Ο μηδισμός των Θηβών στα χρόνια των Περσικών πολέμων πρέπει να υπήρξε οδυνηρό γεγονός για έναν ποιητή που εξεθείαζε σε όλη τη ζωή του την πολεμική αρετή και τις αγωνιστικές και ηρωικές αξίες. Ίσως αυτό να ήταν και η αιτία για την οποία ο ολιγαρχικός Πίνδαρος έζησε κάποιο διάστημα στην αυλή του διάσημου τυράννου των Συρακουσών και Μαικήνα της εποχής, Ιέρωνα. Ασχολήθηκε με την ποίηση πάνω από μισόν αιώνα. Η πρώτη ωδή του, ο 10ος Πυθιόνικος, γράφτηκε το 498 π.Χ., όταν ήταν είκοσι χρονών και η τελευταία, ο 8ος Πυθιόνικος, το 446 π.Χ. Τις ωραιότερες ωδές του τις συνέθεσε στις δεκαετίες 480-460 π.Χ. Πέθανε στο Άργος σε ηλικία 80 χρόνων.

            Η αρχαιότητα είχε κατατάξει το σύνολο του πινδαρικού έργου σε 17 βιβλία, δηλ. σε 17 παπύρινους κυλίνδρους που περιελάμβαναν όλα σχεδόν τα είδη της χορικής ποιήσεως: ύμνους, παιάνες, διθυράμβους, θρήνους, εγκώμια, παρθένεια (χορικά άσματα για παρθένες, που εκτελούνταν από χορό παρθένων), προσόδια, υπορχήματα και Επινίκους (σε 4 βιβλία). Οι Επίνικοι είναι οι περίφημες ωδές που γράφτηκαν, ύστερα από παραγγελία, για να τιμηθεί η νίκη περιώνυμων αθλητών στους πανελλήνιους αγώνες στην Ολυμπία, στους Δελφούς, στον Ισθμό, και τη Νεμέα. Από όλον αυτόν τον όγκο της πινδαρικής παραγωγής διασώζονται ακέραιοι 44 Επίνικοι: 14 Ολυμπιόνικοι, 12 Πυθιόνικοι, 11 Νεμεόνικοι και 7 Ισθμιόνικοι. Από το υπόλοιπο έργο διαθέτουμε μόνο αποσπάσματα. Σώζονται επίσης και αρκετά Σχόλια στους Επίνικους. Η διάσωση των Επίνικων οφείλεται σε λόγους εκπαιδευτικούς. Κάποια στιγμή (γύρω στον 2ο μ.Χ. αγώνα) μεταγράφονται τα τέσσερα βιβλία των Επίνικων σε έναν κώδικα για ευκολότερη σχολική χρήση.

           Το χορικό λυρικό άσμα -που ο Πίνδαρος υπηρετεί αριστουργηματικά- φτάνει στην ακμή του το πρώτο μισό του 5ου αγώνα. Αντίθετα το μονωδικό λυρικό άσμα, όπως αναπτύχθηκε από τη Σαπφώ, τον Αλκαίο, τον Ίβυκο κ.ά., ακμάζει μέσα στον 6ο αιώνα. Η μεγάλη ανάπτυξη του χορικού άσματος την εποχή αυτή σχετίζεται προφανώς με τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που αρχίζουν να συντελούνται προς το τέλος του 6ου αιώνα. Με την κατίσχυση του θεσμού της πόλης και της δημοκρατίας, με τη συνακόλουθη εκλάμπρυνση των μεγάλων δημόσιων αθηναϊκών εορτών, των Παναθηναίων και των Διονυσίων, με τις πατριωτικές νίκες εναντίον των Περσών, όπως και με την άνοδο ισχυρών αρχόντων στη Σικελία. Υμνοι, παιάνες, διθύραμβοι, παρθένεια εκτελούνταν σε δημόσιες γιορτές, τοπικές ή πανελλήνιες, στις αυλές μεγάλων δωρητών, σε οίκους καλλιεργημένων τυράννων που προστάτευαν και ενεθάρρυναν αυτές τις πρωτοβουλίες. Είναι η εποχή κατά την οποία οι πλούσιοι και καλλιεργημένοι προστάτες της ποίησης παραγγέλνουν σε ποιητές εγκώμια, θρήνους, γαμήλια τραγούδια (υμέναιοι) και κυρίως επινίκιες ωδές. Επί πληρωμή, φυσικά. Πολλά λέγονται για τις απολαβές του Πινδάρου και τη φιλαργυρία του. Τα περισσότερα είναι άδικα, όμως δεν πρέπει να μας διαφύγει η φανερή οικονομική συναλλαγή που υπάρχει ανάμεσα στον παραγγελιοδότη μιας εγκωμιαστικής ωδής και στον ποιητή που αναλαμβάνει τη σύνθεση αυτής της ωδής.

            Ο ίδιος ο Πίνδαρος ουδέποτε απέκρυψε αυτή τη δραστηριότητα που προφανώς ήταν κοινωνικά καθιερωμένη και αποδεκτή και από τους πλούσιους παραγγελιοδότες και από τους ποιητές. Όμως θα ήταν λάθος μας (βαρημένοι από τα ήθη της εποχής μας) να υποπέσουμε στο αμάρτημα της κακογλωσσιάς, προβάλλοντας μάλιστα τη δήθεν πνευματική και καλλιτεχνική μας ανιδιοτέλεια. Άμποτες να υπήρχαν και σήμερα τόσο άξιοι δημιουργοί και τόσο ανοιχτόμυαλοι παραγγελιοδότες, ώστε οι πρώτοι να καλλιεργούν με άνεση την τέχνη τους και οι δεύτεροι να την αποτιμούν όσο πρέπει. Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις σημερινές χορηγίες (ακόμη και όταν η όποια χορηγία είναι καλοπροαίρετη και η επιχορηγούμενη τέχνη άξια) και στη Μούσα του Πινδάρου που συμφωνεί να δίδει τη φωνή της «με ασημωμένη γλώσσα» (Μοίσα, το δε τεόν, ει μισθοίο συνέθευ παρέχειν φωνήν υπάργυρον, 11ος Πυθ., 41-2), έγκειται σε ένα απλό γεγονός που συχνά μας διαφεύγει. Η πινδαρική ποιητική «συναλλαγή» έχει να κάνει με την αξία και τη λειτουργία της ποιήσεως ως αναγνωρισμένου κοινωνικού αγαθού, ως πολύτιμου πνευματικού και κοινωνικού προϊόντος. Η ποίηση δεν είναι ένα περιττό ή άχρηστο προϊόν που παράγεται χωρίς να καταναλώνεται. Έχει ονομαστική αξία πάνω στην οποία ο παραγγελιοδότης μπορεί να επενδύσει όχι μόνο για τώρα αλλά κυρίως για το μέλλον. Η άποψη που επικρατεί είναι πως ο πλούτος δεν πρέπει να σωρεύεται, αλλά να επενδύεται στην υστεροφημία. Στον 1ο Πυθιόνικο ο Πίνδαρος προτρέπει τον Ιέρωνα, που έχει νικήσει στην αρματοδρομία, να δαπανήσει απλόχερα, αν θέλει να διατηρηθεί η φήμη και η δόξα του στο μέλλον (91 κκ.),

 

Κράτα γενναιόδωρη τη διάθεσή σου κι, αν θέλεις

λόγο γλυκό πάντα ν' ακούς, ας μην κουράζεσαι απλόχερα

                             να δαπανάς.

Σαν καπετάνιος άπλωνε στο αγέρι το πανί και, ω φίλε,

μη γελαστείς απ’ το εύκολο το κέρδος.

Μονάχα η φήμη η λαμπρή που οι θνητοί αφήνουν μετά

                          τον θάνατό τους

μηνάει για τη ζωή τους σε ποιητές και σε λογίους. [1]

 

Ο Πίνδαρος αναφέρεται επανειλημμένως στην αξία της ποιήσεώς του και φαίνεται απόλυτα βέβαιος πως οι άνθρωποι θα τον διαβάζουν εσαεί. Δεν έπεσε έξω. Αυτή όμως η ποιητική αθανασία σημαίνει πως και το κλέος των ανυμνούμενων αθλητών θα μείνει στους αιώνες. Τα αγάλματα χάνονται, τα υλικά μνημεία καταστρέφονται, η ποίηση παραμένει πάντα δραστήρια και ζωντανή. Δεν πίνει από το ποτάμι της Λήθης. Ποιοι νικητές των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων μπορούν άραγε, πέρα από την τυπική καταγραφή των επιδόσεών τους (record), να επαίρονται για αθανασία μνημειωμένη μέσα σε στίχους αθάνατους;

Ομως για να μνημειωθεί κάθε Επίνικος και μέσα από αυτόν να απαθανατισθεί ο ευγενικός νικητής (στο άρμα, στο δρόμο, στην πάλη, στην πυγμαχία, στο πένταθλον και όπου άλλού) ο ποιητής της ωδής, ο Πίνδαρος εν προκειμένω, πέρα από την αρωγή των Μουσών, θα χρειασθεί να επιστρατεύσει το ποιητικό του δαιμόνιο, τη μεγαλοσύνη του πνεύματός του, όπως λέει ο Λογγίνος, αναφερόμενος στον ποιητή. Προκειμένου λοιπόν να διατηρηθεί ένας Επίνικος στην αιωνιότητα, ο ποιητής πρέπει να ακολουθήσει κάποιους κανόνες που επιβάλλει η παράδοση της τέχνης του. Η αρχαία ελληνική ποίηση, και η αρχαία ελληνική τέχνη γενικότερα, είναι προϊόν ενός συνδυσμού: στηρίζεται σε ένα παραδεδομένο «πρόγραμμα» που ο καλλιτέχνης και ο ποιητής οφείλουν να το ανατρέπουν κάθε στιγμή. Ο δημιουργός οφείλει να ακολουθεί μια σειρά από παραδοσιακές φόρμες, ταυτόχρονα όμως οφείλει να τις ανατρέπει και να τις υπερβαίνει. Ο Επίνικος λ.χ. στηρίζεται σε ένα ακατάλυτο σχέδιο, σε ένα βασικό τριμερές σχήμα: αρχίζει με τον έπαινο του νικητή, διαφεύγει στη συνέχεια στο μυθικό παρελθόν, συναφές με την οικογένεια του τιμωμένου, και ύστερα επανέρχεται στο παρόν και επαναλαμβάνει τον έπαινο. Αυτό το σχήμα τώρα-τότε-τώρα, έπαινος-μύθος-έπαινος εμφανίζεται στον Πίνδαρο αλλά πάντοτε σε ποικιλία παραλλαγών. Μια πινδαρική ωδή είναι σαν μια μουσική συμφωνία όπου ο συνθέτης ακολουθεί την παραδεδομένη συμφωνική μορφή, αλλά την ίδια στιγμή την εμπλουτίζει με αλλεπάλληλες παραλλαγές.

           Αυτή η ιδιάζουσα συσσώρευση ποικίλων θεματικών στοιχείων μέσα σε μια πινδαρική ωδή δημιουργεί συχνά προβλήματα ερμηνείας. Το κυριότερο, κάνει την ωδή να φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, πως δεν έχει ενότητα. Ακριβώς αυτή η αναζήτηση ενότητας σε μια πινδαρική ωδή υπήρξε χρόνια το κύριο μέλημα των πινδαριστών. Αλλοι βρίσκουν ενότητα στο περιεχόμενο της ωδής καθώς διακρίνουν «μια κεντρική ενοποιούσα σκέψη (Grundgedanke) ή μια ιδέα», άλλοι βασίζονται σε εξωτερικά κριτήρια, σε μια σειρά από τυπικές («λογοτυπικές») συμβάσεις που διέπουν μια ωδή. Ωστόσο «ο πινδαρικός Επίνικος», γράφει ο Charles Segal, ένας από τους ευφυέστερους μελετητές του Πινδάρου, «είναι κάτι παραπάνω από μια προσεκτικά δομημένη αλληλουχία εγκωμιαστικών μοτίβων. Παρόλο που κάνει σαφώς χρήση λογοτυπικών αλληλουχιών και παραδοσιακών θεμάτων και εκφράσεων, η ενότητά του είναι πιο πολύ οργανική παρά μηχανική. Η πρόοδος της σκέψης κι η σημασία σε μια ωδή βασίζεται όχι απλώς στο "οριζόντιο" γραμμικό ξεδίπλωμα μερικών προγραμματικών θεμάτων, αλλά επίσης σε μια "κάθετη", μεταφορική συσχέτιση εικόνων και συμβόλων κι έναν παραλληλισμό μεταξύ μεταφοράς και πραγματικότητας, μύθου και ιστορικού παρόντος»[2].

           Σε τούτο το πυκνοϋφασμένο κείμενο ενός Επίνικου πολλά και φαινομενικά ετερόκλιτα στοιχεία συνείρονται και δημιουργούν το απόλυτο, το ολοκληρωτικό κείμενο. Τίποτε δεν είναι τυχαίο ή περιττό. Ο εγκωμιαζόμενος ήρωας εντάσσεται όχι μόνο στην κοινότητα που τον γέννησε, αλλά και σε ένα μυθικό σύστημα. Δεν εμφανίζεται μόνο ως άτομο αλλά και ως μέλος της τρέχουσας ιστορίας, ζει και στον παρόντα και στον παρελθόντα χρόνο, είναι ο λατρεμένος των θεών αλλά την ίδια στιγμή αποτελεί στόχο διαβολής και φθόνου. Εν κατακλείδι, όλα αυτά τα στοιχεία που συνιστούν μια πινδαρική ωδή (γλώσσα, μέτρο, εικόνες και μεταφορές, ιδέες, ιστορικές αναφορές, φύση, τέχνη, πολιτισμικά στοιχεία, ανθρώπινος πλούτος και δύναμη πολιτική, μυθολογία και θεολογία, γνωμική γενίκευση και ειδική λεπτομέρεια κ.λπ.) ορίζουν και προβάλλουν το απόλυτο ιδεώδες. Ωστόσο, πρέπει να τονίσουμε ότι ο Πίνδαρος δεν εξυμνεί μέσα από τους Επίνικους και ειδικότερα μέσα από τους δεκατέσσερις Ολυμπιόνικους ένα αφηρημένο «ιδεώδες». Τουναντίον, με αφορμή κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο συστήνει και προβάλλει την αίσθηση μιας ακατάλυτης ηρωικής ηθικής την οποία ο τιμώμενος νικητής φέρει ή οφείλει να φέρει.

Μολονότι, όπως αναφέραμε παραπάνω, ο Πίνδαρος διασώθηκε για λόγους σχολικούς σήμερα ελάχιστα διδάσκεται στα σχολεία μας. Μολονότι ο ποιητής είναι φορτωμένος με τεράστια φήμη πολύ λίγοι είναι εκείνοι πού τον γνωρίζουν όπως θα έπρεπε. Είναι πολύ πιθανόν πως αυτή η άγνοια των Ελλήνων για τον Πίνδαρο οφείλεται στον απρόσιτο, σχεδόν σκοτεινό, ειδικά για τους αμύητους, ποιητικό λόγο του, στην περίτεχνη και πεποικιλμένη σύνθεση των ωδών του και στη βαθύτατη και συνάμα αντισυμβατική σκέψη του. Είναι αλήθεια επίσης ότι, γενικά μιλώντας, ο Πίνδαρος κακοτύχησε στις νεοελληνικές μεταφράσεις του. Ελπίζουμε, συνεπώς, πως η πρωτοβουλία της «Εταιρείας Συγγραφέων» να παρουσιάσει τους Ολυμπιόνικους σε σύγχρονες μεταφράσεις και μάλιστα από δεκατέσσερις διαφορετικούς μεταφραστές θα συντελέσει ώστε ο διάσημος πλην άγνωστος Ποιητής να γίνει περισσότερο οικείος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό[3].

 

       ΓΕΝΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ:  Κάθε μεταφραστής στην παρούσα έκδοση των Ολυμπιόνικων ειναι υπεύθυνος για τη μετάφρασή του και την ορθογραφία που επιλέγει. Λόγοι εκδοτικοί επέβαλαν τη χρήση του μονοτονικού. Ο επιμελητής ενοποίησε  την εκδοτική μορφή των  μεταφράσεων χωρίς καμία αλλη επέμβαση εκτός από την (κατά προσέγγιση) αρίθμηση των μεταφρασμένων στίχων. Το πρωτότυπο κείμενο προέρχεται από την έκδοση  Pindari Carmina, του C.M. Bowra, O.C.T. 1961.  Οι ενδεχόμενες αναντιστοιχίες πρωτότυπου και μεταφράσεων οφείλονται στο γεγονός ότι μεταφραστες δεν χρησιμοποίησαν  όλοι την ίδια έκδοση. (Γ.Ν.Γ.)

[1] Πινδάρου Πυθιόνικοι. Μτφ. Γιάννης Οἰκονομίδης. Εἰσαγωγή καί Σχόλια Δανιήλ Ἰακώβ, "Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη", Ἡράκλειο, 1994.
[2] P.E. Easterling-B.M.W. Knox, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικῆς Λογοτεχνίας, "Παπαδήμας". Μτφ. Ν. Κονομή, Χρ. Γριμπά, Μ. Κονομή, 2η έκδ. 1994, 306.

[3] Ένα ενδιαφέρον ζήτημα, που ωστόσο βρίσκεται έξω από τους σκοπούς της παρούσας Εισαγωγής είναι η πρόσληψη του Πινδάρου από τη νεότερη λογοτεχνία μας. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να βρει πληροφορίες στην έκδοση της Βικελαίας, ό.π., 40 κκ. Για τη γενικότερη "κληρονομιά του Πινδάρου", βλ. William H. Race, Πίνδαρος, ο Ποιητής και το Ἐργο του, μτφ. Μαρία Τσάτσου, "Τυπωθήτω", 2006 261κκ.

 

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 1ος

 

Στον Ιέρωνα τον Συρακούσιο, νικητή στους ιππικούς αγώνες (476 π.Χ.)

Μετάφραση: Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

 

Το νερό η τελειότης. Μα ο χρυσός, φλόγα που καίει,

καταυγάζει τη νύχτα τον πλούτο τον μέγα.

Αλλ’ αν θέλεις, τρυφερή μου ψυχή, να υμνήσεις αγώνες,

απ’ τον ήλιο μην ψάχνεις λαμπρότερο άστρο τη μέρα

μες στον ολόφωτο αιθέρα και άλλους αγώνες υπέρτερους

από της Ολυμπίας: Πολιορκεί ο πολύσημος ύμνος τους

των ποιητών τη διάνοια και ψάλλουν του Κρόνου το γιο,

όταν φθάνουν στη μακάρια, την πλούσια εστία του Ιέρωνα.

 

Κρατεί αυτός δίκαιο σκήπτρο στη Σικελία την πολύκαρπη

και από το κάθε τι δρέπει της ανδρείας το απάνθισμα

και απολαμβάνει μουσική κορυφαία, που για χάρη του

οι άνδρες παίζουμε συχνά στα δικά του συμπόσια.

Μα ξεκρέμασε τώρα τη Δώρια τη φόρμιγγα,

αν της Πίσας και του Φερενίκου η χάρη κάπως                      Φερένικος: Όνομα αλόγου.

γλυκά έχει το νου σου διεγείρει, όταν πλάι

στου Αλφειού το ρεύμα αμαστίγωτο το άλογο

κάλπαζε οδηγώντας στη νίκη τον κύρη του,

 

το βασιλέα των Συρακουσών, το λάτρη των αλόγων, τον πανένδοξο

μέσα στην εύανδρη τη χώρα του Λυδού του Πέλοπα.

