ΛΕΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΡΑΒΙΑ

Από ανέκδοτο μυθιστόρημα:

Χίλιες και μία μέρες με τον Αλέξανδρο

 

Ο Αλέξανδρος φοράει κοστούμι. Γιατί, άσχημο ήταν το μπλουτζίν του; Ύστερα κατάλαβε ότι δε σήκωνε μπλουτζίν η περίπτωση. Δεν πειράζει για μια φορά. Γενικά δεν τον πίεζαν. Δεκατριών-δεκατεσσάρων ετών, τους είχε βγάλει λόγο περί προσωπικότητας. Διαχωρίζεσαι από τον περίγυρο εκεί που πιστεύεις ότι πρέπει, βρίσκεις τι σου ταιριάζει, διαμορφώνεσαι από τις επιλογές σου. Σιγά-σιγά, οι άλλοι καταλαβαίνουν ότι είναι γνήσιες, όχι αντιδραστικές και παύει η πίεση για κομφορμισμό. Δεν του ξανάκαναν κουβέντα περί ευπρέπειας. Τώρα για τη δεξίωση Γραμμάτων και Τεχνών με τους δικούς του, εντάξει, θα φορούσε κοστούμι. Ούτε συζήτηση να αγοράσει. Θα δανειζόταν από φίλο.

-Αν σας περισσεύουν λεφτά, μου τα δίνετε και τα χρησιμοποιώ πιο έξυπνα.

Γκρίνιασαν. Δεν ντρεπόταν να δανείζεται ρούχα; Τι θα νόμιζαν οι φίλοι του;

-Οι φίλοι ξέρουν και δέχονται τις επιλογές μου, όπως εγώ τις δικές τους.

Πήγε στον Κώστα, που είχε άπειρα ρούχα. Δοκίμασε μερικά. Τα σακάκια έρχονταν καλά. Τα παντελόνια έφταναν στον αστράγαλό του. Δε βαριέσαι! Θα το τραβούσε όσο γινόταν πιο κάτω. Κοιτά στον καθρέφτη. Στρώνει προσεκτικά το μούσι του. Ωραία εφεύρεση το μούσι. Από τότε που το έχει, συμβαίνουν διαφορά αξιοπερίεργα. Στη στάση, ένας κύριος αγανακτισμένος με παρέα σαματατζίδικη, του είπε εμπιστευτικά : «Αφόρητη έχει γίνει η νεολαία. Δεν συμφωνείτε;» Δεν συμφωνούσε, μα του φάνηκε γουστόζικο να το παίξει μεγάλος. «Τι να πεις; Υπομονή!», απάντησε με μπάσα φωνή. Και κούνησαν μαζί το κεφάλι τους.

Ο Αλέξανδρος κάθεται σε μια γωνιά και χαζεύει προσωπικότητες. Μερικοί είναι άνετοι, άλλοι ποζάρουν του κερατά. Αναρωτιέσαι πώς έγιναν τόσων χρονών και δε σοβαρεύτηκαν. Άσε το άλλο: βλέπεις έναν ασήμαντο τύπο, λες κάποιος άσχετος θα είναι και βρέθηκε εδώ σαν εμένα. Ύστερα ακούς το όνομά του και μένεις ξερός. Πού στο διάολο βρίσκουν έμπνευση άνθρωποι που μήτε πνοή να ανασάνουν έχουν; Η ανθρώπινη αντιφατικότητα, λέει η μάνα του. Έτσι θα είναι.

Εδώ κυκλοφορούν θηλυκά δυο βασικών τύπων: βαμπίρ και ξόανα. Τα βαμπίρ προβάλλουν όση λαγνεία διαθέτουν, που σε κύκλους λιγότερο επιτρέποντες μένει καταχωνιασμένη. Τα ξόανα, μερικά νεαρής ηλικίας, απαρνήθηκαν την εξωτερική γοητεία χάρη στην εσωτερική. Σ’ αυτό προστέθηκε η ιδέα της γυναικείας χειραφέτησης. Καλή παρέα στο τραπέζι τους. Γιαγιά, παππούς, μάνα, όλοι κεφάτοι.

Στην πέρα άκρη της αίθουσας βλέπει μια κοπέλα μόνη. Θα πήγαινε να της κάνει καμάκι αν δεν ήταν αυτό το παντελόνι του κερατά. Να σηκωθεί; Ώσπου να φτάσει ως εκεί, θα πρέπει να το τραβήξει δυο-τρεις φορές προς τα κάτω. Ας μένει. Γυρίζει το βλέμμα, την ξανακοιτά, το ξανασκέφτεται. Η κοπέλα τον προσέχει. Ρωτά με νεύμα τι τρέχει. Σηκώνει τους ώμους. «Τίποτα. Μόνο…» Βάζει τα χέρια χωνί γύρω από το στόμα και ρωτά άηχα : «Πώς σε λένε;» Ζαρώνει τα φρύδια της. «Τι;» «Πώς σε λένε;» Κατάλαβε! Σχηματίζει τις συλλαβές στο στόμα της άηχα, όπως μιλούν σε κουφούς. «Κα- τε- ρί- να». Μπαίνει ανάμεσά τους μια παρέα. Γέρνει δεξιά, αριστερά, να βρει δρόμο να τη βλέπει. Της δείχνει τον εαυτό του και μιμείται τον τρόπο της. «Αλέξανδρος». Εκείνη χειροκροτεί, δείχνοντας ότι της αρέσει το όνομα.

Επιστροφή στα αποτελέσματα αναζήτησης
© Copyright 2015 Εταιρεία Συγγραφέων - Κοδριγκτώνος 8. 11257 Αθήνα. Τηλ.: 210.8231890, Fax: 210.8232543