Παναγιώτης Κουσαθανάς

Μποϊλές ο Μποϊκλής[1]

[…] Ο Κύριος Μιχάλης κόμπιασε για λίγο, έβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του και συνέχισε απ’ εκεί όπου είχε σταματήσει.

‒Γνωρίζω την ανθρώπινη ανάγκη ή αδυναμία, να σιχτιρίζει και να βλαστημά κανείς πότε-πότε κάποιον ή κάτι. Το δυστύχημα είναι ότι οι φιλοκατήγοροι δεν διαθέτουν επάρκεια αυτοκριτικής ούτε χιούμορ. Πιστέψετέ με όμως, είναι πιο έντιμο, ανακουφιστικό, συγχρόνως και θεραπευτικό, αν κάποιος σιχτιρίζει πότε-πότε τον ίδιο του τον εαυτό, τα δικά του καμώματα κι ελαττώματα αντί των αλλωνών. Εννοώ, βέβαια, τα επίκτητα κουσούρια, όχι τ’ άλλα, τα μοιραία, που τα κουβαλάνε το σώμα κι η ψυχή μας φύσει κι από γεννικού τους αθέλητα, παθητικώς κι αυτοφυώς.

Συνέχισε με αποφασιστικότητα και ζέση, μονορούφι τώρα, σαν να ήθελε να ξεφορτωθεί μιαν ώρα αρχύτερα όσα είχε στοιβαγμένα μέσα του.

‒Για τα εκ γενετής κουσούρια πρέπει κάποιος να ’ναι προσεκτικός κι επιεικής, διότι κανείς, μα κανείς δεν ξέρει κατά τη γέννηση, την «εκτύλιξιν» του βίου και τέλος τον παντοτινό ύπνο χωρίς χθες, σήμερα ή αύριο, τι του ξετρυπώνει η «ζωή», ζωή-σκϊά ζυμωμένη από «το υλικό των ονείρων». Οι φιλόσοφοι κι οι ποιητές, που γνωρίζουν πολλά, λένε πως το να είσαι ο εαυτός σου σημαίνει ότι έφτασε η ώρα που συνάντησες αυτόν τον εαυτό. Να εύχεσαι, λοιπόν, να γνωρίσεις τον εαυτό σου, που δεν σημαίνει άλλο από το να συμφιλιωθείς ή να μαλώσεις μαζί του, κάποτε και να τον σκοτώσεις. Είναι απίστευτο το πόσες μεταμφιέσεις μπορεί ν’ αλλάξει, πόσα χρώματα να φορέσει ο άνθρωπος, το πιο πρωτεϊκό πλάσμα! Αλλά και πάλι πώς να γίνει να γνωρίσομε τους άλλους, όταν μια ζωή συντροφιά με τον εαυτό μας, μέρα και νύχτα, ποτέ δεν τα καταφέρνομε να τον γνωρίσομε σε βάθος κι όλο εκπλήξεις μας επιφυλάσσει; Δικές του οι αποφάσεις, το ξάφνιασμα δικό μας, κι αυτά τις πιο πολλές φορές ερήμην μας!

Γύρισε το βλέμμα του ευθεία απάνω μου και συνέχισε με πάθος.

‒Προσέξτε ιδιαίτερα όχι μόνο όσους ονομάζουν νταηλίκι την ανοησία, την ασχήμια, τη χυδαιότητα, αλλά κι όσους, από φόβο μήπως και τους κολλήσουν τη «ρετσινιά» του παραδοσιακού, βαφτίζουν άκριτα πρόοδο και εκσυγχρονισμό την τυφλή φανατική προσκόλληση στον παρακμιακό και στείρο σημερινό μιμητισμό καθετί «μοντέρνου». Όλοι αυτοί, επειδή βέβαια βολεύει τη στάση τους, λησμονούν, ότι «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» (o altra cosa) κι έτσι ανεπαισθήτως φτάσαμε δυστυχώς σήμερα να θεωρούμε κατηγόρια τις παλιές δοκιμασμένες στο αμόνι και στο πετσί αμέτρητων γενεών αξίες. Να προσπαθείτε, να εύχεστε να βρίσκεστε μακριά από όσους μπροστά στα μάτια και κάτω απ’ τη μύτη σας ταχυδακτυλουργικά μεταμορφώνουν σε αλήθεια το ψέμα και σε χαβιάρι τον ταραμά. Να μη συνθηκολογείτε ποτέ μαζί μ’ αυτούς όση πίεση και πειθαναγκασμό κι αν χρησιμοποιούν, κάτι τέτοιοι είναι ικανοί να σας κάμουν αγνώριστο, διότι το ψέμα γεννά το ψέμα, όπως η γάτα γεννά τα κασουλάκια κι η σκύλα τα κουλουκάκια της. Το κακό κυοφορεί το κακό, η ασχήμια επωάζει την ασχήμια κι αναπότρεπτα κάποια στιγμή ο άνθρωπος σκουντουφλά πάνω σ’ αυτές τις κακομούτσουνες «αρετές». Άντε ύστερα να τα βγάλει κανείς πέρα μαζί τους, όταν έχουν ριζώσει κι αντρειέψει από εδική μας επιπολαιότητα […].

[1] Προδημοσίευση από ομώνυμη υπό έκδοση νουβέλα του Π. Κουσαθανά.

Επιστροφή στα αποτελέσματα αναζήτησης
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543