Ο κραταιός της Γης ο Κύριος Ποσειδών αυτόν αγάπησε,

όταν τον έβγαλε η Κλωθώ από καθάριο λέβητα

κι άστραφτε ελκυστικός ο ώμος του σαν φίλντισι…

Πλήθος οι θρύλοι μα συχνά των θνητών η επίνοια

πέρα πηγαίνει από την πραγματική αλήθεια

και οι μύθοι με στολίδια μύρια μας πλανεύουν.

Και η Ομορφιά, που μας προσφέρει άπειρη γλύκα,

πολλές φορές τα απίστευτα πιστευτά κάνει.

Κι ο χρόνος που έρχεται ο αδιάψευστος μάρτυς.

Το υποστηρίζω, είναι σύνηθες στον άντρα

να επαινείται σαν θεός, αν κι όχι ισάξιος.

Μα εγώ στους θρύλους θ’ αντιλέξω, γιε του Τάνταλου:

Όταν προσκάλεσε ο πατέρας σου σε γεύμα

επισημότατο στη Σίπυλο, πόλη αγαπημένη,

τους θεούς, ανταποδίδοντας τα θεία δείπνα,

τότε σε άρπαξε της Λαμπρής Τρίαινας ο Άρχων

 

τρελός από τον πόθο και με άρμα ολόχρυσο

σ’ έφερε στα ανάκτορα του Διός του Πανσεβάστου,

όπου την άλλη τη χρονιά και ο Γανυμήδης

επίσης οδηγήθηκε, τούτος του Διός δοσμένος.

 

Κι άφαντος έμενες και δεν μπορούσαν να σε φέρουν

στη μητέρα σου όσοι επίμονα σ’ έψαχναν

και τότε γείτονας φθονερός θα διέδωσε

ότι ο Τάνταλος τεμάχισε τα μέλη σου

και τα 'ριξε σε λέβητα, τα έβρασε, τα μοίρασε

ως γεύμα στους θεούς και φάγανε απ’ τη σάρκα σου!

 

Το αρνούμαι! Μου είναι αδύνατο να πω ανθρωποφάγους

μακάριους θεούς! Κακά μιλούνε

συχνά εκείνοι που τους λείπει η κρίση.

Αν θνητόν άντρα τίμησαν ποτέ οι Ολύμπιοι

αυτός ο Τάνταλος υπήρξε. Αλλά ν’ αντέξει

την άκρα ευτυχία δεν μπόρεσε. Τον κόρο του έπληξε

η Άτη η πανίσχυρη ως τεράστιος βράχος

που ο Πατέρας τού επεκρέμασε, ώστε να πασχίζει

να σώσει αιώνια το κεφάλι του μέσα στον τρόμο.

 

Κι έχει τέτοια ζωή ανυπόφορη, μέσα στο μόχθο,

και με τα βάσανα απανωτά, γιατί έκλεψε

και πρόσφερε σε φίλους του συμπότες

αμβροσία και νέκταρ από τους αθανάτους,

που με αυτά του είχαν δώσει αθανασία! Όποιος ελπίζει

να κάνει λάθη που ξεφεύγουν του θεού, αυτός σφάλλει.

Γι’ αυτό οι θεοί πίσω ξαναέστειλαν το γιό του

μαζί με των θνητών τα πλήθη τ’ άλλα, τα λιγόζωα.

Κι όταν πρωτάνθισε στο πρόσωπό του μαύρο γένι,

τότε άρχισε να τον κινεί η έγνοια του γάμου.

 

Θέλησε την περίφημη Ιπποδάμεια, την κόρη,

του βασιλέα της Πίσας, του Οινομάου.

Κι όταν τη νύχτα ζύγωσε στ’ άσπρο ακρογιάλι,

κάλεσε τον πολύβουο της Μεγίστης Τρίαινας Κάτοχο

κι αυτός σχεδόν μπροστά του επεφάνη

και του είπε ο Πέλοπας: «Ω, Ποσειδώνα,

εάν μου μέλλονται απ’ την Κύπρη δώρα αγάπης,

του Οινομάου εμπόδισε το χάλκινο το δόρυ

και οδήγησέ με με γοργό άρμα στην Άλη,

κι εκεί ας πατήσω κραταιός. Γιατί έχει εκείνος

δεκατρία παλικάρια αφανίσει ήδη, μνηστήρες

της κόρης του. Το γάμο όλο αναβάλλει!

 

Μόνο ο δειλός τον αποφεύγει το μεγάλο κίνδυνο.

Όμως, όσους ο θάνατος έτσι ή αλλιώς τους περιμένει

γιατί άγνωστοι να ζαρώνουν στο σκοτάδι ως τα γεράματα

χωρίς το μερτικό τους στα Ωραία Έργα όλα;

Σε μένα ανήκει αυτός ο άθλος! Βοήθησέ με!»

Έτσι είπε. Και εισακούστηκε αμέσως.

Τον ευλογεί ο Θεός και χρυσό άρμα

με άλογα ακάματα και φτερωτά του δίνει.

 

Συνέτριψε τον Οινόμαο, πήρε την κόρη του γυναίκα

και έξι γιούς πολέμαρχους του έκαμε εκείνη.

Και τώρα πια, θαμμένος στου Αλφειού τις όχθες,

σε περίοπτο τάφο πλάι σε βωμό πολυσέβαστο,

τιμάται με λαμπρές ιεροτελεστίες

και τη δόξα από εκεί μακριά αγναντεύει

των Ολυμπιακών των αγώνων στις αρματοδρομίες,

εκεί που η ταχύτητα στο τρέξιμο αμιλλάται

με την αλκή που αψηφά τους κόπους

και ο νικητής για την υπόλοιπη ζωή του

την πιο γλυκιά απολαμβάνει ευτυχία,

 

τιμή στους άθλους του: Η πέρα από το χρόνο

ύψιστη δόξα στο θνητό!  Γι’ αυτό εγώ πρέπει

με ύμνο αιολικό να στεφανώσω

τον νικητή αρματοδρόμο εκείνον.

Το ξέρω, άλλο θαυμαστότερο δεν έχω,

πιο δυνατό σε σκέψη και σε τέχνη.

Μ’ αυτού του ύμνου τις περίτεχνες εκφάνσεις

θα τον λαμπρύνω. Ο θεός, Ιέρων,

σε παραστέκει και τις έγνοιες σου στοχάζεται

και σε φροντίζει κι αν ποτέ δεν σε αφήσει

γλυκύτερους δρόμους θα βρουν οι στίχοι, ελπίζω,

τη δόξα να εξάρουν άλλης νίκης σου με το άρμα,

όταν ξανάρθεις στον ωραίο Κρόνιο λόφο.

Γιατί έχει η Μούσα μου δοξάρι ισχυρότατο.

Άλλοι είναι σ’ άλλα δυνατοί. Και απ’ όλους

πιο δυνατοί οι βασιλείς. Μην πας πιο πέρα.

Ας είσαι συ στην κορυφή ψηλά για πάντα.

Κι εγώ με τόσους νικητές να ανταμώνω,

στην ποίηση ο κορυφαίος των Ελλήνων.

 

Ο 1ος Ολυμπιόνικος, αφιερωμένος στον ολυμπιονίκη σε ιππικούς αγώνες («κέλητι») τύραννο των Συρακουσών Ιέρωνα Α’ (477-466 π.Χ.), αναπτύσσεται, όπως γενικά οι επινίκιες ωδές του Πινδάρου, γύρω από έναν εύστοχα επιλεγμένο μυθικό άξονα: Τη νίκη του Πέλοπα, γιου του ομοτράπεζου των θεών Ταντάλου, κατά του Οινομάου του βασιλιά της Πίσας, σε αρματοδρομία με έπαθλο την ωραία Ιπποδάμεια. Ο ιδεολογικός σκοπός  προφανής: Το μυθικό βάθος προσδίδει στον τιμώμενο «σύγχρονο» ολυμπιονίκη την αίγλη της διαχρονίας της αρετής και της βέβαιης διαιώνισης της φήμης. Εκείνο, όμως που φρεσκάρει θαυμαστά τη σταθερή αυτή ποιητική μέθοδο στη συγκεκριμένη σύνθεση είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Πίνδαρος παρεμβαίνει ευθέως στο μύθο και μετατρέπει μια ιστορία αγριότητας και κανιβαλισμού σε ιστορία έρωτα. Το τίμημα του έρωτα είναι αναπόφευκτα ο θάνατος και για την ακρίβεια η θνητότητα, παρηγορία δε για τη θνητότητα η δόξα της νίκης. Το μυθικό τότε γίνεται έτσι ολοζώντανο τώρα όχι μέσα από τα καθέκαστα του μύθου αλλά μέσα από την ανθρώπινη συνθήκη που τον γεννά. Εννοείται ότι η μετάφραση προσπάθησε να μην πνιγεί στα φιλολογικά της προαπαιτούμενα αλλά να σώσει κάτι από τη χαρά του πνεύματος του έργου.

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 2ος

 

Στον Θήρωνα τον Ακραγαντίνο, νικητή στο άρμα (476 π.Χ.)

Μετάφραση: Κ. Χ. Μύρης

 

Η ωδή εξυμνεί τη νίκη του Θήρωνος, γιου του Αινησίδαμου, στην 76η Ολυμπιάδα. Στην ίδια Ολυμπιάδα νίκησε και ο Ιέρων που εξυμνήθηκε στον 1ο Ολυμπιόνικο.

 

Ύμνοι, εξάρχοντες του λυρισμού,

για ποιόν θεό, για ποιόν θνητό,

ποιόν ήρωα θα ψάλουμε;

ο Ζευς είναι κυρίαρχος στην Πίσα

και ο Ηρακλής θεμελίωσε

                τους Ολυμπιακούς αγώνες,

τότε που πρόσφερε τα λάφυρά του

γυρνώντας νικητής από τον πόλεμο.

Μια δυνατή ωδή θα πούμε για το Θήρωνα

που νίκησε το τέθριππο ηνιοχώντας άρμα του,

αυτόν που δίκαια μοιράζεται τα πάντα με τους φίλους,

το τείχος κι οι επάλξεις του Ακράγαντος

της πόλης ο σωτήρας, βλαστάρι

  ευκλεών προγόνων.

 

Οι πρόγονοί του την ψυχή τους μάτωσαν

και μόχθησαν και πήρανε την πόλη

κοντά στον ποταμό κι αξιωθήκανε

να γίνουν ο μέγας οφθαλμός της Σικελίας.

Ο βίος τους ευτύχησε

και σώρευσαν και πλούτη και τιμές

αντίχαρη για τις ατόφιες αρετές τους.

Όμως, ω γιε του Κρόνου και της Ρέας,

που κυβερνάς τα δώματα του Ολύμπου

και τις ροές του Αλφειού και τους αγώνες,

εσύ, που χαίρεσαι ν’ ακούς τους ύμνους μου

με γενναιόδωρη καρδιά δώσε

την εύνοια σου στους επίγονους

για να χαρούν τη χώρα των προγόνων.

 

Όσα δίκαια έγιναν κι όσα άδικα

ακόμη και ο Χρόνος, ο ποιητής του σύμπαντος,

δεν θα μπορούσε να τα σβήσει

ούτε να ξεριζώσει ό,τι φύτρωσε κάποτε.

Μόνον η ευτυχία χαρίζει

της λήθης το προνόμιο.

Της συμφοράς καταδαμάζονται τα έργα

και ξεχειλίζουν οι χαρές,

όταν τα έργα τα λαμπρά

πανηγυρίζουν.

 

Το ’φερε ο λόγος για να θυμηθώ

του Κάδμου τις βασιλοκόρες

που τις γονάτισαν μεγάλες συμφορές.

Μα τα βαριά δεινά τα ρήμαξαν

οι πιο τρανές ευδαιμονίες.

Η Σεμέλη, με την πλούσια κόμη,

που την κεραυνοβόλησεν η θεϊκή βροντή,

τώρα στον Όλυμπο ζει,

με την αγάπη πάντα της Παλλάδος,

με του Διός πατέρα την αγάπη

και με του γιου της του κισσοφόρου

τη στοργή.

 

Ὁ μύθος λέει για την Ινώ

πώς αξιώθηκε στα πέλαγα να ζει

ζωήν αθάνατη κι αιώνια

με τις θαλασσοκόρες του Νηρέα.

Μα ποιος  θνητός γνωρίζει

την ώρα της θανής;

Γνωρίζουμε, αν κάποια μέρα,

όταν φωτίζει ὁ ήλιος,

θα την περάσουμε ειρηνικά

κι’ ανώδυνα ώσπου να δύσει;

Τα πράγματα μεταμορφώνονται

κι αλλάζουν συνεχώς

άλλοτε φέρνουν στους θνητούς

χαρά κι άλλοτε θλίψη.

 

Έτσι κι ἡ μοίρα του Θήρωνος

πού κληρονόμησε προγονικήν ευδαιμονία

από των θεών την εύνοια·

στον μέλλοντα καιρό μπορεί

να βυθιστεί στη δυστυχία.

Έτσι δεν σκότωσε τον Λάιο

            στο τρίστρατο πού τον συνάντησε

ο μοιραίος του γιος ώστε να πληρωθεί

ο παλιός χρησμός του πυθικού

                            μαντείου;

 

Ακοίμητη τα πάντα εποπτεύει ‘Ερινύα

Και του ξεκλήρισε το γένος

Με των πολεμιστών του τέκνων

την ἀλληλοσφαγή.

Ὁ γιος του νεκρού Πολυνείκη

ὁ Θέρσανδρος, μοναδικό βλαστάρι του,

δοξάστηκε σ’ εφηβικούς ἀγώνες,

τιμήθηκε σε μάχες και σε πόλεμο

και του Άδραστου(1) το παλάτι

το στέριωσε με νέο κίονα.

Από τη ρίζα του κρατεί

κι ὁ σπόρος του Αἰνησίδαμου (2)   

γι’ αυτό κι ας αρχινήσουν τα παινέματα

κι ας συνοδεύει το τραγούδι μας ἡ λύρα.

 

Στην Ολυμπία πήρε το βραβείο

και  στους Δελφούς και στον Ισθμό

μαζί με τον αδελφό του τον ομογάλακτο

                         τον Ξενοκράτη (3)

νίκησαν τρέχοντας τις δώδεκα

στροφές μ’ άρματα τέθριππα (4)

και από τις Χάριτες

                        κέρδισαν το στεφάνι.

Όταν μοχθείς για το σκοπό σου

η νίκη λησμονεί τον κάματο.

 

Όταν ντυθεί τις αρετές ο πλούτος

θα΄ ρθεί στην ώρα του το κέρδος

και για τούτο και για τ’ άλλο

διώχνοντας το σκότος

αστέρι πάμφωτο κι άδολο φως.

 

Όποιος κατέχει τον πλούτο

κι΄ όποιος προβλέπει το μέλλον

ξέρει πως οι αμαρτωλές ψυχές

                        των πεθαμένων

πληρώνουν για τις αμαρτίες τους.

Όσοι αδίκησαν εδώ, στη γη,

και στου Διός την επικράτεια,

κάποιος άλλος στη χώρα του Χάρου

                           θα τους δικάσει.

                           Είναι σκληρός κι ανελέητος

                           κι αμετάκλητα κρίνει.

 

Ομοιόμορφες μέρες και νύχτες περνούν

θωρώντας τον αβασίλευτο ήλιο

κι αμέριμνα ζουν οι καλοί,

δίχως το μόχθο της γης

φυτεύοντας και σκάβοντας,

δίχως να σκίζουνε τα κύματα

κυνηγώντας τον επιούσιο άρτο.

Όσοι πιστά τον όρκο τους κρατούν

θ’ αξιωθούν αδάκρυτη ζωή

πλάι στους τιμημένους

                          θρόνους των θεών.

 

Τους άλλους –πώς να σας το πω;–

ασήκωτα τα πάθη και τα βάσανα

                          τους περιμένουν.

 

Όσοι κατέβηκαν στον Άδη τρεις φορές

κι όσοι ανέβηκαν στον Πάνω Κόσμο

                        άλλες τόσες

και δεν μαυρίσαν την ψυχή τους

                         στ’ άδικο

πήραν το δρόμο του Διός

και φτάσανε στου Κρόνου το παλάτι,

στα νησιά των Μακάρων.

Εκεί φυσούν παντοτινά                                  

οι αύρες του ωκεανού,

εκεί λαμπρύνονται στο φως

χρυσίζοντας λουλούδια,

άλλα στα φεγγοβόλα δέντρα

                       της στεριάς

κι άλλα φυτρώνοντας

απ’ των νερών τα βάθη

για να γενούν πλεχτά βραχιόλια

                    των χεριών

και για τις κεφαλές στεφάνια.

 

Εκεί νομοθετεί δικαιοκρίτης

               ο Ραδάμανθυς (5)

ο πρόθυμος ο πάρεδρος

του μεγάλου πατέρα των όλων (6)

που με τη γυναίκα του Ρέα

κυβερνούν απ’ τον ουράνιο θρόνο τους

εκεί, ανάμεσά τους ο Κάδμος

κι ο Πηλεύς, εκεί κι ο Αχιλλεύς

αφότου η Θέτις, η μάνα του,

ικέτευσε τον Δία και την καρδιά του

               λύγισε.

 

Είχε σκοτώσει ο Αχιλλεύς

τον ανίκητον Έκτορα,

της Τροίας την ατράνταχτη

              κολώνα·

Είχε σκοτώσει τον Κύκνο (7)

και τον γιό της Αυγής, τον Αιθίοπα (8).

Έχω κρεμάσει στον ώμο μου

τη φαρέτρα με τα γρήγορα βέλη

που συζητούν με τους σοφούς.

Οι άσοφοι απορούν και ρωτούν.

Κάθε σοφός γεννήθηκε σοφός.

Όσοι μαθαίνουν ρωτώντας

ας κρώζουν στον αέρα και στο βρόντο

σαν τα κοράκια που λιμάζουν

τα ψοφίμια

στου Διός αντίκρυ τον θεϊκό

Γυπαετό.

 

Έλα, ψυχή μου, και σημάδεψε,

τέντωσε το δοξάρι.

Ποιόν βάλαμε στο στόχο,

σε ποιόν θα ρίξουμε νηφάλια

τη σαϊτιά της φήμης;

Στοχεύω τον Ακράγαντα

με καθαρή καρδιά,

φωνάζω και τ’ ορκίζομαι

πως μέσα σε χρόνους εκατό

δεν εγεννήθη μες την πόλη

άλλος κανείς ωσάν τον Θήρωνα,

πιο φίλος ανοιχτόκαρδος

             κι ανοιχτοχέρης.

 

Όμως ο φθόνος συντροφεύει

τον έπαινο,

έτσι που δεν ζευγαρώνει ποτέ

με το δίκιο.               

Κακόλαλοι θνητοί ρητορεύουν (9) 

ανόητα

και θολώνουν τη φήμη

των όμορφων έργων.

 

Μπορεί να μετρήσει κανείς

της θαλάσσης την άμμο;

Τόσες χαρές ο Θήρων δώρισε

στους άλλους.

Θ’ αξιωθεί ποτέ κανείς

να τις ανιστορήσει;

 

ΣΧΟΛΙΑ

1. Ο Πολυνείκης είχε παντρευτεί την κόρη του Αδράστου Αργεία. Γιος τους ήταν ο Θέρσανρος, νέος κίονας στον οίκο του Αδράστου.
2. Το οικογενειακό δέντρο του Θήρωνος ήταν: Κάδαμος –Πολύδωρος –Λάβδακος –Λάϊος –Οιδίπους – Πολυνείκης –Θέρσανδρος –Τισαμενός –Αυτησίων –Θήρας –Σάμος –Χαλκοπεύς –Ελιμενίδης –Αινησίδαμος –Θήρων.
3. Ο Θήρων με τον αδελφό του Ξενοκράτη εξυμνήθηκαν στον 6ο Πυθιόνικο και στον 2ο Ισθμιόνικο, όπου νίκησαν και οι δύο.
4. Οι αρματοδρομίες με τέθριππο άρμα λέγονταν δωδεκάδρομοι, διότι διένυαν δώδεκα φορές το στίβο του ιπποδρόμου.
5. Ο Ραδάμανθυς ήταν κρητικός ήρωας, γιος του Διός και της Ευρώπης. Αδελφός του Μίνωος και του Σαρπηδόνος. Με τον Μίνωα και τον Αιακό δίκαζαν τις ψυχές στον Άδη (ψυχοστασία).
6. Πρόκειται προφανώς για τον Κρόνο.
7. Γιος του Ποσειδώνος και ηγεμών των Κολωνών της Τρωάδος. Στον Τρωϊκό πόλεμο φονεύτηκε από τον Αχιλλέα.
8. Πρόκειται για τον Μέμνονα τον ηγεμόνα των Αιθιόπων. Στον Τρωϊκό πόλεμο φονεύτηκε από τον Αχιλλέα, ο οποίος τον τιμώρησε για τον θάνατο του Αντιλόχου. Ο Μέμνων είναι το κεντρικό μοτίβο της Αιθιοπίδος, του Αρητίνου του Βλησίου.
9. Υπαινιγμός για τους συγγενείς του Θήρωνος Κάπο και Ιπποκράτη που από φθόνο για τη δόξα του συμμάχησαν με τον Ιέρωνα.

 

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 3ος

Στον Θήρωνα τον Ακραγαντίνο, νικητή στην αρματοδρομία (476 π.Χ.). Εγκώμιο για την εορτή των Θεοξενίων.

Μετάφραση: Γιώργος Γεωργούσης

 

          Ι.   α’    (στροφή)              

όλο το γένος των Τυνδαριδών (1) και την καλλίκομη Ελένη

              Εύχομαι να ευφράνω,

               καθώς θα εγκωμιάζω τον ξακουστό Ακράγαντα,

               υψώνοντας τον ύμνο για τον Θήρωνα, τον Ολυμπιονίκη,

               μέγα εγκώμιο γι’ αυτόν και τους ταχείς του ίππους.

               Έτσι και μένα μου παραστάθηκε η Μούσα,

               να βρω καινούργιο τρόπο για να πω λαμπρό δοξαστικό τραγούδι,

               εναρμονίζοντάς το σε δωρικό σκοπό.

 

          β’ (αντιστροφή)

Γιατί από μένα απαιτούν αυτό το θείο χρέος

               τα στέφανα της νίκης που την κόμη του στόλισαν,

               να συνταιριάξω την λύρα τη πολύφωνη

                                  και των αυλών την ηχηρή βουή

               με τους στίχους που αρμόζει στου Αινησίδημου (2) τον γιό.

               Μα κι η Πίσα (3) με καλεί να ανυμνήσω,

               που απ’ αυτήν ξεκινούν τα δοξαστικά άσματα

                                             τα σταλμένα απ’ τους θεούς,

               και απευθύνονται σ’ αυτούς

                                             που πάνω απ’ τα βλέφαρα και γύρω στα μαλλιά τους,

               ένα στεφάνι αγρελιάς στο χώμα του γλαυκού

               θα βάλει για βραβείο

               Ελλανοδίκης δίκαιος, άντρας της Αιτωλίας (4)

                       του Ηρακλή τους νόμους από παλιά τηρώντας.

               Αυτή την ελιά που κάποτε ο γιος του Αμφιτρύωνα (5)

                                             την έφερε απ’ τις πηγές του Ίστρου (6),

               κόσμημα μέγα για της Ολυμπίας τους άθλους.

 

          ΙΙ α’              

Κι έπεισε τον δήμο των Υπερβόρειων(7),

                                             που τον Απόλλωνα λατρεύει,

               απ’ αυτούς να την πάρει σαν φίλος γυρεύοντας να την φυτέψει

               στο άλσος του Δία, πού’ ναι για όλους φιλόξενο,

               -δέντρο ισκιερό και αρετής στεφάνι

                                             για όλους τους ανθρώπους.

               Είχε αφιερώσει κιόλας τους βωμούς στον πατέρα του

               κι η Σελήνη με το χρυσό το άρμα της,

                                             του σκοταδιού το πάμφωτο μάτι,

 

          β’               

ήτανε στη μέση του κύκλου της(8),

όταν με δίκαιη κρίση θεμέλιωσε τους μεγάλους αγώνες

κάθε τέσσερα χρόνια

στου Αλφειού τις όχθες.

Μα στις πεδιάδες του Πέλοπα και τον Κρόνιο λόφο

δεν ανθίζανε πάντοτε δέντρα.

κατάξερος του φάνηκε ο κήπος και γυμνός,

κάτω απ’ τις καυτερές ακτίνες του ήλιου.

 

          γ’

Και τότε της καρδιάς του ένα κίνημα τον οδήγησε

                                    στη χώρα του Ίστρου,

            όπου τον δέχτηκε η Άρτεμη, η θυγατέρα της Λητώς

                                    με τα όμορφα άλογα,

            σαν έφτασε εκεί αφήνοντας πίσω του

            τις κορφές και τα στρυφνά της Αρκαδίας φαράγγια.

Γιατί προσταγή είχε πάρει από τον πατέρα του

να εκτελέσει του Ευρυσθέα (9) τις εντολές

κι έπρεπε να φέρει από κει

την ελαφίνα την χρυσοκέρατο

που η Ταϋγέτη (10) κάποτε είχε τάξει

                        στην Ορθωσία την Άρτεμη.

 

          ΙΙΙ α’           

Γυρεύοντας, λοιπόν, αυτή την ελαφίνα έφτασε στη χώρα,

            πού ’ναι πίσω απ’ του βοριά την παγωμένη ανάσα.

            Κι εκεί εστάθηκε κι εθαύμαζε εκστατικός τα λιόδεντρα.

            Κι εκεί τον  συνεπήρε μια γλυκιά λαχτάρα

                        να φυτέψει τέτοια δέντρα,

            εκεί που τερματίζουνε τα άλογα,

            σαν κάνουν πρώτα δώδεκα φορές τη διαδρομή (11).

            Κι έρχεται τώρα σε τούτη τη γιορτή

            μαζί με τους δυο δίδυμους γιούς (12)

                        της βαθύζωνης Λήδας.

 

          β’           

Κι όταν αυτός, λοιπόν, ο Ηρακλής, ανέβηκε στο Όλυμπο,

            όρισε ετούτος να επιστατούν

                        για των ανδρών την αρετή

            και το θαυμαστό αγώνισμα της αρματοδρομίας.

            Κι εμένα τώρα η καρδιά μου με σπρώχνει να επαινέσω

            όλο το γένος των Εμμενιδών (13) και τον Θήρωνα τον ίδιο,

            πως ήρθε η νίκη σαν σταλμένη από τους Τυνδαρίδες

                        με τα όμορφα τα άλογα,

            γιατί απ΄ όλους τους θνητούς, αυτοί, οι Εμμενίδες,

            τους τιμούνε περισσότερο απ’  όλους

                        με φιλόξενα συμπόσια.

 

          γ’

Και με φρόνημα ευσέβειας κρατάνε τις τελετές τις θεϊκές.

            Κι αν είναι το νερό μέγα καλό και πρώτο

            κι αν είναι το χρυσάφι απ’ τα πιο πολύτιμα,

            τότε ο Θήρωνας, με τις λαμπρές του νίκες,

                        από τη γη του φεύγοντας

            έφτασε στις στήλες του Ηρακλέους (14), στα πέρατα του κόσμου.

            Για πιο πέρα δεν έχει δρόμο

            να διαβούν μήτε οι σοφοί, μήτε κι οι άσοφοι.

            Ούτε κι εγώ θα το τολμούσα.

                        Δεν θα’ μουν γνωστικός αν το’κανα.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Τυνδαρίδες –το γένος του Τυνδάρεω, μυθικού βασιλιά της Σπάρτης, που ήταν σύζυγος της Λήδας, πατέρας της ωραίας Ελένης και της Κλυταιμνήστρας και θνητός πατέρας των διδύμων Διοσκούρων. (Κάστωρ και Πολυδεύκης)     
2. του Αινησίδημου τον γιό. Εννοεί, όπως ήδη είπαμε στην εισαγωγή, τον εγκωμιαζόμενο Θήρωνα.           
3. Πίσα: πόλη κοντά στην Ολυμπία, μυθική κοιτίδα της Πελοποννήσου όταν πρωτοήρθε σ’ αυτή ο Πέλοπας, γιος του Τάνταλου.
4. άντρας της Αιτωλίας. Οι Ελλανοδίκες, κριτές των αγώνων, ήταν, βέβαια, ντόπιοι, Ηλείοι. Όμως η απωτέρα καταγωγή των Ηλείων ανάγεται στον Αιτωλό Όξυλο, που οδήγησε τους Ηρακλείδες στην Πελοπόννησο.
5. γιος του Αμφιτρύωνα. Εννοεί τον Ηρακλή. Αμφιτρύων: ο μυθικός βασιλιάς της Τίρυνθας, σύζυγος της Αλκμήνης, με την οποία ο Δίας, εξαπατώντας την (λαμβάνοντας τη μορφή του Αμφιτρύωνα) έκανε τον Ηρακλή.
6. Ίστρος – η αρχαία ονομασία του Δούναβη. Κατά τη μυθολογία πηγάζει από τη χώρα των Υπερβορείων.
7. Υπερβόρειοι. Ο μυθικός λαός που κατοικούσε στη χώρα του έσχατου βορρά, όπου ο Απόλλωνας ζούσε κατά τους χειμερινούς μήνες.
8. σελήνη στη μέση του κύκλου της. Οι Ολυμπιακοί αγώνες, διαρκείας τριών ημερών, άρχιζαν στην πανσέληνο, μετά το θερινό ηλιοστάσιο, κατά την μέση του Παρθενίου μήνα.
9. Ευρυσθέα. Μυθικός βασιλιάς των Μυκηνών, που επέβαλε στον Ηρακλή την δοκιμασία των δώδεκα άθλων. Η αναφορά εδώ γίνεται στον τέταρτο άθλο της σύλληψης της χρυσοκέρατης ελαφίνας ( «κερυνίτις έλαφος») της ΄Αρτεμης, που της την είχε αφιερώσει η Ταϋγέτη.
10, Ταϋγέτη. Κόρη του Άτλαντα, μια από τις επτά πλειάδες. Μητέρα του ποταμού Ευρώτα, έδωσε το όνομά της στο όρος Ταΰγετο. Για να αποφύγει τον βιασμό της από τον Δία, μεταμορφώθηκε από την Άρτεμη σε ελάφι.
11. δώδεκα στροφές. Η αρματοδρομία με τέθριππον άρμα εκάλυπτε την απόσταση ίση με δώδεκα φορές το μήκος της διαδρομής (περίπου 385 μέτρα) του ιπποδρομίου. Απόσταση περίπου 1.600 μέτρα.
12. δίδυμους γιούς της Λήδας. Εννοεί τους Διόσκουρους Κάστορα και Πολυδεύκη.
13. γένος Εμμενιδών. Εμμενίδης ο γενάρχης, πατέρας του Αινησιδήμου, δηλαδή παππούς του υμνούμενου Θήρωνα.
14. στήλες του Ηρακλέους –κατά τους αρχαίους, το πέρας της οικουμένης, (το σημερινό στενό του Γιβραλτάρ). Ο Πίνδαρος συνδέει έτσι τον γεωγραφικό όρο με την εξύμνηση του μυθικού ήρωα που προηγήθηκε.

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 4ος

Στον Ψαύμη τον Καμαριναίο, νικητή στην αρματοδρομία (452 π.Χ.)

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

 

Ο τέταρτος ολυμπιόνικος υμνεί τον Ψαύμη από την Καμάρινα της Σικελίας, νικητή στο αγώνισμα της αρματοδρομίας (και όχι της απήνης, όπως εσφαλμένα παραδίδουν κάποιοι σχολιαστές) στην 82η ολυμπιάδα το 452 π.Χ. Ο «γιός του Κλύμενου» στην επωδό είναι ο Αργοναύτης Εργίνος. Σύμφωνα με τον μύθο, κατά την παραμονή τους στη Λήμνο οι Αργοναύτες μετέχουν σε αθλητικούς αγώνες προς τιμήν του βασιλέα Θόαντος, πατέρα της Υψιπύλης, όπου ο Εργίνος πρωτεύει στην οπλιτοδρομία και γλυτώνει έτσι από τη χλεύη των Λήμνιων γυναικών που τον κορόιδευαν για τα ψαρά του μαλλιά. «Πολιός» θα πρέπει λοιπόν να ήταν και ο Ψαύμις, που κερδίζοντας τον στέφανο του ολυμπιονίκη, επαλήθευσε κι αυτός τη γνωμική ρήση του στ. 20: «διάπειρά τοι βρωτών έλεγχος».

 

Δία υπέρτατε, αρματηλάτη

της ακατάβλητης βροντής, δικές σου

οι Ώρες κι οι Καιροί που στροβιλίζονται

στης λύρας τα γυρίσματα και μ’ έστειλαν

μάρτυρα εδώ υπέροχων αγώνων·

στην είδηση του φίλου που νικά

σκιρτούν γλυκά και χαίρονται οι καλοί.

Όμως εσύ, του Κρόνου γιέ, που ορίζεις

το βάρος το ανεμόδαρτο της Αίτνας

που πλάκωσε τον εκατοντακέφαλο

τον κραταιό Τυφώνα, δέξου εσύ

τον Ολυμπιονίκη, δέξου

τον ύμνο αυτό για χάρη των Χαρίτων,

 

αιώνιο φως στους άθλους της ανδρείας.

Είναι ο χορός κι ήρθε για να τιμήσει

το άρμα του Ψαύμη, που στεφανωμένος

με κλάδο ελιάς από την Πίσα βιάζεται

να πάει να δοξάσει την Καμάρινα.

 

Είθε ο καλός θεός να ευνοήσει

τους πόθους του· εγώ τον επαινώ

γιατί φροντίζει πάντα τα’ άλογά του

κι είναι φιλόξενος μ’ όλον τον κόσμο

κι άλλο στο νου δεν έχει παρά μόνο

την Ησυχία, το καλό της πόλης.

Την καθαρή αλήθεια λέω·

στην πράξη δοκιμάζονται οι θνητοί.

 

Έτσι έγινε και γλίτωσε απ’τη χλεύη

των γυναικών της Λήμνου ο γιος του Κλύμενου·

πηγαίνοντας να πάρει το στεφάνι

του νικητή στην οπλιτοδρομία,

στην  Υψιπύλη γύρισε και είπε:

Ιδού ποιος είμαι εγώ στη γρηγοράδα,

ίδιος στα χέρια, ίδιος στην καρδιά·

άσπρα μαλλιά βγάζουν κι οι νέοι

συχνά πριν έρθει η ώρα και γεράσουν.

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 5ος (1)

Για τον Ψαύμη που καταγόταν απ’ την Καμάρινα και νίκησε σε αγώνα αμαξοδρομίας (448 π.Χ.)

Μετάφραση: Νικήτας Παρίσης

 

Από το έργο του Πινδάρου σώζονται μόνο οι επίνικοι ύμνοι, χωρισμένοι από τους γραμματικούς της Αλεξάνδρειας σε τέσσερα βιβλία. Από αυτούς, όσοι αναφέρονται σε νικητή στους πανελλήνιους αγώνες της Ολυμπίας, ονομάζονται Ολυμπιόνικοι.
Αυτός που ακολουθεί είναι ο πέμπτος στη σειρά Ουμπιόνικος του Πινδάρου. Γράφτηκε για τον Ψαύμη, Καμαριναίο στην καταγωγή, που νίκησε σε αγώνα αμαξοδρομίας στην Ολυμπία το 448 π.Χ.

 

Κόρη του Ωκεανού(2), πρόσχαρη δέξου τώρα

το πιο ωραίο, το γλυκό βραβείο για τους μεγάλους άθλους και για τα στεφάνια

που στην Ολυμπία κερδήθηκαν, δώρα του Ψαύμη, και του αμαξιού που κούραση δεν ξέρει.

 

Την πόλη σου, τη λαοτρόφο Καμάρινα(3), ο Ψαύμης(4) τη δόξασε

και τους δώδεκα βωμούς(5) τίμησε, στις πιο λαμπρές γιορτές των θεών,

με θυσίες βοδιών και με αγώνες που πέντε μέρες κράτησαν·

 

αγώνες με άρματα, με αμάξια και σ΄ άλλους μ’ ένα άλογο.

Νικητής αναδείχτηκε και δόξα λαμπρή σου χάρισε·

τον πατέρα του τον Άκρωνα τον δόξασε και την πόλη τη νιόχτιστη.

 

Απ’τα αγαπημένα μέρη του Οινόμαου και του Πέλοπα μας ήρθε·

κι αυτός, Παλλάδα(6), της πόλης μας προστάτισσα, τραγουδάει για τον ιερό σου τόπο

και μαζί για τον ποταμό Ωανό και για τη λίμνη τη δικιά σου·

 

και τα νερά τα άγια τραγουδάει του ποταμού του Ιππαρη που τον κόσμο ξεδιψάει

και κορμούς φέροντας απ’ το ψηλό το δάσος γρήγορα χτίζει τα σπίτια τα γερά·

κι αυτήν εδώ την πόλη στο φως τη βγάζει λυτρώνοντάς την απ’ τα δύσκολα.

 

Πάντα ο μόχθος και το ξόδεμα παλεύουν με τον κίνδυνο

για νίκες και πρωτιές που όποιος τις πετύχει

σοφός λογίζεται απ’ τους δικούς του συμπολίτες.

 

Δία, λυτρωτή μας, που στα ψηλά τα νέφη κατοικείς και στο λόφο του Κρόνου βασιλεύεις,

και του Αλφειού(7) το ρέμα το πλατύ τιμάς και το ιερό το σπήλαιο της Ίδης,

ικέτης τώρα σε σένα προσπέφτω, καλώντας σε με τον ήχο λυδικών αυλών·

 

Να σου ζητήσω θέλω, την πόλη ετούτη να στολίζεις με ξακουστά ανδραγαθήματα·

και για σένα Ολυμπιονίκη Ψαύμη, να ζητήσω θέλω

να’ χεις γλυκά γεράματα και στο τέλος το στερνό να φτάσεις

 

με τα δικά σου τα παιδιά στο πλάι σου· όταν κανείς τον πλούτο του καλά τον κυβερνά

και στα δικά του τα αγαθά αρκείται,

τη δόξα πάνω απ’ όλα βάζοντας, ας μη γυρεύει και θεός να γίνει(8).

 

ΣΧΟΛΙΑ

1. Ολυμπιόνικος: όταν ένας ολυμπιονίκης γύριζε στην πατρίδα, σε ειδική γιορτή προς τιμήν του, κατέθετε στεφάνι στο θεό ή τη θεά που προστάτευε την πόλη. Σ’ αυτήν την εκδήλωση-τελετή, οι νέοι της πόλης τραγουδούσαν τον Ολυμπιόνικο ύμνο.
2. Κόρη του Ωκεανού: ως «κόρη του Ωκεανού» χαρακτηρίζεται εδώ η πόλη της Καμάρινας.
3. Καμάρινα: πόλη της Σικελίας, στη νότια πλευρά του μεγάλου νησιού. Απ’ αυτή την πόλη καταγόταν ο Ολυμπιονίκης Ψαύμης. Ας ληφθεί υπόψη ότι για ένα διάστημα ο ποιητής Πίνδαρος έζησε στη Σικελία. Η πατρίδα του Ψαύμη Καμάρινα μας είναι γνωστή και απ’ τα χρόνια το πελοποννησιακού πολέμου (431 -404 π.Χ.), τότε που οι Αθηναίοι έκαναν τη μεγάλη εκστρατεία (415 – 412 π.Χ.) εναντίον της Σικελίας. Αυτά τα χρόνια, σύμφωνα με το Θουκυδίδη, η Καμάρινα έγινε κυρίως το θέατρο του διπλωματικού ανταγωνισμού ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Συρακούσιους.
4.
Ψαύμης: στον ίδιο Ολυμπιονίκη αναφέρεται και ο 4ος Ολυμπιόνικος του Πινδάρου.

5. Τους δώδεκα βωμούς: οι βωμοί αυτοί βρίσκονταν στην Ολυμπία. Ήσαν αφιερωμένοι, ανά δύο, σε ένα συγκεκριμένο ζευγάρι θεών (π.χ. στο Δία και τον Ποσειδώνα ή στον Ερμή και τον Απόλλωνα κ.λπ).
6. Παλλάδα: Αυτονόητο ότι αναφέρεται στη θεά Αθηνά που ήταν πολιούχος, δηλαδή θεά προστάτισσα της Καμάρινας.
7. Του Αλφειού το ρέμα: πρόκειται για το μεγαλύτερο ποτάμι της Πελοποννήσου που συνδέεται με ποικίλες μυθολογικές παραδόσεις. Πηγάζει απ’ τον Πάρνωνα και περνάει απ’ τον κάμπο της Τεγέας, της Ολυμπίας και της Μεσσηνίας. Στην αρχαία Ολυμπία υπήρχε βωμός αφιερωμένος στην Άρτεμη και στον ομώνυμο Θεό, δηλαδή τον Αλφειό.
8. Ας μη γυρεύει και θεός να γίνει: ο θνητός που θα γύρευε να γίνει θεός, θα ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα και, φυσικά, θα διασάλευε τη φυσική και την ηθική τάξη του κόσμου. Μια τέτοια στάση αλαζονική, που οι αρχαίοι Έλληνες τη χαρακτήριζαν με τη λέξη «ύβρις», οδηγούσε πάντα στην τιμωρία του αλαζόνα.

 

                    

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 6ος

Τοῦ Ἀγησία τοῦ Συρακούσιου νικητῆ στήν ἀπήνη (468 π.Χ.)

Μετάφραση: Γιώργης Γιατρομανωλάκης 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ὁ Ἁγησίας, γιός τοῦ Σώστρατου, ἦταν φίλος τοῦ Ἱέρωνα, τοῦ γνωστοῦ τυράννου τῶν Συρακουσῶν. Ἡ οἰκογένειά του καταγόταν ἀπό τήν Στύμφαλο τῆς Ἀρκαδίας καί ἴσως ἐκεῖ νά ἐκτελέστηκε γιά πρώτη φορά ἡ παρούσα ὠδή.  Ὁ Πίνδαρος ἀκολουθεῖ καί ἐδῶ τόν γνωστό τρόπο μέ τόν ὁποῖο συνθέτει τίς ἐπινίκιες ὠδές του: στήν ἀρχή παρουσιάζει ἐγκωμιαστικά τόν νικητή, μετά ἀναζητᾶ τή μυθική γενεαλογία του καί ἐπανέρχεται  στό ἔνδοξο παρόν. Εἰδικότερα ὁ 6ος Ὀλυμπιόνικος διαιρεῖται σέ πέντε μέρη, ὅπου τό παρόν ἐναλλάσσεται μέ τό παρελθόν τοῦ νικητῆ.
Α.  (Παρόν) 1-17: Ἀνυψώνουμε τόν ὕμνο μας σάν παλάτι γιά τόν Ἁγησία, τόν ὀλυμπιονίκη,  τόν  λειτουργό στόν μαντικό βωμό τῆς Ὀλυμπίας, τόν οἰκιστή τῶν Συρακουσῶν.
Β.   (Παρελθόν) 18-23:  Ὁ Ἁγησίας εἶναι ὅμοιος μέ τόν μυθικό  ἥρωα τῶν Θηβῶν Ἀμφιάραο.
Γ.   (Παρόν) 24-45: Ὁ ποιητής ζητᾶ ἀπό τόν ἡνίοχο Φίντη  νά ζέψει τίς νικηφόρες φοράδες  στό ἅρμα τοῦ ὕμνου γιά νά μπορέσει νά φτάσει πίσω  στή γενιά τοῦ   Ἁγησία στή λακωνική Πιτάνη. 
Δ.   (Παρελθόν) 46-136: Ἡ νύμφη Πιτάνη γέννησε μέ τόν Ποσειδώνα τήν Εὐάδνη, ἠ Εὐάδνη γέννησε  μέ τόν Ἀπόλλωνα τόν Ἴαμο (ἴα), ἀπό ὅπου ἡ γενιά τοῦ Ἁγησία, οἱ Ἰαμίδες. Ὁ Ἀπόλλωνας   προσφέρει στόν Ἴαμο τό ἀγαθό  τῆς μαντείας. Τοῦ προσφέρει ἐπίσης καί τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης στόν βωμό τοῦ Κρόνιου Δία, τήν ἐποχή  πού ὁ Ἡρακλής ἱδρύει τούς Ὀλυμπιακούς  Ἀγώνες. Ἡ μητέρα τοῦ Ἁγησία, ἀπό τή Στυμφαλία  τῆς Ἀρκαδίας, τοῦ ἐξασφαλίζει πολεμικές καί ἀθλητικές ἐπιτυχίες.
Ε.  (Παρόν) 140-τέλος: Κι ἐγώ ὁ Πίνδαρος ἔχω ρίζα ἀρκαδική, ἀπό τή μάνα μου. Ζῶ στίς  Θῆβες καί μέ τούς ὕμνους μου θά δείξω πώς οἱ κατηγορίες ἐναντίον τῶν Βοιωτῶν εἶναι  ἄδικες. Τώρα ἄς εὐχηθοῦμε στόν Ἁγησία καλό ταξίδι πίσω στή Σικελία καί ὁ Ἱέρωνα ἄς τόν δεχθεῖ μέ τιμές.  Ὅσο γιά μένα  εἴθε οἱ ὕμνοι μου πάντα νά ἀνθίζουν.

 

Α

Ἄς ἀνυψώσουμε τίς χρυσές τίς κολῶνες

στό καλόκτιστο πρόθυρο τοῦ θαλάμου

ὡς ὅταν θαυμαστό στερεώνουμε παλάτι.

Τό πρόσωπο τοῦ ἀρχόμενου ἔργου  

χρεία νά κάνουμε ἀπό μακριά νά ἐξαστράφτει.        

Ἄν μάλιστα κάποιος εἶναι ὀλυμπιονίκης,

λειτουργός στόν μαντικό βωμό τοῦ Δία στήν Πίσα        5

καί τῶν Συρακουσῶν συνοικιστής τῶν ἐνδόξων[1]

ποιόν ὕμνον θά ἀπέφευγε ὁ ἄνδρας ἐκεῖνος

σάν εὕρει  συμπολίτες πού  φθόνο δέν ἔχουν            

γιά τίς ὠδές τίς ἐράσμιες;   

 

Ἄς γνωρίζει καλά ὁ υἱός τοῦ Σωστράτου

πώς σέ τοῦτο τό πέδιλο ἔχει τό θεϊκό του ποδάρι.

Κατορθώματ' ἀκίνδυνα τιμές δέν κερδίζουν

οὔτε ἄν γίνουν ἀπό ἄνδρες ἤ ἀπό κοῖλα καράβια.          10

Πολλοί ὡστόσο θυμοῦνται τόν ὡραῖο τόν ἄθλο

ἄν σ' αὐτόν ἐδόθη κόπος μεγάλος.

Ἁγησία, ἰδού, σοῦ ἁρμόζει ὁ ἔπαινος ἐκεῖνος

πού δικαίως παλιά ἐξεστόμισε τοῦ Ἀδράστου[2] ἡ γλώσσα

γιά τόν μάντη Ἀμφιάραο τόν υἱό τοῦ Οἰλέως                

ὅταν ἄνοιξ' ἡ γῆ καί κατάπιε τόν ἴδιο

καί τίς φοράδες τίς φωτεινότατες[3].                  

 

Ὅταν οἱ πυρές τῶν ἑπτά νεκρῶν τελειῶσαν                  15 

ὁ υἱός τοῦ Ταλαοῦ[4] μέσα στίς Θῆβες

αὐτόν ὁμίλησε καί εἶπε τόν λόγο,

"Τόν ὀφθαλμό ποθῶ τῆς στρατιᾶς μου

τόν ὁμοίως ἐξαίρετο καί μάντη     

καί μαχητή λογχοφόρο". Ἁρμόζει

ὁ ἴδιος ὕμνος καί στόν Συρακούσιο ἄνδρα 

τῶν πανηγύρεων τόν δεσπότη.

Οὔτε φιλόνικος εἶμαι οὔτε ἀντίμαχος τόσο

πλήν παίρνοντας  ὅρκο  μεγάλο                                    20

ἀληθή γιά αὐτόν μαρτυρία θά δώσω.

Οἱ μοῦσες θά συνδράμουν οἱ μελίφθογγες.

 

Β

Ὤ Φίντη!  Ἐμπρός τώρα γιά χάρη μου ζέψε

ταχύτατα τίς γεμάτες σθένος φοράδες

σέ  ἀνεμπόδιστο δρόμο νά ἀνεβάσουμε τό ἅρμα

στό ἴδιο τό  γένος τοῦ ἄνδρα νά φθάσω.

Γνωρίζουν ἀπό ἄλλες καλύτερα ἐκεῖνες                         25

ἡγήτορες σ' αὐτόν τόν δρόμο νά εἶναι

καθώς στήν Ὀλυμπία  ἀξιωθῆκαν στεφάνους.

Σ' αὐτές λοιπόν ἔχουμε χρέος                              

διάπλατες  ν' ἀνοίξουμε τίς πύλες τῶν ὕμνων.

Σήμερα στήν Πιτάνη ἀπ΄ τοῦ Εὐρώτα πλάι τό ρεῦμα

πρέπει ἐγκαίρως νά ἔλθουμε.

 

Ἡ Πιτάνη ὡς λέγουν συνευρέθη

μέ τόν υἱό τοῦ Κρόνου τόν Ποσειδώνα

κι ἐγέννησε τήν ἰοπλόκαμη κόρη Εὐάδνη.                     30

Ἔκρυψε ἡ παρθένα  τίς ὠδίνες τῆς γέννας

στίς πτυχώσεις τῶν ἐνδυμάτων

καί ὅταν ὁ μήνας  ἔφθασε ὁ ὁρισμένος

στέλνει τίς δοῦλες καί ὁρίζει τό βρέφος στή φροντίδα

νά εἶναι τοῦ γενναίου υἱοῦ τοῦ Ἐλάτου[5].

Στή Φαισάνη αὐτός διαφέντευε  ἄνδρες Ἀρκάδες

κληρωμένος τόν Ἀλφειό κατοικία  νά ἔχει.

Ἐδῶ ἀνετράφη ἡ κόρη καί τή γλυκειά  Ἀφροδίτη             35

πρωτογεύτηκε μέ τόν Ἀπόλλωνα.

 

Ἀπό τόν Αἴπυτο ἀδυνατοῦσε νά κρύβει

τή θεία σπορά  στόν σύμπαντα χρόνο.

Στούς Δελφούς ἦρθε ἐκεῖνος στήν καρδιά κρατώντας

τήν ἄφατη ὀργή πιεσμένη μέ δεινή πειθαρχία,

μαντεία νά λάβει γιά τήν ἀφόρητη βλάβη.

Ἐκείνη ἀκούμπησε χάμω τή ζώνη τή βαμμένη μέ κρόκο

καί μαζί τό ἀσημένιο λαγήνι                                         40

καί ἀρχίζει νά γεννᾶ τόν θεόφρονα κοῦρο

βαθιά στίς κατασκότεινες μέσα τίς λόχμες.

Τῆς πέμπει βοηθούς ὁ χρυσοκόμης τίς Μοῖρες

καί τήν Εἰλείθυια τήν πραΰνουσα[6].

 

Γ

Ἀπό τά σπλάχνα της, μεσ' ἀπ' τούς πόνους

τῆς ποθούμενης γέννας ἀνέβη

ὁ Ἴαμος γοργά εἰς τό φῶς, πλήν βαρυμένη ἐκείνη

τόν ἄφησε χάμω. Μέ βουλές θεϊκές ὄφεις δύο                45

μέ μάτια λαμπρά τόν φροντίζαν καί τόν ἐθρέφαν

μέ τό ἀθῶο τῶν μελισσῶν τό φαρμάκι.

Ἀλλ' ὅταν ἀπ΄ τούς Δελφούς τούς πετρώδεις

ἦλθε ὁδηγώντας ὁ βασιλέας στό σπίτι ὅλους

ἐρώτα γιά τόν υἱό τῆς Εὐάδνης τόν τόκο.

Ὅτι πατέρα εἶχε τόν Ἀπόλλωνα. 

 

Ὅτι ὁ εξοχότερος ὅλων θά εἶναι ὁ μάντης                       50

τῶν θνητῶν τῶν ἀνθρώπων καί τό γένος ἐκείνου

οὐδέποτε θέλει ἐκλείψει.

Αὐτά διαλαλοῦσε. Πλήν ὅλοι ὀμώναν                                          

πώς οὔτε ἀκοῦσαν ἐκεῖνον, πώς οὔτε τόν εἶδαν

κι ἄς ἦταν πέντε ἡμερῶν γεννημένος.

Ἦταν ἀλήθεια κρυμένος ἐκεῖνος

σέ βοῦρλα μέσα δασιά καί ἀπέραστους βάτους                

μέ τό τρυφερό του τό σῶμα λουσμένο

ἀπ' τίς ξανθές καί καταπόρφυρες  ἀκτίνες τῶν ἴων.            55

Κι ἡ μάνα του  ἀγγελία ἔδωσε τότε

στόν χρόνο τόν σύμπαντα

 

μέ αὐτό τό ἀθάνατο ὄνομα νά ἀποκαλεῖται.

Κι ὅταν τῆς τερπνῆς χρυσοστέφανης  Ἥβης

τόν καρπό ἀξιώθη στοῦ Ἀλφειοῦ τή μέση κατέβη

κι ἐπικαλεῖται  τόν Ποσειδώνα τόν πρόγονό του,

τόν παντοδύναμο καί τόν τοξοφόρο

τόν σκοπό τῆς θεόδμητης Δήλου.

Ζητεῖ  γιά τόν ἴδιο μές στήν ὑπαίθρια νύχτα                     60

κάποια ἐξουσία γιά τόν λαό του σωτήρια.

Ἀντήχησε ὁ ἀψευδής τοῦ πατρός του ὁ λόγος

τόν προσηγόρευσε κι εἶπε, "Τέκνο, ἐγείρου

καί τή φωνή μου ἀκολουθώντας στή χώρα

φθάσε τῶν ἀνθρώπων τήν πάγκοινη".

 

Δ

Ἦρθαν  στοῦ ὑψηλοῦ Κρονίου λόφου

τήν ἀπόκρημνη πέτρα

ὅπου διπλό θησαυρό μαντοσύνης                                   65

εἰς ἐκεῖνον προσφέρει. Τό πρῶτον

τή φωνή νά ἀκούει ὅπου ψεῦδος δέν ξεύρει.

Μετά ὡς θά ἐρχόταν ὁ θρασύς μηχανῶν ἐφευρέτης

ὁ Ἡρακλῆς, τό σεμνό τῶν Ἀλκαϊδῶν τό βλαστάρι,

νά συστήσει τήν ἑορτή τοῦ πατρός ὅπου πλήθη

συνάγονται καί τόν μέγιστο θεσμό τῶν ἀγώνων,

τό μαντεῖο νά ἱδρύσει τόν πρόσταξε  πάνω                       70

στόν βωμό τοῦ Διός τόν ἀκρότατο.

             

Πολυδόξαστο ἔκτοτε στούς Ἕλληνες μέσα

τῶν Ἰαμιδῶν εἶναι τό γένος.

Τούς ἀκολούθησαν πλούτη. Σεβόμενοι τίς ἐνάρετες πράξεις

πορεύονται πάνω σέ περίβλεπτο δρόμο.

Κάθε ἔργο τεκμήριο. Τῶν φθονούνων ὁ ψόγος

ἐπικρέμεται ἐπάνω σέ ὅσους πρῶτοι διατρέχουν

τούς δώδεκα γύρους τῶν ἵππων καί σέ ὅσους                      75

ἡ σεπτή Χάρη περιχύνει τό ἔνδοξο κάλλος.

Ἁγησία, ἄν ὄντως οἱ κατοικοῦντες ὑπό τό Κυλλήνιον ὄρος,

ἄνδρες ἀπ' τή γενιά τῆς μητέρας σου,

 

ἄφθονα ἔδωσαν δῶρα  εὐσεβέστατοι πάντα

στόν Ἑρμή μέ παρακλήσεις πολλές καί θυσίες,

στόν κήρυκα τῶν θεῶν, ὅπου κρατεῖ  τούς ἀγῶνες,

ἔχει στά βραβεῖα μερίδα καί τιμᾶ στήν εὔανδρη Ἀρκαδία,       80

ἐκεῖνος, ὤ υἱέ τοῦ Σωστράτου, σοῦ παρέχει

μέ τόν βροντώδη πατέρα μαζί τήν ἐπιτυχία.

Αἰσθάνομαι τή μελίφθογγη ἀκόνη πάνω στή γλώσσα

ὄχι ἄθελά μου σέ ὠδές καλλίρροες νά μέ συνεπαίρνει.

Στυμφαλίς ἦταν ἡ εὐανθής Μετώπη,

ἡ μητέρα τῆς μάνας μου,

 

Ε

αὐτή γέννησε τή Θήβα τῶν γρήγορων ἵππων,

κι ἐγώ τό ἐρατεινό της ὕδωρ θά πίνω,

ὡς τῶν λογχοφόρων θά πλέκω πολυποίκιλον ὕμνον.               86

Παρότρυνε τώρα τούς συντρόφους, Αἰνεία[7],

τήν Ἥρα τήν Παρθενία νά δοξάσουμε πρῶτα,

νά μάθουμε ὕστερα ἄν μᾶς ἔχει φύγει

τό ὄνειδος τό ἀρχαῖο "Βοιωτοί χοῖροι"[8]                                    90                

μέ τῶν λόγων μας τήν ἀληθοσύνη.

Εἶσαι σωστός μηνυτής, τῶν Μουσῶν σκυτάλη[9]

τῶν καλλίκομων, γλυκός κρατήρας

ἀσμάτων μεγαλόφωνων.

 

Εἰπέ τους τίς Συρακοῦσες νά ἐνθυμοῦνται

καί τήν Ὀρτυγία, αὐτήν ὁ Ἱέρων

διοικεῖ μέ ἄμεμπτο σκῆπρο

στοχαζόμενος τέλεια, ἀφιερωμένος                                        95

στή  Δήμητρα μέ τά ἐρυθρά τά ποδάρια

και στήν πανήγυρη τῆς λευκίππου τῆς κόρης

καί τοῦ κραταιοῦ Διός τοῦ Αἰτναίου.  Τόν γνωρίζουν

οἱ μολπές οἱ γλυκύφθογγες καί οἱ λύρες.

Ἄς μή ταράξει τόν ὄλβο του ὁ ἐπερχόμενος χρόνος

πλήν μέ ἀξιέραστες φιλοφροσύνες τοῦ Ἁγησία

ἄς δεχθεῖ τῶν κωμαστῶν τόν ὅμιλο

 

ὡς ἀπό τή μία πατρίδα θά πηγαίνει στήν ἄλλη,

ἀφήνοντας τά τείχη τῆς πόλεως τῶν Στυμφαλίων 

τή μητέρα Ἀρκαδία μέ τά πλούσια κοπάδια.                            100

Καλό  εἶναι σέ νύκτα πολλῆς τρικυμίας

ἄγκυρες δύο νά ρίχνουν ἀπό τό γοργό τό καράβι.

Εἴθε ὁ θεός καί σ' αὐτούς καί σ' ἐκείνους

μέ ἀγάπη ἔνδοξη μοίρα νά τούς χαρίζει.

Δέσποτα, κυβερνήτη τοῦ πόντου, δῶσε

ἴσια πορεία, ἔξω ἀπ' τή γραμμή τῶν καμάτων,

ἄνδρα τῆς Ἀμφιτρύτης μέ τή χρυσή ἠλακάτη,

κάνε τό ἄνθος τῶν δικῶν μου ὕμνων

νά ἀνθήσει τερπνότατο.                                                        105

 

 

[1] Σύμφωνα μέ τά Σχόλια οἱ Ἰαμίδες, οἱ πρόγονοι τοῦ Ἁγησία,  ἦταν οἱ οἰκιστές τῶν Συρακουσῶν.
[2]  Ἕνας ἀπό τούς ἑπτά στρατηγούς στήν πολιορκία τῶν Θηβῶν.
[3] Ἄλλος ἕνας ἀπό τούς ἑπτά στρατηγούς πού πολέμησαν στή Θήβα. Λέγεται πώς μετά τήν ἥττα σκίστηκε ἡ γῆ καί τόν κατάπιε μαζί μέ τό τέθριππό του. Γαμπρός και συμπολεμιστής τοῦ Ἀδράστου.
[4] Ὁ  Ἄδραστος.
[5] Ὁ Αἴπυτος, ὁ ἄρχοντας τῆς ἀρκαδικῆς Φαισάνης.

[6] Θεά τοῦ τοκετοῦ.
[7] Ὁ χοροδιδάσκαλος τοῦ χοροῦ πού ἐκτελεῖ τήν παρούσα ὠδή.
[8] Σύμφωνα μέ τόν  Πλούταρχο (περὶ σαρκοφαγίας 995e 5) oἱ Ἀθηναῖοι θεωροῦσαν τούς Βοιωτούς  παχεῖς, ἀναίσθητους καί ἠλίθιους, πβ.  Πλάτωνα Συμπόσιον 182b.
[9] Σπαρτιατικός τρόπος μεταφορᾶς μηνύματος.

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 7ος

Στον Ρόδιο Διαγόρα, νικητή στην πυγμαχία (468 π.Χ.)

Μετάφραση: Τασούλα Καραγεωργίου

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ὁ ἕβδομος ὀλυμπιόνικος, γιά πολλούς ἕνας ἀπό τούς ὡραιότερους πινδαρικούς ἐπίνικους, εἶναι ὕμνος στόν Ρόδιο Διαγόρα,  τόν περιώνυμο πύκτη, γιά τή νίκη πού κέρδισε στόν ἱερό χῶρο τῆς Ὀλυμπίας κατά τήν Ὀλυμπιάδα τοῦ 464π.Χ. καί ἔπαινος στόν πατέρα του Δαμάγητο, ὅπως καί σέ ὅλο το γένος τῶν προγόνων του Ἐρατιδῶν.  Στό κύριό της  μέρος ὅμως ἡ ὠδή –μέ τήν παράθεση τῶν ποικίλων ὅσο καί γοητευτικῶν μύθων τῆς δημιουργίας καί τοῦ οἰκισμοῦ τῆς νήσου– μετατρέπεται σέ μιά νέα,  ὑμνητικοῦ χαρακτήρα,  ροδιακή μυθολογία διαφορετική ἐν πολλοῖς ἐκείνης τήν ὁποία παραδίδει τό ὁμηρικό ἔπος.
Ἀναλυτικότερα, τό περιεχόμενο τῆς ὠδῆς ἔχει ὡς ἐξῆς: Μετά ἀπό τό ἔξοχο προοίμιο στό ὁποῖο ὁ ὕμνος παρομοιάζεται μέ τή χρυσή κούπα πού χαρίζει ὁ πεθερός στόν νεαρό γαμπρό του, γίνεται ἔμμεση ἀναφορά στόν δωρικό ἀποικισμό τῆς Ρόδου  μέσα ἀπό τήν  ἱστορία τοῦ Τιρύνθιου Τληπόλεμου, πρώτου σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία παράδοση, οἰκιστῆ τοῦ νησιοῦ. Στή συνέχεια παρεμβάλλονται -μέ τή γνώριμη στούς ἐπίνικους ἀνάδρομη μυθολογική ἀφήγηση- δύο παλαιότεροι περί Ρόδου μύθοι. Σύμφωνα μέ τόν πρῶτο, οἱ Ρόδιοι καθιέρωσαν ἄπυρα ἱερά πρός τιμήν τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς καί δέχτηκαν ἔτσι ἀπό τόν Δία χρυσή βροχή καί ἀπό τήν Ἀθηνᾶ τό χάρισμα νά εἶναι οἱ ἄριστοι τεχνίτες. Σύμφωνα μέ τόν δεύτερο,  ἡ Ρόδος δόθηκε ἐξ ἀρχῆς ὡς κλῆρος στόν θεό Ἥλιο , πού ἔσμιξε ἐρωτικά μαζί της κι ἀπέκτησε τέκνα ἀπό τά ὁποῖα κατάγεται ὅλο τό ροδιακό γένος. Ὁ ὀλυμπιόνικος κλείνει μέ τήν ὑμνητική παράθεση τῶν πολλαπλῶν νικῶν τοῦ Διαγόρα καί μέ εὐχές ὑπέρ τοῦ γένους τῶν Ἐρατιδῶν. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι,  σύμφωνα μέ μαρτυρία τῶν ἀρχαίων σχολίων,  ἡ ὠδή αὐτή εἶχε χαραχθεῖ μέ χρυσά γράμματα στόν ναό τῆς Λίνδίας Ἀθηνᾶς στή Ρόδο.
Ἡ μετάφραση εἶναι ὅλη στιχουργημένη σέ ἀνισοσύλλαβους ἀναπαιστικούς στίχους. Ὁ θριαμβικός νεοελληνικός  ἀνάπαιστος,  ἄν καί ἀνήκει σέ μιά περισσότερο παραδοσιακή μεταφραστική ἀνάγνωση, ἁρμόζει,  κατά τήν ἄποψή μου, ἴσως,   στό μεγαλοπρεπές ἦθος ἑνός πινδαρικοῦ ἐπίνικου. Γιά τίς διορθώσεις σέ μετρικά μου ἀτοπήματα εὐχαριστῶ τόν Χρίστο Δάλκο.

 

Σάν κι αὐτόν πού δωρίζει

–μ’ ἀρχοντιά τό ποτήρι ὑψώνοντας–

στόν νεαρό τόν γαμπρό του τ’ ὁλόχρυσο κύπελο

 ὡς ἐπάνω γεμᾶτο δροσιά τῆς ἀμπέλου

καί προσφέρει –στήν ὑγειά του προπίνοντας–

τ’ ἀνεκτίμητο δῶρο σάν δέσιμο

τοῦ παλιοῦ σπιτικοῦ μέ τό νέο

καί τιμᾶ τό γαμήλιο συμπόσιο,   ἀλλά

καί τόν νέο ἐξυψώνει στούς φίλους ἀνάμεσα

γιά τοῦ γάμου τό ἐπίζηλο ταίριασμα.

Ὅμοια τώρα κι ἐγώ

 τόν γλυκό τόν καρπό τῆς ψυχῆς μου,  

πού ‘ναι νέκταρ ἁγνό κι εἶναι δῶρο Μουσῶν,

σ’ ἀθλοφόρους χαρίζοντας ἄντρες

 τήν καρδιά ἱλαρώνω αὐτῶν

 πού στά Ὀλύμπια καί Πύθια νικοῦνε.

Κι εἶν‘ ἀλήθεια μακάριος αὐτός

 πού ἡ φήμη ἡ ἀγαθή τόν τυλίγει.

Μά ἡ ζείδωρος Χάρη

ἄλλον κάθε φορά συνοδεύει

μέ γλυκόηχη λύρα καί μ’αὐλούς πολυφώνους.

Μέ τά ὄργανα αὐτά συνοδεία, ἐδῶ

ἔχω ἔρθει κι ἐγώ μαζί μέ τόν Διαγόρα

τή θαλάσσια ὑμνώντας

κόρη τῆς Ἀφροδίτης

τοῦ Ἡλίου τή νύφη, τήν Ρόδο

γιά νά εἶναι ὁ ὕμνος μου ἔπαινος

στόν πελώριο ἀγέρωχο ἄντρα,

στόν πυγμάχο πού κέρδισε στέφανο νίκης

πλάι στήν ὄχθη τ’ Ἀλφειοῦ ποταμοῦ

καί πλάι στήν Κασταλία

ἀλλά καί στόν πατέρα ἐκείνου, Δαμάγητο,

πού τῆς Δίκης τό καύχημα εἶναι∙

καί οἱ δυό, μέ γενναίους Ἀργίτες μαζί,  κατοικοῦνε 

στήν τρίπολι νῆσο,

ἀντικρύ στῆς μεγάλης Ἀσίας τή σφήνα.

 

Πρῶτα θέλω γι’ αὐτούς μέ σειρά

–ξεκινώντας ἀπό τόν Τληπόλεμο–

ἐξ ἀρχῆς νά ἱστορήσω

τήν κοινή τῆς γενιᾶς τους παράδοση

πού κρατᾶ ἀπ’ τό γένος

τό τρανό τοῦ Ἡρακλέους∙

γιατί λένε πώς ἀπ’ τόν πατέρα,

τοῦ Δία εἶν’ ἀπόγονοι

κι ἀπ’ τή μάνα, Ἀστυδάμεια,

Ἀμυντορίδες καυχιοῦνται πώς εἶναι.

Ὅμως πλάνες ἀμέτρητες κρέμονται

στῶν ἀνθρώπων τή σκέψη τριγύρω.

Καί κανείς δέν γνωρίζει

ποιό θά εἶναι γι’αὐτόν τό καλύτερο σήμερα

κι ἄν θά εἶναι τό ἴδιο στῆς ζωῆς του τό τέλος.

Γιατί τῆς Ἀλκμήνης τόν νόθο ἀδελφό, τόν Λικύμνιο,

–πού ἀπό τῆς Μιδέας εἶχε ‘ρθεῖ τό παλάτι στήν Τίρυνθα–

στόν θυμό του ἐπάνω, τῆς χώρας αὐτῆς ὁ οἰκιστής τόν σκοτώνει.

Τοῦ μυαλοῦ ἡ παραζάλη καί σοφό νά τυφλώσει μπορεῖ.

Στούς Δελφούς πῆγε τότε [ὁ Τληπόλεμος]

κι ὁ θεός,  ὁ χρυσόμαλλος, 

ἀπ’ τό εὐῶδες του ἄντρο, 

τόν πρόσταξε εὐθύς νά κινήσει μέ πλοῖα

κι ἀπ’ τῆς Λέρνης τή χώρα νά πλεύσει

στ’ ἀμφιθάλασσο μέρος,

 στό νησί,  πού τήν πόλη του κάποτε ὁ μέγας

τῶν θεῶν βασιλιάς μέ νιφάδες χρυσές εἶχε βρέξει.

Ἦταν τότε πού τοῦ Ἥφαιστου ὁ χάλκινος πέλεκυς

τό κεφάλι τοῦ Δία

μ’ ἕνα χτύπημα σχίζει∙

κι ἀπό μέσα ξεχύνεται

 φοβερά ἡ Ἀθηνᾶ ἀλαλάζοντας

μέ βοή ὑπερμήκη.

Καί στόν ἦχό της ἔφριξαν ὁ Οὐρανός καί ἡ μάνα μας γῆ.

 

Κι ὁ θεός, πού χαρίζει τό φῶς στούς ἀνθρώπους,

 ὁ γιός τοῦ Ὑπερίονος,

στ’ ἀκριβά του παιδιά, τούς Ροδίους, παράγγελνε

τά μελλούμενα νά ‘χουν στόν νοῦ τους

καί νά χτίσουνε πρῶτοι βωμό στή θεά, ὅλο λάμπος

καί σεμνή νά προσφέρουν ἀμέσως θυσία

τήν ψυχή τοῦ πατέρα καί τῆς πολεμόχαρης κόρης γλυκαίνοντας.

Προκοπή καί χαρά στούς ἀνθρώπους ἡ πρόνοια χαρίζει.

Μά συμβαίνει, ἀναπάντεχα κάποτε,

νά κατέβει τῆς λήθης τό σύννεφο

καί νά βγάλει ἀπ’ τόν ἴσιο τόν δρόμο τή σκέψη.

Κι ἀνεβῆκαν αὐτοί στήν Ἀκρόπολη

μά ξεχάσαν νά πάρουν μαζί τους τῆς φλόγας τό σπέρμα

κι ἔτσι ἱδρῦσαν ἐκεῖ ἱερό γιά θυσίες μέ δίχως πυρά. Τότε ὁ Δίας

 τίς ξανθές τίς νεφέλες συνάζει

καί στήν πόλη, χρυσή γιά χατήρι τους στέλνει βροχή.

Μά κι ἡ ἴδια ἡ θεά, ἡ Γλαυκῶπις,

τούς ὁρίζει νά εἶναι οἱ πρῶτοι σέ ὅλες τίς τέχνες

καί κανείς νά μή φτάνει

τῶν χεριῶν τους τήν ἄπιαστη χάρη.

Κι ἔτσι οἱ δρόμοι γεμίσαν παντοῦ

ἀπό ἔργα δικά τους, πού μοιάζαν

σάν νά εἶχαν ζωή καί σάν

νά σαλεῦαν.

Καί μεγάλη ἁπλώθηκε ἡ δόξα τους.

Γιατί ἡ γνώση τήν ἔμφυτη αὐξάνει σοφία.

Ἱστοροῦν οἱ παλιοί τῶν ανθρώπων οἱ μῦθοι,

πώς τή γῆ σάν μοιράζαν

οἱ θεοί μεταξύ τους

τό νησί δέν φαινόταν ἀκόμα στοῦ πελάγους τά μάκρη

μά σέ βάθη ὅλο ἁλμύρα κρυβόταν ἡ Ρόδος.

 

Καί καθώς λησμονῆσαν νά βάλουνε κλῆρο

γιά τόν Ἥλιο πού τύχαινε τότε νά λείπει

τόν θεό, παραλίγο, τόν  ἄμωμο, θ’ ἄφιναν δίχως μερίδιο∙

τούς τό θύμισε ὅμως ἐκεῖνος∙

καί θά ὅριζε ὁ Δίας καινούργια ἀπ’ ἀρχῆς μοιρασιά,

μά ὁ Ἥλιος ἀρνήθηκε∙ 

γιατί εἶπε πώς βλέπει ἀπ’ τά βάθη τῆς θάλασσας

στόν ὁλόλευκο ἀφρό ν’ ἀνεβαίνει ὁλοένα μιά χώρα

πού ὁ πλοῦτος της μέλλει κοπάδια κι ἀνθρώπους νά θρέψει.

 

Κι ἀπ’ τή μοίρα τή Λάχεση, μέ τ’ ὁλόχρυσο χτένι,

νά σηκώσει τά χέρια ζητᾶ καί τόν ὅρκο

τῶν θεῶν νά σφραγίσει

συμφωνώντας μαζί μέ τοῦ Κρόνου τόν γιό,

πώς ἡ νῆσος αὐτή στό αἰθέριο τό φῶς σάν βρεθεῖ,

τό δικό του νά εἶναι μερίδιο γιά πάντα.

 Καί τά λόγια αὐτά πληρωθῆκαν καί  ἀλήθεψαν ὅλα.

τό νησί ἀπ’ τήν ἄρμη τῆς θάλασσας βλάστησε

κι ἀπό τότε δικό του τό ἔχει ὁ πατέρας,

τῶν ὀξειῶν ἡλιαχτίδων ὁ ἄρχοντας

τῶν πυρίπνοων ἵππων ὁ ἀφέντης.

Μέ τή Ρόδο ἑνώθηκε ἐδῶ καί παιδιά γεννηθῆκαν ἑφτά

προικισμένα μέ ὅλη τήν πρότερη γνώση.

Καί ὁ ἕνας ἀπό τούς ἑφτά, τόν πρεσβύτερο γέννησε Κάμιρο,

τόν Ἰάλυσο ἔπειτα, τρίτο τόν Λίνδο∙

Καί στά τρία μοιράσαν αὐτοί τήν πατρώα τους γῆ,

χωριστά ὁ καθένας τους νά ‘χει μιά πόλη δικιά του

καί σ’ αὐτήν τ’ ὄνομά του νά δώσει.

 

Ἐδῶ λύτρωση βρῆκε γλυκειά

στήν πικρή συμφορά του ὁ Τληπόλεμος,

τῶν Τιρύνθιων ὀ ἄρχοντας,

καί σά νά ‘ναι θεός τόν τιμοῦνε

μέ πομπές καί μέ κνίσες θυσιῶν καί μ’ ἀγῶνες ἐπάθλων.

Κι ὀ Διαγόρας μέ τ’ ἄνθη αὐτῶν τῶν ἀγώνων

δυό φορές στεφανώθηκε∙ τέσσερις πάλι

στοῦ ἐνδόξου Ἰσθμοῦ τ’ ἀγωνίσματα πρώτευσε

στή Νεμέα ξανά καί ξανά καί ἀκόμα

στῆς Ἀθήνας τή γῆ τή βραχώδη.

Ὁ χαλκός τόν γνωρίζει τοῦ Ἄργους,

τῶν Θηβῶν καί Ἀρκάδων τά ἔπαθλα,

τῶν Βοιωτῶν οἱ ἀγῶνες οἱ εὔτακτοι∙

τόν γνωρίζει ἀκόμα ἡ Πελλήνη∙

 καί ἡ Αἴγινα ἕξι φορές νικητή τόν ἐτίμησε

καί τά ἴδια γι’ αὐτόν ἱστορεῖ τῶν Μεγάρων ἡ λίθινη στήλη.

 

Ἀλλά, Δία πατέρα,  ἐσύ,

πού τόν θρόνο σου ἔχεις ἐπάνω

στήν κορφή τοῦ Ἀταβύρου,

τώρα ἐτοῦτο τόν ὕμνο μου, τόν ὀλυμπιόνικο δέξου

καί τίμα τόν ἄντρα πού μέ τήν πυγμή του

τή δόξα τῆς νίκης κερδίζει∙ καί κάνε

σεβαστός νά τιμᾶται ἀπό ὅλους-πολίτες καί ξένους∙

γιατί ἐκεῖνος στόν ἴσιο τόν δρόμο,

 πού ἡ ὕβρις ἐχθρεύεται,  πάντα βαδίζει∙

ἀφοῦ ξέρει καλά στήν ψυχή του νά κλείνει

διδαχές, πού τοῦ ἔμαθε ἡ φρόνηση

τῶν ἐνδόξων προγόνων.

Στήν ἀφάνεια ποτέ μήν ἀφίσεις

τό τρανό τῆς γενιᾶς τοῦ Καλλιάνακτα σπέρμα.

Μέ τῶν Ἐρατιδῶν τίς χαρές ξεφαντώνει κι ἡ πόλη

 ὁλάκερη τώρα.

Μά ἀρκεῖ μιά τοῦ χρόνου μονάχα στιγμή

καί γι’ ἀλλοῦ νά φυσήξουν μπορεῖ

οἱ πνοές τῶν ἀνέμων.

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 8ος

Για τον Αλκιμέδοντα, τον Αιγηνήτη, νικητή στην πάλη (460 π.Χ.)

Μετάφραση: Μίμης Σουλιώτης

 

Ω μητέρα των χρυσοστέφανων αγώνων, Ολυμπία,

Κυρά της αλήθειας! Οι μάντηδες γυρεύουν στα σφάγια

να μάθουν μήπως ο λαμπροκεραύνιος Δίας

στέλνει μήνυμα στους ανθρώπους

που η καρδιά τους λαχταράει τη μεγάλη νίκη,

να πάρουν μιαν ανάσα από τα βάσανα.

 

Οι δεήσεις των ευσεβών εισακούονται:

‘Αλσος της Πίσας, με τα όμορφα δέντρα σου πλάι στον Αλφειό,

καλωσόρισε τη θριαμβική πομπή τη στεφανωμένη

γιατί η δόξα είναι μεγάλη και παντοτινή

για εκείνον που παίρνει το λαμπρό σου έπαθλο!

 

Στον ένα τυχαίνουν αυτά τα καλά, στον άλλον τα άλλα:

δρόμοι της ευτυχίας υπάρχουν πολλοί, με την θεϊκή εύνοια.

Τιμοσθένη, η γενιά σου έλαχε να κρατά από τον Δία

που εσένα σε γέμισε με δόξα στη Νεμέα, και τον Αλκιμέδοντα

τον έστεψε ολυμπιονίκη στο λοφάκι του Κρόνου.

Είταν ωραίος στην όψη και με έργα εφάμιλλα,

έχει βγει νικητής στην πάλη και δόξασε την πατρίδα, τη μακρύκωπη Αίγινα,

όπου η Θέμις έχει τιμητική θέση πλάι στον Ξένιο Δία.

Η Θέμις σώζει, αφού για όσα είναι βαριά κι αμφίρροπα

και παίζουν στη ζυγαριά, η λογική και δίκαιη κρίση βγαίνει δύσκολα.

 

Την θαλασσόβρεχτη χώρα ωστόσο, το θέλημα των Αθανάτων

την έχει στήσει σαν κολόνα θεοτική, καταφύγιο για τον κάθε ξένο—

που αυτό μακάρι και στο μέλλον να ισχύει για πάντα.

Μετά την εποχή του Αιακού την κατοικούν οι Δωριείς·

ο γιός της Λητώς και ο τρανός Ποσειδών

τότε που έφτιαχναν τις πολεμίστρες σαν διάδημα της Τροίας

εκείνον κάλεσαν να τους βοηθήσει στο τείχος, που είταν γραφτό

μες στις ολέθριες μάχες του πολέμου

να χαλαστεί μέσα σε στρόβιλλους καπνού.

 

Πάνω που αποτέλειωναν το χτίσιμο, τρεις δράκοι πρασινομάτηδες

χυμήξαν κατεπάνω στον πύργο· οι δύο γκρεμοτσακίστηκαν

και με το πέσιμο βγήκε η ψυχή τους τρομαγμένη·

ο τρίτος όμως σκαρφάλωσε ξεφυσώντας με σφυρίγματα

και τότε ο Απόλλων εξήγησε το δυσοίωνο θέαμα:

«Ήρωά μου, η Πέργαμος θα αλωθεί

από τη μεριά που τη χτίσαν τα χέρια σου, όπως φανερώνει το σημάδι

που έστειλε ο Δίας, ο γιός του Κρόνου—

θα είναι και τα παιδιά σου μαζί. Η άλωση θ’ αρχίσει στην πρώτη γενιά σου

και θα συντελεστεί στην τέταρτη.» Τα ξεκαθάρισε ο θεός

και κίνησε γοργά για τον Ξάνθο και τις Αμαζόνες

που ιππεύουν καλά, και στον Ίστρο πέρα,

ενώ ο Κύριος με την Τρίαινα οδηγούσε το ταχύ του άρμα

με τα χρυσά άλογα προς τον Ισθμό, στη θάλασσα, για να φέρει τον Αιακό

να δει τις απότομες ακτές και την Κόρινθο

όπου τελούνται οι φημισμένες γιορτές και τα τραπεζώματα—

πάντως, τίποτα δεν αρέσει το ίδιο σε όλους.

 

Κι αν ανατρέξω στη δόξα του Μελησία

που του τη χάρισαν αμούστακα παλικάρια,

ας μη με πετροβολήσει ο φθόνος·

έλαβε την ίδια χαρά και στη Νεμέα

και σε αγώνες παγκρατίου υστερότερα.

Ο γνώστης διδάσκει τα σωστά, και είναι ανοησία

να μη ξεκινήσεις μαθαίνοντας

γιατί οι άπειροι είναι οι πιο ελαφρόμυαλοι.

Ο έμπειρος ξέρει καλύτερα απ’ όλους

να δείξει το δρόμο, να διδάξει τον άντρα που θέλει

να κατακτήσει την ποθητή δόξα στους ιερούς αγώνες—

και να, ο Αλκιμέδων φέρνει στον Μελησία την τριακοστή του νίκη:

Αυτός με την εύνοια του θεού μα και με το θάρρος του κατόρθωσε

να ξαποστείλει τέσσερα νεανικά κορμιά στον πιο μισητό γυρισμό,

όπου πασχίζαν να ξεγλιστρήσουν απαρατήρητοι

ανάμεσα σε πειράγματα και καταφρόνια—

και έτσι έδωσε κουράγιο στον πατέρα του

ν’ αντιπαλαίψει τα γεράματα·

όταν είμαστε ευτυχισμένοι ξεχνούμε τον Άδη.

 

Χρωστώ όμως να ξυπνήσω μνήμες και να διαλαλήσω

την απαράμιλλη νίκη που πέτυχε η γενιά του Βλεψία

με τα γερά της μπράτσα

και στέφεται για έκτη φορά σε αγώνες με έπαθλο, στεφάνι.

 

Στις τιμητικές μας τελετές έχουν και οι νεκροί το μερτικό τους,

η σκόνη του τάφου δεν τους στερεί

από τη γλυκιά δόξα των απογόνων— κι έτσι

από την θυγατέρα του Ερμή, την Αγγελία,

θα το μάθει ο Ιφίων και θα πει του Καλλίμαχου

τί στολίδι λαμπρό έχει χαρίσει στη γενιά του ο Δίας

εκεί στην Ολυμπία, στον απάνω κόσμο·

που νίκες απανωτές ας τους χαρίζει,

ας κρατά τις βαριές αρρώστιες μακριά τους

και για όσα τους τύχαν καλά εύχομαι η Νέμεση

να μη τους φθονήσει,

και ο Δίας να τους δίνει ζωή χωρίς συμφορές,

προκοπή για τους ίδιους και για τη χώρα.

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ

Ο Αλκιμέδων νίκησε στην Ολυμπιάδα του 460 π.Χ.
Αγγελία: προσωποποιημένη έννοια, θυγατέρα του (αγγελιαφόρου) Ερμή.— Αιακός: μυθικό πρόσωπο της Αίγινας, Αχαιός, που έλκει την καταγωγή του από τον Δία.— Αίγινα: Νησί φημισμένο για την αφοσίωσή του στη δικαιοσύνη και στο εμπόριο, γι αυτό και η Θέμις έχει εδώ την τιμητική της.— Αλκιμέδων: ο κεντρικός ολυμπιονίκης του ύμνου κατάγεται από τη γενιά του Βλεψία (των Βλεψιαδών) η οποία  έλκει από τον Αιακό.— Βλεψίας: πρόγονος του Αλκιμέδοντα· οι Βλεψιάδες κατάγονται από τον Αιακό.— Γιός της Λητώς: ο θεός Απόλλων.— Δωριείς: οι Δωριείς της Πελοποννήσου εποίκισαν την Αίγινα μετά την εποχή του (Αχαιού) Αιακού.— Θέμις: βλ. Αίγινα.— Ιφίων: πιθανώς ο πεθαμένος πατέρας του Αλκιμέδοντα (ενώ ο παππούς ζει).— Καλλίμαχος: πιθανός συγγενής του Αλκιμέδοντα στον Άδη, «peut-etre un oncle» (Pindare, Olympiques, τ. Ι, […] par Aimé Puech, Παρίσι 1922, σ. 110.).— Μελησίας: ο Αθηναίος προπονητής του Αλκιμέδοντα.— Ξάνθος: ποταμός της Λυκίας κανονικά, αλλά πιθανώς κάποιος άλλος Ξάνθος ποταμός, κοντά στην Τροία.— Ολυμπία: · προσφωνείται «Κυρά της αλήθειας» επειδή η κρίση για τον νικητή στους αγώνες της είταν αδέκαστη.— Πέργαμος, Ίλιον: η Τροία.— Τέσσερα νεανικά κορμιά: ο παλαιστής έπρεπε, καθώς φαίνεται, να νικήσει τέσσερεις αντιπάλους στη σειρά για να φτάσει στη νίκη.— Τιμοσθένης: αδελφός του Αλκιμέδοντα.
δράκοι πρασινομάτηδες (αρχ. «γλαυκοί δράκοντες»): άλλοι μεταφραστές αποδίδουν με «δρακοντόφιδα» και οι άλλοι με «φίδια / serpents». Ο Λεκατσάς γράφει πως τα δύο φίδια συμβολίζουν τον Αχιλλέα και τον Αίαντα, που δεν κατάφεραν να πάρουν την Τροία, ενώ το τρίτο τον Νεοπτόλεμο, τον γιο του Αχιλλέα, που την άλωσε (Πίνδαρος, Δίφρος 1958, σ. 101).

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 9ος

Στον Οπούντιο Εφάρμοστο, νικητή στην πάλη (468 π.Χ.)

Μετάφραση: Τάκης Καρβέλης

 

Η Οπούς ήταν πόλη της βόρειας Βοιωτίας. Ο Εφάρμοστος, στον οποίο αφιερώνεται ο 9ος Ολυμπιόνικος, νίκησε στο αγώνισμα της πάλης κατά την 78η Ολυμπιάδα του 468 π.χ. Με ατυή τη νίκη έγινε περιοδιονίκης, τίτλος που απονεμόταν σε όποιον νικούσε και στα τέσσερα αγωνίσματα.
Η ωδή αρχίζει με τον ύμνο του Αρχίλοχου, που τον έψαλαν οι φίλοι του Εφάρμοστου στην Ολυμπία. Έτσι προκύπτει η αντιπαράθεση ανάμεσα στην αυθόρμητη αυτή ψαλμωδία και την εμπνευσμένη από τις Μούσες και πιο φροντισμένη σύνθεση του Πίνδαρου, που αρχίζει με επαίνους για τον νικητή και την Οπούντα, καθώς και για τις επιτυχίες  του στους Δελφούς και στην Ολυμπία (στ. 1-20). Στη συνέχεια ο ποιητής, θέλοντας να περιγράψει την πρώιμη ιστορία της περιοχής, αρχίζει με την περιγραφή του μεγάλου κατακλυσμού, ανατρέχοντας έτσι στους παλαιότερους προγόνους του νικητή, που είλκυαν την καταγωγή τους αό την Πρωτογένεια, κόρη της Πύρρας και περιγράφει τις διάφορες νίκες του. Στη συνέχεια, καταλήγει με την άποψη πως οι φυσικές ικανόηττες είναι ανώτερες από τις επίκτητες.
Ο ύμνος εκτελέστηκε στα Αιάντεια, στη γιορτή των Λοκρών προς τιμήν του Αίαντα του Οϊλέως, εθνικού ήρωα, στο βωμό του οποίου αφιέρωσε το στεφάνι του ο Εφάρμοστος.

 

στρ. α΄         

Του Αρχίλοχου το άσμα

που στην Ολυμπία ψάλλουν

αυτός ο νικητήριος ύμνος από τρεις παραφουσκωμένος επωδούς (1)

άρκεσε στον Εφάρμοστο κοντά στον Κρόνιο λόφο να οδηγήσει

τους γκαρδιακούς συντρόφους του άδοντας και χοροπηδώντας·

μα εγώ τώρα, με των Μουσών τα μακροβόλα τόξα                              

στον αστραποβόλο Δία και της Ήλιδας

τα ίδια βέλη ρίχνω

το σεπτό ακρωτήρι,

αυτό που κάποτε ο Λυδός ήρωας Πέλοπας

προίκα της Ιπποδάμειας διαλεχτήν εκέδρισε·(2)

                                   

αντ. α        

γλυκό και φτερωτό

ρίξε βέλος στους Δελφούς(3) όμως

μην πιάσεις λόγια που ανώφελα πέφτουν στη γη.

χτυπώντας τις χορδές της λύρας για τα παλαιστικά

τεχνάσματα της ξακουστής Οπούντας του παλικαριού˙

παίνεσε το γιό (4) κι αυτήν, που η Θέμιδα κι η κόρη της                                

η σώτειρα τρισένδοξη Ευνομία πήταν με κλήρο. Θάλλει

απ’τα μεγάλα κατορθώματα, Κασταλία, το δικό σου

και του Αλφειού το ρέμα˙

από εκεί που τα εκλεκτά στεφάνια την ξακουστή

ομορφόδεντρη μητέρα μεγαλύνουν των Λοκρών.                       

 

επ. α΄         

.......... + σημειώσεις

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 10ος

Υπέρ του Αγησιδάμου, Επιζεφύριου Λοκρού, νικητή σε αγώνα πυγμαχίας παίδων (476 π.Χ.)

Μετάφραση: Γιάννης Δάλλας

 

Αυτός  ο Ολυμπιονίκης, για διαβάστε μου,

σε ποια πτυχή του λογισμού μου, ο γιος του Αρχέστρατου,

είναι γραμμένος κι ο ύμνος ο μελωδικός που του όφειλα

         εκεί ξεχάστηκε∙ μα ώ Μούσα εσύ και ώ θυγατέρα του Διός

Αλήθεια, υψώστε το δεξί και κάντε πέρα

το ψέμα και την κατηγόρια πως εγώ

γι΄ αυτόν τον ξένον αδιαφόρησα.

 

Κι ο χρόνος που έμελλε να   ΄ρθεί, μεγάλωνε

την καταισχύνη μου για το βαρύ μου χρέος.

Μα ο ύμνος μου  ιδού γεννιέται και διαλύει τη μομφή

        κι όπως με το στροβίλισμα της άμμου

με ορμή το  κύμα ρέει  και κατακλύζει

έτσι κι αυτός κοινολογεί  πως ήρθ΄ η ώρα

την προσφιλή οφειλή να ξεπληρώσομε.

 

Των  Επιζεφυρίων Λοκρών αυτήν την πόλη

η  Δικαιοσύνη κυβερνά, τη νοιάζεται η Καλλιόπη

κι ο Άρης  με τα  όπλα  τα χαλκά∙  κι όμως  του Κύκνου η μάχη

          κι αυτόν τον βίαιον  Ηρακλή  πήγε να κάμψει,

μα  για τη νίκη της πυγμής στην  Ολυμπία,

ο Αγησίδαμος  στον Ίλα

χάρη ας χρωστά, όπως χρωστούσε

ο Πάτροκλος στον Αχιλλέα.

Κάποιος τον άξιον κι απ΄ τη φύση προπονεί προς την τιτάνια

δόξα του,  με τη χάρη του θεού, να ορμήσει.

 

Αμόχθητη ένοιωσαν χαρά μονάχα λίγοι,

που να φεγγοβολεί στα έργα της ζωής του.

Και να, του Δία  οι χρησμικοί θεσμοί με ωθούν να υμνήσω

           τα έξι αγωνίσματα τα εξαίσια  που εγκαινίασε

στο αρχαίον ο Ηρακλής μνήμα του Πέλοπος,

όταν τον Κτέανον τον δυνατόν εκείνον,

τον γιόν του Ποσειδώνα, και τον Εύρυτον

 

εξόντωσε,  που απ΄ τον θρασύν Αιγέα

την αμοιβή του με τη βία ν΄ αρπάξει  τόλμησε∙

στων Κλεωνών τις λόχμες παραφύλαξε

         κι εκεί που βάδιζαν μεσοστρατίς τους δάμασε.

Και του στρατού του απ΄ άντρες κάποτε Τιρύνθιους,

που ησύχαζε  στους κάμπους της Ηλείας,

του επιτεθήκαν οι υπερφίαλοι Μολίονες.

 

Κι ο βασιλιάς των Επειών, ο απατεώνας, έπειτα

τη γη του πέρα ως πέρα με τα πλούσια κτήματα

είδε  από μάζες   πυρκαγιάς να ζώνεται

          και από τα πλήγματα των σιδηρών αρμάτων

σ΄ ολέθριας συμφοράς τα  τρίσβαθα

να  βαραθρώνεται  η δική του πόλη.

Λοιπόν να παραβγείς  με την οργή

των δυνατότερων δεν γίνεται,

ενώ ο απερίσκεπτος  στερνά  δεν μένει άτρωτος

κι αυτόν τον θάνατον ακόμη δεν ξεφεύγει.

 

Στρατόν και λάφυρα συνάζοντας στην Πίσα,

ναόν σχεδίασε, μετά, ν΄ αφιερώσει

στο άλσος του μέγιστου Διός ο γιός ο άλκιμος:

         περιχαράκωσε την Άλτι, μέσα να ΄ναι

χώρος εξαγνισμού και γύρω όλος ο τόπος

για πανηγύρι, με τη λύση των αγώνων,

του  ποταμόθεου Αλφειού τη ρεματιά τιμώντας

 

κι αυτούς  τους Δώδεκα θεούς, αφ΄ ότου  με του Κρόνου

τ΄ όνομα ο βράχος  Κρόνιον προσφωνήθηκε, 

που ανώνυμος  επί  Οινομάου δερνόταν απ΄ το χιόνι.

        Στην τελετήν εκείνη την αρχέγονη

οι Μοίρες παραστέκαν και μαζί τους

εκείνος που την αδιάψευστη αλήθεια

 μοναδικά ελέγχει:  ο Χρόνος.

 

Αυτός φανέρωσε, στο γύρισμα των κύκλων,

πώς μοίρασε ο Ηρακλής τα λάφυρα της μάχης

και πώς απ΄ τ΄ ακροθίνια  πρόσφερε θυσία

         για κάθε πέντε χρόνια να τελείται

γιορτή, για τους πρωταθλητές της νίκης,

θεσπίζοντας  την πρώτη εκείνη Ολυμπιάδα.

Μα  ποιός  το πρώτον έλαβε

στεφάνι τότε για τη νίκη του,

για των χεριών και των ποδιών και του άρματος

το καύχημα της δόξας που αγωνίστηκε;

 

Πρώτος τερμάτισε ως δρομέας του σταδίου

ο Οιωνός, ο γιός του Λικυμνίου,

που με το στράτευμά του απ΄ τη Μιδέα  κατέφθασε∙

          στην πάλη ο Έχεμος, η δόξα της Τεγέας∙

ο Δόρυκλος στην πυγμαχία αρίστευσε,

που ήταν  πολίτης απ΄ την Τίρυνθα∙

και του τεθρίππου νικητής ανακηρύχτηκε

 

απ΄ τη Μαντίνεια  ο Σάμος, γιος Αριμαθίου∙

ο  Φράστωρ στόχευσε μακρύτερα στο ακόντισμα∙

κι ο δίσκος που απ΄ τη χούφτα του Νικέα  τινάχτηκε

         με κυκλικές περιφορές επάνω απ΄ τους συμμάχους

ξεσήκωσε  ζητωκραυγές, καθώς ψηλά άλλος δίσκος βγαίνοντας,

ο  ερατεινός  της  καλλιπρόσωπης Σελήνης.

φλόγισε  με το φως του  την εσπέρα.

 

Κι όλο το τέμενος πανηγυρίζοντας χαρμόσυνα

με τους σκοπούς των εγκωμίων

πάνω στα χνάρια τα παλαιά, και τώρα

        για την αγέρωχη επωνυμία  αυτής  της  νίκης

κελαϊδιστά ας υμνήσομε τον  Δία

που  της  βροντής, την  αστραπή τη φλογοβόλα

του κεραυνού που κατακαίει, μ΄ όλη τη δύναμη,

απ΄ τις παλάμες του ο βαρύκτυπος τινάζει.

Κι η αβρή μολπή μου τώρα ας  αντηχήσει

του  καλαμένιου  αυλού τη μελωδία,

 

που με τα χρόνια στην  κλεινή τη Δίρκη βλάστησε.

Κι ωσάν  ενός  γεροπατέρα, που απ΄ τη  νόμιμη συμβία

ο νέος  γιός, ο περιπόθητος, του δόθηκε

          κι  απ΄ την αγάπη του θερμαίνεται η καρδιά του∙

μα αν αποχτήσει πλούτη, που πεθαίνοντας

σε ξένα χέρια, ξέρει, θα περάσουν

γι΄ αυτά   τί αποστροφή  μεγάλη  νοιώθει!

 

Όμοια,  Αγησίδαμε, όποιος έργα ωραία  πράξει,

χωρίς να υμνούνται, φτάνοντας στον Άδη

μάταια πως έζησε και μόχθησε θα νοιώσει,

          κι  η  τέρψη  του μικρή. Μα τη δική σου χάρη

λύρα  καλλίφθογγη και αυλός  γλυκύς θα ψάλλει

και την πλατιά σου δόξα θα αναθρέφουν

οι  Πιερίδες, του Διός  οι κόρες.

 

Κι εγώ σπουδαχτικά περιπτυσσόμενος το γένος

των ένδοξων Λοκρών, την πόλη τους  την εύανδρη

σφιχταγκαλιάζω, με μελίρρυτους σκοπούς τη ραίνω,

        δοξολογώντας το παιδί του Αρχέστρατου,

που εγώ  τον  είδα με την στιβαρή πυγμή του

πλάι  στον  βωμόν  της Ολυμπίας, να  ΄ρχεται  πρώτος,

ωραίος στην όψη, όπως στην ώρα της ακμής του,

ξεφεύγοντας τη μοίρα του θανάτου,

χάρη στη μάνα του Αφροδίτη

έγινε  αθάνατος,  παλιά,  ο  Γανυμήδης.

 

Σ Χ Ο Λ Ι Α

στ. 9.  τόκος:  η γέννηση του οφειλόμενου ύμνου.
στ. 13. [Επί]ζαφύριοι Λοκροί: αρχαία πόλη  της Κάτω Ιταλίας, ιδρυμένη από αποίκους των δύο Λοκρίδων της Στερεάς   Ελλάδος (675 π.Χ.)
13-15. Ατρέκεια: ( η Αλήθεια, ως ορθή απονομή Δικαίου)… Καλλιόπη (η Μούσα της Ποιήσεως)… Άρης ( ο θεός  του πολέμου). Πράγματι οι Επιζεφύριοι  Λοκροί  ήσαν ονομαστοί για την  νομοθεσία του Ζαλεύκου, για τη μουσική επίδοσή τους (τη  «λοκρική αρμονία», που ευρετής της υπήρξε ο Ξενόκριτος) και  για την πολεμική  τους  αρετή, γνωστή ίσως και από τις μάχες τους κατά του Αναξιλάου (τυράννου του γειτονικού Ρηγίου).
τράπε δε Κύκνεια  μάχα…Ηρακλέα: του Κύκνου η μάχη / κι αυτόν  τον  βίαιον Ηρακλή πήγε να  κάμψει. Πρόκειται για έναν από τους άθλους του Ηρακλή. Κατά την ψευδο-Ησιόδεια Ασπίδα του Αχιλλέως, ο Κύκνος ήταν ένας γίγας, γιός του Άρη και αντίπαλος του Απόλλωνος, που ο Ηρακλής  εξόντωσε. Πηγή του μύθου του Πινδάρου ίσως να είναι ο μη σωζόμενος Κύκνος, του χορικού Στησίχορου ( γιατί εκεί αναφερόταν πως όταν  τον  πρωτοσυνάντησε ο Ηρακλής τράπηκε σε φυγή).
17. Ίλας : ο λεγόμενος και Ιόλαος,  προπονητής του Αγησιδάμου  (όπως  και ο  ομώνυμος  εκπαιδευτής του   Ηρακλή).              
24-25. αγώνα…εξάριθμον εκτίσατο: τα  έξι αγωνίσματα που εγκαινίασε (ιδρύοντας,  αντίστοιχα, έξι βωμούς: ο  πρώτος  προς τιμήν του Δία  και του Ποσειδώνος, ο δεύτερος της Ήρας και της  Αθηνάς, ο τρίτος του Ερμή και του  Απόλλωνος, ο  τέταρτος  των Χαρίτων και του Διονύσου,  ο πέμπτος  της  Άρτεμης και του  Αλφειού και ο έκτος του Κρόνου και της Ρέας ( Ηρόδωρος).
27. Κτέανον…Εύρυτον…Αυγέαν. Ο Αυγέας (ή Αυγείας), βασιλιάς των Επειών  (κατοίκων της Ηλείας), αθέτησε τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Ηρακλή ( καθαρισμός της κόπρου από τα ατέλειωτα κοπάδια που του δώρισε ο πατέρας του Ήλιος)∙ και ενώ ο ήρωας τα κατάφερε, στρέφοντας σε μια μέρα τις κοίτες δύο ποταμών (Αλφειού και Πηνειού), μεσ΄ από τους σταύλους του, ο Αυγέας  του στέρησε την αμοιβή ( το 1/10  των κοπαδιών  του ) και με τους δύο ανεψιούς του, τον Κτέανον και τον Εύρυτον, του επιτέθηκε και αποδεκάτισε το στράτευμά του.
34. Μολίονες: Οι ανεψιοί   του Αυγέα, ως γιοί της Μολιόνης ( και του Άκτορος).
66-72. Οιωνός…Έχεμος…Δόρυκλος…Σάμος…Φράστωρ…Νικέας:  Ανεξακρίβωτοι ιπρωταθλητές των έξι αγωνισμάτων  (δρόμου, πυγμαχίας, πάλης, αρματοδρομίας, ακοντίου και δισκοβολίας), που τους ανακαλεί  (εκ παραδόσεως) ή  τους επινοεί  η φαντασία   του Πινδάρου.
105. Γανυμήδης. Ήρωας μυθικός που για την ομορφιά του τον απήγαγε στον Όλυμπον  ο Δίας ( όπου έγινε οινοχόος  του). Ο Πίνδαρος τον αναφέρει και στον Ολυμπ.1 (α 43).

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 11oς

Για τον Αγησίδαμο από τους Επιζεφύριους Λοκρούς της Ιταλίας που νίκησε στην πυγμαχία παίδων (476 π.Χ.)

Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης

 

O άνθρωπος τη μια αποζητάει ανέμους,
την άλλη επουράνια νερά
       ― υγρά παιδιά του σύννεφου.
Mα όταν κάποιος με τον ιδρώτα του κατορθώσει
κάτι σπουδαίο, δοξαστικά εγκώμια του αξίζουν
προεξαγγέλλοντας τη φήμη που θʼ ακολουθήσει
και για μελλοντικούς δεσμεύοντάς τον θριάμβους.

Δεν είναι ο φθόνος που προκάλεσε
τούτον τον ύμνο για τους Oλυμπιονίκες·
απλά, κείνα που πάει η γλώσσα μου
να πλάσει τώρα, μοιάζουν
από σοφία θεϊκή να ʼναι εμπνευσμένα.

Γιε του Aρχέστρατου, Aγισήδαμε, πρέπει να ξέρεις
πως για τη νίκη σου στην πυγμαχία
και για της χρυσαφένιας ελιάς που αξιώθηκες το στεφάνι
θα τραγουδήσω όσο γίνεται καλύτερα
τιμώντας παράλληλα των Zεφύριων Λακρών το γένος.

Πανηγυρίστε μαζί μας, Mούσες· κι εγώ σας βεβαιώνω
πως ο κόσμος που θα βρείτε εδώ πέρα
όχι μόνο είναι φιλόξενος και ξέρει
την ομορφιά να εκτιμήσει
μα και στη φρόνηση είναι αξεπέραστος
κι ασύγκριτος στη μάχη.
Άλλωστε ούτε της πυρόξανθης αλεπούς
ούτε των λιονταριών με το βαρύ το μουγκρητό
η φύση αλλάζει.


ΣXOΛIO

O ύμνος αυτός θεωρείται προεξαγγελία και υπόσχεση για τη σύνθεση του μεγάλου 10ου Oλυμπιόνικου που αναφέρεται στο ίδιο πρόσωπο και όπου ο Πίνδαρος ομολογεί το χρέος του και εγκωμιάζει τον αθλητή και τον τόπο καταγωγής του. Πιθανολογείται ότι ο 11ος γράφτηκε επί τόπου στην Oλυμπία, αμέσως μετά τη νίκη του Aγησίδαμου στην 76η Oλυμπιάδα (476 π.X.) και ότι ο ποιητής του υποσχέθηκε έναν αρτιότερο που όμως άργησε να συνθέσει και, εντέλει, απάγγειλλε αργότερα, σε άλλη ευκαιρία.

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 12ος

Στον δολιχοδρόμο Εργοτέλη τον Ιμεραίο (470 ή 466 π.Χ.)

Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας

 

Σώτειρα Τύχη, του Ελευθέριου Δία κόρη,

την κραταιή την πόλη της Ιμέρας σκέπε, δέομαί σου.

Εσύ τα γοργοτάξιδα καράβια κυβερνάς στη θάλασσα,

εσύ τους ανεμόμυαλους πολέμους της στεριάς,

τις συνελεύσεις τού λαού εσύ.

'Ομοια και των ανθρώπων οι ελπίδες: τη μια στα ύψη,

κι ύστερα γκρεμίζονται, όταν το μάταιο αποζητούν, το κίβδηλο.

 

Κανείς ποτέ θνητός δεν βρήκε απ' τους θεούς

σημάδι αλάθητο για τα μελλούμενα.

Τυφλή τού μέλλοντος η γνώση.

Πολλά σε ανθρώπους πέσαν αναπάντεχα

και της ζωής τους φαρμακώσανε τη γλύκα·

κι άλλους, πίκρα βαριά τούς έζωσε

μα δεν αργήσαν να χαρούν χαρά μεγάλη.

 

Και η δική σου η λάμψη, του Φιλάνορα γιε γοργοπόδαρε,

στων γονιών σου το σπίτι θα έσβηνε άδοξη,

καθώς πετεινού που μαχητής στην αυλή κοκορεύεται,

αν εμφύλια έριδα απ' την πατρώα Κνωσό δεν σε ορφάνευε.

'Ομως τώρα, στην Ολυμπία στεφάνι κερδίζοντας,

και δυο στην Πυθώνα φορές νικητής, νικητής και στα 'Ισθμια,

τα θερμά των Νυμφών τα λουτρά μεγαλύνεις

σε τόπο αγαπημένο, Εργοτέλη, κατοικώντας.

 

Σε τούτη την ωδή ο Πίνδαρος εξυμνεί τον Εργοτέλη και τη νίκη του στον δόλιχο δρόμο, στην 77η Ολυμπιάδα. Κρητικής καταγωγής ο Εργοτέλης, έπειτα από εμφύλια στάση στην πατρίδα του κατέφυγε στην Ιμέρα της Σικελίας, όπου ήταν τύραννος ο Θρασυδαίος, ο γιος του Θήρωνα. Ανδριάντα του πολυνίκη αθλητή είδε ο Παυσανίας στην Ολυμπία, αναφέρει μάλιστα την επιγραφή του: «Εργοτέλης δε Φιλάνορος δολίχου δύο εν Ολυμπία νίκας, τοσαύτας δε άλλας Πυθοί και εν Ισθμώ τε και Νεμείων ανηρημένος».
Στον ύμνο ο Δίας αποκαλείται Ελευθέριος, εις μνήμην της νίκης των Ιμεραίων κατά των επιδρομέων Καρχηδονίων.
Τα «θερμά λουτρά» είναι οι φημισμένες ζεστές πηγές της Ιμέρας που τις ανέδωσαν οι Νύμφες «εις απόλαυσιν Ηρακλέα», όταν ο ήρωας στάθμευσε εκεί, επιστρέφοντας από τον άθλο που του είχε οριστεί, να θανατώσει τον Γηρυόνη και να μεταφέρει τα βόδια του τρικέφαλου κολοσσού από το νησί Ερύθεια της μακρινής Δύσης στην Αργολίδα.

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 13ος

Για τον Ξενοφώντα τον Κορίνθιο, νικητή στο στάδιο και στο πένταθλο (466 π.Χ.)

Μετάφραση: Κυριάκος Χαραλαμπίδης

 

Ο Κορίνθιος Ξενοφών ήταν γόνος της αριστοκρατικής και πλούσιας οικογένειας των Ολιγαιθιδών, που είχε μεγάλη αθλητική παράδοση. Αυτός και οι πρόγονοί του πέτυχαν συνολικά εξήντα νίκες τόσο στα Ολύμπια, τα Πύθια, τα Ίσθμια και τα Νέμεα όσο και στην Αθήνα και πολλές άλλες πόλεις. Ο Πίνδαρος υμνεί εδώ τον Ξενοφώντα που κατήγαγε διπλή νίκη, το 464 π.Χ. στην Ολυμπία, στον αγώνα δρόμου και στο πένταθλο. Ο πινδαρικός ολυμπιόνικος, γραμμένος σε πυκνή δωρική γλώσσα, τηρεί την προσωδία και ρυθμίζεται από την ανάλογη μουσική στα επιμέρους στοιχεία, δηλαδή τις στροφές, τις αντιστροφές και τις επωδούς. Η μετάφραση αυτή επιχειρεί να είναι όσο γίνεται κοντύτερα στο χαρακτήρα του ύμνου με την τελετουργική του χροιά αλλά και την ποιητική πνοή που τον διαπερνά.

 

          στρ. α΄

Τρισολυμπιονίκην

παινεύω οίκον,

γλυκύθυμο στους συμπολίτες,

θεράποντα στους ξένους.

Μιλώ για την ολβίαν

την Κόρινθο, το πρόθυρο

του Ίσθμιου Ποσειδώνα,

με τα λαμπρά τα παληκάρια.

Σ’ αυτήν εγκατοικεί Ευνομία

κι η αδελφή της, το στερρό

των πόλεων βάθρο, Δίκη.

στο πλάι της κι η ομότροφος Ειρήνη,

που ταμιεύει πλούτο στους ανθρώπους,

της Θέμιδος της συνετής κόρες χρυσές.

 

          αντ. α΄

Αυτές την Ύβριν θέλουν ν’ απωθήσουν,

του Κόρου τη θρασύστομη μητέρα.

Πολλά είναι τα καλά που θέλω ειπεί

και δίκαιη τόλμη ωθεί τη γλώσσα να μιλήσει.

χαμένη μάχη το έμφυτο να κρύψουμε ήθος.

Σε σας, παιδιά του Αλάτα βασιλέα(1),

οι Ώρες(2) οι πολύανθες την περίλαμπρη

δώρισαν νίκη, εφόσον η κορύφωση

των αρετών σας όλους υπερέβη

εκεί όπου τελούνταν άθλα τα ιερά

και μέσα στην ψυχή σας είχαν βάλει

 

          επ. α΄

αρχαία σοφίσματα. Όποιος τα βρήκε

πάσα του πρέπει δόξα και τιμή.

Πόθεν του Διονύσου οι τελετές(3)

μαζί με του διθύραμβου τα βόδια;(4)

Ποιος πέρασε στους ίππους χαλινάρι(5)

και σε θεών ναούς, στ’ ακραία πτερά(6),

έθεσε των πουλιών το βασιλέα;

Εκεί που η μυροβόλα Μούσα πνέει

και του πολέμου ο Άρης στις αιχμές

τις φονικές των νέων ανδρών ανθεί.

 

          στρ. β΄

Ύψιστε, συ που κυβερνάς της Ολυμπίας τα πλάτη,

κάνε να μη μου φθονηθούν

ποτέ στο χρόνο μέσα τ’ άσματά μου.

Και τούτο το λαό, πατέρα Δία,

φύλαγε κι ούριο άνεμο στη μοίρα

του Ξενοφώντα στείλε και το πρέπον

εγκώμιο για τα στέφανα που κέρδισε

δέξου, που σύγκαιρα στις νίκες του πεντάθλου

και στου σταδίου το δρόμο τον εισάγει

από της Πίσας(7) τα πεδία. κατόρθωσε

όσα κανείς ως σήμερα θνητός.

 

          αντ. β΄

Πλόκαμοι δύο του σέλινου(8)

έκλιναν προς το μέρος του στα Ίσθμια

όταν αυτός ξεπρόβαλε. μηδέ

αντίσταση του πρόταξαν τα Νέμεα.

Του Αλφειού οι όχθες9 αναδέχονται

και του πατρός του Θεσσαλού

την αίγλη των ποδιών(10).

Και στην Πυθώ τη δελφική(11) ο ήλιος

την ίδια μέρα φώτισε τις νίκες του

στο στάδιο και το δίαυλο.

Αυτού την κόμη με λαμπρά

στεφάνια τρία εστόλισε, τον ίδιο μήνα,

ημέρα φτεροπόδαρη στη βραχωμένη Αθήνα.

 

          επ. β΄

Και στα Ελλώτια(12) προς τιμήν

της Αθηνάς με επτά.

Για τις αμφιθαλάσσιες Ποσειδώνιες,

απ’ του πατέρα του Πτοιόδωρου

και του Τερψία και του Ερίτιμου(13) το χέρι τελετές,

μακρύτερο θα ταίριαζε τραγούδι.

Κι όσο για τ’ αριστεία σας στους Δελφούς

και για του λέοντος τα πράσινα λημέρια(14),

μ’ άλλους πολλούς αντιπαλεύω ψάλλοντας

των αρετών το πλήθος. Είναι καθαρό:

τόσα χοχλάδια η θάλασσα και πώς να τα μετρήσω;

 

          στρ. γ΄

Το καθετί στον κόσμο έχει το μέτρο του.

άριστο τη στιγμή του να γνωρίζεις.

Εγώ δε μοναχός, που μου ’λαχε να βγω

σ’ αποστολή δημόσια, εκφωνώντας

την των προγόνων σύνεση και τις ανδρείες

στον πόλεμο αρετές, δεν θέλω ειπεί

ψέματα για την Κόρινθο – τον Σίσυφο

με τ’ άφθαστα τεχνάσματα(15) (θεός να ήταν)

και την αντίδικη στη γνώμη του πατρός της

Μήδεια(16). μόνη επέλεξε το γάμο της

σώτειρα γενομένη της Αργώς

και των ναυτών του πλοίου.

 

          αντ. γ΄

Άλκιμοι εκείνοι κάποτε μπροστά

στου Δάρδανου(17) τα τείχη, δοξασμένοι,

κι από τις δυο μεριές αποφασίσαν

να δώσουν ένα τέλος στην αμάχη,

τόσο τ’ Ατρέα οι φίλοι και του γένους του(18)

που πίσω να γυρίσουν θέλαν την Ελένη

όσο κι οι άλλοι π’ αντιστέκονταν με πείσμα.

Στη θέα του Γλαύκου απ’ τη Λυκία(19) ετρέμαν

οι Δαναοί – σε κείνους εκαυχάτο

για του πατέρα του την εξουσία

στην πόλη της Πειρήνης(20), για κτήματα και μέγαρα.

 

          επ. γ΄

Αυτός, της φιδομάλλας κάποτε Γοργόνας(21)

το γιο της λαχταρώντας Πήγασο, μοχθούσε

σιμά σε γάργαρα νερά να ζέψει,

ώσπου το χρυσοφάλαρο η Παλλάς

του έφερε η παρθένα χαλινάρι

κι ευτύς, σ’ αλήθεια τ’ όνειρο γυρνώντας, του είπε:

«Κοιμάσαι βασιλιά, του Αιόλου φύτρα(22);

Έλα και δέξου φίλτρο που μαγεύει

τ’ άλογα και στον κύρη σου το Δαμαστή(23),

ταύρο λευκό θυσιάζοντάς του, δείξε».

 

          στρ. δ΄

Τέτοια στο ζόφο του ύπνου του η παρθένα

με τις αιγίδας της το σκότεινο βαθύ

του εικάστηκε πως είπε.

Ολομεμιάς ασκώθηκε στο πόδι

κι αρπάζοντας τ’ αλλόκοτο σημάδι

που παραδίπλα εκείτονταν

χυμά καταχαρούμενος να βρει

το συμπολίτη μάντη Κοιρανίδη,

που του φανέρωσε με πάσα λεπτομέρεια

το τέλος των πραγμάτων:  πώς εξάπλωσε

μετά από κείνο, νύχτα, το χρησμό

μπρος στο βωμό της θεάς,

και πώς η κόρη του Διός, που εξακοντίζει

δόρατα κεραυνούς, το χρυσοχαλινό

 

          αντ. δ΄

που το μυαλό δαμάζει του προσφέρει.

Και του παράγγειλε ταχύ τ’ ονείρου να υπακούσει

κι όταν στον παντοκράτορα π’ όλη τη Γαία κατέχει(24)

το δυνατό τετράποδο θυσία το δώσει,

βωμό ευθύς στην Αθηνά Ιππία(25) να στήσει.

Με των θεών τη δύναμη τελειούται

το έργο που υπερβαίνει κάθε όρκο

και κάθε κούφια ελπίδα.

Μ’ αυτά ο κρατερός Βελλερεφόντης

ορμώντας ασυγκράτητος αρπάζει

και στα σαγόνια του πετούμενου ίππου

φάρμακο του περνάει πραϋντικό(26).

 

          επ. δ΄

Και παρευθύς καβάλησε

μες στην αρματωσιά του χαλκωμένος

και μπήκε στο χορό(27).

Κάποτε δε με τ’ άλογό του εκείνο

μες στου ξηρού αιθέρος τους ψυχρούς

κόλπους το γυναικείο ετρόπωσε στρατό

των Αμαζόνων(28) τοξοφόρων και τη Χίμαιρα(29)

που ξεφυσούσε πυρ και τους Σολύμους(30).

Για τη θανή του λόγο δε θα κάνω(31)

τον Πήγασο στον Όλυμπο οι αρχαίοι

στάβλοι του Δία(32) δεχτήκαν.

 

          στρ. ε΄

Όμως εγώ ευθεία γραμμή σαν ρίχνω

των ακοντίων το αντιδόνισμα, θα πρέπει

να ’χω το νου μου μη το χέρι στον παλμό του

πολλά τα στέλνει περ’ από το στόχο.

Γιατί στις αγλαές στο θρόνο τους απάνω

Μούσες προθύμως ήλθα να συντρέξω

και στους Ολιγαιθίδες(33) παν το γένος.

Τ’ άθλα τους στον Ισθμό και τη Νεμέα

συνεκτικώς μαζί θα φανερώσω –

μάρτυς αληθινός δεμένος με όρκο

είν’ η γλυκόλαλη του κήρυκα φωνή

που εξήντα κι απ’ τις δυο πλευρές

αντήχησε φορές.

 

          αντ. ε΄

Όσο για τ’ άθλα τους στην Ολυμπία,

τα είπαμε πρωτύτερα θαρρώ.

Και για τα μέλλοντα, σαν θα φανούν, θα ψάλλω.

Να ελπίζω μόνο δύναμαι, αλλ’ είναι

στη θεία βουλή το τέλος.

Κι αν της γενιάς του η μοίρα στων δικών του

βημάτων γείρει τη γραμμή,

το θάρρητά μας να έχουμε στο Δία

για το πρακτέον και τον Άρη Ενυάλιον(34).

Έξι μετρήσαν νίκες αποκάτω

από του Παρνασσού το φρύδι κι άλλες τόσες

στο Άργος και τις Θήβες. Όσο δε για τ’ άθλα

στ’ Αρκαδικά φαράγγια, του Λυκαίου

άνακτος(35) ο βωμός ας μαρτυρήσει.

 

          επ. ε΄

Για τ’ άλλα θα μιλήσουν και Πελλήνη

και Σικυών και Μέγαρα και ιερό

άλσος Αιακιδών(36) καλοφραγμένο

και Ελευσίς και Μαραθών ο καρπερός

και κάτω από την Αίτνα την ψηλόκορφη(37)

πόλεις ευδαίμονες(38), καθώς και η Εύβοια.

Και κατά πάσα την Ελλάδα θέλεις εύρει,

αν πέρα απ’ όσα βλέπεις ξανοιχτείς.

Εμπρός λοιπόν μ’ ανάλαφρο ας κινήσουμε ποδάρι.

Δέσποτα Δία και δώσε μας τη χάρη της αιδούς

            και τη γλυκειά της ευφροσύνης τύχη.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Παιδιά του Αλάτα βασιλέα: Κορίνθιοι, απόγονοι του αρχαίου οικιστή της Κορίνθου Αλάτα (δωρ.) ή Αλήτη (αττ.), του οποίου η καταγωγή κρατούσε από τον Ηρακλή.
2. Ώρες: Οι τρεις κόρες του Δία και της Θέμιδας, η Ευνομία, η Δίκη και η Ειρήνη. Τις τιμούσαν ιδιαίτερα στην Κόρινθο.
3. Πόθεν του Διονύσου οι τελετές: Οι Κορίνθιοι διεκδικούσαν τη γέννηση της τραγωδίας. στη δική τους πόλη, στην αυλή του τύραννου Περίανδρου, ο Αρίων «συνέθεσε, ονομάτισε και δίδαξε», όπως λέει ο Ηρόδοτος, τον πρώτο διθυραμβικό χορό.
4. Με του διθύραμβου τα βόδια: Ο Πίνδαρος αποκαλεί το διθύραμβο «βοηλάτη» (αγελαδάρη), γιατί τα βόδια που προσφέρονταν  ως έπαθλο στη νικητή οδηγούνταν στη θυσία .
5. Πέρασε στους ίππους χαλινάρι: Ο Βελλερεφόντης, που ο μύθος τον συνδέει με την Κορίνθο, χρησιμοποίησε το χαλινάρι που του έδωσε η Αθηνά για να δαμάσει τον Πήγασο.
6.
Στ΄ ακραία πτερά: Εκεί που κατέληγε το αέτωμα του δωρικού ναού.

7. Της Πίσας: Η Πίσα, αρχαία πόλη της Ήλιδος, που σχετίζονταν ενεργά με τους αγώνες στην Ολυμπία.
8. Πλόκαμοι δύο του σέλινου: Δυο νίκες στα Ίσθμια, όπου ο Ξενοφών στεφανώθηκε μ’ αγριοσέλινα.
9. Του Αλφειού όχθες: Ο ποταμός Αλφειός, που πηγάζει από την Αρκαδία, διαρρέει και την Ολυμπία.
10. Την αίγλη των ποδιών: Ο πατέρας του Ξενοφώντα, ο Θεσσαλός, πέτυχε επίσης νίκη σε αγώνα δρόμου στην Ολυμπία.
11. Στην Πυθώ τη δελφική: Ο Πίνδαρος την αποκαλεί απλώς Πυθώ (αρχαιότερη ονομασία των Δελφών).
12.
Στα Ελλώτια: Στους αγώνες προς τιμήν της Αθηνάς Ελλωτίδος, που γίνονταν στην Κόρινθο.
13.
Πτοιόδωρου, Τερψία, Ερίτιμου: Διαπρεπή ονόματα του οίκου προφανώς των Ολιγαιθιδών.
14.
Του λέοντος τα πράσινα λημέρια: Τη Νεμέα με το γνωστό λιοντάρι της, που το σκότωσε ο Ηρακλής.
15.
Τον Σίσυφο με τ’ άφθαστα τεχνάσματα: Ο Σίσυφος, γιος του Αιόλου, πατέρας του Γλαύκου και παππούς του Βελλερεφόντη, ίδρυσε την Εφύρα (παλαιά ονομασία της Κορίνθου). Ονομαστός για την πονηριά του, που την ανήγαγε σε τέχνη (ξεγέλασε ακόμα και θεούς). Αναφέρεται και ως πατέρας του Οδυσσέα.
16.
Μήδεια: Διαβόητη μάγισσα, κόρη του Αιήτη, βασιλιά της Κολχίδας. Όταν οι Αργοναύτες έφτασαν στην Κολχίδα, η Μήδεια ερωτεύτηκε τον Ιάσονα, τον βοήθησε να κλέψει το χρυσόμαλλο δέρας κι έφυγε μαζί του. Παρά την καταδίωξη του πατέρα της, κατόρθωσε να οδηγήσει την Αργώ με ασφάλεια πίσω στην Ιωλκό. Κάποια στιγμή η Μήδεια και ο Ιάσων κατέληξαν στην Κόρινθο. Εκεί η Μήδεια σκότωσε τη Γλαύκη που θα παντρευόταν ο Ιάσων. Στη συνέχεια σκότωσε και τα δυο δικά της παιδιά.
17.
Στου Δάρδανου τα τείχη: Τα τείχη της Τροίας. ( Ο Δάρδανος ήταν ο ιδρυτής της Δαρδανίας ή Τροίας).
18. Τ’ Ατρέα οι φίλοι και του γένους του: Ο οίκος του Αγαμέμνονα και οι σύμμαχοί του που εξεστράτευσαν κατά της Τροίας.
19.
Του Γλαύκου απ’ τη Λυκία: Γιος του Ιππόλοχου από τη Λυκία με προπάτορες τον Βελλερεφόντη, το Γλαύκο, τον Σίσυφο και τον Αίολο. Υπήρξε, μαζί με τον Σαρπηδόνα, αρχηγός των Λυκίων συμμάχων του Πριάμου.
20.
Στην πόλη της Πειρήνης: Την Κόρινθο, όπου και η ξακουστή ομώνυμη πηγή, στην αρχή του δρόμου που οδηγούσε στο ιερό του Ποσειδώνα.
21.
της φιδομάλλας Γοργόνας: Η Γοργώ Μέδουσα, με την αποτρόπαιη όψη είχε την ιδιότητα ν’ απολιθώνει όποιον την αντίκριζε. Ο Περσέας, με τη βοήθεια της Αθηνάς, της έκοψε το κεφάλι κι αμέσως ξεπετάχτηκε από το λαιμό της ο Πήγασος, άλογο φτερωτό, που ήταν παιδί της Μέδουσας και του Ποσειδώνα.
Ο Βελλερεφόντης, γιος του Γλαύκου, του οποίου το όνομα σχετίζεται με τη θάλασσα και κατ’ επέκταση ταυτίζεται με τον Ποσειδώνα, θεωρείται και γιος θαλάσσιου θεού. Ο Ποσειδών του χάρισε τον Πήγασο, που τόσο λαχταρούσε, αλλά το πρόβλημα ήταν πώς να τον δαμάσει ο Βελλερεφόντης. Τότε η Αθηνά του έφερε, σαν σε όνειρο εν εγρηγόρσει, το μαγικό και χρυσό χαλινάρι.
22.
Του Αιόλου φύτρα: Ο Αίολος ήταν πρόπαππος του Βελλερεφόντη.
23.
Το Δαμαστή: Τον Ιπποδαμαστή Ποσειδώνα.
24.
Π’ όλη τη Γαία κατέχει: Ο Ποσειδών ο «Γαιάοχος» (δωρ.), δηλαδή αυτός που κρατάει τη γη, ήταν γενικά θεός του υγρού στοιχείου και απόλυτος κύριος των εγκάτων της γης.
25.
Βωμό στην Αθηνά Ιππία: Η Αθηνά λατρευόταν στην Κόρινθο με αυτή την επωνυμία.
26.
Φάρμακο του περνάει πραϋντικό: Το χρυσό χαλινάρι που δάμασε τον Πήγασο.
27.
Και μπήκε στο χορό: Ο Βελλερεφόντης χόρεψε αρματωμένος, απάνω στο θεϊκό άλογό του, τον πολεμικό χορό, για να τιμήσει την Αθηνά.
28.
Των Αμαζόνων: Μυθικό έθνος πολεμικών γυναικών που κατοικούσαν στα απώτατα του Πόντου.
29.
Χίμαιρα: Τερατόμορφο μυθικό ζώο με φύτρα θεϊκή. Είχε κεφάλι λιονταριού, σώμα κατσίκας και ουρά δράκοντα και ξεπετούσε φλόγες από τα ρουθούνια του. Ο θάνατος της Χίμαιρας ήταν ο πρώτος άθλος του Βελλερεφόντη.
30.
Σολύμους: Οι Σόλυμοι ήταν, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι παλαιότεροι κάτοικοι της Λυκίας.
31.
Για τη θανή του λόγο δε θα κάνω: Ο Πίνδαρος αποσιωπά, υπογραμμίζοντας έμμεσα, το τέλος του Βελλερεφόντη, που φιλοδόξησε ν’ ανεβεί στον Όλυμπο και τον γκρέμισε το ίδιο το θείο άλογό του.
33.
Αρχαίοι στάβλοι του Δία: Ο Πήγασος έγινε δεκτός στον Όλυμπο και σταβλίζονταν με τ’ άλογα των θεών.
33.
Ολιγαιθίδες: Το γένος στο οποίο ανήκε ο Κορίνθιος Ξενοφών.
34.
Άρη Ενυάλιον: Ο πολεμικός θεός Άρης που λατρευόταν με αυτή την προσωνυμία και στην Πελοπόννησο.
35.
Του Λυκαίου άνακτος: Του Διός Λυκαίου. Η προσωνυμία αυτή του Διός οφείλεται στο Λυκαίον Όρος της Αρκαδίας, όπου λατρευόταν ο θεός.
36.
Ιερό άλσος Αιακιδών: Το τέμενος που έκτισε η γενιά του Αιακού στην Αίγινα.
37.
Την Αίτνα την ψηλόκορφη: Την πόλη Αίτνα που ήταν κτισμένη ψηλά στο ομώνυμο βουνό.
38.
Πόλεις ευδαίμονες: Σικελικές πλούσιες πόλεις και κυρίως οι Συρακούσες (κορινθιακή αποικία), που ήταν η μεγαλύτερη και ισχυρότερη πόλη της Σικελίας.

 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 14ος

Στον Ασώπιχο τον Ορχομένιο, νικητή στη σταδιοδρομία (488 π.Χ.)

Μετάφραση: Νίκος Γρηγοριάδης

 

Αυτός ο Ολυμπιόνικος είναι ένας ύμνος για τον Ασώπιχο για τη νίκη του στον αγώνα δρόμου ενός σταδίου (185 μ.) που ήταν για παιδιά. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις συνηθιζόταν να αναφέρεται τιμητικά και το όνομα του προπονητή ή του πατέρα. Ετσι κι εδώ την είδηση για τη νίκη του Ασώπιχου στο νεκρό πατέρα του, Κλεόδημο, κατά την 76η Ολυμπιάδα του 476 π.Χ., αναλαμβάνει πολύ εύστοχα η Ηχώ. Ετσι, αν και ολιγόστιχος ο Eπίνικος αυτός, κάνει αρκετούς μυθικούς υπαινιγμούς (Μινύα, Ηχώ, Κηφισός, Ορχομενός, Χάριτες) και χρησιμοποιεί για την περίσταση ποικίλους μετρικούς και μουσικούς ρυθμούς (λυδικός, αιολικός). Αλλη μορφική ιδιοτυπία του είναι η απουσία επωδού. Η επωδός προοριζόταν να εκτελείται εν στάσει, ενώ αυτό το ποίημα τραγουδιόταν εν πομπή.

 

 

Α

Τύχατε κλήρο τα νερά του Κηφισού

         και μένετε στη χώρα με τα ωραία άτια,

         πολυτραγουδημένες Χάριτες,

         βασίλισσες του πλούσιοι Ορχομενού,

         προστάτιδες των παλαιών Μινύων,

         ακούστε που παρακαλώ γιατί πάντοτε οι θνητοί                     5

         και τα τερπνά και τα γλυκά με σας τα πετυχαίνουν

         και τη σοφία δηλαδή, την ομορφιά, τη δόξα.

         Γιατί ακόμα κι οι θεοί χωρίς τις θείες Χάριτες

         δεν κυβερνούνε τους χορούς και τα συμπόσια-

         αυτές επιστατεύουνε σ’ όλα τα ουράνια έργα

         κι έχουν στήσει τους θρόνους τους                                                10

         κοντά στον Πύθιο Απόλλωνα με τα χρυσά τα τόξα,

         και την αιώνια σέβονται ισχύ του Ολύμπιου Δία.

 

Β

Σεβάσμια Αγλαΐα εσύ κι εσύ φιλόμουση Ευφροσύνη,

         κόρες του παντοδύναμου θεού, παρακαλώ εισακούστε με!

         κι εσύ Θάλεια φιλόμολπη που καμαρώνεις                                       15

         για την τρανή την τύχη σου να βλέπεις

         τούτη την επινίκια πομπή που πάει ελαφροπάτητη.

         Ηρθα με στίχους λυγερούς τον Ασώπιχο να υμνήσω

         και με αρμονία λυδική, γιατί Ολυμπιονίκης

         είναι η Μινύα με τη δική σου χάρη.

         Τώρα στο σκοτεινό της Περσεφόνης παλάτι άμε, Ηχώ,

         να φέρεις το λαμπρό μαντάτο στο γονιό του, τον Κλεόδαμο.

         Είδες, να πεις, ότι ο γιος του στης Πίσας την πανέμορφη

         κοιλάδα με τα φτερά των ένδοξων επάθλων

         στεφάνωσε την νεαρή του κόμη.                                                  24

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ο 14ος  Ολυμπιόνικος, που γράφτηκε για τον Ασώπιχο, γιο του Κλεόδημου είναι ένα ολιγόστιχο ποίημα, αλλά έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός ανεπτυγμενου Επινικου (αναφορά στο παρόν, και νίκη του αθλητή, ανάπτυξη ενός μύθου, γνωμολογική σοφία και το προσωπικό βάθος του ποιητή, επάνοδος στον τόπο και το νικητή).

Ασώπιχος: Ολυμπιονίκης σε αγώνα δρόμου ενός σταδίου (185 μ.) κατά την 76η Ολυμπιάδα του 476 π.Χ.
Χάριτες: Ηταν τρεις (η Αγλαΐα, η Ευφροσύνη και η Θάλεια). Λατρεύονταν στον Ορχομενό.
Ηχώ: Νύμφη που ερωτεύτηκε το Νάρκισσο, το γιο του Κηφισού, του ποταμού του Ορχομενού.
Μινύες: Οι απόγονοι του μυθικού βασιλιά του Ορχομενού, Μινύα.

Επιστροφή
Ημερίδα για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
MIA AΦΙΣΑ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543